Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Δεκέμβριος 2011

Συνειδητοποιώ ότι κάθε πέντε χρόνια περίπου ξαναδιαβάζω τα ίδια βιβλία. Έτσι ξανάπιασα στα χέρια μου τη μετάφραση των Ταξιδιών του Τζον Μάντεβιλ (Σερ Τζον Μάντεβιλ, Τα ταξίδια, με μια εισαγωγή από τον C. W. R. D. Moseley, μετάφρ. Μάρω Φιλίππου, Αθήνα: Κέδρος 2005), μια επιτομή των τερατολογιών του Μεσαίωνα, μπορεί να πει κανείς, που είχα υποσχεθεί να παρουσιάσω στο ξεκίνημα των καταδύσεων το Μάρτη του ’09. Για να μην αδικούμε τον Μεσαίωνα και παρεξηγηθεί κάποια ψυχή 🙂 πρόκειται για ένα κατ’ ουσία λογοτεχνικό κείμενο, που όμως το είχε μαζί του μέχρι και ο Κολόμβος όταν έψαχνε την Αμερική τις Ινδίες. Για τον μυστηριώδη συγγραφέα του, που δεν ήταν Άγγλος παρά Γάλλος ή Φλαμανδός, μπορείτε να διαβάσετε π.χ. εδώ· μια μετάφραση ονλάιν στα αγγλικά μπορείτε να βρείτε εδώ· και, το καλύτερο, εδώ μπορείτε να δείτε μια υπέροχη εικονογραφημένη γερμανική μετάφραση του 15ου αιώνα και να χαζεύετε τις μινιατούρες ώρες και ώρες.

Εν συντομία, ο Μάντεβιλ (ή όποιος ήταν τέλος πάντων) ξεκινάει να γράψει το δρόμο για το προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, και καταλήγει να γράψει ό,τι κυκλοφορούσε στην Ευρώπη, μετά και τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο (και άλλων), για τη μακρινή Ανατολή. Διότι, όπως λέει, Σας μίλησα για τον μακρύτερο και απώτερο δρόμο που οδηγεί στην Ιερουσαλήμ δια μέσου της Βαβυλώνας και του όρους Σινά… Θα σας μιλήσω τώρα για τον πιο σύντομο και γρήγορο δρόμο προς την Ιερουσαλήμ. Διότι ορισμένοι δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τον άλλο δρόμο –είτε επειδή δεν έχουν αρκετά χρήματα, είτε επειδή δεν βρίσκουν αρκετούς να πάνε μαζί τους, είτε επειδή δεν αντέχουν τα μακρινά ταξίδια, είτε επειδή φοβούνται τους κινδύνους των ερημικών εκτάσεων, είτε επειδή θέλουν να επιστρέψουν γρήγορα στα σπίτια τους για να δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, είτε και για κάποια άλλη λογική αιτία για την οποία πρέπει να γυρίσουν σύντομα πίσω (κεφ. 14).  Όπως θα περίμενε κανείς, τα πράγματα παραξενεύουν όλο και περισσότερο όσο προχωρά κανείς ανατολικά. Πράγμα φυσικό, άλλωστε, αφού ο άνθρωπος θα έπρεπε να έχει ένα διαμάντι στην αριστερή πλευρά του∙ γιατί έτσι η αξία του είναι μεγαλύτερη από το να το έχει στα δεξιά, αφού η φυσική κλίση της ανάπτυξής του είναι προς τον Βορρά, που είναι η αριστερή μεριά του κόσμου και η αριστερή μεριά του ανθρώπου όταν στρέφει για ν’ αντικρύσει την Ανατολή (κεφ. 17).

Μερικές ιστορίες είναι πραγματικά τρομακτικές, σαν πρόδρομοι του γοτθικού φανταστικού διηγήματος στυλ Βαθέκ (και ελληνικά): …μια ωραία πολιτεία, την οποία ονόμαζαν Αττάλεια. Και όλη εκείνη η χώρα χάθηκε από την τρέλα ενός νεαρού άνδρα. Γιατί εκεί ζούσε μια όμορφη κοπέλα την οποία αγαπούσε πολύ∙ αυτή όμως πέθανε ξαφνικά και την έβαλαν σ’ ένα μαρμάρινο τάφο. Από τον μεγάλο του έρωτα για κείνην, πήγε μια νύχτα στο μνήμα της, το άνοιξε, ξάπλωσε μαζί της κι ύστερα έφυγε. Όταν πέρασαν εννέα μήνες, μια φωνή ακούστηκε που του είπε μέσα στη νύχτα: «Πήγαινε στο μνήμα εκείνης της γυναίκας και άνοιξέ το, και πάρε αυτό που απέκτησες μαζί της. Αν δεν το κάνεις, θα γνωρίσεις μεγάλο κακό και θα υποφέρεις πολύ». Έτσι λοιπόν πήγε και άνοιξε το μνήμα απ’ όπου πετάχτηκε ένα τρομερό κεφάλι, αποκρουστικό στην όψη, που πέταξε πάνω από την πόλη∙ και αμέσως όλη η πόλη βούλιαξε και μαζί της όλος ο τόπος τριγύρω (κεφ. 5).

Άλλες περιγραφές πάλι είναι εφιαλτικές χωρίς να το επιδιώκουν: Αυτός ο άρχοντας περνά θαυμάσια ζωή. Διότι διαθέτει πενήντα κοπέλες που τον υπηρετούν καθημερινά στα γεύματα και στο κρεβάτι του και κάνουν ό,τι αυτός επιθυμεί. Και όταν καθίσει να φάει, του φέρνουν πάντα πέντε πιάτα μονομιάς∙ και ενώ του τα φέρνουν, του τραγουδούν ένα όμορφο τραγούδι. Κόβουν δε το κρέας μπροστά του και το βάζουν στο στόμα του σαν να είναι παιδί∙ γιατί εκείνος ούτε κόβει ούτε αγγίζει με τα χέρια του τα οποία έχει πάντα μπροστά του πάνω στο τραπέζι. Έχει άλλωστε τόσο μακριά νύχια στα δάχτυλά του που του είναι αδύνατον να κρατήσει οτιδήποτε. (…) Μόλις φάει αρκετά από το πρώτο φαγητό, του φέρνουν μπροστά του άλλα πέντε πιάτα ενώ τραγουδούν συνεχώς∙ πράγμα που κάνουν ως το τέλος του γεύματος (κεφ. 34).

Οι πιο πολλές σελίδες όμως είναι απλά απολαυστικές, χωρίς τρόμο ή εφιάλτη, σαν χρωματιστές μικρογραφίες. Όπως ο ποταμός Σαμπατορί, ο οποίος τα Σάββατα κυλά γρήγορα, αλλά τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας είτε μένει ακίνητος και δεν κυλά καθόλου είτε κυλά πολύ αργά (κεφ. 14), ή, βέβαια, οι άντρες και οι γυναίκες αυτού του νησιού [που] έχουν κεφάλια σαν σκυλιά και ονομάζονται Κυνοκέφαλοι. Αυτοί οι άνθρωποι, παρά την εμφάνισή τους, είναι απόλυτα λογικοί και έξυπνοι. Λατρεύουν σαν θεό τους ένα βόδι (κεφ. 21). Να μια χαρίεσσα περιγραφή ενός κινεζικού νανοβασιλείου: Αυτός ο ποταμός, ο Γιανγκτσέ, διασχίζει το κέντρο της χώρας των Πυγμαίων που έχουν μικρό ανάστημα, μόλις τρεις σπιθαμές. Είναι όμως πολύ ωραίοι και με καλές αναλγίες. Παντρεύονται όταν φτάσουν στην ηλικία του ενάμιση χρόνου και αποκτούν παιδιά∙ συνήθως ζουν εφτά ή οχτώ χρόνια. Αν ζήσουν ως τα εννιά, θεωρούνται εξαιρετικά γέροι. Αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι κάνουν θαυμάσια δουλειά με το μετάξι και το βαμβάκι, αλλά και άλλες τέτοιες λεπτές εργασίες, πολύ λεπτότερες από εκείνες που κάνουν άλλοι άνθρωποι. Παλεύουν συχνά με γερανούς με τους οποίους βρίσκονται πάντα σε πόλεμο∙ και όταν καταφέρουν να σκοτώσουν ένα γερανό, τον τρώνε. Δεν οργώνουν τη γη, ούτε κάνουν άλλες βαριές δουλειές∙ έχουν ανάμεσά τους ανθρώπους με το δικό μας ανάστημα που οργώνουν τη γη και καλλιεργούν αμπέλια και κάνουν όλες τις απαραίτητες βαριές δουλειές. Και αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι περιφρονούν τους ψηλούς και τους βρίσκουν παράδοξους όπως βρίσκουμε εμείς τους γίγαντες (κεφ. 22). Κοιτάξτε και εδώ, πώς ένα θεϊκό προϊόν καταλήγει να έχει πολύ πεζές χρήσεις: Μάννα ονομάζεται το ψωμί των αγγέλων∙ είναι πολύ άσπρο και με γλυκιά γεύση… Έρχεται από τη δροσιά του Ουρανού που πέφτει στο χορτάρι, πήζει και γίνεται κατάλευκο. Οι άνθρωποι το χρησιμοποιούν σε φάρμακα για τους πλούσιους, για τη δυσκοιλιότητα και τον καθαρισμό του πολύ πηχτού αίματος (κεφ. 17).

Με ξετρελαίνει, επίσης, το απαράμιλλο στυλ του συγγραφέα, που με κάνει μερικές φορές να αναρωτιέμαι μπας και με δουλεύει συνειδητά. Γράφει, για παράδειγμα, για τους γρύπες: Ορισμένοι διατείνονται ότι το μπροστινό μέρος του σώματός τους έχει την όψη αετού ενώ το πίσω λιονταριού∙ και έτσι είναι στην πραγματικότητα (κεφ. 29). Ή, δείτε πώς τελειώνει αυτή την κάπως ανησυχαστική περιγραφή: …μια μεγάλη πεδιάδα όλο άμμο και χαλίκια όπου, απ’ ό,τι φαίνεται, υπάρχουν δέντρα που όταν ανατείλει ο ήλιος αρχίζουν να μεγαλώνουν και βγάζουν έναν καρπό∙ μεγαλώνουν ως το μεσημέρι και ύστερα αρχίζουν να μικραίνουν και ξαναγυρνούν στο χώμα έτσι που, ως τη δύση, να μην φαίνεται πια τίποτα∙ αυτό γίνεται καθημερινά. Κανείς δεν τολμά να φάει από τον καρπό ή να τον πλησιάσει, γιατί μοιάζει με απατηλό φάντασμα. Αυτό συγκαταλέγεται στα θαυμαστά πράγματα και πιθανόν έτσι να είναι (κεφ. 30). Αυτή δε η αναφορά είναι ίσως η κορυφαία: Για τον Παράδεισο μου είναι δύσκολο να μιλήσω γιατί δεν έχω πάει∙ και πραγματικά λυπάμαι γι’ αυτό (κεφ. 33).

Ας τελειώνουμε, καθώς και κάθε ταξίδι πρέπει να τελειώνει (όπως προσφυώς εξήγησε ο Μάντεβιλ στο πρώτο απόσπασμα που παρέθεσα). Υπάρχει πάντα ένα όριο στα ταξίδια, εξάλλου: Ανάμεσα σε άλλα, υπάρχει μια απέραντη θάλασσα από χαλίκι και άμμο χωρίς στάλα νερό. Αυτή αποτραβιέται και πάλι ξανάρχεται, όπως γίνεται με την άμπωτη και την πλημμυρίδα στον ωκεανό άλλων χωρών, και σηκώνει μάλιστα τεράστια κύματα∙ ποτέ δεν παραμένει γαλήνια και ατάραχη. Κανείς δεν μπορεί να διασχίσει αυτή τη θάλασσα με καράβι ή άλλο μέσο∙ και έτσι, είναι άγνωστο τι είδους τόπος ή χώρα είναι από την άλλη μακρινή μεριά (κεφ. 30). Και όμως, τέτοιους τόπους περιγράφει ο φίλος.

Σαν τον ωραίο χάρτη του Φρα Μάουρο, που μπορείτε να μελετήσετε με λεπτομέρεια εδώ. Α, πόσο θα ήθελες να χαθείς ταξιδεύοντας ανάμεσα στις μικρογραφημένες πόλεις του Κατάι και των Ινδιών -ε, υποκριτή αναγνώστη, mon semblable, mon frère, έτσι δεν είναι;

Advertisements

Read Full Post »

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ από πού βγαίνει η λέξη ρεφενές; Ξέρω, τρέχετε στον Μπαμπινιώτη, ο οποίος όμως -σας προλαβαίνω- αρκείται σε ένα σκοτεινό «από το τουρκ. refene«. Μόνο που τέτοια λέξη δεν θα βρείτε σε τούρκικο λεξικό. Πιο έξυπνο το λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη γράφει: τουρκ. (διαλεκτ.) refene -ς (< herifane, από τα περσ.). Εξακολουθώ να μη βρίσκω το refene στα λεξικά μου, βρίσκω όμως βέβαια το herifane και μάλιστα με τη συχνότερη, όπως φαίνεται, μορφή arifane. Είναι αξιοπερίεργο ότι η λέξη δεν μοιάζει να επέζησε στα τούρκικα, αντίθετα με τα ελληνικά. Η ετυμολογία της πρώτης μορφής είναι εύκολη: herif είναι ο ερίφης, το άτομο, και η κατάληξη –âne δηλώνει, ας πούμε, τροπικό επίρρημα: κατ’ άτομο, λοιπόν, είναι μια κατά λέξη μετάφραση του περσικού. Πόθεν όμως το arifane (το οποίο, σημειωτέον, καταγράφεται και στο σπουδαίο ιστορικό-ετυμολογικό του Tietze);

 عارفانه είναι η οθωμανική μορφή, και κατά λέξη σημαίνει «κατά τον τρόπο των ειδικών, των σοφών». Η λέξη μοιάζει να εμφανίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, διότι μια από τις πρώτες (ίσως η πρώτη) γνωστές εμφανίσεις της είναι σε ένα καταπληκτικό έργο του σπουδαίου λόγιου Μουσταφά Άλη, από την Καλλίπολη. Πρόκειται για ένα, ας πούμε, εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς, κάτι σαν τη βαρόνη Σταφ-ογλού της εποχής δηλαδή, με πλήρη τίτλο «Τα τραπέζια των μεζέδων: σχετικά με τους κανόνες των συναναστροφών», γραμμένο το 1599 ή το 1600, λίγο πριν πεθάνει ο πολυπράγμων συγγραφέας του. Διαβάζουμε λοιπόν στο πεντηκοστό τρίτο κεφάλαιο (M. Şeker ed., Gelibolulu Mustafa ‘Âlî ve Mevâ’idü’n-nefâis fî-kavâ’idi’l-mecâlis, Άγκυρα 1997, σ. 347· D. S. Brookes, The Ottoman Gentleman of the Sixteenth Century, Χάρβαρντ 2003 [Sources of Oriental Languages and Literatures 59], σ. 111) τα εξής ωραία:

Στις συναναστροφές που γίνονται με ρεφενέ (‘ârifâne olan sohbetlerde), δηλαδή στις συναθροίσεις όπου κάποια άτομα μαζεύονται σ’ ένα μέρος και ο καθένας βάζει κάποια χρήματα, είναι ανάρμοστο και ταιριαστό με τις χυδαίες τάξεις των ανθρώπων να λέγεται «Μίλα όσο αξίζει ο παράς σου!» Όσοι ξέρουν την αξία των άλλων δεν το δέχονται, δεν λένε τέτοια πράγματα. Διότι όποιος αξίζει σεβασμό είναι παντού άξιος να ακουστεί ο λόγος του και να έχει την τιμητική θέση. Όποιος λέει ότι ο σεβασμός προς κάποιον εξαρτάται από το χρήμα που διαθέτει, σφάλλει.

Ότι η λέξη ήταν καινούρια φαίνεται από το γεγονός ότι ο Άλη νιώθει την ανάγκη να εξηγήσει τι σημαίνει. Ακολουθεί ένα ποίημα, στο οποίο μοιάζει να κάνει λογοπαίγνιο με την ερμηνεία arifane = σοφά (ο ρεφενές δεν κάνει ίσους μεταξύ τους τους γνώστες / οι γνώστες ξέρουν πως αυτό είναι αλήθεια κλπ) -είναι λοιπόν παραπάνω από πιθανό, φαντάζομαι, η μορφή arifane (και η αντίστοιχη ορθογραφία, που αλλιώς δεν εξηγείται) να προέρχεται από ηθελημένη ή αθέλητη παρετυμολόγηση της λέξης. Κάθε ερίφης δεν είναι και γνώστης· σε δύσκολους καιρούς, όπως ήταν το τέλος του 16ου αιώνα για τους Οθωμανούς, όποιος ξέρει κάνει ρεφενέ. Μπορεί και ο χορτάτος βέβαια, που λέει και το άσμα, ακόμα καλύτερα όμως όποιος δυσκολεύεται, βρίσκω. Διότι σ’ αυτό όσο νάναι ο γκρινιάρης και κάπως ψηλομύτης Μουσταφά Άλη ένα δίκιο τόχε.

Υπάρχει, απ’ την άλλη, και το παράδειγμα του Νασρεντίν Χότζα, που όταν ο καθένας της παρέας έλεγε τι θα φέρει στον ρεφενέ αυτός δεν μιλούσε, γιατί θα συνεισέφερε, λέει, την όρεξη. Ύστερα θα έλεγε, φαντάζομαι: μαζί τα φάγαμε.

Read Full Post »