Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Οκτώβριος 2011

Λίγα λόγια: ο Δύτης ζει σε μια επαρχιακή πόλη, γνωστή πάλαι ποτέ ως «Τάδε των τεχνών και των γραμμάτων», την οποία είχε κάπως περιγράψει με τρυφερή υποτίμηση πριν από καιρό. Σήμερα είχε ένα δίλημμα: έπρεπε να πάει στην πορεία που είχε οργανωθεί από συλλόγους εκπαιδευτικών, γονέων και κηδεμόνων, και τα λοιπά και τα λοιπά, ή στην παρέλαση όπου για πρώτη φορά συμμετείχε η Δυτοπούλα;

Προσπάθησε –και πέτυχε– να κάνει και τα δύο.

Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα έξι χρόνια που είμαι εδώ. Η πορεία ξεκίνησε από τη μια άκρη της λεωφόρου, όσο οι φιλαρμονικές και τα αγήματα περίμεναν στην άλλη. Ήταν πορεία μεγάλη –όχι όσο της προηγούμενης βδομάδας (που ήταν πρωτοφανής), αλλά για τα τοπικά δεδομένα πολύ μεγάλη, και με παλμό που λένε. Πέρασε ολόκληρη τη λεωφόρο φωνάζοντας συνθήματα, και πρέπει να με πιστέψετε γιατί ούτε εγώ πίστευα στα μάτια μου: το άλλο πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί για να καμαρώσει τα βλαστάρια και τα εγγόνια του, χειροκροτούσε με ενθουσιασμό.

Η παρέλαση ξεκίνησε λίγο μετά, με αντίστροφη πορεία. Από τις αρχές του τόπου, ο τοπικός βουλευτής και νυν υφυπουργός απέφυγε επιμελώς να εμφανιστεί, μια και ούτε μήνας δεν πάει που είχε φάει κάτι αυγουλάκια στο σβέρκο. Παρέστη μόνον ένας κακόμοιρος αντιπεριφερειάρχης. Όλα σχεδόν (ίσως και όλα, δεν καθόμουν μπροστά μπροστά) τα λύκεια της πόλης περνώντας μπροστά του έστρεψαν το κεφάλι προς την άλλη κατεύθυνση, ακολουθώντας το παράδειγμα της Κατερίνης. Σχεδόν τον λυπήθηκα τον αντιπεριφερειάρχη.

Κατόπιν όλων αυτών, όπως καταλαβαίνετε, ακούω τη συλλογική αγανάκτηση σύσσωμου σχεδόν του λεγόμενου πολιτικού κόσμου βερεσέ.

Advertisements

Read Full Post »

-Σε ποια κλινική είναι; –Δεν ξέρουμε. -Χμ… τι έχει ο ασθενής; –Είναι άρρωστος.

Αυτός ο διάλογος, που άκουσα προχτές σε ένα νοσοκομείο, μπορεί να φανεί αστείος, μπορεί να φανεί τραγικός, μπορεί να φανεί ανόητος, συγκινητικός ή αλληγορικός. Μπορεί να πει κανείς ότι είμαστε όλοι άρρωστοι αυτές τις μέρες, ή να πει «υγεία να έχουμε πάνω απ’ όλα». Δεν ξέρω, στην πραγματικότητα, γιατί ξεκινώ έτσι ένα ποστ που δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ήθελα να πω ότι γράφω αραιά και πού, συν τοις άλλοις γιατί έκοψα το ίντερνετ στο σπίτι, μεταξύ άλλων -ήθελα να πω ότι πια δεν ξέρω τι να γράψω διότι με προλαβαίνουν άλλοι καλύτερα -ήθελα να πω ότι η αρχική παγωμάρα του Σεπτέμβρη αρχίζει να δίνει τη θέση της σε μια οκτωβριάτικη οργή, και ο Νοέμβρης δεν ξέρω τι θα φέρει -ήθελα να πω ότι

(οργή για αυτούς που καταστρέφουν μια χώρα ξέροντας ότι το κάνουν κι ας το λένε μόνο κατόπιν εορτής, ή ας κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν -να, όπως λέει ο σοφός)

-ήθελα να πω ότι ακούω παντού κουβέντες για μετανάστευση, φίλοι ψάχνουν να βρουν δουλειά στην Αυστραλία, να τι γράφει η Niemandsrose, να τι γράφει ο Sraosha (που περιγράφει, στην πραγματικότητα, τη σχέση μου με την Αθήνα), το σκέφτομαι κι εγώ πού και πού, όχι τώρα, όχι όσο έχω ακόμα δουλειά, αλλά σαν μια προοπτική, όχι προοπτική, σαν μια διέξοδο, όχι διέξοδο, σαν ένα σωσίβιο στο ναυάγιο, όχι, όχι σωσίβιο, όχι -Όχι. Δεν θέλω να φύγω. Θέλω να μείνω εδώ, όπως μπορώ, χωρίς ίντερνετ, χωρίς αμάξι αν χρειαστεί, με φτηνή ρετσίνα στο σπίτι το βράδυ, εδώ όμως, να μείνω εδώ και να τους αλλάξω τα φώτα, όπως εκείνοι προσχεδιασμένα, αμείλικτα, τρομαγμένα συγχρόνως και ανεπίγνωστα αλλάζουν τα δικά μου. 

Ήθελα να πω δηλαδή, όπως το άσμα, ότι

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ

και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω

θα περιμένω άλλες μέρες

Δεν θα περιμένω όμως για πολύ, λέω.

ΥΓ. Είναι κάπως ψεύτικο το ποστ αυτό, γιατί έγραψα με απόλυτη ψυχραιμία όσα σκέφτομαι καθημερινά εν βρασμώ ψυχής. Το σκέφτηκα λιγάκι, να το ξαναδουλέψω, να το ξεχάσω, τι να το κάνω. Χτες το βράδυ κατά το γνωστό μου βίτσιο, όμως, άκουγα επί δίωρο στην τηλεόραση τον Πάγκαλο. Οπότε δημοσιεύω το κειμενάκι μου ως έχει.

Read Full Post »