Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Φεβρουαρίου 2015

Διαβάζει κανείς διάφορα αυτό τον καιρό. Είναι μια νέα απόλαυση, για παράδειγμα, η ανάγνωση των επιφυλλιδογράφων της Καθημερινής: σα να παρατηρείς ένα φίδι που δάγκωσε τη γλώσσα του, αυτή την εντύπωση έχω πια διαβάζοντας τον Θεοδωρόπουλο ή τον Κασιμάτη — ο οποίος παρεμπιπτόντως έπιασε πάτο, ομολογουμένως πνίγηκε στο ξίδι που πετάει χωρίς διάκριση ένθεν κακείθεν: δεν μπορεί καν να εξοργιστεί κανείς με κάτι σαν αυτό, μόνο να γελάσει. Το ίδιο με την ξινίλα όσων περίμεναν ερυθροφρουρούς να σφάζουν τους αστούς όπως στο τραγούδι, και τώρα κρύβουν την οιωνεί απογοήτευσή τους ψάχνοντας  τις κωλοτούμπες (περίμεναν να πουν τι μαλακίες κάνουνε και λένε μα δείτε που άλλα έλεγαν –όσο για μένα, περιμένω πώς και πώς τη στιγμή που θα πουν: ε, τελικά καλά τα καταφέρανε). Εκεί που είναι άσχημα τα πράγματα είναι όταν σε απογοητεύουν άνθρωποι με τους οποίους (σε διαφορετικά στάδια) έχεις συνοδοιπορήσει κάπου, ή ακόμα εξακολουθείς να συνοδοιπορείς αλλού. Κι αν το να διαβάζεις ότι η σοσιαλδημοκρατία της εποχής μας (λέγε με Σύριζα) είναι χρυσαυγίτες με γραβάτα (ψέμματα, χωρίς καν γραβάτα) σε κάνει να κουνάς το κεφάλι για το πώς η κριτική σκέψη γίνεται κριτική απερισκεψία, για να μην πούμε ξερωγώ πολιτικός παλιμπαιδισμός (εδώ, ή εδώ…), τι να πει κανείς για την άποψη ότι ακόμα και η περιστασιακή έστω ψήφος στο ΚΚΕ είναι ασέβεια και ύβρις; Σε τι διαφέρει από την κασιμάτεια (και φυσικά, όχι μόνο) θεωρία των δύο άκρων η ανεκδιήγητη άποψη ότι η ριζοσπαστικοποίηση των νέων, όπως είναι γνωστό, και εν μέρει φυσικό, περνάει συχνά από την άκρα αριστερά, τον αντιεξουσιαστικό χώρο και ενδεχομένως τις μολότοφ, ή από την άκρα δεξιά, τώρα τη Χρυσή Αυγή· αλλιώς, σε μια ηπιότερη μορφή, από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα που χαρακτηρίζεται κομμουνιστικό, εν προκειμένω το ΚΚΕ; Και όμως: Γιάννης Χάρης εδώ (και ακόμα πιο δημοσίως, εδώ). Θλίψη (για να μην πω χειρότερα). Τι να πει κι ο Δύτης που προκειμένου να διαπράξει την ασέβεια και ύβρι του ταλαιπωρήθηκε δυο νύχτες στη σειρά ταξιδεύοντας κατάστρωμα. Και δεν θα τον έλεγες και νέο.

***

Κατά τα άλλα; Κατά τα άλλα εγώ που έχω αρκετά καλή μνήμη και διάβαζα από μικρός εφημερίδες, και παρά την τελευταία πρόταση της αποπάνω παραγράφου, νιώθω ξανανιωμένος μια και ξαναζώ το ’81, με τα καλά του και τα κακά του. Όσο και να ήταν μέγιστος πολιτικός απατεώνας ο μακαρίτης η διαφορά της δεκαετίας του ’80 με ό,τι είχε προηγηθεί ήταν σαφής –οπωσδήποτε προς το καλύτερο (έστω και αν, φυσικά, πολύ-πολύ λιγότερο απ’ όσο θα θέλαμε ή απ’ όσο διακήρυσσε ο ίδιος). Ναι, χαντάκωσε επίσης οποιαδήποτε μορφή λαϊκού κινήματος μέχρι και σήμερα. Αλλά τι έχουν σήμερα οι διάδοχοί του να χαντακώσουν; Ό,τι και να έχει απομείνει, δεν θα το χαντακώσουν επειδή θα αποτύχουν, αλλά επειδή θα μοιάζουν να έχουν πετύχει. Ως εκ τούτου (βοηθούν και οι προσωπικές μου συνθήκες) μια αισιοδοξία για το μέλλον (που λένε) την έχω –ούτε είμαι στραβός να μην βλέπω τις διαφορές με τους προηγούμενους (δεν είναι και δύσκολο, μια και μιλάμε για τη χειρότερη και δεξιότερη μεταπολιτευτική κυβέρνηση με διαφορά) ούτε πρόκειται να απογοητευτώ όταν η πρώτη φορά αριστερά αποδειχτεί, σχεδόν αναπόδραστα, δεύτερη φορά σε-παίρνει-λίγο-αριστερά-μην-το-ζορίζεις. Η ιστορική προοπτική βοηθάει, βοηθάει πολύ να δεις τα πράγματα στις διαστάσεις τους. Να κάνω λάθος, είτε προς τη μια είτε προς την άλλη; Ε, ας μείνει εδώ αυτό το σχολιάκι, να το ξαναδούμε σε κανα χρόνο.

Advertisements

Read Full Post »

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

Read Full Post »