Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Δίπορτο

Για όσους δεν το έχουν πάρει χαμπάρι, ανοίξαμε παράρτημα και σας περιμένουμε!

 

Advertisements

Αν δεν κινηθούμε εγκαίρως, το τέλος του πολιτισμού μας είναι κοντά. Εντάξει, ο Κλαύδιος έδινε ρωμαϊκή υπηκοότητα σε κάποιους επαρχιώτες, τέλος πάντων, αλλά ήταν μετρημένες – και ήταν και τρελός καταπώς λένε. Τώρα αυτό το διάταγμα του Καρακάλλα τι σου λέει; Όλοι όσοι μένουν στα σύνορα και είναι ελεύθεροι, Ρωμαίοι υπήκοοι! Την ώρα που Δάκες, Γαλάτες, Πέρσες, Γερμανοί παραμονεύουν γύρω-γύρω. Καλά οι Έλληνες, πες είναι ήμεροι και με πρεστίζ· οι άλλοι; Πού θα πάει η ταυτότητά μας, οι πατρογονικοί μας θεοί, οι λάρητες και οι πενάτες, οι αγνές παρθένες Εστιάδες μας, η Σίβυλλα και οι χρησμοί της; Δεν μας έφτανε ο Μίθρας, θα έχουμε τώρα και αυτούς τους Χριστιανούς, καινούριο φρούτο. Κάπως, δεν ξέρω, πρέπει να προστατευθεί ο ρωμαϊκός τρόπος ζωής.

(Ρώμη, σκέψεις του Γάιου Πρεπόστερου, 965 από κτίσεως της πόλης [212 μ.Χ.])

(Ι, ΙΙ)

Ο ιστορικός που θα θελήσει να κατανοήσει το παρελθόν χωρίς να γίνει θύμα των μύθων, οφείλει να μάθει να το παρατηρεί σαν να ήταν παρόν. Αν θέλει να αντισταθεί στον υποκειμενισμό, πρέπει να παρατηρεί το παρόν σαν να ήταν κιόλας παρελθόν.

(Μανές Σπέρμπερ, Η καμένη βάτος, μετάφρ. Έμη Βαϊκούση, Αθήνα 2013, σελ. 159)

Πάνω από μια φορά έχω εξηγήσει τι κάνω εδώ, πάντα με λόγια άλλων. Γράφει ο Μπόρχες μιλώντας για τη μετάφραση των Χιλίων και Μιας Νυχτών από τον πολύ Ρίτσαρντ Μπέρτον:

Τα σχόλιά του είναι εγκυκλοπαιδικά και άτακτα, και το ενδιαφέρον τους είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την αναγκαιότητά τους… Στα πενήντα του, κάθε άνθρωπος έχει συσσωρεύσει μέσα του τρυφερότητες, ειρωνείες, σαρκασμούς και φαντασιώσεις: ο Μπέρτον τα ξεφορτώθηκε όλ’ αυτά με τις Σημειώσεις του.

Καταλαβαίνετε πού το πάω. Δέκα χρόνια τώρα, σα να μου φαίνεται πως ό,τι ήταν να ξεφορτωθώ το ξεφορτώθηκα. Πάλι, ποιος ξέρει; Τα πενήντα, άλλωστε, ακόμα δεν τα έχω κλείσει.

Δεν ξέρω πόσους ενδιαφέρει σ’ αυτό το ξεχασμένο μπλογκ, αλλά της οφείλω τόσα που αξίζει να σπάσει η σιωπή σχεδόν ενός χρόνου. Άλλωστε σαν οθωμανολογικό μπλογκ ξεκινήσαμε, και έτσι φαίνεται να καταλήγουμε. Σε αυτό το βιντεάκι, γυρισμένο μόλις πρόπερσυ (από εδώ), που θα ενδιαφέρει όσους αναρωτιούνται για το πώς ξεκίνησαν οι οθωμανικές σπουδές στην Ελλάδα, φαίνεται μεταξύ άλλων η ζωντάνια και το σπάνιο χιούμορ της. Πολύ θα μου λείψει.

Εννιά χρόνια, δηλαδή τρεις τριετίες. Η πρώτη, η νεότητα: διακόσια σαραντατρία ποστ, πολιτική, οθωμανικά, μεταφυσική και υπαρξιακά, όλα μαζί. Πολυκοσμία, μεγάλος κύκλος, γκραν σουξέ. Η δεύτερη, η ωριμότητα: ούτε ογδόντα ποστ, καθόλου σχεδόν μεταφυσική ή υπαρξιακά, λίγη πολιτική, μεγάλα δοκίμια φιλολογικού ή ιστορικού χαρακτήρα. Λίγοι και καλοί οι φίλοι, μεγάλες συζητήσεις. Η τρίτη, γεράσαμε: καμιά τριανταριά ποστ, βινιέτες και αντιγραφές κυρίως, μια-δυο γκρινιάρικες πολεμικές με πείσμα και κάποια εριστικότητα, αλλά και καφενειακού τύπου σχόλια. Σχετικά έρημα τα τραπέζια πια, αν και όταν βγαίνουν τα μαχαίρια το καφενείο βουίζει.

Τι να τολμήσω να ευχηθώ για την επόμενη τριετία.

Σιωπηλός μάρτυς

Μια από τις πρώτες καθαρά λογοτεχνικές ιστορίες φαντασμάτων είναι γραμμένη το 1727 από τον πολυπράγμονα Ντάνιελ Ντεφόου, τον συγγραφέα του Ροβινσώνα Κρούσου και (μεταξύ άλλων) κατάσκοπο. Μιλά για κάποιον που δικαζόταν για φόνο, αλλά για τον οποίο δεν βρέθηκε σίγουρη μαρτυρία για να αποδειχθεί η ενοχή του. Και εκεί που όλα έδειχναν ότι θα αθωωθεί,

κοιτάζει στα έδρανα, σαν να είχε τρομοκρατηθεί· ανακτώντας κάπως το κουράγιο του, απλώνει το χέρι του προς το εδώλιο όπου συνήθως καταθέτουν στις δίκες οι μάρτυρες, και δείχνοντας με το χέρι του, Εντιμότατε, λέει δυνατά, αυτό δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σύμφωνο με το νόμο, αυτός δεν είναι νόμιμος μάρτυρας.

Το εδώλιο είναι κενό, φυσικά, και μαντεύετε ποιανού ήταν το φάντασμα.

(Susan Owens, The Ghost: A Cultural History, Λονδίνο 2017, σελ. 99)