Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Σιωπηλός μάρτυς

Μια από τις πρώτες καθαρά λογοτεχνικές ιστορίες φαντασμάτων είναι γραμμένη το 1727 από τον πολυπράγμονα Ντάνιελ Ντεφόου, τον συγγραφέα του Ροβινσώνα Κρούσου και (μεταξύ άλλων) κατάσκοπο. Μιλά για κάποιον που δικαζόταν για φόνο, αλλά για τον οποίο δεν βρέθηκε σίγουρη μαρτυρία για να αποδειχθεί η ενοχή του. Και εκεί που όλα έδειχναν ότι θα αθωωθεί,

κοιτάζει στα έδρανα, σαν να είχε τρομοκρατηθεί· ανακτώντας κάπως το κουράγιο του, απλώνει το χέρι του προς το εδώλιο όπου συνήθως καταθέτουν στις δίκες οι μάρτυρες, και δείχνοντας με το χέρι του, Εντιμότατε, λέει δυνατά, αυτό δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σύμφωνο με το νόμο, αυτός δεν είναι νόμιμος μάρτυρας.

Το εδώλιο είναι κενό, φυσικά, και μαντεύετε ποιανού ήταν το φάντασμα.

(Susan Owens, The Ghost: A Cultural History, Λονδίνο 2017, σελ. 99)

Advertisements

Διαβάζοντας έπεσα σε αυτό το ωραίο, μέχρι και συγκινητικό ξόρκι, γραμμένο σε μεσαιωνικά αγγλικά γύρω στα μέσα του 10ου αιώνα:

Κύστη, κύστη, μικρή κύστη

Εδώ ούτε θα χτίσεις ούτε θα διαλέξεις κατοικία

θα πας προς τον βορρά, προς το επόμενο βουνό

εκεί, κακομοίρα, έχεις έναν αδελφό.

Θα σου βάλει ένα φύλλο πάνω στο κεφάλι

κάτω απ’ το πόδι του λύκου, κάτω απ’ το φτερό του αετού,

κάτω απ’ το νύχι του αετού, για να ξεραθείς για πάντα.

Είθε να διαλυθείς σαν κάρβουνο στο τζάκι

να ξεραθείς σαν βρομιά στον τοίχο

να στεγνώσεις σαν το νερό σ’ ένα κουβά

να μικρύνεις ίσαμε ένα κόκκο λινάρι

μικρότερη απ’το γοφό ενός ψύλλου

να γίνεις τέλος τόσο μικρή, που πια δεν θα είσαι τίποτα.

Σχεδόν τη λυπάσαι τη μικρή κύστη. Όχι μόνο: έχεις την αίσθηση ότι κι ο μάγος, ο εξορκιστής τέλος πάντων, τη λυπάται· τι να κάνει όμως.

(J.-P. Boudet, Entre science et nigromance. Astrologie, divination et magie dans l’Occident médiéval (ΧΙΙe-ΧVe siècle), Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 2006, σ. 120-121)

Ότι τον εμφύλιο τον ξεκίνησε το ΕΑΜ ήδη πριν από την Απελευθέρωση το έχουμε εμπεδώσει, ότι οι Χίτες ήταν αγνοί χωρικοί που κάπως έπρεπε να αντιδράσουν στην κόκκινη τρομοκρατία παρομοίως, τελευταία εμπεδώνουμε και ότι καλύτερα να είχαν κάτσει όλοι στ’ αυγά τους και να αποφεύγαμε αναίτιες θυσίες όπως το Δίστομο ή την Καισαριανή. Χτες έμαθα και κάτι άλλο και το αντιγράφω για να το εμπεδώσουμε κι αυτό: η Αθήνα καταστράφηκε από τις πυρηνικές κεφαλές τους όλμους και τις ανατινάξεις του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Πού; Φυσικά στην αγαπημένη μας Καθημερινή. Απολαύστε:

Ενα τεράστιο τμήμα του κτιριακού αποθέματος της Αθήνας καταστράφηκε ολοσχερώς ή μερικώς, κυρίως από ανατινάξεις εκ μέρους του ΕΛΑΣ. Η περιοχή γύρω από την Ομόνοια, η Νεάπολη, τα Εξάρχεια, η Πατησίων, η Κυψέλη, του Μακρυγιάννη και πολλά ακόμη κεντρικά σημεία της Αθήνας γέμισαν με ερείπια και χαλάσματα και μαζί με τα θύματα και από τις δύο πλευρές και τις απαγωγές ή την ομηρεία αμάχων από τους αντάρτες, η Αθήνα είχε τραυματικές απώλειες στον οικοδομικό ιστό της, γεγονός που επιτάχυνε την ανάγκη ανοικοδόμησης (προτού ακόμη τελειώσει ο Εμφύλιος). Και επιπλέον παραμένουν ανοικτά τα ερωτήματα για την ψυχολογική επίπτωση που είχε στον γενικό πληθυσμό η βία που ήρθε και εγκαταστάθηκε στον πυρήνα άλλοτε φιλήσυχων περιοχών. Οι Αθηναίοι άρχισαν να βλέπουν αλλιώς την πόλη τους. […]

Η καταστροφή οικιστικού ιστού στην Αθήνα και η στοχευμένη, εκ μέρους του ΕΛΑΣ, ανατίναξη ή πυρπόληση εμβληματικών κτιρίων για την ιστορία του αστικού πολιτισμού στην πόλη, όπως η ιστορική Βαρβάκειος ή η έπαυλη Θων στους Αμπελοκήπους (έργο Τσίλλερ) δημιούργησε χάσματα συνέχειας και μνήμης. Από τα Δεκεμβριανά κληρονομήσαμε σε επιτάχυνση και όξυνση δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, η απαξίωση της παλαιάς μορφής της πόλεως κέρδισε έδαφος και οπαδούς, όχι μόνο μέσα από τη διεθνή, τότε, τάση για αστική ανανέωση, αλλά και μέσα από μία ιδεοληπτική αποξένωση από την εικονογραφία των ιστορικών ρυθμών ως προϊόντων της αστικής τάξης. Και δεύτερον, η άτυπη πρόσκληση σε καιροσκόπους και κερδοσκόπους στη διαμόρφωση της τύχης των νέων Αθηνών.

Μάθαμε ότι η εξαίρετη βρετανική τεχνολογία είχε ήδη από το ’44 εφεύρει τα τανκς και τα Σπιτφάιαρ ειδικής σύνθεσης, που όπως και η βόμβα νετρονίου σκότωναν μόνο χωρίς να γκρεμίζουν (υπάρχει βέβαια και η περίπτωση, δεν ξέρω, να βομβάρδιζαν εξίσου στοχευμένα μόνο κάτι κιτσάτα, λαϊκά κτίρια στο πλαίσιο μιας παρόμοιας αισθητικής παρέμβασης)· ότι οι ΕΛΑΣίτες των Δεκεμβριανών είχαν τέτοια καταπληκτική στρατηγική βάθους ώστε να βρουν χρόνο να στοχεύσουν στο συμβολικό πεδίο· ότι, βέβαια, η ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς απέκτησε τέτοιες ρίζες ώστε λίγες δεκαετίες μετά κοτζάμ Καραμανλής να υποκύψει και να εγκρίνει αυτό το εξισωτικό, αναδιανεμητικό και εναντίον-της-αριστείας μέτρο της αντιπαροχής.

Το καλύτερο, ίσως, είναι η εικονογράφηση: το ανατιναγμένο από τον ΕΛΑΣ κτίριο της Γενικής Ασφάλειας δίπλα στο Πολυτεχνείο (ένα κτίριο από μπετόν αρμέ, όχι ακριβώς εμβληματικό — αλλά πάλι, γιατί, τι τους έφταιξε η Γενική Ασφάλεια;) και, δίπλα δίπλα, το μισοκαμμένο ή μάλλον καπνισμένο νεοκλασικό της Σταδίου «κατεστραμμένο από το 2012». Καμία αμφιβολία για το τι θέλουν να πουν οι ποιητές.

 

Τι να πρωτομετρήσει κανείς. Επαναστατικά δικαστήρια, αντί για τα κανονικά που δίκαζαν με το παραδοσιακό εθιμικό δίκαιο, καταδίκασαν σε θάνατο κάπου 17.000 ανθρώπους μέσα σ’ ένα χρόνο· δεν μετράω το βασιλιά, που τέλος πάντων είχε και μια ευθύνη, αλλά ας πούμε είναι γνωστή η τραγική ιστορία της Μαρίας Αντουανέτας (βιβλίο του Τσβάιχ, ταινία της Κόπολα). Άλλοι 20 με 30.000 τουφεκισμένοι (οι άλλοι καρατομήθηκαν), και βέβαια οι δεκάδες χιλιάδες πνιγμένοι της Νάντης, οι εκτελεσμένοι δίχως δίκη χωρικοί της Βανδέας (κάπου 200.000 όλοι μαζί). Δεν πρόσθεσα τους νεκρούς από τους πολέμους που προκάλεσε (κάπου 700.000 επί Δημοκρατίας, αλλά το σωστό είναι να προσθέσουμε και τους Ναπολεόντειους – άλλοι 2.500 με 3.500.000, ίσως και πέντε εκατομμύρια).

 

Και όμως οι αριθμοί αυτοί είναι μικροί. Σύμφωνα με μια γνωστή λογική (Οι διάφορες εκδοχές των κομμουνιστικών καθεστώτων σκότωσαν πολλαπλάσιους απ’ όσους πρόλαβαν να δολοφονήσουν οι ναζί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το τέρας του ναζισμού τσακίστηκε νωρίς, ενώ οι κομμουνιστικοί ολοκληρωτισμοί άντεξαν 60 και 70 χρόνια…), πρέπει να κάνουμε την αναγωγή στο χρονικό διάστημα, να υπολογίσουμε νεκρούς ανά έτος δηλαδή, οπότε καταλαβαίνουμε ότι η Δημοκρατία έχει πολύ μεγαλύτερο ποινικό μητρώο από ναζισμό και κομμουνισμό μαζί. Δεδομένου ότι όχι μόνο αντέχει ακόμα αλλά ότι, μάλλον, προβλέπεται να αντέξει κι άλλο στο βαθμό που είναι ακόμα ζωντανή, δεν τολμώ καν να κάνω τον υπολογισμό.

Αλλά ας αφήσουμε τους νεκρούς, ας δούμε τους θεσμούς. Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας; Εθνοσυνέλευση; παράλληλα με τον Δήμο -την Κομμούνα- του Παρισιού; και τέλος πάντων μια πόλη υποκαθιστά μια χώρα και αποφασίζει αυθαίρετα για όλο το έθνος; Εισβολές σε κυρίαρχα κράτη και διαμελισμοί εθνών;

(Και βέβαια ας μην αντιτάξει κανείς ότι η γαλλική είναι μόνο μία εκδοχή της Δημοκρατίας, ότι τις ταυτίζω αυθαίρετα. Ιδού και η αγγλική: 85.000 σκοτωμένοι αλλά και 40.000 άμαχοι, συνολικά 127.000 νεκροί εκτός μαχών (και από σφαγές, άλλο τίποτα). Βασιλοκτονίες, εκτελέσεις, θρησκευτικός φανατισμός και τελικά δικτατορία του Λόρδου Προστάτη. Και πάει λέγοντας.)

Πολύ εγκληματικό πολίτευμα αυτή η δημοκρατία, τελικά. Είναι να φρίττει κανείς.

Όπως μάθαμε πρόσφατα, η Βαρκελώνη «είναι γνωστή για την εκεί δράση ανάλογων τρομοκρατικών οργανώσεων” και ως εκ τούτου μια επίσκεψη εκεί αποτελεί  πειστήριο τρομοκρατικής δράσης:

Επειδή ο Δύτης είναι γνωστός για τη φιλαλήθειά του, οφείλει να ενημερώσει το σεβαστό δικαστήριο ότι πλέον οι προτεραιότητες της διεθνούς τρομοκρατίας έχουν αλλάξει. Αυτή η φωτογραφία είναι από την Κε Μπρανλί των Παρισίων και τραβήχτηκε τον περασμένο Μάιο:

Αν δεν πιστεύετε, να και ο πύργος του Άιφελ (και δεύτερη επιγραφή!):

Παρακαλώ να ενημερωθεί το δικαστήριο. Εγώ πάντως, κύριε Πρόεδρε, βρέθηκα εκεί δικαιολογημένα αν και όχι εντελώς για αναψυχή. Πρέπει να παραδεχτώ ωστόσο ότι ίσως ακούμπησα τα κάγκελα της γέφυρας και ως εκ τούτου μπορεί και να έχει από το DNA μου.

Μα πώς έμπλεξα έτσι!

Όχι το τραγούδι του Μαχαιρίτσα — αλλά ένα ωραίο αίνιγμα για όποιον έχει χρόνο για σκότωμα και γνώσεις μεσαιωνικής γαλλικής.

Διαβάζω την Παναγία των Παρισίων του Ουγκό (δεν το είχα διαβάσει! είχα δει μόνο την ταινία του Ντίσνεϊ) και πέφτω πάνω στην εξής περικοπή (10, Ι):

Gringoire lui dit: «Mon maître, je vous répondrai: Il padelt, ce qui veut dire en turc: Dieu est notre espérance. (Ο Γκρενγκουάρ του είπε: «Κύριέ μου, θα σας απαντήσω: Il padelt, που στα τούρκικα σημαίνει: ελπίζω στον Θεό).

Φυσικά δεν υπάρχει τέτοια τούρκικη φράση. Ωστόσο, ο Ουγκό δεν το είχε βγάλει από την κοιλιά του· αν και ούτε η γαλλική έκδοση που έχω, ούτε καμία από τις μεταφράσεις που ξέρω έχει κάποια σημείωση, στην εποχή του διαδικτύου έχει γίνει η θάλασσα γιαούρτι και, όταν μας ρωτάνε, μπορούμε να πούμε κάτι καλύτερο από την απάντηση του Γκρενγκουάρ. Η φρασούλα λοιπόν, ανακαλύπτουμε, είναι μια μυστηριώδης λέξη γραμμένη (κάποτε) στο Chateau de Marcoussis, δηλαδή σε αυτό. Και νάτη:

Ούτε όμως η «τούρκικη» ερμηνεία είναι επινόηση του Ουγκό. Αντίθετα, ήταν ήδη γνωστή το 18ο αιώνα (αντιγράφω από αυτό το βιβλίο του 1757, σελ. 275-276):

Το έμβλημα του ιδρυτή [μαρκησίου Μονταιγκύ] που είναι ILPADELT είναι ζωγραφισμένο παντού και συχνά χωρισμένο σε δύο λέξεις, IL PADELT. Ο Du Breul αναφέρει ότι ένας Τούρκος στην ακολουθία του Φραγκίσκου Α΄ επισκέφτηκε το Μαρκουσί και αποφάνθηκε ότι πρόκειται για συριακά, και πως σημαίνει «ελπίζω στο Θεό». Μάλιστα στη βιβλιοθήκη υπάρχει ένα χειρόγραφο, στο οποίο διαβάζουμε, στο φύλλο 194, Il Padelt est nomen compositum graeco scilicet et hebraïco, et signifient Spes mea Deus, ut a quodam Turco in lingua hebrea, graeca et latinca docto cognovimus, qui baptizatus fuit et in servition Regis Francisci receptus anno 1523. Ως επιβεβαίωση, λένε ότι αυτές οι τρεις λέξεις, Spes mea Deus, υπάρχουν ακόμα σε κάποια μέρη του πύργου. Άλλοι πιστεύουν ότι η λέξη είναι αρκτικόλεξο. Μιλά δηλαδή ο Μονταιγκύ και λέει: Je l‘ai promis à Dieu, et le tiens («το υποσχέθηκα στο Θεό, και κρατάω [την υπόσχεσή μου]»)… Κάποιος από τη Βρετάνη έγραψε στο Mercure de France (Ιανουάριος 1743, σελ. 78) μια επιστολή, όπου αμφισβητεί αυτή την εξήγηση. Ισχυρίζεται ότι η φράση σημαίνει «θα διαρκέσει», καθώς padet είναι στα βρετόνικα ο μέλλοντας του «διαρκώ».

Η υπόθεση του αρκτικόλεξου υποτίθεται ότι παραπέμπει σε ένα είδος τάματος του μαρκησίου Μονταιγκύ να χτίσει ένα μοναστήρι στο Μαρκουσί αν ο άρρωστος βασιλιάς γινόταν καλά. Κάπως παρόμοια, η ίδια ιστορία παρατίθεται εδώ όπου διαβάζουμε επίσης ότι ο Perron de Langres, συγγραφέας κάποιου βιβλίου τοπικής ιστορίας του 18ου αιώνα, πάλι, ονόματι Anastase de Marcoussis, αμφισβητεί την τούρκικη ερμηνεία (προς όφελος του αρκτικόλεξου, γραμμένου πιο αρχαιοπρεπώς: Je l’ay promis à Dieu et le tiendray) ως εξής:

Η υπερβολή αυτής της πλαστογραφίας φτάνει να θέλει να πείσει την πιο λόγια και ευγενή αυλή εκείνης της εποχής ότι μια λέξη επινοημένη μόνο και μόνο για να χρησιμέψει ως έμβλημα δεν ανήκει σε καμία γλώσσα γνωστή στην Ευρώπη. Δημιουργός αυτού του μύθου είναι ένας φτωχός και αδαής καλόγερος, που θέλει να μας δείξει έναν Τούρκο να μιλά ως άνθρωπος επιτήδειος, αντίθετα με το πνεύμα αυτού του βάρβαρου έθνους που συνήθως νιώθει πιο άνετα με τις ασκήσεις του σώματος παρά μ’ εκείνες του πνεύματος, καθώς σχεδόν κανένας ανάμεσα σε αυτούς τους απίστους δεν φτάνει ούτε στην επιφάνεια των επιστημών που ξέρουμε εμείς. Δεν ξέρω τι να θαυμάσω περισσότερο, την ξεδιαντροπιά εκείνου που σκάρωσε αυτό το παραμύθι, ή την αφέλεια του αδελφού Jacques du Breüil που το τύπωσε στο τέταρτο βιβλίο του των Antiquitez de Paris, σελ. 1290.

Δεν ξέρω τι δουλειά είχε κάποιος καλόγερος να εξυψώσει ένα βάρβαρο σε άνθρωπο επιτήδειο, αλλά η υπόθεση της βρετονικής καταγωγής φαίνεται τελικά να είναι η πιο πιθανή. Στα βρετονικά, πράγματι, βρίσκουμε σε διάφορα λεξικά ότι padus σημαίνει διαρκής, ανθεκτικός, επίμονος και padusted η επιμονή, η αντοχή, η διάρκεια (εδώ)· ότι padel σημαίνει ανθεκτικός και επίμονος (εδώ ή εδώ). Ρώτησα και τον κελτολόγο υπηρεσίας, που μου απάντησε:

Διαβάστε τη συνέχεια »

Δεν είναι πολλά τα κείμενα Οθωμανών που να πολέμησαν στη διάρκεια της Επανάστασης. Για την ακρίβεια είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού (ένα είναι του Βαχίτ Πασά, εκείνου που διέταξε τη σφαγή της Χίου· ένα άλλο — καλά, θα σας πω του χρόνου). Αυτό που αντιγράφω σήμερα ανήκει στην ημιτελή αυτοβιογραφία του Καμπουτλή Βασίφ Εφέντη, ενός άτακτου μισθοφόρου ιππέα που πολέμησε στη Στερεά, την Πελοπόννησο και την Εύβοια και έγραψε απομνημονεύματα («τις χώρες και τις επαρχίες, τους πολέμους και τους θανάτους έναν προς έναν, ό,τι παρατήρησα από το έτος 1216 [1801/2] ως το 1248 [1832/3]… ώστε οι αναγνώστες να ακούσουν, να αφήσουν τούτο τον κόσμο και να σκεφτούν το Επέκεινα») το 1834. Δυστυχώς το κείμενο κόβεται απότομα, πάνω σε κάτι περιπέτειες στα βουνά της Κύμης. Ο τύπος άφησε το χωριό του για τα ξένα (έτσι το γράφει) το 1801, σε ηλικία οχτώ χρονών, μαζί με τον πατέρα του, και πολέμησε σε διάφορα μέτωπα της Μικρασίας, εναντίον τοπαρχών και Ρώσων, προτού ενταχθεί σε ένα από τα σώματα που στάλθηκαν κατά του Αλή Πασά. Ε, «ενώ έκοβαν το κεφάλι αυτού του Αλή Πασά, οι άπιστοι του Μοριά ξεσηκώθηκαν». Έχει ενδιαφέρον ότι το κείμενο είναι στολισμένο με εικόνες που περιγράφουν τα μέρη και τα τεκταινόμενα· έβαλα μερικές κι εδώ. (Μπορείτε να δείτε και αυτό το σχετικό άρθρο).

Μη νομίσετε ότι είναι ακριβώς συναρπαστικό κείμενο, είναι γεμάτο με κάπως μονότονες περιγραφές, μάχες και κομμένα κεφάλια· ούτε ο συγγραφέας είναι καμιά συμπαθητική προσωπικότητα, παρότι βέβαια το ότι έγραψε και ζωγράφισε είναι, αν μη τι άλλο, αξιοπρόσεχτο. Διάλεξα να μεταφράσω τη μάχη στα Δερβενάκια. Ο Κολλή Κοτρόν φαντάζεστε ποιος είναι:

…Την επόμενη μέρα, το απόγευμα, το δερβένι [πέρασμα] του Μοριά φάνηκε και το πλησιάσαμε. Άπιστος δεν φαινότανε. Είπαμε: «Ο Θεός γνωρίζει καλύτερα — αλλά δεν υπάρχουν άπιστοι στρατιώτες στο πέρασμα». Ενώ τα λέγαμε όμως αυτά, είχαμε μαζί μας έναν οδηγό που ήταν μοραΐτης. Μας ενημέρωσε πως το πέρασμα δεν είχε εγκαταλειφθεί, και ότι ο Κολλή Κοτρόν, ο κυριότερος μπέης των απίστων, βρισκόταν εκεί. Δεν ακούσαμε όμως τα λόγια του και μόλις φτάσαμε κοντά στη χαμηλότερη είσοδο του περάσματος, είδαμε πως οι άπιστοι είχαν σκάψει χαρακώματα από το ένα βουνό στο άλλο, είχαν στήσει τις σημαίες τους στην κορφή του βουνού και περίμεναν. Όταν είδαμε τη διάταξή τους, επιστρέψαμε στα χωριά της πεδιάδας. Ενώ περιφερόμασταν εκεί, ένας άπιστος έπεσε στα χέρια μας. Του πήραμε πληροφορίες· τον ρωτήσαμε: «Υπάρχουν πολλοί άπιστοι σ’ αυτό το Δερβένι του Μοριά;» Ο άπιστος απάντησε ως εξής: «Υπάρχουν σαράντα χιλιάδες, και μαζί τους ο Κολλή Κοτρόν, που είναι ο μπέης τους». […] Ο πασάς ετοιμάστηκε –είχε ήδη χαράξει– και η εμπροσθοφυλακή του στρατού έφτασε στο δερβένι του Μοριά. Μας βρήκαν εκεί. Διαβάστε τη συνέχεια »