Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η πολιορκία κρατούσε ήδη από τις αρχές Απριλίου του ’21, και βρισκόμαστε ήδη στον Ιούνιο του 1822. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να μην πάνε πολύ καλά για τους έγκλειστους:

Επειδή έγινε φανερό ότι αν εξακολουθούσαν να δίνουν σε κάθε κάτοικο δέκα οκάδες σιτάρι, από όσο ήταν αποθηκευμένο… σε δύο μήνες δεν θα υπήρχε επάρκεια και δεν θα τους έφθανε, αποφασίστηκε όσοι ήταν ικανοί για πόλεμο και μάχη να παίρνουν από δέκα οκάδες και οι γυναίκες, τα κορίτσια και τα αγόρια από οκτώ οκάδες. Αφού με αυτόν τον τρόπο συντηρήθηκαν για ακόμη έναν περίπου μήνα, μερικοί αδηφάγοι σε δεκαπέντε μέρες τελείωσαν τα τρόφιμα που αναλογούσαν στον καθένα. […] Πέντε άτομα από τους Αλβανούς του πολιορκούμενου κάστρου και κάποιες άχρηστες για δουλειά μαύρες υπηρέτριες και φτωχές γυναίκες, σύνολο είκοσι, με τη δική τους θέληση βγήκαν από το κάστρο και έμειναν έξω γυμνές, πεινασμένες και ενδεείς. Οι καταραμένοι [πολιορκητές] δεν τους δέχθηκαν και επειδή το να τους πάρουν [οι πολιορκούμενοι] ξανά μέσα στο κάστρο ήταν επιβλαβές για την τάξη του τόπου και ενάντιο προς τους κανόνες του πολέμου, εκείνοι εγκαταλελειμμένοι έμειναν στη μέση και πέθαιναν ένας-δύο την ημέρα, πίνοντας το ποτήριον του μαρτυρίου.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι κάτοικοι του κάστρου, εκτός του ότι επέδειξαν ζήλο και άντεξαν την αγωνία της κατάστασης για έναν ακόμη μήνα, εκδήλωσαν υπομονή και δύναμη. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη ότι, επειδή μέρα με τη μέρα αυξανόταν η σφοδρή πείνα και επιδεινωνόταν η αδυναμία τους, πέθαιναν δέκα-δεκαπέντε άτομα τη μέρα, με τον λιμό που είχε πέσει στους κατοίκους δεν έμεινε σε κανέναν δύναμη να βγει για μάχη. Με την ελπίδα ότι τα χόρτα που φύτρωναν γύρω από το κάστρο θα μπορούσαν να τους συντηρήσουν, με χίλιες δυσκολίες και πολεμώντας με τους άπιστους μάζευε ο καθένας μία ποσότητα. Κι επειδή τα έτρωγαν μόνο βρασμένα σε νερό, η όψη τους άλλαξε και τα χαρακτηριστικά τους άλλαξαν χρώμα. Έπαψαν τελείως να περπατούν και εξαιτίας της πλήρους αδυναμίας αρρώσταιναν και πέθαιναν ξαφνικά μέσα στην αγορά και τις συνοικίες. Κάποιοι ξένοι [φτωχοί] έκαναν λοιπόν μεταξύ τους συμβούλιο και είπαν:

«Δεν είναι δυνατή η προμήθεια τροφίμων και η σφοδρή πείνα μας καταβάλλει, είναι σαφές ότι θα διαταράξει την πίστη μας. Να πάμε μια φορά να εξηγήσουμε την κατάσταση στους προκρίτους και τους αγάδες και, αν δεν βρεθεί μια λύση, δεν μπορούν να σταματήσουν διακόσιους άνδρες. Όπως και να έχει, ανοίγουμε την πύλη του κάστρου και ανακατευόμαστε με τους απίστους· τουλάχιστον να δει το μάτι μας ψωμάκι! Αν στη συνέχεια πεθάνουμε όλοι μας στα χέρια των απίστων, χάρη στην ψυχή μας κάνουμε. Άλλο μέτρο δεν θα έχει όφελος.»

Δεν είναι το Μεσολόγγι. Είναι το Ναύπλιο, και οι πολιορκούμενοι είναι οι Τούρκοι. Αφηγείται ο Γιουσούφ Μπέης, γιος του πρώην πασά του Μοριά, με ελληνίδα μητέρα (ο Φωτάκος μιλά με πολύ καλά λόγια για την αφεντιά του).

Για την ιστορία, η Έξοδος δεν έλαβε χώρα. Ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, ανταλλαγή ομήρων, και τελικά η πολιορκία λύθηκε από τον ερχομό του Δράμαλη, για να ξαναρχίσει μετά τα Δερβενάκια – η πόλη παραδόθηκε τελικά τον Δεκέμβριο.

Δεν είχαν λείψει πάντως και πιο ευτράπελα επεισόδια:

Εκείνο όμως το βράδυ ο καβάσης Ντελή Μπεκίρογλου Μουσταφάς, που ήταν στην υπηρεσία μου, υπέκυψε στο σαρκικό πάθος και την επιθυμία του: μαζί με τον γιατρό του τόπου ξελογιάστηκαν με δύο Ρωμιούς απίστους και αποφάσισαν να δραπετεύσουν εκείνη τη νύχτα. Νωρίς το πρωί βγήκαν από την Πύλη του Γιαλού, μπήκαν σε μία βάρκα και διέφυγαν στην ακτή όπου βρίσκονται οι άπιστοι και αφού δέχθηκαν να αλλάξουν θρήσκευμα, σκόρπισαν σ’ αυτόν και στον μέλλοντα κόσμο.

(Πηγή: Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών 2019, σ. 124-125, 129)

…το χάσαμε. Λίγο η καραντίνα, λίγο το τουΐτερ, ξέχασα την επέτειο αυτού του ξεχασμένου εγχειρήματος.

Σας ετοιμάζω όμως κάτι ωραίο, επετειακό!

 

ΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΑΠΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ.

Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου, Κώδ. 15, σελ. 94 – 28 Τζεμαζιουλάχιρ 1129 [8/6/1717]

Πληροφορηθείς ο Πασάς του Χάνδακος, ότι οι διδάσκαλοι των σχολείων της πόλεως και οι βοηθοί αυτών περιέρχονται αργοσχόλως ανά τας οδούς, και ότι παραμελούν την διδασκαλίαν των παίδων, απηύθυνεν έγγραφον προς τον Ιεροδίκην, εν τω οποίων λέγει, όπως καλέση ούτος πάντας ανεξαιρέτως τους διδασκάλους εις το Ιεροδικείον και συστήση εις αυτούς, όπως τηρήσουν το ακόλουθον πρόγραμμα: Την πρωΐαν οι μαθηταί θα φεύγουν εκ του σχολείου δύο ώρας προ μεσημβρίας, το απόγευμα θα πηγαίνουν εις τα σχολεία μετά την μεσημβρινήν προσευχήν και θα παραμένουν μέχρι της προσευχής του δειλινού. Αναφέρεται εισέτι εις το έγγραφον του Πασά, ότι θα γίνωνται έφοδοι εις τα σχολεία, δημοσία τε και κρυφίως, και θα τιμωρούνται οι απουσιάζοντες και μη ασχολούμενοι με την μόρφωσιν των παίδων διδάσκαλοι. Τη 28η Τζεμαζιελαχίρ 1129.

(περιληπτική μετάφραση· Νικόλαος Σταυρινίδης, Μεταφράσεις Τουρκικών Ιστορικών Εγγράφων, τ. Δ΄, Ηράκλειον 1984, αρ. 1918, σ. 14-15)

Δίπορτο

Για όσους δεν το έχουν πάρει χαμπάρι, ανοίξαμε παράρτημα και σας περιμένουμε!

 

Αν δεν κινηθούμε εγκαίρως, το τέλος του πολιτισμού μας είναι κοντά. Εντάξει, ο Κλαύδιος έδινε ρωμαϊκή υπηκοότητα σε κάποιους επαρχιώτες, τέλος πάντων, αλλά ήταν μετρημένες – και ήταν και τρελός καταπώς λένε. Τώρα αυτό το διάταγμα του Καρακάλλα τι σου λέει; Όλοι όσοι μένουν στα σύνορα και είναι ελεύθεροι, Ρωμαίοι υπήκοοι! Την ώρα που Δάκες, Γαλάτες, Πέρσες, Γερμανοί παραμονεύουν γύρω-γύρω. Καλά οι Έλληνες, πες είναι ήμεροι και με πρεστίζ· οι άλλοι; Πού θα πάει η ταυτότητά μας, οι πατρογονικοί μας θεοί, οι λάρητες και οι πενάτες, οι αγνές παρθένες Εστιάδες μας, η Σίβυλλα και οι χρησμοί της; Δεν μας έφτανε ο Μίθρας, θα έχουμε τώρα και αυτούς τους Χριστιανούς, καινούριο φρούτο. Κάπως, δεν ξέρω, πρέπει να προστατευθεί ο ρωμαϊκός τρόπος ζωής.

(Ρώμη, σκέψεις του Γάιου Πρεπόστερου, 965 από κτίσεως της πόλης [212 μ.Χ.])

(Ι, ΙΙ)

Ο ιστορικός που θα θελήσει να κατανοήσει το παρελθόν χωρίς να γίνει θύμα των μύθων, οφείλει να μάθει να το παρατηρεί σαν να ήταν παρόν. Αν θέλει να αντισταθεί στον υποκειμενισμό, πρέπει να παρατηρεί το παρόν σαν να ήταν κιόλας παρελθόν.

(Μανές Σπέρμπερ, Η καμένη βάτος, μετάφρ. Έμη Βαϊκούση, Αθήνα 2013, σελ. 159)

Πάνω από μια φορά έχω εξηγήσει τι κάνω εδώ, πάντα με λόγια άλλων. Γράφει ο Μπόρχες μιλώντας για τη μετάφραση των Χιλίων και Μιας Νυχτών από τον πολύ Ρίτσαρντ Μπέρτον:

Τα σχόλιά του είναι εγκυκλοπαιδικά και άτακτα, και το ενδιαφέρον τους είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την αναγκαιότητά τους… Στα πενήντα του, κάθε άνθρωπος έχει συσσωρεύσει μέσα του τρυφερότητες, ειρωνείες, σαρκασμούς και φαντασιώσεις: ο Μπέρτον τα ξεφορτώθηκε όλ’ αυτά με τις Σημειώσεις του.

Καταλαβαίνετε πού το πάω. Δέκα χρόνια τώρα, σα να μου φαίνεται πως ό,τι ήταν να ξεφορτωθώ το ξεφορτώθηκα. Πάλι, ποιος ξέρει; Τα πενήντα, άλλωστε, ακόμα δεν τα έχω κλείσει.