Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ή αλλιώς «η μανία με τα έιτιζ», για να παραφράσω ένα παλιό (εκείνης της εποχής δηλαδή πάνω-κάτω) αστυνομικό που έχει κάποια σχέση με αυτό που θέλω να γράψω: cui bono, ποιον ωφελεί ή τέλος πάντων τι έχουν πάθει όλοι και ασχολούνται με αυτή τη δεκαετία. Υπάρχουν  λοιπόν αυτοί που νοσταλγούν την παιδική τους ηλικία, από τη μια, η οποία (όπως συνέβη και στην περίπτωσή μου) συνέπεσε με το ’80: αν το σκεφτεί κανείς και μόνο με όρους σινεμά, η δεκαετία του ’80 νοσταλγούσε εκείνη του ’50 (βλ. π.χ. το Νικολαΐδη), εκείνη του ’90 το ’60 (Τέλος εποχήςΠέπερμιντ και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι), του 2000 το ’70 (οι αποχρωματισμένες σκηνές στη Χώρα προέλευσης), ε, τώρα ήρθε η σειρά του ’80. Κολακεύομαι να σκέφτομαι ότι το συμπέρασμα είναι πως οι σαραντάρηδες ή σαρανταφεύγα είμαστε η πιο δημιουργική ηλικία, αλλά στο θέμα μας η ουσία είναι ότι υπάρχει αυτή η νοσταλγική αναδρομή σε μια ηλικία της αθωότητας και μας αρέσει να κοιτάμε τις παλιές φωτογραφίες με τις αλάνες, τα κοντά παντελονάκια και τα ποδήλατα, τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις και τις τώρα γερασμένες θείες και θείους εν πλήρη ακμή. Να θυμόμαστε τη ντίσκο και τις βιντεοταινίες (αλλά όχι την Πλάτωνος, ούτε καν τους Κατσιμιχαίους), λες και η αθωότητα κάθε παιδικής ηλικίας έχει δεκαετία (είναι τυχαία η μανία με τα ρετρό κινούμενα σχέδια ή τις διαφημίσεις του ’80, ενώ κανείς δεν θυμάται πόσες ωραίες ταινίες προλόγιζε ο Μπακογιαννόπουλος τα Σάββατα;). Να ξεχνάμε αντίστοιχα διάφορα μη-αθώα πράγματα που ίσως θυμούνται οι μεγαλύτεροι: τι μπορεί να σήμαινε η Αθήνα του ’80, πόσο μπορεί να ήταν (έγραφα παλιά) μια εχθρική Αθήνα, γεμάτη ψυχιατρεία φυλακές και ζόμπι, γουρούνια του σαμπουάν και το τραίνο, το λένε χάπιεντ εξπρές για καμουφλάζ Όσο για την επαρχία της ίδιας εποχής, από παρόμοιες απόψεις άσε καλύτερα. (Και κανέναν (σχεδόν) δεν είδα να νοσταλγεί την μαθητική πολιτικοποίηση που εγώ θυμάμαι τόσο ευχάριστα).

Εδώ λοιπόν παρεμβαίνουν οι φωτογραφίες με τις τρυφερές πόζες σε μπαλκόνια με σημαίες του ΠΑΣΟΚ, και εδώ πάμε στη δεύτερη ομάδα που μας ζαλίζει με τη δεκαετία του ’80. Υποτίθεται λοιπόν ότι είναι η δεκαετία όπου ξεκίνησε η κατρακύλα: οι σχολιαστές αυτοί φρίττουν με τα δασύτριχα ανοιχτά πουκάμισα, τους μουστακαλήδες τσιφτετέλληνες, τα σκυλάδικα και όλα όσα σηματοδοτούν μια εποχή που αρχίσαμε να καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε. Γνωστά πράγματα, δηλαδή, που έχουμε φάει με το κουτάλι τα τελευταία χρόνια. Αυτό που ξεχνάνε τέτοιοι κατήγοροι μέσα σε κάτι σαν σουσουδισμό χωρίς καμία αθωότητα είναι δύο πράγματα: το πρώτο, ότι σε οποιοδήποτε τομέα της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής η δεκαετία του ’80 ήταν δραματικά καλύτερη από εκείνη που προηγήθηκε (προκαλώ οποιονδήποτε να αποδείξει ή έστω να υποδείξει το αντίθετο): ο Καραμανλής τους μπορεί να έπινε καφέ με τον Χατζιδάκι, μετρά όμως και δυο νεκρούς σε διαδήλωση. Και το δεύτερο, ότι οι εικόνες συλλογικού πλούτου και ανέμελης ευμάρειας που τα κακομαθημένα αυτά παιδιά ταυτίζουν με τη δεκαετία του ’80 ανήκουν, στην πραγματικότητα, στην επόμενη και μεθεπόμενη δεκαετία, στον διαβόητο εκσυγχρονισμό που μας τα έπρηξε με τους (και καλά όχι νεόπλουτους αλλά) νεοαστούς, δυναμικούς και μορφωμένους αλλά και ακομπλεξάριστους (μια και τα σπάγανε στη Βίσση και όχι στη Σακελλαρίου), και με το ευρωπαϊκό όραμα που ταυτίστηκε (για να χρησιμοποιήσω την αφελέστατη διατύπωση ενός γνωστού, ας πούμε, διανοητή) με το Σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη για ψώνια — άσχετα αν κανείς μας δεν γνώρισε αυτούς τους μυθικούς τύπους.

Συμφέρει όμως να αποδίδεις την ανέμελη ευμάρεια όχι στην εποχή της επιχειρηματικότητας, του εκσυγχρονισμού και του ευρωπαϊσμού αλλά σε εκείνη που έκανε την πλέμπα να πιστέψει ότι έχει δικαίωμα στην καλοπέραση (και λόγο στις αποφάσεις). Αν η νοσταλγική εξιδανίκευση της παιδικής ηλικίας από τους σημερινούς σαραντάρηδες έχει κάποιο άλλοθι, το κατηγορώ των πολιτισμένων μη-μου-άπτου δεν έχει κανένα. Απ’ την άλλη, τα δυο άκρα κάπως συναντιώνται, μια και το ηθικό δίδαγμα από την πτωχή πλην τιμία δεκαετία είναι τελικά ότι η Ελλάς πρέπει να παραμείνει πτωχή για να είναι τιμία. (Κάτι που ενδεχομένως ισχύει, αλλά τότε ισχύει για όλους: η πλουσία Ευρώπη έχει τόσο λερωμένη τη φωλιά της που μόνο τίμια δεν θα την πεις).

Είπα να αυτονομήσω εδώ μια μεγάλη συζήτηση που έγινε σε δύο μέρη με διαφορά πενταετίας (εδώ και εδώ), την οποία για διάφορους λόγους θεωρώ  ενδιαφέρουσα — μια και τουλάχιστον οι συμμετέχοντες φαίνεται να ενδιαφέρονται εξίσου, την παραθέτω εδώ (αφού έβγαλα κάποιες άσχετες παρεκβάσεις) ώστε να υπάρξει συνέχεια στα σχόλια. Για την οικονομία της συζήτησης (pun intended) δηλώνω ότι το κέντρο της κουβέντας καλό θα είναι να παραμείνει στο φιλοσοφικό-ανθρωπολογικό-ιστορικό πεδίο, αν και παραδείγματα (και) από το παρόν είναι φυσικά ευπρόσδεκτα. Α, να πω επίσης ότι και αυτό ίσως είναι βραδυφλεγές νήμα, τουλάχιστον από τη μεριά μου αυτό τον καιρό.

  • Ηλεφούφουτος

    Μήπως αδικούμε την οικονομία όταν μιλάμε για «οικονομοκρατία»; Επειδή οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι όσα γίνονται επιβάλλονται από την οικονομία (όπως οι πατεράδες τους έλεγαν ότι το θέλει η πατρίς, ο Θεός κλπ.) δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τους πιστεύουμε.

  • Cadmian

    Ο Ηλεφούφουτος έχει δίκιο, η οικονομοκρατία στη βάση της δεν έχει να κάνει με την οικονομία, αλλά με τη θεολογία και την θρησκειοποίηση των αγορών. Σαν την νεοφιλελευθεροποίηση της βιολογίας και της γενετικής ένα πράγμα.

  • Μπουκανιέρος

    Ωραία τα λες, Cadmian, πού ήσουνα τόσο καιρό;
    Με μια μικρή αντίρρηση στην πρώτη φράση (επομένως και στον Ηλεφού): η λογική της «οικονομίας» ήταν πάντα η οικονομοκρατία. Εξηγούμαι: Διαβάστε τη συνέχεια »

Μου προξενεί πάντα (πια) μια ορισμένη εντύπωση πόσο επίκαιρος θεωρείται ο Ντεμπόρ και οι συν αυτώ σιτουασιονιστές ή αν προτιμάτε καταστασιακοί. Όσοι τους διαβάσαμε στα νιάτα μας είχαμε το τοτινό πλεονέκτημα να κολλήσουμε μια σνομπ υπεροψία απέναντι στους φτωχούς συμφοιτητές-μελλοντικά στελέχη, που συχνά αντιστάθμιζε το ότι για παράδειγμα βαρεθήκαμε να μελετήσουμε τον Αλτουσέρ· όσοι τους συνάντησαν μεγάλοι προτίμησαν τον ηδονιστή Βανεγκέμ, που προσφέρεται για αγροτουριστική αμπελοφιλοσοφία (έχω στο νου μου γνωστό αρθρογράφο της παλιάς Ελευθεροτυπίας, ας πούμε) και που έμεινε στην ιστορία επειδή έφυγε για τις προγραμματισμένες διακοπές του πάνω που ξεκινούσε ο Μάης του ’68, τον οποίο οι σύντροφοί του αρέσκονταν να τονίζουν ότι προκάλεσαν· άλλοι που διάβασαν τον Ντεμπόρ σε παλιότερα νιάτα χαίρονται να τον περιφέρουν σαν δείγμα του ότι ο πραγματικός επαναστάτης αρκεί, όπως εκείνοι, να πίνει με παρέα μέχρι το ξημέρωμα. Είναι αρκετά ειρωνικό –αλλά, ίσως, και ενδεικτικό– ότι σήμερα κυκλοφορεί σε πολυτελείς αν και φτηνές εκδόσεις (Σημειώσεις πάνω στο πόκερ) και σε άρθρα της Λάιφο (όπου μάλιστα διαβάζουμε ότι πλήρωσε τις ιδέες του με τη ζωή του, κάτι που αν μη τι άλλο χρειάζεται κάποια επεξήγηση). Δεν ξέρω αν αυτό είναι πιο ειρωνικό ή το ότι του κάνει αφιέρωμα η Αυγή των ημερών — αν και θα ήθελα να υποψιαστώ έναν αυτοσαρκασμό εκ μέρους του Κοροπούλη (του οποίου παρεμπιπτόντως η αρκετά αποστασιοποιημένη από τον τρέχοντα θαυμασμό εισαγωγή αποτελεί και μια ωραία βιβλιογραφική επισκόπηση, όπως θα λέγαμε).

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια – ή θέαμα, αν προτιμάτε. Η μικρή αυτή εισαγωγή μας φέρνει στο κείμενο που ακολουθεί, γραμμένο από τον παλιό και αγαπημένο φίλο Μπουκανιέρο, που επιτέλους ψήθηκε να το προσφέρει στο φιλόξενο αυτό ιστολόγιο. Η εποχή προσφέρεται για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, και χαίρομαι που μέσω του Μπουκάν ξεκαθαρίζω και κάποιους δικούς μου. Και, μια και αισθάνομαι αρκετά αποκομμένος από τον κόσμο αυτό τον καιρό, αναρωτιέμαι με περιέργεια αν η κριτική πρόκειται να ξυπνήσει παλιά πάθη ή θα περάσει απαρατήρητη πέρα από τις συγκαταβατικές παρατηρήσεις των γνωστών και μη εξαιρετέων φίλων εδώ.

Το αληθινό σχίσμα

Η Ακαταστασία

Δώδεκα ύστερες θέσεις για την απουσία κατασκευής καταστάσεων

Α.  Ακαταστασία, αλλά και ανημποριά

1

Αναδρομικά, προκαλεί εντύπωση η αντίφαση ανάμεσα στις διακηρυγμένες φιλόδοξες βλέψεις των ομάδων που εμπνέονταν από καταστασιακές ιδέες και την ελάχιστη επιρροή τους στον περίγυρό τους, ευρύτερο ή και άμεσο. Υπήρχαν βέβαια και εξωγενείς παράγοντες γι’ αυτό, δημιουργείται όμως η υποψία ότι και η υπέρμετρη φιλοδοξία, με την αυτάρεσκη σιγουριά που τη συνόδευε, έχουν κάποια ευθύνη γι’ αυτή την αποτυχία. Ήταν σάμπως κάποιο ισχυρό ναρκωτικό που προκαλούσε φαντασιώσεις μεγαλείου ενώ την ίδια στιγμή καταδίκαζε σε ανημποριά. Η συνηθισμένη παρηγοριά, ότι αυτές οι ιδέες που εκφράζονταν εδώ σε συνεκτική μορφή βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς, διάχυτα και αορίστως, «μέσα σ’ όλα τα κεφάλια» μπορεί κι αυτή να αποδειχτεί ότι λειτουργούσε σαν μπούμερανγκ.

2

Γιατί η αδυναμία αυτή φαίνεται ότι απλώνονταν σε κύματα. Όχι προς «όλα τα κεφάλια», αφού τα περισσότερα αγνοούσαν την πηγή της και η παθητικότητά τους οργανώνονταν με άλλους τρόπους, αλλά προς μια μικρή αλλά ίσως κρίσιμη μειοψηφία που διατηρούσε τις ανησυχίες της. Το μικρό αυτό κοινό, αν τυχόν έπαιρνε στα σοβαρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, έμενε παράλυτο ανάμεσα στην απορία και το θαυμασμό: μα πώς μπορεί να είναι αυτοί οι τύποι τόσο ωραίοι, έξυπνοι και σίγουροι; Μα πώς ζουν; Οι τολμηροί (ή οι τυχεροί) που τους πλησίαζαν διαπίστωναν τη διάσταση λόγων-έργων. Οι περισσότεροι έμεναν στο στάδιο ενός απόμακρου σεβασμού που τους στερούσε τη δυνατότητα να κάνουν κάτι μόνοι τους (ήταν αδύνατο να κάνουν κάτι τόσο καλό…). Υπήρχαν άλλωστε έτοιμα κουτάκια και οποιαδήποτε μορφή δράσης, αν υπήρχε λόγος, μπορούσε να βρει αυτόματα τον κατάλληλο χλευασμό. Οι Μυημένοι μπορεί να ονόμαζαν «φιλο-σιτού» εκείνους τους ελάχιστους που τους επιδοκίμαζαν ή που έστω ασχολούνταν μαζί τους, αν τυχόν ενοχλούσαν την ιδιόμορφή τους μακαριότητα, κι αν είχαν αρκετό θράσος κι αρκετή μεγαλομανία μπορεί να έστηναν κι ολόκληρη κοινωνιολογική ανάλυση πάνω τους, προεκτείνοντας αυθαίρετα τα όχι και τόσο στέρεα συμπεράσματά τους.

3

Δεν κρατούσαν και πολύ αυτές οι προσπάθειες. Κατά κάποιο τρόπο, η αδυναμία αντανακλούσε πάνω στο κάτοπτρο του μικρού κοινού κι επέστρεφε στην πηγή της, θολώνοντας την εικόνα στο μαγικό καθρέφτη του ναρκισσισμού. Βούλιαζαν στην πλήξη τους – και χωρίς να κολλήσουμε στην περιπτωσιολογία, τα περισσότερα μέλη τους κατάληξαν λίγο-πολύ στην παραίτηση ή στην απομακρυσμένη ενατένιση του σοφού βετεράνου, συχνά στην απλή απόσυρση ή στην εκτροπή σε πνευματιστικούς κύκλους και ότι-νάναι. Η αποτυχία τους δεν είχε τίποτα το ηρωικό, δεν θύμιζε σε τίποτα τη ρομαντική (βικτωριανή αλλά και χολιγουντιανή) έφοδο της Ελαφράς Ταξιαρχίας.

4

Όχι ότι εκείνα τα χρόνια ήταν γαλήνια. Μάχες δόθηκαν, αλλά κάτω από άλλες σημαίες και με άλλα όπλα. Οι ήττες τους δεν είναι καταστασιακή κληρονομιά.

Τελικά, δεν είναι εύκολο πράγμα το να ηττηθεί κανείς. Θέλω να πω, για να ηττηθεί πρέπει να πολεμήσει, η ήττα προϋποθέτει τη μάχη, άρα και την πιθανότητα, οσοδήποτε μικρή, μιας νίκης, ακόμα κι αν πρόκειται για έφοδο στον ουρανό.

Χρειάζεται να σου δώσει τη σχετική σημασία ο αντίπαλος. Γι’ αυτό, δεν αρκεί π.χ. να καθίσεις σε μια απόμακρη βουνοκορφή και να βγάζεις εμπρηστικούς λόγους. Στην περίπτωση αυτή, ο εχθρός θα μπορούσε π.χ. πρώτα να οργανώσει ακόμα καλύτερα την απομόνωσή σου (όσο ανησυχεί, λόγω της ρητορικής σου, ότι μπορεί να είσαι επικίνδυνος) και στη συνέχεια να σε μετατρέψει σε θέαμα, με τη χυδαία έννοια, δηλ. να κόβει εισιτήρια (όταν βεβαιωθεί ότι δεν είσαι). Και μάλλον αυτό έκανε.

5

Με αυτό δεν θέλω να πω ότι πρέπει να βάζουμε μετριοπαθείς και προσγειωμένους στόχους, ούτε να υποστηρίξω κάποιου είδους ρεφορμισμό κλπ. Δεν θέλω να αρνηθώ την παλιά ταχτική του γέρο-τυφλοπόντικα, μόνο να πω ότι εκείνος δεν φωνάζει – και κυρίως προσέχει να μη σκάβει προς λάθος κατεύθυνση.

6

Αυτά ίσχυσαν ακόμα και για όσους είχαν από νωρίς διαχωρίσει τη θέση τους από το ντεμπορισμό και είχαν ασκήσει κριτική στο ναρκισσισμό του. Ανήκαν δηλ. κι αυτοί ως ένα σημείο στην παράδοση της IS και στη μηχανική αντιγραφή που γεννούσε ο θαυμασμός. Ο συγγραφέας τούτων των αράδων δεν θέλει να βγάλει την ουρά του απέξω – αποδέχεται το ποσοστό που του αναλογεί σαν στόχος αυτής της κριτικής.

7

Όταν βλέπουμε σήμερα κάποια ιστοσελίδα με τα συνηθισμένα παραφερνάλια (νοσταλγικές φωτογραφίες, ηρωικές δηλώσεις, σπανιότερα κάποιον έξυπνο σαρκασμό), είμαστε λίγο-πολύ σίγουροι ότι η υπόθεση έχει, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς εικαστικό ενδιαφέρον – και σίγουρα κανένα διανοητικό, θεωρητικό, πραχτικό ή πολιτικό ενδιαφέρον.

Β. Ντεμπορισμός, αλλά και αριστοκρατισμός

8

Ασφαλώς η εμπειρία της IS δεν είναι για πέταμα κι ασφαλώς υπήρξαν κέρδη και διδάγματα κοκ. Όμως δεν είναι εδώ ο χώρος που θα μιλήσω γι’ αυτά. Επειδή, παραδόξως (ή μήπως όχι;), όσοι δηλώνουν το θαυμασμό τους για τους καταστασιακούς αναφέρονται συνήθως στον κλασικό ντεμπορισμό, όχι στην ιστορία της IS γενικά αλλά στην εκ των υστέρων ερμηνεία της, έτσι όπως παρουσιάζεται στο Αληθινό σχίσμα. Εκεί, όπως θα θυμάστε, το φυλλορρόημα της IS παρουσιάζεται σαν στρατηγικά αποφασισμένη διάλυση – ή τουλάχιστον αυτό το νόημα έδωσε στη συνέχεια η αυθεντία. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί και τώρα θα αναλάβαιναν δράση οι μάζες, ενώ το κέντρο θα γινόταν αόρατο. Ποτέ δεν μάθαμε τι ακριβώς συνέβη στον κόσμο (κατά τη γνώμη του Στρατηγού) ανάμεσα στη στιγμή αυτή και στα Σχόλια – και είναι κρίμα αφού πιστεύεται ότι ο Στρατηγός έχει ταυτόχρονα δίκιο και στις δυο αυτές, εντελώς αντιφατικές, στιγμές.

9

Με αφορμή τα Σχόλια και τον Γκύντερ Άντερς… Το θέμα δεν είναι η «λογοκλοπή», ασφαλώς τιμημένη πρακτική όταν δηλώνεται ή έστω δεν κρύβεται συστηματικά – καθώς συχνά ανοίγει δρόμους, προσφέρει απρόσμενες διασυνδέσεις, γεννάει νέες ιδέες κλπ. Όταν όμως συμβαίνει το αντίθετο, και μάλιστα με ιδιαίτερα κακόπιστο τρόπο που περιλαμβάνει «αποκεφαλισμό του αγγελιοφόρου» (εννοώ τον άτυχο οπαδό που υπέδειξε τη συγγένεια), μπορούμε να θυμηθούμε και παλιότερες απροθυμίες στην αναγνώριση διανοητικών χρεών (Λεφέβρ, Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, Φρανκφούρτη), όπου συχνά ακολουθούσε ο εξευτελισμός της πηγής. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο της γόνιμης διασύνδεσης: δηλ. η δημιουργία μιας νεκρής ζώνης γύρω από την Τελειοποιημένη Θεωρία, μια έρημος που επέτρεπε ή και επέβαλλε τον ενατενιστικό θαυμασμό – και μοιάζει να ήταν σκόπιμο.

10

Ο κλασικός ντεμπορισμός παραμένει σαφώς μέσα στα όρια του μαρξισμού, και μάλιστα ενός αρκετά ορθόδοξου μαρξισμού, ακόμα και χωρίς να λογαριάσουμε τον εργατισμό του. Πράγματι, δεν αμφισβητεί ολόκληρο το ιστορικό σχήμα του ορθόδοξου μαρξισμού, τη «φιλοσοφία της ιστορίας» του ούτε την σε τελική ανάλυση κυριαρχία της οικονομίας. Μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται στο ίδιο σημείο με τις ποικίλες τροτσκιστικές ή νεοτροτσκιστικές εκδοχές του μαρξισμού, όπου η σπουδαιότερη καινοτομία θα ήταν κάποια νέα άποψη για τη φύση του σοβιετικού κράτους. Με μια κουβέντα, ο ντεμπορισμός είναι μαρξισμός. Εντούτοις, ο ντεμπορισμός επέμενε να δηλώνει (ηχηρά κάποτε) ότι βρίσκεται πέρα ή έξω από τον μαρξισμό. Το παράδοξο είναι ότι άλλα ρεύματα σκέψης, τα οποία δήλωναν μαρξιστικά, είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερο στην αμφισβήτηση των κλασικών ιστορικών σχημάτων του μαρξισμού. Αυτό όμως δεν ήταν ορατό ή δεν έγινε κατανοητό (άλλοτε από απλή άγνοια κι άλλοτε από εξεζητημένη τύφλωση) στους λεγόμενους καταστασιακούς κύκλους.

11

Όσο για τον ίδιο τον Ντεμπόρ, κακογέρασε μέσα σ’ ένα κάπως αστείο αυτοθαυμασμό, ανάμεσα σε νοσταλγικές κι απολογητικές εξιστορήσεις ενός ένδοξου παρελθόντος και σε μια μόνιμη εξάρτηση από τον καθρέφτη, αντισταθμίζοντας όλ’ αυτά καθώς και την έλλειψη νέων ιδεών με το μοναδικό ταλέντο που του απέμενε: τις επιδείξεις υψηλού ύφους. Διόλου περίεργο που τοποθετήθηκε, μετά θάνατον, ανάμεσα στους αναγνωρισμένους κλασικούς της γαλλικής γλώσσας, ούτε ότι κέρδισε την όψιμη εκτίμηση των εστέτ. Ας μην ξεχνάμε και τις επιδείξεις του παλιάς-καλής υψηλής αστικής κουλτούρας, διανθισμένες με αγαπημένα παραθέματα από λεπτεπίλεπτους κι αυτάρεσκους αυλικούς μέχρι τον ξεπεσμένο αριστοκράτη Τοκβίλ (που, από ειρωνεία, αναγορευόταν την ίδια στιγμή σε έμβλημα και λάβαρο του παλιού-και-νέου φιλελευθερισμού). Κι ακόμα χειρότερα, αφού άφησε την ελιτίστική του τάση να εξελιχθεί σε κοινότοπο και πλαδαρό συντηρητισμό, καταλήγοντας όπως οποιοσδήποτε γέρο-γκρινιάρης να κοροϊδεύει τους σύγχρονους Γάλλους ότι δεν μιλάνε σωστά τη γλώσσα τους («Γαλλικά είναι αυτά που μιλάνε οι σημερινοί αναλφάβητοι;») ή σε πιο εξεζητημένο στιλ ότι δεν αναγνωρίζουν τον οχτασύλλαβο στίχο του Βιγιόν, ή πάλι να δηλώνει την ενόχλησή του για τα «ζωηρά χρώματα κόμιξ» που πήρε η οροφή της Καπέλα Σιστίνα μετά τον καθαρισμό της από τους συντηρητές. Ο ίδιος προτιμούσε τη μουντή σκοτεινιά που είχε συνηθίσει, τη σεβάσμια βρωμιά των αιώνων.

Γ. Φιλολογικές ακαταστασίες

12

Ένα τελευταίο σχόλιο γύρω από την απόδοση «καταστασιακός». Είχε φανεί πολύ πετυχημένη, την εποχή της επινόησής της, ξεφεύγοντας ή ξεπερνώντας τις έως τότε αποδόσεις, «σιτουασιονιστές» ή «σιτυασιονιστές», καθώς και τη διατήρηση του λατινόγραφου «situationnistes». Οι χάρες της, ότι έμενε μακριά από τους -ισμους, ότι υπογράμμιζε ακόμα περισσότερο την έννοια της κατάστασης, αποδείχτηκαν ωστόσο, με τον καιρό, δίκοπο μαχαίρι – ενώ και οι γλωσσικές εξελίξεις, π.χ. με τη διάδοση του όρου situationnel / situational σε διάφορα πεδία και σε ποικίλα συμφραζόμενα, δημιούργησαν πρόσθετη σύγχυση.

Οι γλωσσικές ετικέτες, κοντολογίς, δεν εξασφαλίζουν τίποτα, μπορούν μάλιστα να συνεισφέρουν στην ψευδαίσθηση μιας τέτοιας εξασφάλισης, ενώ τα «γλωσσολογικά» επιχειρήματα μπορούν συνήθως να χρησιμοποιηθούν και προς την μία και προς την άλλη κατεύθυνση.

 

Μπουκανιέρος

(Καλυφτάκι, 21 προς 22 του Μάρτη 2016)

 

* Η τελευταία, δωδέκατη θέση περιείχε αρχικά μια πιο φιλόδοξη αλλά τελικά εντελώς λανθασμένη τοποθέτηση. Πείστηκα γι’ αυτό και την τροποποίησα ριζικά μετά από συζήτηση με αγαπητό φίλο, που γνωρίζει άλλωστε το θέμα πολύ καλύτερα από μένα.

 

Το πιο αστείο γεγονός των ημερών, είναι όλοι αυτοί που μας έχουν φάει τα αυτιά δεκαετίες τώρα για την Τέλεια Βρετανία και τώρα ανακαλύπτουν ότι δεν έχει μόνο Οξφόρδες και Σίτι, να, έχει κι αυτή λαουτζίκο που πλανήθηκε από τους λαϊκιστές. Κυκλοφορεί αρκετά αυτό το βιντεάκι, όπου ένας ψηφοφόρος του βρέξιτ εμφανίζεται μετανοημένος: «Δεν περίμενα ότι θα μετρούσε και πολύ η ψήφος μου, φανταζόμουν ότι θα κέρδιζε η Παραμονή… Νομίζω ότι η οικονομική αβεβαιότητα θα μεγεθυνθεί τους επόμενους μήνες, και πραγματικά ανησυχώ πολύ!»

Τα σχόλια που έχω δει είναι τα αναμενόμενα: λαϊκισμός και πού οδηγεί, έπαινος της ειλικρίνειας και της συναίσθησης της κατάστασης, δικαίωση όσων βλέπουν ότι η πολλή δημοκρατία βλάπτει και ότι οι φτωχοί ψηφίζουν λάθος, ότι δημοψηφίσματα θέλουμε μόνο στη Λατινική Αμερική… Δεν είδα κανέναν να σχολιάζει το εξής:

Ο άνθρωπος δεν περίμενε ότι θα μετρούσε η ψήφος του γιατί προφανώς δεν του είχε συμβεί ποτέ.

Εν τέλει, άλλωστε, ποιος αμφιβάλλει ότι το βρετανικό δημοψήφισμα θα είναι το τελικό βήμα προς την παγίωση αυτού του γεγονότος; Μ’ άλλα λόγια, του να μην μετράει ποτέ η ψήφος;

Με τον παραπάνω βαρύγδουπο τίτλο θέλω απλώς να κάνω αυτό που λέμε ρεμπλόγκιν. Σε ένα από τα λημέρια του Δύτη θα ήταν κανονικά η θέση του, αλλά στο συγκεκριμένο λημέρι έχουμε μείνει τρεις κι ο κούκος να επανερχόμαστε συνέχεια στα ίδια και στα ίδια χωρίς ελπίδα συμφωνίας και να πρήζουμε αλλήλους με τις ίδιες και ίδιες γνωστές γνώμες· αποτέλεσμα, όπως το βλέπω, ασυνεννοησία, τονισμός της λεπτομέρειας σε βαθμό καλοπροαίρετης κακοπιστίας (ας μην παρεξηγηθώ) και πλήρης έλλειψη νοήματος. Εν ολίγοις, διάβασα πρόσφατα φίλους και φίλες να έχουν ενδιαφέροντα πράγματα να πουν σχετικά με αυτά, τα ίδια και τα ίδια τα έρμα: την αποικιοκρατία, τη διαμόρφωση του δυτικού καπιταλισμού, πράγματα που εμένα ξέρετε όλοι πως με ενδιαφέρουν (ενώ μπορεί να μην ενδιαφέρουν άλλους). Οπότε προτιμώ να τα διαφημίσω από δω, πόσο μάλλον που δεν έχω κάτι ενδιαφέρον να πω από μόνος μου αυτό τον καιρό.

Λοιπόν, σημερινό: Τέταρτος Κόσμος, Σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας γυναίκες

(Και δυο παλιότερα):

Σύνδεση με Κάιρο, Η σύγχρονη αναπαραγωγή του ιστορικού ρατσισμού

Τέταρτος Κόσμος, Μαράνοι, Μαρόν και μπλε μαρέν

Αν θέλετε, το βλέπετε σαν διαφήμιση· ίσως και σαν μια προσωπική σημείωση. Θα βάζω στα σχόλια και άλλα σχετικά άμα βρίσκω. Καλή ανάγνωση!

Να τι διαβάζουμε σε μια αναφορά του υπουργού του Δικαίου Ιωάννη Θεοτόκη προς το Εκτελεστικό σώμα, γραμμένη στο Ναύπλιο στις 2 Οκτωμβρίου 1824:

Κάποιος Μεχμέτ δερβίς εφέντης, καταγόμενος εκ μιας των εν Τριπολιτζά οικογενειών, ανήρ έμπειρος εις την οθωμανικήν γλώσσαν, και επομένως από τους κατά πολλά χρησίμους και αναγκαίους εις το υπουργείον τούτο, δια τα καθημέραν παρεμπίπτοντα έγγραφα, τεμεσούκια και χοτζέτια. Ευχαριστείται να προσκοληθή εις το υπουργείον με εκατόν γρόσια μηνιαίον προς εξοικονόμησιν της οικογενείας του.

Περιττόν το υπουργείον να τον συστήση ήδη προς την Διοίκησιν, ως άνθρωπον καίτοι τούρκον όντα, φιλέλληνα όμως και φιλόκαλον, ως πολλάκις το απέδειξεν ο ίδιος πραγματικώς.

Εμφανίζεται και σ’ άλλα έγγραφα αυτός ο φιλέλληνας και φιλόκαλος Τούρκος. Τα ελληνικά του, βέβαια, δεν ήταν τόσο καλά όσο (υποθέτουμε) τα οθωμανικά του. Γράφει τον Απρίλιο του 1825:

Προς το σηβαστόν εκτελεστικόν σώμα

αφού αποφάσισα να αποθάνο εις τηγήν εις στην οπίαν εγενίθιν να δουλέψο τιν ελινικιν διοίκησιν εις ότι δήνομεν με σταθερότιτα και επιμέλιαν κατίντισα να ηστεριθό όλα τα μέσα τα οποία δήναντε να μου φιλάξουν ειςτινιγίαν και τιν επιμέλιαν του να εκπλιρό το χρέος, εις στο οπίον ήμε διορισμένος το να εξιγίσο τα μέσα, οπου μου λίπουν είνε περιτόν διότι η σεβαστί διοίκησις τα γνορίζι βλέπει ότι ήμε γυμνός ηξεύρι ότι ηστερούμε τον καθιμερινόν έξοδόν μου…

δούλος σας δερβής μεχμέτ εφένδης

Τα ελληνικά του δερβίση είχαν πάντως βελτιωθεί μέχρι τον Φλεβάρη του ’28, οπότε γράφει προς τον Καποδίστρια ότι η μετά των Ελλήνων σχέσις μου μεταξύ του τοσαετούς διαστήματος της διαγωγής μου εστάθη ανεπίληπτος ως προς τας οθωμανικάς προλήψεις… η πείρα με απέδειξε πρόθυμον εις το να συμπάσχω, και να συνδυστυχώ μετά των ελευθέρων Ελλήνων, προτιμήσας την ελευθέραν ζωήν μάλλον, ή την μετ’ ευκλείας υπόζυγον μετά των ομοφύλων μου διαγωγήν… τούτο μετηρχόμην ουχί ως προδίδων το ομογενές μου, αλλ’ ως ζηλωτής υπέρμαχος της ελευθερίας εξ υπαρχής.

Παράξενη περίπτωση· δεν είναι ο μόνος, ωστόσο: τα αρχεία της Επανάστασης έχουν και διάφορους άλλους αυτόμολους. Ένας Χουσεΐν Βελή από την Πέργαμο, βεβαρυμένος από την ακαταστασίαν του στρατιωτικού μας ήλθε αυτόμολος στην επαναστατημένη επικράτεια αλλά τον λήστεψε ο φύλακας στο πέραμα της Σαλαμίνας, και ζητά άδεια να πάει στη Σύρα να δουλέψει βυρσοδέψης ή στην καπνοσυρειγγοποιΐαν. Μαζί του και άλλοι έχουν αυτομολήσει κατά την πολιορκία της Αθήνας: άντε βρες άκρη για τους πραγματικούς λόγους, που μάλλον δεν θα ήταν τα ιδεώδη του Ντερβίς Εφέντη. Όμως τι να πεις για τον Εμίν Ισμαήλ ογλού, ο οποίος δηλώνει ότι όντας μουσουλμάνος θεσσαλονικεύς μη υποφέρων την τυραννίαν, αποφάσισα να ζητήσω μίαν ευνομουμένην διοίκησιν, οποίαν χαίρει η Ελλάς Σήμερον [1828] διό και καβαλικεύσας το μικρόν μου πλοιάριον ψαράδικον εμίσευσα από την θεσσαλονίκην δια τα παράλια του ολύμπου; Ένας άλλος πάντως, ο Σεΐζης, οθωμανός τη θρησκεία και έλλην τη πατρίδι και τω φρονήματι επικαλείται και του αειμνήστου αρχηγού καραϊσκάκη το στρατόπεδον για τις εκδουλεύσεις του. Ο δε Βρεμπής Καλαβρυτινός (Βεχμπής, υποψιάζομαι) δεν θέλησε να αφήσει την γεναιθλίαν γην μας αλλά έτρεξε εις τα στρατόπεδα, εναντίον των ομοθρήσκων [τ]ου (κηδόμενος μάλλον του εθνισμού παρά της διαφοράς της θρησκείας) παρακολουθήσας τον αείμνηστον στρατηγόν αθανάσιον μπότζαρην ντούσιαν. Λέει αργότερα ο ίδιος: το πώς είμεθα τούρκη ναι μεν αμή πρέπει να είσται βέβαιοι δεν εφρονούσαμεν τουρκικά αλλά εφρονούσαμεν και φρονούμεν τόσον ελληνηκά όστε από καθε έλληνα καλήτερα και μαχόμεθα εναντίαν της θρησκείας μας. Οι πιο πολλοί, πράγματι, είναι ντόπιοι που επιλέγουν τον τόπο και όχι την θρησκεία: όπως ένας Οσμάν Τζερετόπουλος, του οποίου ο γιος φυλάττων την προπατορικήν του θρησκείαν, ηγωνίσθη μετά των Ελλήνων, καθ’ όλον το διάστημα της ελλ. επαναστάσεως διατελών εισέτι εις την φρουράν της επιτροπείας (γράφει ο έκτακτος επίτροπος Ανατολικής Ελλάδας Κ. Μεταξάς, το 1831).

Και αν νομίζουμε ότι πρόκειται μόνο για μεμονωμένες περιπτώσεις αυτομόλων, να και ένα κατάστιχο με την οθωμανική εκατονταρχία του Μουστάφα διατελούσα παρά χιλιάρχω νικολάω Κριεζώτη, εν έτει 1828 πάλι. Βλέπει κανείς στον κατάλογο ανάκατα τον Μουστάφα Γκέκα (45 ετών, εκατόνταρχο), τον Γεώργη Μυτιληναίο, τον Βεΐζη Αράπη (Αλβανό, 27 ετών), τον Σουλεϋμάν Γκέκα και τον αλβανό τζαφάρη, τον Μεχμέτη από το Αϊβαλί και τον Μήτρο Καλόγερο (από τον Εύρυπο), τον Παναγιώτη απ’ τη Θήβα και τον Μεχμέτη από την Τριπολιτζά. Είναι παράξενο ότι δεν μοιάζει να ξέρουμε τίποτα άλλο για αυτή την «Οθωμανική εκατονταρχία» πέρα από το συγκεκριμένο έγγραφο! Παρομοίως, την ίδια χρονιά, οι υποφαινόμενοι οθωμανοί Αχμέτης Λοφτζαλής, Αχμέτης Βιδηνλής και Ισμαήλ Ανδριανοπολίτης αναφέρουν ότι αφ’ ου καιρού εσύστησεν ο Κ. Αθανάσης Παπάζογλους το πρώτον ιππικόν εμβήκαμεν υπό την οδηγίαν του.

Πολλά μπορεί να σχολιάσει κανείς, από τη σύγχυση εθνικού-θρησκευτικού στην ορολογία μέχρι τα κίνητρα και το ποιον των αυτόμολων, και από το τι θεωρούσαν οι επαναστάτες ιθαγένεια μέχρι το πόση σημασία είχε και η πολιτειακή μεταβολή με την Επανάσταση· δείτε και τη βιβλιογραφία από κάτω. Αντίθετα με εμένα όμως, ο Δύτης δεν καμώνεται τον ιστορικό. Ασφαλώς πολλά από όσα διαβάζουμε είναι τυπικές φόρμουλες, κάποια όμως μοιάζουν ειλικρινής έκφραση πίστης. Και γιατί όχι; Ο οθωμανός ιστορικός της εποχής, ο Σανιζαντέ —τον θυμάστε;– γράφει πως λίγο πριν τον Μάρτη του ’21 κάποιος καθολικός Αρμένιος είχε πει σε ένα μουσουλμάνο φίλο του ότι η επερχόμενη χριστιανική επανάσταση θα γίνει «για να είμαστε κι εσείς κι εμείς ελεύθεροι και ίσοι· και θάναι καλύτερα για όλους».

Ναι, ξέρουμε ότι τελικά δεν ήταν πάντα καλύτερα για όλους. Αλλά, δεν θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρόθεση;

Βασική πηγή: Spyros D. Loucatos, «Les arabes et les turcs philhellènes pendant l’insurrection pour l’indépendance de la Grèce«, Balkan Studies 1980, σελ. 233-273. Υπάρχει και προγενέστερη ελληνική βερσιόν: Σπυρ. Λουκάτος, «Τουρκο-αλβανικού φιλελληνισμού εράνισμα κατά την ελληνικήν Εθνεγερσίαν», Αθηνά, τ. ΟΓ΄-ΟΔ΄ (1972-1973), σ. 43-63. Και ένα-δυο άλλα κείμενα, όπως του Παναγιώτη Στάθη για τους Mουσουλμάνους στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, (και άλλο ένα εδώ), του Κώστα Καψάλη για τρεις οθωμανούς αγωνιστές από το Λιδωρίκι, και μερικά ακόμα, που όλα σχεδόν βασίζονται στο άρθρο του Λουκάτου. Για τον Σανιζαντέ: Z. Yılmazer επιμ., Şâni-zâde Mehmed ‘Atâ’ullah Efendi: Şânî-zâde târîhi [Osmanlı tarihi (1223-1237 / 1808-1821)], Κων/πολη 2008, σελ. 1065.

Πιστέψτε το ή όχι, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο Δύτης κλείνει σήμερα εφτά χρόνια ζωής. Κάπως να το γιορτάσουμε, είπα, μη γράψεις πάλι τα ίδια, πάλι ότι είμαστε στο ρελαντί αλλά εδώ, ευχές και τα λοιπά, έξι φορές μέχρι τώρα βαρέθηκε ο κόσμος. Και μετά σκέφτηκα ότι στο ξεκίνημά του ο Δύτης είχε βάλει σκοπό να κοινοποιήσει τα μικρά περίεργα των αγαπημένων του Οθωμανών: να όμως που ο έβδομος χρόνος πέρασε χωρίς ούτε ένα από αυτά τα minima orientalia. Ε, ιδού λοιπόν κάτι που βρήκα πρόσφατα:

Η ιστορία αρχίζει σα μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν, διότι ο Γκότφριντ Χάγκεν, ερευνητής που εξέταζε το αυτόγραφο κείμενο του Τζιχαν-νουμά, «καθρέφτη του κόσμου» ή αλλιώς της παγκόσμιας γεωγραφίας του σπουδαίου Κιατίπ Τσελεμπή, βρήκε ανάμεσα στα φύλλα του χειρογράφου ένα χαρτί. Εντάξει, δεν είχε τον κώδικα του Άρνε Σάκνουσεμ, είχε όμως κάτι άλλο: από τη μια μεριά, ένα πρόχειρο σκίτσο της λίμνης Αχρίδας, με την ομώνυμη πόλη, το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα και τις άλλες γύρω πόλεις. Το χάρτη συνόδευε ένα δίστιχο κάποιου ποιητή της Αχρίδας, του Αμπντουλαζίζ Τσελεμπή:

Τα δώρα της Αχρίδας είναι τρία, όπως έχουν πει άνθρωποι με γούστο

Η λίμνη, ένα, τα ψάρια, δύο, και τρία τα διάφορά της φρούτα.

800px-oxrida

Αυτά στο πίσω μέρος. Το χαρτί είχε χρησιμοποιηθεί σαν πρόχειρο, διότι από την άλλη πλευρά Διαβάστε τη συνέχεια »