Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

(Ι, ΙΙ)

Ο ιστορικός που θα θελήσει να κατανοήσει το παρελθόν χωρίς να γίνει θύμα των μύθων, οφείλει να μάθει να το παρατηρεί σαν να ήταν παρόν. Αν θέλει να αντισταθεί στον υποκειμενισμό, πρέπει να παρατηρεί το παρόν σαν να ήταν κιόλας παρελθόν.

(Μανές Σπέρμπερ, Η καμένη βάτος, μετάφρ. Έμη Βαϊκούση, Αθήνα 2013, σελ. 159)

Advertisements

Πάνω από μια φορά έχω εξηγήσει τι κάνω εδώ, πάντα με λόγια άλλων. Γράφει ο Μπόρχες μιλώντας για τη μετάφραση των Χιλίων και Μιας Νυχτών από τον πολύ Ρίτσαρντ Μπέρτον:

Τα σχόλιά του είναι εγκυκλοπαιδικά και άτακτα, και το ενδιαφέρον τους είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την αναγκαιότητά τους… Στα πενήντα του, κάθε άνθρωπος έχει συσσωρεύσει μέσα του τρυφερότητες, ειρωνείες, σαρκασμούς και φαντασιώσεις: ο Μπέρτον τα ξεφορτώθηκε όλ’ αυτά με τις Σημειώσεις του.

Καταλαβαίνετε πού το πάω. Δέκα χρόνια τώρα, σα να μου φαίνεται πως ό,τι ήταν να ξεφορτωθώ το ξεφορτώθηκα. Πάλι, ποιος ξέρει; Τα πενήντα, άλλωστε, ακόμα δεν τα έχω κλείσει.

Δεν ξέρω πόσους ενδιαφέρει σ’ αυτό το ξεχασμένο μπλογκ, αλλά της οφείλω τόσα που αξίζει να σπάσει η σιωπή σχεδόν ενός χρόνου. Άλλωστε σαν οθωμανολογικό μπλογκ ξεκινήσαμε, και έτσι φαίνεται να καταλήγουμε. Σε αυτό το βιντεάκι, γυρισμένο μόλις πρόπερσυ (από εδώ), που θα ενδιαφέρει όσους αναρωτιούνται για το πώς ξεκίνησαν οι οθωμανικές σπουδές στην Ελλάδα, φαίνεται μεταξύ άλλων η ζωντάνια και το σπάνιο χιούμορ της. Πολύ θα μου λείψει.

Εννιά χρόνια, δηλαδή τρεις τριετίες. Η πρώτη, η νεότητα: διακόσια σαραντατρία ποστ, πολιτική, οθωμανικά, μεταφυσική και υπαρξιακά, όλα μαζί. Πολυκοσμία, μεγάλος κύκλος, γκραν σουξέ. Η δεύτερη, η ωριμότητα: ούτε ογδόντα ποστ, καθόλου σχεδόν μεταφυσική ή υπαρξιακά, λίγη πολιτική, μεγάλα δοκίμια φιλολογικού ή ιστορικού χαρακτήρα. Λίγοι και καλοί οι φίλοι, μεγάλες συζητήσεις. Η τρίτη, γεράσαμε: καμιά τριανταριά ποστ, βινιέτες και αντιγραφές κυρίως, μια-δυο γκρινιάρικες πολεμικές με πείσμα και κάποια εριστικότητα, αλλά και καφενειακού τύπου σχόλια. Σχετικά έρημα τα τραπέζια πια, αν και όταν βγαίνουν τα μαχαίρια το καφενείο βουίζει.

Τι να τολμήσω να ευχηθώ για την επόμενη τριετία.

Σιωπηλός μάρτυς

Μια από τις πρώτες καθαρά λογοτεχνικές ιστορίες φαντασμάτων είναι γραμμένη το 1727 από τον πολυπράγμονα Ντάνιελ Ντεφόου, τον συγγραφέα του Ροβινσώνα Κρούσου και (μεταξύ άλλων) κατάσκοπο. Μιλά για κάποιον που δικαζόταν για φόνο, αλλά για τον οποίο δεν βρέθηκε σίγουρη μαρτυρία για να αποδειχθεί η ενοχή του. Και εκεί που όλα έδειχναν ότι θα αθωωθεί,

κοιτάζει στα έδρανα, σαν να είχε τρομοκρατηθεί· ανακτώντας κάπως το κουράγιο του, απλώνει το χέρι του προς το εδώλιο όπου συνήθως καταθέτουν στις δίκες οι μάρτυρες, και δείχνοντας με το χέρι του, Εντιμότατε, λέει δυνατά, αυτό δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σύμφωνο με το νόμο, αυτός δεν είναι νόμιμος μάρτυρας.

Το εδώλιο είναι κενό, φυσικά, και μαντεύετε ποιανού ήταν το φάντασμα.

(Susan Owens, The Ghost: A Cultural History, Λονδίνο 2017, σελ. 99)

Διαβάζοντας έπεσα σε αυτό το ωραίο, μέχρι και συγκινητικό ξόρκι, γραμμένο σε μεσαιωνικά αγγλικά γύρω στα μέσα του 10ου αιώνα:

Κύστη, κύστη, μικρή κύστη

Εδώ ούτε θα χτίσεις ούτε θα διαλέξεις κατοικία

θα πας προς τον βορρά, προς το επόμενο βουνό

εκεί, κακομοίρα, έχεις έναν αδελφό.

Θα σου βάλει ένα φύλλο πάνω στο κεφάλι

κάτω απ’ το πόδι του λύκου, κάτω απ’ το φτερό του αετού,

κάτω απ’ το νύχι του αετού, για να ξεραθείς για πάντα.

Είθε να διαλυθείς σαν κάρβουνο στο τζάκι

να ξεραθείς σαν βρομιά στον τοίχο

να στεγνώσεις σαν το νερό σ’ ένα κουβά

να μικρύνεις ίσαμε ένα κόκκο λινάρι

μικρότερη απ’το γοφό ενός ψύλλου

να γίνεις τέλος τόσο μικρή, που πια δεν θα είσαι τίποτα.

Σχεδόν τη λυπάσαι τη μικρή κύστη. Όχι μόνο: έχεις την αίσθηση ότι κι ο μάγος, ο εξορκιστής τέλος πάντων, τη λυπάται· τι να κάνει όμως.

(J.-P. Boudet, Entre science et nigromance. Astrologie, divination et magie dans l’Occident médiéval (ΧΙΙe-ΧVe siècle), Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 2006, σ. 120-121)

Ότι τον εμφύλιο τον ξεκίνησε το ΕΑΜ ήδη πριν από την Απελευθέρωση το έχουμε εμπεδώσει, ότι οι Χίτες ήταν αγνοί χωρικοί που κάπως έπρεπε να αντιδράσουν στην κόκκινη τρομοκρατία παρομοίως, τελευταία εμπεδώνουμε και ότι καλύτερα να είχαν κάτσει όλοι στ’ αυγά τους και να αποφεύγαμε αναίτιες θυσίες όπως το Δίστομο ή την Καισαριανή. Χτες έμαθα και κάτι άλλο και το αντιγράφω για να το εμπεδώσουμε κι αυτό: η Αθήνα καταστράφηκε από τις πυρηνικές κεφαλές τους όλμους και τις ανατινάξεις του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Πού; Φυσικά στην αγαπημένη μας Καθημερινή. Απολαύστε:

Ενα τεράστιο τμήμα του κτιριακού αποθέματος της Αθήνας καταστράφηκε ολοσχερώς ή μερικώς, κυρίως από ανατινάξεις εκ μέρους του ΕΛΑΣ. Η περιοχή γύρω από την Ομόνοια, η Νεάπολη, τα Εξάρχεια, η Πατησίων, η Κυψέλη, του Μακρυγιάννη και πολλά ακόμη κεντρικά σημεία της Αθήνας γέμισαν με ερείπια και χαλάσματα και μαζί με τα θύματα και από τις δύο πλευρές και τις απαγωγές ή την ομηρεία αμάχων από τους αντάρτες, η Αθήνα είχε τραυματικές απώλειες στον οικοδομικό ιστό της, γεγονός που επιτάχυνε την ανάγκη ανοικοδόμησης (προτού ακόμη τελειώσει ο Εμφύλιος). Και επιπλέον παραμένουν ανοικτά τα ερωτήματα για την ψυχολογική επίπτωση που είχε στον γενικό πληθυσμό η βία που ήρθε και εγκαταστάθηκε στον πυρήνα άλλοτε φιλήσυχων περιοχών. Οι Αθηναίοι άρχισαν να βλέπουν αλλιώς την πόλη τους. […]

Η καταστροφή οικιστικού ιστού στην Αθήνα και η στοχευμένη, εκ μέρους του ΕΛΑΣ, ανατίναξη ή πυρπόληση εμβληματικών κτιρίων για την ιστορία του αστικού πολιτισμού στην πόλη, όπως η ιστορική Βαρβάκειος ή η έπαυλη Θων στους Αμπελοκήπους (έργο Τσίλλερ) δημιούργησε χάσματα συνέχειας και μνήμης. Από τα Δεκεμβριανά κληρονομήσαμε σε επιτάχυνση και όξυνση δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, η απαξίωση της παλαιάς μορφής της πόλεως κέρδισε έδαφος και οπαδούς, όχι μόνο μέσα από τη διεθνή, τότε, τάση για αστική ανανέωση, αλλά και μέσα από μία ιδεοληπτική αποξένωση από την εικονογραφία των ιστορικών ρυθμών ως προϊόντων της αστικής τάξης. Και δεύτερον, η άτυπη πρόσκληση σε καιροσκόπους και κερδοσκόπους στη διαμόρφωση της τύχης των νέων Αθηνών.

Μάθαμε ότι η εξαίρετη βρετανική τεχνολογία είχε ήδη από το ’44 εφεύρει τα τανκς και τα Σπιτφάιαρ ειδικής σύνθεσης, που όπως και η βόμβα νετρονίου σκότωναν μόνο χωρίς να γκρεμίζουν (υπάρχει βέβαια και η περίπτωση, δεν ξέρω, να βομβάρδιζαν εξίσου στοχευμένα μόνο κάτι κιτσάτα, λαϊκά κτίρια στο πλαίσιο μιας παρόμοιας αισθητικής παρέμβασης)· ότι οι ΕΛΑΣίτες των Δεκεμβριανών είχαν τέτοια καταπληκτική στρατηγική βάθους ώστε να βρουν χρόνο να στοχεύσουν στο συμβολικό πεδίο· ότι, βέβαια, η ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς απέκτησε τέτοιες ρίζες ώστε λίγες δεκαετίες μετά κοτζάμ Καραμανλής να υποκύψει και να εγκρίνει αυτό το εξισωτικό, αναδιανεμητικό και εναντίον-της-αριστείας μέτρο της αντιπαροχής.

Το καλύτερο, ίσως, είναι η εικονογράφηση: το ανατιναγμένο από τον ΕΛΑΣ κτίριο της Γενικής Ασφάλειας δίπλα στο Πολυτεχνείο (ένα κτίριο από μπετόν αρμέ, όχι ακριβώς εμβληματικό — αλλά πάλι, γιατί, τι τους έφταιξε η Γενική Ασφάλεια;) και, δίπλα δίπλα, το μισοκαμμένο ή μάλλον καπνισμένο νεοκλασικό της Σταδίου «κατεστραμμένο από το 2012». Καμία αμφιβολία για το τι θέλουν να πουν οι ποιητές.