Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ξέρουμε τους Νταβέληδες, τους Γιαγκούλες και τους Γκαντάρες, και πάντα μας αρέσει να διαβάζουμε για αυτούς. Να όμως που υπάρχουν και λήσταρχοι μιας υστερότερης εποχής, και μάλιστα κάποιοι που με κάποιο μυστήριο τρόπο είναι, ας πούμε, κάπως πιο μοντέρνοι. Ορίστε, κρίνετε: ο, ας τον πούμε ΑΧΡ, ένας παλιός φίλος που κάπου κάπου σχολιάζει κιόλας, μου έστειλε αυτό το κειμενάκι και ένα τεκμήριο που αξίζει να μοιραστούμε.

Λήσταρχοι στον 20ό αιώνα: Oι Έλληνες “Pομπέν των Δασών”

Tο παρόν σημείωμα δεν επιχειρεί να εξετάσει το φαινόμενο της ληστείας όπως εμφανιζόταν κατά τον 19ο και τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Oύτε ο χώρος επαρκεί, μια που ένα παρόμοιο εγχείρημα θα απαιτούσε εκατοντάδες σελίδες, ούτε διαθέτω τον απαραίτητο χρόνο, ή την ειδίκευση, ώστε να το επιχειρήσω. Aφορμή του συνοπτικού κειμένου είναι ορισμένα τεκμήρια τα οποία εναπόκεινται στο EΛIA, παράλληλα με εκατοντάδες άλλα τεκμήρια που εναπόκεινται στο ίδρυμα, φωτογραφίες, παραλογοτεχνικά κείμενα και άλλα δημοσιεύματα.

 Σχηματικά θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τους ληστές που έδρασαν στο ελληνικό έδαφος από την εποχή της Tουρκοκρατίας ως το 1930 σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν εκείνοι που δραστηριοποιήθηκαν την εποχή της Tουρκοκρατίας σε διάφορες περιοχές. Oι περισσότεροι λειτουργούσαν ουσιαστικά σε ένα κενό διοίκησης και ενεργούσαν ως υποκατάστατα της κρατικής εξουσίας με δύο βασικούς στόχους: πρώτον να προσφέρουν μια μορφή αστυνόμευσης και δεύτερον να ενεργούν ως ρυθμιστές της δικαιότερης κατανομής του πλούτου με την αφαίρεση χρημάτων και άλλων αγαθών από τους πλουσιότερους και την ενίσχυση των φτωχότερων, παρακρατώντας, φυσικά, και ένα ποσοστό για τη δική τους χρηματοδότηση. Aυτές τους οι πρακτικές τούς εξασφάλιζαν και μια έμμεση ασυλία δεδομένου ότι απολάμβαναν άμεσης και έμμεσης προστασίας από τους ευεργετούμενους οι οποίοι αποτελούσαν και την πλειονότητα στις περιοχές που δρούσαν οι διάφοροι ληστές.

Mετά την οργάνωση του νέου κράτους περιορίστηκαν οι δυνατότητες αλλά και η ανάγκη ύπαρξης των ληστών. Tο φαινόμενο δεν εξαφανίστηκε παρά την αυστηρότατη νομοθεσία που εφαρμόστηκε μετά από την περιβόητη ληστεία και σφαγή των Άγγλων περιηγητών στο Δήλεσι το 1870. Oι ληστές που συνέχισαν τη δραστηριότητά τους είτε λειτουργούσαν, σύμφωνα με τη σημερινή λαϊκή ορολογία, ως “φουσκωτοί” δηλαδή ως μπράβοι στις διάφορες περιοχές και ταυτόχρονα φρόντιζαν και τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα, είτε αποτελούσαν μια εξελληνισμένη μορφή “Pομπέν των Δασών” δηλαδή θεωρούσαν ότι έχουν καθήκον να αποκαθιστούν τις διάφορες κοινωνικές και οικονομικές αδικίες. Xαρακτηριστική είναι μία φράση από τα απομνημονεύματα του K. Π. Πανόπουλου H εξομολόγησις του Ληστάρχου K. Πανόπουλου προς την Kοινωνία:

Bεβαίως έτσι έχει το πράγμα κατά τους ατελείς νόμους της Πολιτείας. Aλλά κατά τον νόμον τον ιδικόν μου δεν έχει ούτως. Πηγαίνομεν τώρα προς συνάντησιν του ασυνειδήτου εκείνου ανθρώπου δια να συμπληρώσω τας ατελείας των νόμων της Πολιτείας και μανθάνω ότι είχαν πληρωθή πολλά, από τα οποία διέταξα να δώση εις τον χρεώστην να οικονομηθή αφού του εξοφλήση και το συμβόλαιον. H πράξις αυτή καθ’ εαυτήν φαίνεται δικαιοτάτη. Πολλάκις οι λεγόμενοι εγκληματίαι φαίνονται προστάται της κοινωνίας όταν αύτη έχη τοιαύτην Πολιτείαν.

Aυτή η δραστηριότητα του “κοινωνικού ρυθμιστή” τονίστηκε ιδιαίτερα στα διάφορα μυθιστορήματα που εμφανίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα και τα οποία βρίσκονται στη συλλογή του EΛIA.

Δύο περιπτώσεις ληστών είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. H πρώτη είναι του λήσταρχου Πανόπουλου που αναφέρθηκε παραπάνω. O Πανόπουλος διέκοψε αναγκαστικά τη σταδιοδρομία του όταν συνελήφθη το 1902 μετά από την απαγωγή του Σπύρου Σταυρουλόπουλου και την απαίτηση καταβολής λύτρων από τον πατέρα του για την απελευθέρωση. O Πανόπουλος δικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση και όταν αποφυλακίστηκε σταμάτησε τις ληστείες και άρχισε να περιφέρεται ανά τον κόσμο -έφθασε ως τις HΠA!- παρουσιάζοντας μια δική του θεοκρατική φιλοσοφία. Παράλληλα εξέδωσε και το βιβλίο του την πρώτη φορά στις HΠA και δεύτερη και τρίτη έκδοση στην Eλλάδα. Eκεί περιγράφει τη δραστηριότητά του και σε δεύτερο τόμο την κοινωνική του φιλοσοφία. Aξίζει να σημειωθεί ότι το προσωνύμιο του ληστάρχου εξακολουθούσε να το θεωρεί τιμητικό. Xαρακτηριστικά ο καθηγητής ιατρικής K. N. Aλιβιζάτος περιγράφει μια επίσκεψη του Πανόπουλου στο ιατρείο του για εξέταση στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 οπότε του συστήθηκε ως ‘Λήσταρχος Πανόπουλος’.

O άλλος ληστής, ο οποίος αποτέλεσε και την αφορμή για το παρόν, είναι ο λήσταρχος Γ. Kαραθανάσης. O Kαραθανάσης είναι κυρίως γνωστός για την φερόμενη συμμετοχή του στην απόπειρα δολοφονίας του Eλευθερίου Bενιζέλου στις 6 Iουνίου 1933. O Kαραθανάσης αρχικά διέφυγε τη σύλληψή του αλλά συνελήφθη ένα χρόνο αργότερα από τους άνδρες της προσωπικής ασφάλειας του Bενιζέλου. H δίκη του Kαραθανάση και των υπολοίπων εμπλεκόμενων στην απόπειρα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ γιατί μετά από διάφορες καθυστερήσεις αναβλήθηκε επ’ αόριστον επειδή μεσολάβησε το κίνημα της 1 Mαρτίου 1935.

Όπως εμφανίζεται από τα παρουσιαζόμενα ευρήματα ο Kαραθανάσης είχε τους δικούς του κανόνες συμπεριφοράς και λίγη δόση μεγαλομανίας.

Στη δεκαετία του ’20, αλλά και πολλά χρόνια μετά ως τη δεκαετία του ’60, ένα από τα σημαντικότερα καφενεία-ζαχαροπλαστεία της Aθήνας ήταν του Zαχαράτου στην Πλατεία Συντάγματος. O τότε ιδιοκτήτης του καφενείου Zαχαράτος νεόνυμφος πήγε ταξίδι στην περιοχή που ελεγχόταν από τον Kαραθανάση. Eκεί φαίνεται ότι ο Kαραθανάσης ερωτεύτηκε την νέα κυρία Zαχαράτου. O ιδιότυπος κώδικας τιμής που εφάρμοζε δεν του επέτρεπε να κάνει τίποτα άλλο παρά να αρχίσει να προσφέρει αφιλοκερδώς προστασία στο ζεύγος εφόσον και όταν παραθέριζε στην περιοχή του.

Kάποια στιγμή έφθασε στην Aθήνα και επισκέφθηκε το καφενείο. Όπως συνάγεται από το κείμενο, ενώ δήλωσε την ιδιότητά του δεν τον περιποιήθηκαν προσηκόντως. Προφανώς λόγω της συμπαθείας του προς την κυρία Zαχαράτου δεν το έκανε θέμα αλλά περιορίστηκε να στείλει την ακόλουθο επιστολή προς την εταιρεία. Tο κείμενο παρατίθεται χωρίς επέμβαση στην ορθογραφία, εκτός της χρήσης του μονοτονικού. H επικεφαλίδα της επιστολής είναι τυπωμένη και αναφέρει:

ΒAΣIΛEION THΣ EPHMOY

1ον ΛHΣTPIKON ΓPAΦEION Γ. KAPAΘANAΣH

Aπόρθιτα (sic) Λιμέρια (sic) Aττικής (χειρόγραφο) τη [κενό] 192

Κύριε

Kαίτοι προφυλάσω τον υμέτερον Διευθυντήν σας τον παραθερίζοντα εις τα ημέτερα όροι από παντός κακοποιού στοιχείου, εντούτοις δεν έτυχον της δεούσης περιποιήσεως διελθών και επισκεφθείς το υμέτερον Zαχαροπλαστείον σας.

Aλλά και πάλιν δεν παραξιγώ το τοιούτον ως μη γνωρίζοντες, εγώ όμως προφιλάσω τον υμέτερον και ησυχείτε

Kάτω από το κείμενο έχει τυπωθεί σφραγίδα κυκλική η οποία γράφει: Γ. KAPAΘANAΣHΣ YΠAIΘPIOΣ ΔIKAIOΣYNH και έχει στη μέση ένα περίστροφο!

(ευγενική παραχώρηση Μάνου Χαριτάτου)

Στο φάκελο έγραφε: Διεύθυνσιν Zαχαροπλαστείου Zαχαράτου Eνταύθα. O υπάλληλος παρακαλήτε όπως γνωρίση εις την διεύθυνσιν την παρούσαν. O φάκελος συνοδευόταν με ένα χαρτονόμισμα 25 Δραχμών ως αμοιβή για την μεταβίβαση της επιστολής. Φυσικά το ποσό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό αν λάβει κανείς υπόψη ότι ένας καφές κόστιζε τότε λιγότερο από μία δραχμή.

Eίναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι ο παραλήπτης διατήρησε στο αρχείο του παράλληλα με την επιστολή και διάφορες φωτογραφίες στις οποίες εμφανίζεται το ζεύγος μαζί με τον Kαραθανάση, και το χαρτονόμισμα πιθανώς ως ενθύμιο!

Oι δύο περιπτώσεις, Πανόπουλου και Kαραθανάση, ουσιαστικά διαψεύδουν τη ρήση ‘εξ όνυχος τον λέοντα’. Πώς κανείς μπορεί να τους κρίνει από μεμονωμένες πράξεις; Kαι ο άγγλος Pομπέν των Δασών αλλά και οι Έλληνες λήσταρχοι αποτέλεσαν αντικείμενο μυθιστοριογραφίας. O μεν Pομπέν εξακολουθεί να συναρπάζει τα παιδιά και να αποτελεί έναυσμα για κινηματογραφικές ταινίες. Oι Έλληνες συνάδελφοί του δεν είχαν παρόμοια τύχη.

 

Κατά τύχη ήρθε η ώρα να εκπληρώσω μια παλιά υπόσχεση, δηλαδή μια-δυο ιδέες για τα πρότυπα της λογοτεχνίας fantasy. Αφορμή μου είναι ένα τουί τολκινολογικού ενδιαφέροντος, και θα μου συγχωρέσετε τις πολλαπλές αναφορές στον Τόλκιν προτού προχωρήσω παρακάτω. Είναι δηλαδή αυτό:

Λέει με λίγα λόγια ότι η Μέση Γη, όπως την φαντάστηκε και την περιγράφει ο Τόλκιν, είναι ένας κόσμος σε παρακμή. Οι ήρωες του έργου τριγυρνάνε ανάμεσα σε ερείπια που τους ξεπερνάνε: η Μόρια είναι έργο αδύνατο να ξαναφτιαχτεί από τους σημερινούς Νάνους. Και πράγματι, ο κόσμος που διαβάζουμε στην τριλογία είναι στο μεγαλύτερο μέρος του ερημότοποι, που κάποτε έσφυζαν από ζωή και μάλιστα ήταν γεμάτοι μνημεία και τεχνουργήματα των οποίων η τέχνη έχει χαθεί: οι θολωτοί τάφοι με τους βρυκόλακές τους ήταν οι τάφοι των βασιλέων της Άρνορ, τα κολοσσιαία αγάλματα των βασιλέων σηματοδοτούν σύνορα μιας παλιάς Γκόντορ, ακόμα και το Ντανχαρόου είναι σπαρμένο με αυτά τα κοντόχοντρα αγάλματα ανθρώπων πριν από την έλευση των Νουμενόριαν. Από τις πέντε ή έξι φορές που έχω διαβάσει ολόκληρη την τριλογία, μια ή δυο ήταν επικεντρωμένες στην ανίχνευση αυτών των αναφορών: σε ένα παρελθόν χαμένο, μακρινό, όμως μεγαλοπρεπέστερο, ηρωικότερο, τέλος πάντων μεγαλύτερο του παρόντος.

Mundus senescit, που λέμε και στα ελληνικά. Ο κόσμος φθίνει, και φυσικά αυτό είναι ένας κοινός τόπος ήδη από την εποχή του Ησίοδου με το Χρυσό του Γένος, που αν τον πάρουμε στα σοβαρά μπορεί και να φτάσουμε σε μεγάλες παρανοήσεις. Εδώ με ενδιαφέρει αυτή η αρχαιολογική, ας πούμε, διάσταση του κοινού τόπου. Υπάρχουν στιγμές που δεδομένοι πολιτισμοί είχαν αυτή την αίσθηση: ίσως όχι τόσο η Αρχαία Ελλάδα με τα κυκλώπεια τείχη, όσο η προϊσλαμική Αραβία με τις πόλεις που καταστράφηκαν από θεία δίκη, ίσως το Ιράν με τα ερείπια που αποδόθηκαν στο Μεγαλέξαντρο ή τον Σολομώντα (το αγαπημένο μου: ο θρόνος του Σολομώντα), οι πρώιμες οθωμανικές παραδόσεις για την Κωνσταντινούπολη και την Αγιασοφιά (μνημεία υπερφυσικής ισχύος αλλά και αλαζονείας που οδήγησε σε θεία δίκη) – είναι άλλωστε γνωστοί οι περσικοί στίχοι που υποτίθεται πως ψιθύρισε ο Πορθητής μπαίνοντας στην κατακτημένη εκκλησία:

Η αράχνη είναι τώρα θυρωρός στην αψίδα του Χοσρόη,

κι η κουκουβάγια παιανίζει στα κάστρα του Αφρασιάμπ.

Στην Ευρώπη το μοτίβο αυτό φαίνεται να χάνεται στον ύστερο Μεσαίωνα, αφού οι καθεδρικοί ναοί, χτισμένοι σε βάθος γενεών, προφανώς στοχεύουν να εκμηδενίσουν οποιοδήποτε μνημείο του παρελθόντος (όπως εξάλλου το Σουλεϊμανίγε ή το Μπλε Τζαμί στόχευε να εκμηδενίσει την Αγία Σοφία). Όταν ο Βερνάρδος της Σαρτρ, τον 12ο αιώνα, λέει ότι είμαστε νάνοι στους ώμους γιγάντων, λέει μεν ότι οι παλιοί είναι αξεπέραστοι, λέει όμως και ότι εμείς, ψηλότερα από αυτούς, μπορούμε να δούμε μακρύτερα (αν μη τι άλλο, διότι έχουμε και την εξ αποκαλύψεως αλήθεια στο τσεπάκι). Είναι ίσως στην Αναγέννηση, και ακόμα περισσότερο στο τέλος του Διαφωτισμού, που ο θαυμασμός για τα ερείπια της αρχαίας Ρώμης (και, αργότερα, της Ελλάδας) οδηγεί στην αντίληψη ενός κόσμου σπαρμένου από ερείπια παλιάς, αξεπέραστης τελειότητας και δόξας. Σαν απώτατη κατάληξη αυτής της αντίληψης, ας σκεφτούμε τα φανταστικά ερείπια του Πιρανέζι, μια αρχαία Ρώμη με τη μορφή της τολκινικής Μόρια.

Παραδόξως, μια κορύφωση αυτής της άποψης συμπίπτει με την κορύφωση της αυτοπεποίθησης του θαυμαστού, νέου βιομηχανικού και αποικιακού κόσμου: την ίδια ώρα που η Μεγάλη Βρετανία χτίζει παλάτια από κρύσταλλο και το Βέλγιο σιδηροδρομικούς σταθμούς (τους καθεδρικούς του 19ου αιώνα, κατά μια άποψη), το αυτοκρατορικό υποσυνείδητο αναζητά χαμένους πολιτισμούς. Είναι η γένεση της φανταστικής λογοτεχνίας, όταν ο Ράιντερ Χάγκαρντ αναζητά τα ανυπέρβλητα ερείπια της Κορ ή τον κόσμο της δωδέκατης φυλής του Ισραήλ στα βάθη της Κεντρικής και Νότιας Αφρικής, αλλά και όταν σοβαρότατοι επιστήμονες βρίσκουν ίχνη της Ατλαντίδας στην ομοιότητα των μαιάνδρων ή πυραμίδων στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Ο Τόλκιν, για να επιστρέψουμε, ξεκινά να γράφει την τριλογία του μεσούντος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ολοκληρώνει τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες (όπως και την αναλυτική περιγραφή του ένδοξου παρελθόντος, το Σιλμαρίλιον, λογοτεχνικά υποδεέστερο μιας και τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το υπαινικτικό των διάσπαρτων ερειπίων και των ασαφών αναφορών της τριλογίας). Εδώ η Ατλαντίδα, η Κορ ή η φοινικική Ζιμπάμπουε έχουν αντικατασταθεί από έναν εντελώς φανταστικό, εναλλακτικό αν θέλετε κόσμο (αν και ο ίδιος προσπάθησε να τον φανταστεί σαν ένα προγενέστερο στάδιο του δικού μας), ένα είδος επιστημονικής φαντασίας χωρίς επιστήμη (τι άλλο είναι το καθαυτό fantasy, άλλωστε;). Σκέφτομαι ότι αυτό δεν είναι τυχαίο: ο εικοστός αιώνας και ιδίως ο μεσοπόλεμος είχαν ταυτιστεί με ένα όνειρο αυτή τη φορά εμπροσθοβαρές. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος της ΕΣΣΔ, ούτε είναι σκόπιμο να τον συγκρίνουμε μόνο με το Χιλιόχρονο Ράιχ: ολόκληρος ο αιώνας, μέχρι και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, έχει αυτή την αισιοδοξία της Επιστήμης που θα φέρει την απόλυτη κυριαρχία του ανθρώπου στο σύμπαν, τον εκπολιτισμό της οικουμένης, τη νίκη επί της πείνας, των γηρατειών και του θανάτου. Η κολοσσιαία αρχιτεκτονική του Σπέερ δεν μοιάζει μόνο με το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ, αλλά και με το Τροκαντερό ή και τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης. Ένας κόσμος που φαντάζεται αποικίες στο Διάστημα, είναι ένας κόσμος όπου γίγαντες ανεβαίνουν στους ώμους νάνων, αντιστρέφοντας την περίφημη μεσαιωνική ρήση που αποδόθηκε στο Νεύτωνα.

Κάπως έτσι αλλάζει το πρότυπο της φανταστικής λογοτεχνίας, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους της επιστημονικής φαντασίας: η συντριπτική θαρρώ πλειονότητα των φανταστικών κόσμων, είτε κατοικούνται από μάγους και δράκους είτε από εξωγήινους και μετέωρα, είναι δομημένοι σαν μια αναπαράσταση του μεσαίωνα. Ιππότες ή σαμουράι (ή Τζεντάι), αυτοκρατορίες, υποτελείς άρχοντες, αγροτική οικονομία – θα τους αναγνωρίσετε παντού, από τον Τόλκιν ή το Game of Thrones μέχρι μεγάλο μέρος της επιστημονικής φαντασίας, της Λε Γκεν φερειπείν αλλά και του Μιγιαζάκι (γιατί όχι;). Όσο κι αν έγινε αντικείμενο ειρωνίας μια περιβόητη ανάλυση, η φεουδαρχία είναι το πρότυπο της φαντασίας στην εποχή μας. Κατά κάποιο τρόπο, ο Τόλκιν παίρνει το μοτίβο του Ράιντερ Χάγκαρντ (ένας βασιλιάς επιστρέφει με τη μορφή ενός μυστηριώδους αγνώστου, μέσα από υπόγεια και ερείπια και κακούς μάγους – εμπνεύστηκα από αυτό το εξαιρετικό ποστ) και το μεταφέρει όχι σε μια γνωστή ήπειρο, κατοικημένη από τους απόγονους των Φοινίκων ή των Εβραίων, αλλά σε έναν εναλλακτικό κόσμο, όπου όμως πάλι όλα είναι μια αχνή αντανάκλαση των περασμένων, αξεπέραστων μεγαλείων του Νούμενορ ή του Βάλινορ. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια πάνω-κάτω εποχή, το πρώτο μισό του 20ού αιώνα (λίγο πριν-λίγο μετά), γνωρίζουν διάδοση οι εσωτεριστικές θεωρίες για την πανάρχαια σοφία, κρυμμένη σε κώδικες στους καθεδρικούς ή στη μυθική υπόγεια (και πάλι) πόλη της Αγκάρθα, στο Θιβέτ (στο Θιβέτ άλλωστε θα τοποθετήσει ο Ράιντερ Χάγκαρντ τη συνέχεια της ιστορίας του).

Και λοιπόν; Δεν διατείνομαι ότι δίνω μια ερμηνεία στον αφάνταστα πολύπλοκο κόσμο της λογοτεχνικής φαντασίας. Ίσως όμως το να δούμε στην άνθιση του fantasy, αλλά και σε μεγάλο μέρος της επιστημονικής φαντασίας μια άρνηση του μοντερνισμού (δεν το λέω πρώτος) είναι μια ερμηνεία. Σε έναν κόσμο που θεώρησε ότι συνθλίβει το παρελθόν, πατώντας πάνω του σαν γίγαντας στους ώμους νάνων, οι νάνοι προσπαθούν να εκδικηθούν υπενθυμίζοντας, με τη σειρά τους, ότι θα μπορούσαν και κείνοι να πατούν στους ώμους γιγάντων μεν, χαμένων προ πολλού δε. Στον πιο απαισιόδοξο κόσμο μας, όπου η συχνότερη προβολή του μέλλοντος είναι μια δυστοπία, θα περίμενε κανείς το fantasy να παρακμάσει και πάλι. Ποιος ξέρει; Δεν φαίνεται να είναι έτσι· ίσως γιατί η άλλη λειτουργία του είναι ακριβώς αυτή η φυγή από το παρόν, η φυγή σε έναν κόσμο με άπειρες δυνατότητες, χωρίς σύνορα, με αχαρτογράφητες εκτάσεις, με κάποιου είδους κοινωνική κινητικότητα που ο σύγχρονος κόσμος μοιάζει να αρνείται.

Κλείνουν δεκατρία χρόνια σήμερα και δεν ξέρω πώς να το γιορτάσω. Στις 16 Μαρτίου του ’09 ξεκίνησα με πολλή φόρα, πάρα πολλή, ανεβάζοντας από δύο μέχρι πέντε ποστ τη μέρα. Μετά αραιώσαμε, σταδιακά (τα έχω εξηγήσει εδώ, με μια μεταφορά που μας βγάζει υπέργηρους), φαίνεται πια δεν έμειναν πολλά να ξεφορτωθώ. Ή, στο κάτω κάτω, φταίει απλώς που άνοιξε το άλλο μαγαζί, πιο πολύ καφενείο παρά αίθουσα διαλέξεων ξερωγώ ή έστω ταβερνάκι.

Αυτό το μπλογκ μου άνοιξε την πόρτα σε έναν κόσμο. Και όχι μόνον έναν, πολλούς κόσμους: μπλογκ, τουίτερ, αγκρεγκέιτορς, φόρουμ, ηλεκτρονική αλληλογραφία – άνθρωποι που θέλω να ακούω, άνθρωποι που ελπίζω θέλουν να με ακούν, πέντε-έξι που έγιναν και άνθρωποι με σάρκα και οστά πέρα από φωνές χωρίς φωνή. Δεν μετανιώνω λοιπόν για αυτό το ατέλειωτο ξόδεμα χρόνου. Και τι θα τον κάνουμε άλλωστε τον χρόνο, αν δεν τον ξοδεύουμε;

Ακόμα κι αν δεν είναι άγνωστο, ίσως είναι χρήσιμο να θυμίζουμε ότι η φιλοζωία όπως την ξέρουμε σήμερα μπορεί και να προέρχεται από τον ισλαμικό κόσμο. Από τη γάτα, που κοιμήθηκε στο μανδύα του Προφήτη και που για χάρη της αυτός τον έσχισε για να σηκωθεί για προσευχή, μέχρι τα αδέσποτα σκυλιά της Πόλης, που ελέω του εκσυγχρονιστικού προγράμματος του Αμπντουλχαμίτ πέθαναν τα καημένα σε μια νησίδα της Προποντίδας, η συμπάθεια για τα ζώα βασίζεται στην παραδοχή ότι αυτά έχουν ψυχή, κάτι που ο δυτικός χριστιανισμός αρνιόταν όπως φαίνεται μέχρι την Αναγέννηση. Τόσο, που ένας σκύλος μπορούσε να ζητήσει ανταπόδοση στον άλλο κόσμο, όπως μας λέει η παρακάτω ιστορία, γραμμένη σε πολύ υψιπετές στιλ από τον οθωμανό ποιητή Νεργκισί στις αρχές του 17ου αιώνα:

Πώς ένας ευσεβής άνδρας της ισλαμικής κοινότητας προκάλεσε το θάνατο ενός συνηθισμένου σκύλου, και πώς έγινε αντικείμενο της θεϊκής μομφής στον κόσμο των ονείρων και μετανόησε.

Με αυτή την αληθινή και παραδειγματική ιστορία, το μουγκρητό ενός επίμονου σκύλου, που ήταν άγριο λιοντάρι στο δάσος της καλοσύνης, ήρθε από το αλσύλλιο μιας νυχτερινής συζήτησης.

[Ο ευσεβής άνδρας αφηγείται:] «Για κάποιο διάστημα ένας αδύναμος σκύλος έμενε στη γωνιά του ερειπωμένου στάβλου μου. Τη μέρα γυρνούσε με τα πρόβατα στα λιβάδια· τη νύχτα περιφερόταν γαβγίζοντας γύρω από το σπίτι. Μια μέρα όμως με σκυλίσια επιθυμία και ενστικτώδη αδηφαγία άπλωσε τα δόντια του στους καρπούς του κήπου, κατά τα άλλα προστατευμένα καλά από κάθε κατεύθυνση. Όταν είδα τα τεκμήρια των κοφτερών του δοντιών, η άθλια σκυλίσια ψυχή μου θύμωσε και έκανα νόημα σε έναν υπηρέτη μου να δώσει τέλος στη ζωή [του σκύλου] σε κάποια μακρινή γωνιά.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Ακούγεται λίγο γλωσσοδέτης ο τίτλος και αυτός είναι και ο στόχος του (οι τουρκομαθείς θα αναγνωρίσουν μία φράση – κλασικό παράδειγμα της συγκολλητικής δομής της τουρκικής γλώσσας – , siz türkleştirebildiğimizden misiniz?). Αυτό άλλωστε δεν είναι ένα κλασικό ποστ του Δύτη, είναι μια κουβέντα που ξεκίνησε μέσω ηλεταχυδρομείου και τη βάζω εδώ για να τη συνεχίσουμε και να μείνει κτήμα εσαεί.

Αφορμή ένα άρθρο του Γιάννη Χαμηλάκη και του Βασίλη Λαμπρόπουλου, που προτείνει να δούμε το ’21 και ό,τι προηγήθηκε και κυρίως ό,τι ακολούθησε με τα εργαλεία των νέων θεωρητικών εργαλείων της (απο)αποικιοποίησης. Όσοι ασχολούνται, θα έχουν προσέξει αυτό τον όρο, ίσως και μια σχετική κίνηση: Decolonize Hellas ή μάλλον dëcoloиıze hellάş

Ακολουθεί η μέχρι τώρα συζήτηση προκειμένου να συνεχιστεί στα σχόλια (το έχουμε ξανακάνει με μεγάλη επιτυχία):

Δύτης: Να πω την αμαρτία μου; Ένα χρόνο τώρα ακούω για αποικιοποίηση και αποαποικιοποίηση και εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πού κολλάει με το ’21. Δηλαδή εντάξει, μπήκαμε με το ζόρι σχεδόν στο δυτικό αφήγημα, του πολιτισμού που κληρονομεί την αρχαιότητα και είναι προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης κλπ -κάτι παρόμοιο έγινε και στην Τουρκία στις αρχές του 20ού αιώνα- αλλά αποικιοποίηση χωρίς αποίκους και κυρίως χωρίς αποικισμένους δεν μου κολλάει πολύ. Εκτός αν είναι να το δούμε σαν τη Δυτική Ευρώπη που αποικίζει τον ιθαγενή πληθυσμό όχι με αποίκους αλλά με κουλτούρα ξερωγώ.

Μπουκανιέρος: Δύτη, ναι, είναι ένα θέμα. Γι’ αυτό ακριβώς έχουν προταθεί όροι όπως αυτοαποικιοποίηση και κρυπτοαποικισμός (που, στην ουρά του Χέρτσφελντ, προσπάθησα να τη χρησιμοποιήσω κι εγώ). Από την άλλη μεριά, αν θες να βρεις οπωσδήποτε αποίκους, μπορείς να σκεφτείς ένα βαυαρό βασιλιά με την αυλή του, συντροφεμένο με μια διορισμένη βαυαρική ανώτατη διοίκηση, συνοδευμένους με πολυάριθμα βαυαρικά στρατεύματα και μια εξίσου πολυάριθμη βαυαρική γραφειοκρατία. Εντούτοις, υπάρχει κάτι που μ’ ενοχλεί στο άρθρο των Χ&Λ, κάτι που δεν μπορώ να το προσδιορίσω εύκολα και που δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενο των ιδεών τους. Όπως και νάχει, δύτη, το ζήτημα με ενδιαφέρει πολύ και θα ήθελα να το συζητήσουμε διεξοδικά.

Μπουκανιέρος (ξανά): Για αρχή μπορούμε να δούμε το Ναυαρίνο σαν αποικιακή στιγμή (και π.χ. να τη συνδυάσουμε με τα τρία «κόμματα», γαλλο- αγγλο- ρωσό- φιλο). Επίσης, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το «πρώτο ελληνικό κράτος», την (πολύ φλου) Ιόνια Πολιτεία, που γρήγορα εξελίχθηκε στο καθαρά κι εντελώς αποικιακό «Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων». Η Ένωση του 1864 ήταν προσάρτηση αυτού του κράτους από το Βασίλειο της Ελλάδας (και όχι πραγματική «ένωση»), αλλά μπορούμε να προβληματιστούμε πώς επηρέασε το Βασίλειο, αφενός σε σχέση με την εξάρτηση (από την Αγγλία κυρίως), αφετέρου και «ποσοτικά» (θέλω να πω: τα Εφτάνησα είχαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού του τότε Βασιλείου και γενικά είχαν μια βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από τα, λίγο-πολύ ασήμαντα, σημερινά Εφτάνησα στη διογκωμένη πια, εδώ και έναν αιώνα, σύγχρονη Ελλάδα). Επίσης: έχει ενδιαφέρον να εστιάσουμε στο ρόλο του Καποδίστρια, σαν συνδετικού κρίκου μεταξύ ποικίλων παραγόντων – και απροπό: έχετε να μου συστήσετε μια καλή πολιτική βιογραφία του κόντε Νάνε;
Από την άλλη, αν στις αποικιακές σπουδές (που αφορούν τις «γνήσιες» αποικίες) τονίζεται όλο και περισσότερο ο (συναινετικός απέναντι στην αποικιοκρατία) ρόλος [των] τοπικών ελίτ και η αυτενέργειά τους, μπορούμε να εφαρμόσουμε, κάπως αντίστροφα, το σχήμα αυτό και στην Ελλάδα – ίσως.

Δύτης: Δύο μέιλ σου με έκαναν πολύ πιο δεκτικό σ’ αυτή τη θεώρηση από πέντε-έξι άρθρα ή βίντεο που έχω δει. Το σωστό να λέγεται! Ωραία η ανάλυση αλλά ας πούμε τι προσφέρει παραπάνω από το παλιό σχήμα της εξάρτησης; Ίσα-ίσα που εκεί που ήμασταν (με την εξάρτηση) το φτωχό αγωνιστικό έθνος με την αντιστασιακή παράδοση (κατά Σβορώνο) γινόμαστε (με την αποικιοποίηση) ο τριτοκοσμικός λαός που θα αποτινάξει τις ιδεολογικές, πολιτικές κλπ συνέπειες της αποικιοκρατίας σε παράλληλο αγώνα με τους μαύρους της Αμερικής, τους Αφρικάνους ή τους Αϊτινούς. Πιο πολύ, δηλαδή, μου φαίνεται ότι συσκοτίζει την κουβέντα προσφέροντας αναλογίες που δεν είναι τόσο σημαντικές όσο οι διαφορές. Και ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της Ελλαδίτσας, το ’19-22 ή τη δεκαετία του ’90, πού θα κολλήσει;

π2: Είπα να μην πω τίποτε για να μη γίνομαι κακός χωρίς λόγο, αλλά τα περί αποικιοποίησης και decolonization εμένα μου φάνηκαν εξαρχής εφετζίδικη μόδα περισσότερο παρά ουσία με ευρετική χρησιμότητα. Και συμφωνώ με τον Δύτη ότι πιο ουσιαστικά μου φάνηκαν τα σχόλια του Μπουκανιέρου παρά κάποια από τα κείμενα των αποαποικιαστών (σικ).


Δεν ξέρω τι να απαντήσω όταν με ρωτάνε για αγαπημένο μουσικό ή συγγραφέα, αλλά όταν η ερώτηση πάει σε σκηνοθέτη απαντώ αυτόματα και χωρίς δισταγμό: Φεντερίκο Φελίνι. Η ιστορία όμως του πώς τον έμαθα ή μάλλον πώς τον γνώρισα είναι λίγο παράξενη. Νάτη:

Είχα δει θυμάμαι (στην «Όπερα»;) την τελευταία του, τη Φωνή του φεγγαριού, με τον Μπενίνι (που τον είχα δει ήδη στο Διαβολάκο και (ίσως) στην Παγίδα του νόμου. Μ’ άρεσε, αν όχι όλο, σίγουρα το μεγαλύτερο κομμάτι του – ήδη όμως τότε, που ακόμα τα θερινά έπαιζαν παλιές ταινίες, δεν έβλεπες εύκολα Φελίνι στα σινεμά. Αμέσως μετά βρέθηκα πρωτοετής στη Θεσσαλονίκη, με μια χούφτα βιβλία και ένα ράφι κασέτες. Άκουγα λοιπόν τις μουσικές του Νίνο Ρότα διαβάζοντας μια μεγάλη συνέντευξη του Φελίνι, που δεν θυμάμαι πώς είχε φτάσει στα χέρια μου. Και κάπως έτσι, έχοντας καταρχάς σχηματίσει την εικόνα ενός εξαιρετικά συμπαθητικού και συναρπαστικού ανθρώπου, διάβαζα τις περιγραφές του (όχι τόσο για τις ταινίες, όσο για το πώς γυρίστηκαν) ακούγοντας τις μουσικές και φανταζόμουν περίπου πώς θα ήτανε. Κάπου εκεί (το πώς, πάλι δεν το θυμάμαι) απέκτησα και έναν τόμο του Μίλο Μανάρα, όπου πέρα από μισό σενάριο του Φελίνι χάζευα και εικόνες από το Σατυρικόν ή τον Καζανόβα και γοητευόμουν από αυτή την εικόνα απέραντου ονείρου (κάτι που είχα τότε περί πολλού).

Πολύ αραιά, και με σειρά που δεν θυμάμαι, κατάφερα να δω τις ίδιες τις ταινίες. Το 8 1/2 ήταν από τις τελευταίες, ας πούμε· το Σατυρικόν το έφερα σε μια κατάληψη της σχολής και το είδαμε τρεις άνθρωποι τα ξημερώματα· το Ρόμα κατάφερα να το δω πολύ μεγάλος. Ένα σπάνιο πράγμα όμως: έχοντας σχηματίσει μια λεπτομερή εικόνα για κάθε ταινία, ποτέ δεν μου έτυχε να απογοητευτώ βλέποντάς την.

Δεν είναι παράξενο; Σα να είδα τις ταινίες στον ύπνο μου και μετά ξυπνώντας να τις βρήκα, ίδιες, στο κομοδίνο. Μόνο με το Φελίνι θα μπορούσε να συμβεί αυτό.

Ήξερα (αν και έτεινα, όπως όλοι, να το ξεχνάω) ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν καθολικός. Αυτό που δεν ήξερα, ή δεν θυμόμουνα, είναι πως ήταν κι αφορεσμένος. Πολύ απογοητευμένος από την πρώτη του γυναίκα, που του έκανε διάφορες κασκαρίκες και είχε, ας το πούμε έτσι, εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη, αποφάσισε να παντρευτεί μια κοπέλα που του προξενεύανε οι αδελφάδες του.

Όμως είχα το πρόβλημα του πρώτου μου γάμου ο οποίος είχε γίνει στην καθολική εκκλησία αν και η πρώτη μου γυναίκα ήταν ορθόδοξος. Και όπως είναι γνωστό, εμάς η θρησκεία η δικιά μας διαζύγια δεν δίνει.

Γνωστό το πρόβλημα, όλοι έχουμε δει και τον «Γάμο α λα ιταλικά» άλλωστε. Ο Μάρκος είχε κάποιο μέσο στους παπάδες και κατάφερε να ξαναπαντρευτεί το ’42. Η καθολική εκκλησία τον αφόρισε. Με τον ντόρο όμως που γινόταν με τ’ όνομά του, όπως λέει, είπε ο επίσκοπος των καθολικών, Συριανός κι αυτός, να τον κοινωνήσουν, γύρω στο ’66. Τόνε φώναξε ο εφημέριος, του λέει θα σε κοινωνήσουμε. «Μονάχα να μην πλησιάζεις γυναίκα. Ούτε και την δική σου τη γυναίκα».

Εξηγεί ο Μάρκος:

Είναι δυο τρία χρόνια, από τις ασθένειες σταμάτησα το παν με γυναίκες. Δεν μπορώ να πέσω πάνω σε γυναίκα, θα πεθάνω… Τις χόρτασα. Κάθομαι στο σπίτι μου ήσυχα. Όχι ότι μου είπαν οι παπάδες ότι να μην πας. Μπα, αγοράζω γω τέτοια; Να μιλάμε καθαρά δηλαδή. Αλλά δεν πάω για την υγεία μου. Οπότε άκουσα την θρησκεία μου. Αυτοί που με μετάλαβαν με ερώτησαν. Τι έκανες, πήγες σε γυναίκα; Όχι, τους είπα, εντίμως. Αλλά κι αν έκανα θα τους έλεγα όχι, ατίμως.

(Μάρκος Βαμβακάρης, επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ, Αυτοβιογραφία, Αθήνα 1978, σ. 196-197).

Θα αφήσω και αυτό εδώ να βρίσκεται, κυρίως για τις μαγνητοφωνημένες αφηγήσεις του Μάρκου:

Μέσα σ’ όλα τα οθωμανικά και γενικώς ανατολίτικα που έχω ανεβάσει εδώ, συχνά ανέβαζα τις 25ες και κάτι επετειακόν. Τώρα που είναι η Μεγάλη Επέτειος, και καθώς δεν έχω κάτι πρόχειρο, σκέφτηκα να τα μαζέψω εδώ να βρίσκονται – δεν είναι και πολλά.

Λίγοι θυμούνται ίσως την περίφημη σειρά του Βερέμη στον ΣΚΑΪ για το ’21 που είχε ξεσηκώσει τόσο θόρυβο. Μέσα στο θόρυβο, και οι εξυπνάδες του Δύτη, επικεντρωμένες στη μανία της ανομίας και τον φετιχισμό του κράτους, η πρώτη, και το ψευτοδίλημμα φράκο ή φουστανέλλα, η δεύτερη. Πιο πολύ αξίζουν τα σχόλια από κάτω!

 

Έχουμε και την αντίδραση του σουλτάνου στην είδηση για το πέρασμα του Προύθου: λίγο γνώριμη, μιας και του φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Κάποιες αφηγήσεις Οθωμανών που με τον έναν ή άλλο τρόπο έζησαν την Επανάσταση. Ο ένας, άτακτος στρατιώτης από τα βάθη της Ασίας, όπως λέμε, έδωσε και πήρε σπαθιές, δεν κατάλαβε τίποτα, πολέμησε και στα Δερβενάκια. Ο άλλος, μορφωμένος, ήξερε και ελληνικά, και περιγράφει μια παρολίγον Έξοδο στο Μεσολόγγι στο Ναύπλιο.

Και έχουμε, τέλος, και κάτι άλλους Οθωμανούς, φιλέλληνες και φιλόκαλους, Έλληνες τη πατρίδι. Μπόλικοι, μιας και φιάξανε κοτζάμ εκατονταρχία. Κι αυτοί πολεμήσανε, που θα έλεγε κι ο Μακρυγιάννης.

 

 

Τόσο σημαντική πια η επέτειος που την ξεχάσαμε, και όχι μόνο εγώ όπως φαίνεται. Προχτές τα κλείσαμε τα δώδεκα! Αν κρίνω από τις τριετίες, μπήκαμε πια στο γηροκομείο. Ε, τι να κάνουμε; Έτσι είναι ο μπλογκικός βίος, βραχύς – ας ελπίσουμε ότι η αντίστοιχη τέχνη παραμένει μακρά.

Τρεις αναρτήσεις τον περασμένο χρόνο, πάντως, με αυτά τα δεδομένα δεν είναι λίγες. Ελπίζω να υποστείτε άλλες τόσες και φέτος, καλά νάμαστε. Όσο για την επικαιρότητα, ξέρετε πού θα με βρείτε.

Εντελώς τυχαία και σίγουρα χωρίς καμία σχέση με τη θλιβερή επικαιρότητα της μετατροπής της σε τζαμί ξανακοίταξα ένα άρθρο της Ελισάβετ Ζαχαριάδου για τη Μονή της Χώρας, στην Πόλη.*

Δεν στάθηκα τόσο στο τουρμπάνι του Μετοχίτη, που υποστηρίζεται πειστικά ότι σχετίζεται με τις ανθενωτικές του τάσεις, όσο σε κάτι που δεν θυμόμουν. Ένα από τα καταπληκτικά ψηφιδωτά, για τα οποία φημίζεται η μονή, είναι ο εν Κανά γάμος. Λοιπόν στην καμάρα μιας πόρτας υπάρχει σαφώς ένας αριθμός με αραβικά ψηφία – όταν λέω αραβικά, δεν εννοώ τα δικά μας, εννοώ κανονικά αραβικά, των Αράβων. Γράφει λοιπόν ٦٨١١, μεθερμηνευόμενον 6811 δηλαδή (με τη βυζαντινή μέτρηση από κτίσεως κόσμου) 1302/3.

Η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι άγνωστη, ήδη από το 1912 όταν ο A. van Millingen θεώρησε ότι πρόκειται για τη χρονολογία εκτέλεσης των ψηφιδωτών, παρόλο που γενικά οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν πειστικά ότι ο διάκοσμος έγινε δεκατρία με δεκαεννιά χρόνια αργότερα. Όπως φαίνεται, όμως, κανένας σήμερα δεν δίνει σημασία στον αριθμό, αφότου στη μνημειώδη έκδοση για την εκκλησία, το 1966, ο P. A. Underwood υποστήριξε ότι πρόκειται για «διακοσμητικό στοιχείο που εντελώς τυχαία μοιάζει με αραβικά ψηφία». Το μοναδικό του επιχείρημα, στην πραγματικότητα, είναι η απιθανότητα του γεγονότος. Ωστόσο, αρκεί να δει κανείς το ψηφιδωτό για να πειστεί, νομίζω, ότι καθόλου τυχαία δεν μπορεί να είναι η ομοιότητα:

Το βλέπετε, πάνω από το κανάτι που κρατά ο υπηρέτης δεξιά; Ίσως καθαρότερα φαίνεται εδώ:

Ο Σέρλοκ Χολμς λέει κάπου ότι όταν αποκλείσεις όλα τα άλλα ενδεχόμενα (ότι, στην περίπτωσή μας, οι ψηφίδες είναι βαλμένες στα κουτουρού για στολίδι και έτυχε να σχηματίζουν αριθμό) αυτό που μένει, όσο απίθανο και να είναι, είναι η αλήθεια. Ο Μετοχίτης σίγουρα ήταν εξοικειωμένος με τα αραβικά νούμερα (και μαθηματικός ων, και πρωτεργάτης στις επιστημονικές επαφές με το Ισλάμ ιδίως σε θέματα αστρονομίας και αστρολογίας – κέντρο της παγκόσμιας αστρονομίας εκείνη την εποχή οι ηγεμονίες των Σελτζούκων και των Μογγόλων σε Ιράν, Αφγανιστάν και Κεντρική Ασία!), και με το τουρμπάνι έχει ήδη αποδείξει ότι αυτή η εκκλησία έχει κάτι το ιδιαίτερο. Η Ζαχαριάδου κάνει λοιπόν την τολμηρή υπόθεση ότι η χρονολογία δεν έχει να κάνει με τον ίδιο το διάκοσμο, αλλά με κάποιο γάμο, όπως της Κανά, και τέτοιο γάμο που να συνδέει τον βυζαντινό με τον ανατολικό κόσμο, ώστε να δικαιολογούνται τα αραβικά ψηφία. Και ναι, υπήρξε ένας τέτοιος γάμος το 1303: μια νόθα κόρη του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (στενού φίλου του Μετοχίτη) παντρεύτηκε τον Μογγόλο χάνο της Περσίας Gazan και έγινε γνωστή ως Δέσποινα των Μογγόλων (προσοχή, υπάρχουν πάνω από μία Μαρίες της εποχής που παντρεύτηκαν μογγόλους ηγεμόνες!–και δεν έχει καμία σχέση με την «Μαρία των Μογγόλων» του γνωστού βιβλίου, που είναι πολύ προγενέστερη).

Έλπιζε βέβαια  ο Ανδρόνικος όπως και όλοι οι Παλαιολόγοι ότι οι Μογγόλοι Ιλχάν θα στρέφονταν κατά των Σελτζούκων, όπως είχε γίνει μισόν αιώνα πριν (μάχη του Κιοσέ Νταγ, 1243) ή όπως (όχι με Μογγόλους και Σελτζούκους, αλλά με τον Ταμερλάνο και τους Οθωμανούς) θα γινόταν έναν αιώνα μετά (μάχη της Άγκυρας, 1402) – χωρίς μόνιμο αποτέλεσμα όπως ξέρουμε όσον αφορά το Βυζάντιο. Πιο ενδιαφέρον είναι ότι τέτοιες συμμαχίες μπορούσαν να εκφραστούν και σε συμβολικό επίπεδο, και μάλιστα σε έργα που αργότερα έγιναν πραγματικά εμβληματικά, και δικαίως εξάλλου. Κάποιοι θα έβγαζαν φλύκταινες σήμερα.

 

*Elizabeth A. Zachariadou, «The Mosque of Kahriye and the Eastern Inclinations of its Late Byzantine Patron», Archivum Ottomanicum 30 (2013), 281-301.