Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Είπα να αυτονομήσω εδώ μια μεγάλη συζήτηση που έγινε σε δύο μέρη με διαφορά πενταετίας (εδώ και εδώ), την οποία για διάφορους λόγους θεωρώ  ενδιαφέρουσα — μια και τουλάχιστον οι συμμετέχοντες φαίνεται να ενδιαφέρονται εξίσου, την παραθέτω εδώ (αφού έβγαλα κάποιες άσχετες παρεκβάσεις) ώστε να υπάρξει συνέχεια στα σχόλια. Για την οικονομία της συζήτησης (pun intended) δηλώνω ότι το κέντρο της κουβέντας καλό θα είναι να παραμείνει στο φιλοσοφικό-ανθρωπολογικό-ιστορικό πεδίο, αν και παραδείγματα (και) από το παρόν είναι φυσικά ευπρόσδεκτα. Α, να πω επίσης ότι και αυτό ίσως είναι βραδυφλεγές νήμα, τουλάχιστον από τη μεριά μου αυτό τον καιρό.

  • Ηλεφούφουτος

    Μήπως αδικούμε την οικονομία όταν μιλάμε για «οικονομοκρατία»; Επειδή οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι όσα γίνονται επιβάλλονται από την οικονομία (όπως οι πατεράδες τους έλεγαν ότι το θέλει η πατρίς, ο Θεός κλπ.) δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τους πιστεύουμε.

  • Cadmian

    Ο Ηλεφούφουτος έχει δίκιο, η οικονομοκρατία στη βάση της δεν έχει να κάνει με την οικονομία, αλλά με τη θεολογία και την θρησκειοποίηση των αγορών. Σαν την νεοφιλελευθεροποίηση της βιολογίας και της γενετικής ένα πράγμα.

  • Μπουκανιέρος

    Ωραία τα λες, Cadmian, πού ήσουνα τόσο καιρό;
    Με μια μικρή αντίρρηση στην πρώτη φράση (επομένως και στον Ηλεφού): η λογική της «οικονομίας» ήταν πάντα η οικονομοκρατία. Εξηγούμαι: Διαβάστε τη συνέχεια »

Μου προξενεί πάντα (πια) μια ορισμένη εντύπωση πόσο επίκαιρος θεωρείται ο Ντεμπόρ και οι συν αυτώ σιτουασιονιστές ή αν προτιμάτε καταστασιακοί. Όσοι τους διαβάσαμε στα νιάτα μας είχαμε το τοτινό πλεονέκτημα να κολλήσουμε μια σνομπ υπεροψία απέναντι στους φτωχούς συμφοιτητές-μελλοντικά στελέχη, που συχνά αντιστάθμιζε το ότι για παράδειγμα βαρεθήκαμε να μελετήσουμε τον Αλτουσέρ· όσοι τους συνάντησαν μεγάλοι προτίμησαν τον ηδονιστή Βανεγκέμ, που προσφέρεται για αγροτουριστική αμπελοφιλοσοφία (έχω στο νου μου γνωστό αρθρογράφο της παλιάς Ελευθεροτυπίας, ας πούμε) και που έμεινε στην ιστορία επειδή έφυγε για τις προγραμματισμένες διακοπές του πάνω που ξεκινούσε ο Μάης του ’68, τον οποίο οι σύντροφοί του αρέσκονταν να τονίζουν ότι προκάλεσαν· άλλοι που διάβασαν τον Ντεμπόρ σε παλιότερα νιάτα χαίρονται να τον περιφέρουν σαν δείγμα του ότι ο πραγματικός επαναστάτης αρκεί, όπως εκείνοι, να πίνει με παρέα μέχρι το ξημέρωμα. Είναι αρκετά ειρωνικό –αλλά, ίσως, και ενδεικτικό– ότι σήμερα κυκλοφορεί σε πολυτελείς αν και φτηνές εκδόσεις (Σημειώσεις πάνω στο πόκερ) και σε άρθρα της Λάιφο (όπου μάλιστα διαβάζουμε ότι πλήρωσε τις ιδέες του με τη ζωή του, κάτι που αν μη τι άλλο χρειάζεται κάποια επεξήγηση). Δεν ξέρω αν αυτό είναι πιο ειρωνικό ή το ότι του κάνει αφιέρωμα η Αυγή των ημερών — αν και θα ήθελα να υποψιαστώ έναν αυτοσαρκασμό εκ μέρους του Κοροπούλη (του οποίου παρεμπιπτόντως η αρκετά αποστασιοποιημένη από τον τρέχοντα θαυμασμό εισαγωγή αποτελεί και μια ωραία βιβλιογραφική επισκόπηση, όπως θα λέγαμε).

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια – ή θέαμα, αν προτιμάτε. Η μικρή αυτή εισαγωγή μας φέρνει στο κείμενο που ακολουθεί, γραμμένο από τον παλιό και αγαπημένο φίλο Μπουκανιέρο, που επιτέλους ψήθηκε να το προσφέρει στο φιλόξενο αυτό ιστολόγιο. Η εποχή προσφέρεται για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, και χαίρομαι που μέσω του Μπουκάν ξεκαθαρίζω και κάποιους δικούς μου. Και, μια και αισθάνομαι αρκετά αποκομμένος από τον κόσμο αυτό τον καιρό, αναρωτιέμαι με περιέργεια αν η κριτική πρόκειται να ξυπνήσει παλιά πάθη ή θα περάσει απαρατήρητη πέρα από τις συγκαταβατικές παρατηρήσεις των γνωστών και μη εξαιρετέων φίλων εδώ.

Το αληθινό σχίσμα

Η Ακαταστασία

Δώδεκα ύστερες θέσεις για την απουσία κατασκευής καταστάσεων

Α.  Ακαταστασία, αλλά και ανημποριά

1

Αναδρομικά, προκαλεί εντύπωση η αντίφαση ανάμεσα στις διακηρυγμένες φιλόδοξες βλέψεις των ομάδων που εμπνέονταν από καταστασιακές ιδέες και την ελάχιστη επιρροή τους στον περίγυρό τους, ευρύτερο ή και άμεσο. Υπήρχαν βέβαια και εξωγενείς παράγοντες γι’ αυτό, δημιουργείται όμως η υποψία ότι και η υπέρμετρη φιλοδοξία, με την αυτάρεσκη σιγουριά που τη συνόδευε, έχουν κάποια ευθύνη γι’ αυτή την αποτυχία. Ήταν σάμπως κάποιο ισχυρό ναρκωτικό που προκαλούσε φαντασιώσεις μεγαλείου ενώ την ίδια στιγμή καταδίκαζε σε ανημποριά. Η συνηθισμένη παρηγοριά, ότι αυτές οι ιδέες που εκφράζονταν εδώ σε συνεκτική μορφή βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς, διάχυτα και αορίστως, «μέσα σ’ όλα τα κεφάλια» μπορεί κι αυτή να αποδειχτεί ότι λειτουργούσε σαν μπούμερανγκ.

2

Γιατί η αδυναμία αυτή φαίνεται ότι απλώνονταν σε κύματα. Όχι προς «όλα τα κεφάλια», αφού τα περισσότερα αγνοούσαν την πηγή της και η παθητικότητά τους οργανώνονταν με άλλους τρόπους, αλλά προς μια μικρή αλλά ίσως κρίσιμη μειοψηφία που διατηρούσε τις ανησυχίες της. Το μικρό αυτό κοινό, αν τυχόν έπαιρνε στα σοβαρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, έμενε παράλυτο ανάμεσα στην απορία και το θαυμασμό: μα πώς μπορεί να είναι αυτοί οι τύποι τόσο ωραίοι, έξυπνοι και σίγουροι; Μα πώς ζουν; Οι τολμηροί (ή οι τυχεροί) που τους πλησίαζαν διαπίστωναν τη διάσταση λόγων-έργων. Οι περισσότεροι έμεναν στο στάδιο ενός απόμακρου σεβασμού που τους στερούσε τη δυνατότητα να κάνουν κάτι μόνοι τους (ήταν αδύνατο να κάνουν κάτι τόσο καλό…). Υπήρχαν άλλωστε έτοιμα κουτάκια και οποιαδήποτε μορφή δράσης, αν υπήρχε λόγος, μπορούσε να βρει αυτόματα τον κατάλληλο χλευασμό. Οι Μυημένοι μπορεί να ονόμαζαν «φιλο-σιτού» εκείνους τους ελάχιστους που τους επιδοκίμαζαν ή που έστω ασχολούνταν μαζί τους, αν τυχόν ενοχλούσαν την ιδιόμορφή τους μακαριότητα, κι αν είχαν αρκετό θράσος κι αρκετή μεγαλομανία μπορεί να έστηναν κι ολόκληρη κοινωνιολογική ανάλυση πάνω τους, προεκτείνοντας αυθαίρετα τα όχι και τόσο στέρεα συμπεράσματά τους.

3

Δεν κρατούσαν και πολύ αυτές οι προσπάθειες. Κατά κάποιο τρόπο, η αδυναμία αντανακλούσε πάνω στο κάτοπτρο του μικρού κοινού κι επέστρεφε στην πηγή της, θολώνοντας την εικόνα στο μαγικό καθρέφτη του ναρκισσισμού. Βούλιαζαν στην πλήξη τους – και χωρίς να κολλήσουμε στην περιπτωσιολογία, τα περισσότερα μέλη τους κατάληξαν λίγο-πολύ στην παραίτηση ή στην απομακρυσμένη ενατένιση του σοφού βετεράνου, συχνά στην απλή απόσυρση ή στην εκτροπή σε πνευματιστικούς κύκλους και ότι-νάναι. Η αποτυχία τους δεν είχε τίποτα το ηρωικό, δεν θύμιζε σε τίποτα τη ρομαντική (βικτωριανή αλλά και χολιγουντιανή) έφοδο της Ελαφράς Ταξιαρχίας.

4

Όχι ότι εκείνα τα χρόνια ήταν γαλήνια. Μάχες δόθηκαν, αλλά κάτω από άλλες σημαίες και με άλλα όπλα. Οι ήττες τους δεν είναι καταστασιακή κληρονομιά.

Τελικά, δεν είναι εύκολο πράγμα το να ηττηθεί κανείς. Θέλω να πω, για να ηττηθεί πρέπει να πολεμήσει, η ήττα προϋποθέτει τη μάχη, άρα και την πιθανότητα, οσοδήποτε μικρή, μιας νίκης, ακόμα κι αν πρόκειται για έφοδο στον ουρανό.

Χρειάζεται να σου δώσει τη σχετική σημασία ο αντίπαλος. Γι’ αυτό, δεν αρκεί π.χ. να καθίσεις σε μια απόμακρη βουνοκορφή και να βγάζεις εμπρηστικούς λόγους. Στην περίπτωση αυτή, ο εχθρός θα μπορούσε π.χ. πρώτα να οργανώσει ακόμα καλύτερα την απομόνωσή σου (όσο ανησυχεί, λόγω της ρητορικής σου, ότι μπορεί να είσαι επικίνδυνος) και στη συνέχεια να σε μετατρέψει σε θέαμα, με τη χυδαία έννοια, δηλ. να κόβει εισιτήρια (όταν βεβαιωθεί ότι δεν είσαι). Και μάλλον αυτό έκανε.

5

Με αυτό δεν θέλω να πω ότι πρέπει να βάζουμε μετριοπαθείς και προσγειωμένους στόχους, ούτε να υποστηρίξω κάποιου είδους ρεφορμισμό κλπ. Δεν θέλω να αρνηθώ την παλιά ταχτική του γέρο-τυφλοπόντικα, μόνο να πω ότι εκείνος δεν φωνάζει – και κυρίως προσέχει να μη σκάβει προς λάθος κατεύθυνση.

6

Αυτά ίσχυσαν ακόμα και για όσους είχαν από νωρίς διαχωρίσει τη θέση τους από το ντεμπορισμό και είχαν ασκήσει κριτική στο ναρκισσισμό του. Ανήκαν δηλ. κι αυτοί ως ένα σημείο στην παράδοση της IS και στη μηχανική αντιγραφή που γεννούσε ο θαυμασμός. Ο συγγραφέας τούτων των αράδων δεν θέλει να βγάλει την ουρά του απέξω – αποδέχεται το ποσοστό που του αναλογεί σαν στόχος αυτής της κριτικής.

7

Όταν βλέπουμε σήμερα κάποια ιστοσελίδα με τα συνηθισμένα παραφερνάλια (νοσταλγικές φωτογραφίες, ηρωικές δηλώσεις, σπανιότερα κάποιον έξυπνο σαρκασμό), είμαστε λίγο-πολύ σίγουροι ότι η υπόθεση έχει, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς εικαστικό ενδιαφέρον – και σίγουρα κανένα διανοητικό, θεωρητικό, πραχτικό ή πολιτικό ενδιαφέρον.

Β. Ντεμπορισμός, αλλά και αριστοκρατισμός

8

Ασφαλώς η εμπειρία της IS δεν είναι για πέταμα κι ασφαλώς υπήρξαν κέρδη και διδάγματα κοκ. Όμως δεν είναι εδώ ο χώρος που θα μιλήσω γι’ αυτά. Επειδή, παραδόξως (ή μήπως όχι;), όσοι δηλώνουν το θαυμασμό τους για τους καταστασιακούς αναφέρονται συνήθως στον κλασικό ντεμπορισμό, όχι στην ιστορία της IS γενικά αλλά στην εκ των υστέρων ερμηνεία της, έτσι όπως παρουσιάζεται στο Αληθινό σχίσμα. Εκεί, όπως θα θυμάστε, το φυλλορρόημα της IS παρουσιάζεται σαν στρατηγικά αποφασισμένη διάλυση – ή τουλάχιστον αυτό το νόημα έδωσε στη συνέχεια η αυθεντία. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί και τώρα θα αναλάβαιναν δράση οι μάζες, ενώ το κέντρο θα γινόταν αόρατο. Ποτέ δεν μάθαμε τι ακριβώς συνέβη στον κόσμο (κατά τη γνώμη του Στρατηγού) ανάμεσα στη στιγμή αυτή και στα Σχόλια – και είναι κρίμα αφού πιστεύεται ότι ο Στρατηγός έχει ταυτόχρονα δίκιο και στις δυο αυτές, εντελώς αντιφατικές, στιγμές.

9

Με αφορμή τα Σχόλια και τον Γκύντερ Άντερς… Το θέμα δεν είναι η «λογοκλοπή», ασφαλώς τιμημένη πρακτική όταν δηλώνεται ή έστω δεν κρύβεται συστηματικά – καθώς συχνά ανοίγει δρόμους, προσφέρει απρόσμενες διασυνδέσεις, γεννάει νέες ιδέες κλπ. Όταν όμως συμβαίνει το αντίθετο, και μάλιστα με ιδιαίτερα κακόπιστο τρόπο που περιλαμβάνει «αποκεφαλισμό του αγγελιοφόρου» (εννοώ τον άτυχο οπαδό που υπέδειξε τη συγγένεια), μπορούμε να θυμηθούμε και παλιότερες απροθυμίες στην αναγνώριση διανοητικών χρεών (Λεφέβρ, Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, Φρανκφούρτη), όπου συχνά ακολουθούσε ο εξευτελισμός της πηγής. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο της γόνιμης διασύνδεσης: δηλ. η δημιουργία μιας νεκρής ζώνης γύρω από την Τελειοποιημένη Θεωρία, μια έρημος που επέτρεπε ή και επέβαλλε τον ενατενιστικό θαυμασμό – και μοιάζει να ήταν σκόπιμο.

10

Ο κλασικός ντεμπορισμός παραμένει σαφώς μέσα στα όρια του μαρξισμού, και μάλιστα ενός αρκετά ορθόδοξου μαρξισμού, ακόμα και χωρίς να λογαριάσουμε τον εργατισμό του. Πράγματι, δεν αμφισβητεί ολόκληρο το ιστορικό σχήμα του ορθόδοξου μαρξισμού, τη «φιλοσοφία της ιστορίας» του ούτε την σε τελική ανάλυση κυριαρχία της οικονομίας. Μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται στο ίδιο σημείο με τις ποικίλες τροτσκιστικές ή νεοτροτσκιστικές εκδοχές του μαρξισμού, όπου η σπουδαιότερη καινοτομία θα ήταν κάποια νέα άποψη για τη φύση του σοβιετικού κράτους. Με μια κουβέντα, ο ντεμπορισμός είναι μαρξισμός. Εντούτοις, ο ντεμπορισμός επέμενε να δηλώνει (ηχηρά κάποτε) ότι βρίσκεται πέρα ή έξω από τον μαρξισμό. Το παράδοξο είναι ότι άλλα ρεύματα σκέψης, τα οποία δήλωναν μαρξιστικά, είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερο στην αμφισβήτηση των κλασικών ιστορικών σχημάτων του μαρξισμού. Αυτό όμως δεν ήταν ορατό ή δεν έγινε κατανοητό (άλλοτε από απλή άγνοια κι άλλοτε από εξεζητημένη τύφλωση) στους λεγόμενους καταστασιακούς κύκλους.

11

Όσο για τον ίδιο τον Ντεμπόρ, κακογέρασε μέσα σ’ ένα κάπως αστείο αυτοθαυμασμό, ανάμεσα σε νοσταλγικές κι απολογητικές εξιστορήσεις ενός ένδοξου παρελθόντος και σε μια μόνιμη εξάρτηση από τον καθρέφτη, αντισταθμίζοντας όλ’ αυτά καθώς και την έλλειψη νέων ιδεών με το μοναδικό ταλέντο που του απέμενε: τις επιδείξεις υψηλού ύφους. Διόλου περίεργο που τοποθετήθηκε, μετά θάνατον, ανάμεσα στους αναγνωρισμένους κλασικούς της γαλλικής γλώσσας, ούτε ότι κέρδισε την όψιμη εκτίμηση των εστέτ. Ας μην ξεχνάμε και τις επιδείξεις του παλιάς-καλής υψηλής αστικής κουλτούρας, διανθισμένες με αγαπημένα παραθέματα από λεπτεπίλεπτους κι αυτάρεσκους αυλικούς μέχρι τον ξεπεσμένο αριστοκράτη Τοκβίλ (που, από ειρωνεία, αναγορευόταν την ίδια στιγμή σε έμβλημα και λάβαρο του παλιού-και-νέου φιλελευθερισμού). Κι ακόμα χειρότερα, αφού άφησε την ελιτίστική του τάση να εξελιχθεί σε κοινότοπο και πλαδαρό συντηρητισμό, καταλήγοντας όπως οποιοσδήποτε γέρο-γκρινιάρης να κοροϊδεύει τους σύγχρονους Γάλλους ότι δεν μιλάνε σωστά τη γλώσσα τους («Γαλλικά είναι αυτά που μιλάνε οι σημερινοί αναλφάβητοι;») ή σε πιο εξεζητημένο στιλ ότι δεν αναγνωρίζουν τον οχτασύλλαβο στίχο του Βιγιόν, ή πάλι να δηλώνει την ενόχλησή του για τα «ζωηρά χρώματα κόμιξ» που πήρε η οροφή της Καπέλα Σιστίνα μετά τον καθαρισμό της από τους συντηρητές. Ο ίδιος προτιμούσε τη μουντή σκοτεινιά που είχε συνηθίσει, τη σεβάσμια βρωμιά των αιώνων.

Γ. Φιλολογικές ακαταστασίες

12

Ένα τελευταίο σχόλιο γύρω από την απόδοση «καταστασιακός». Είχε φανεί πολύ πετυχημένη, την εποχή της επινόησής της, ξεφεύγοντας ή ξεπερνώντας τις έως τότε αποδόσεις, «σιτουασιονιστές» ή «σιτυασιονιστές», καθώς και τη διατήρηση του λατινόγραφου «situationnistes». Οι χάρες της, ότι έμενε μακριά από τους -ισμους, ότι υπογράμμιζε ακόμα περισσότερο την έννοια της κατάστασης, αποδείχτηκαν ωστόσο, με τον καιρό, δίκοπο μαχαίρι – ενώ και οι γλωσσικές εξελίξεις, π.χ. με τη διάδοση του όρου situationnel / situational σε διάφορα πεδία και σε ποικίλα συμφραζόμενα, δημιούργησαν πρόσθετη σύγχυση.

Οι γλωσσικές ετικέτες, κοντολογίς, δεν εξασφαλίζουν τίποτα, μπορούν μάλιστα να συνεισφέρουν στην ψευδαίσθηση μιας τέτοιας εξασφάλισης, ενώ τα «γλωσσολογικά» επιχειρήματα μπορούν συνήθως να χρησιμοποιηθούν και προς την μία και προς την άλλη κατεύθυνση.

 

Μπουκανιέρος

(Καλυφτάκι, 21 προς 22 του Μάρτη 2016)

 

* Η τελευταία, δωδέκατη θέση περιείχε αρχικά μια πιο φιλόδοξη αλλά τελικά εντελώς λανθασμένη τοποθέτηση. Πείστηκα γι’ αυτό και την τροποποίησα ριζικά μετά από συζήτηση με αγαπητό φίλο, που γνωρίζει άλλωστε το θέμα πολύ καλύτερα από μένα.

 

Το πιο αστείο γεγονός των ημερών, είναι όλοι αυτοί που μας έχουν φάει τα αυτιά δεκαετίες τώρα για την Τέλεια Βρετανία και τώρα ανακαλύπτουν ότι δεν έχει μόνο Οξφόρδες και Σίτι, να, έχει κι αυτή λαουτζίκο που πλανήθηκε από τους λαϊκιστές. Κυκλοφορεί αρκετά αυτό το βιντεάκι, όπου ένας ψηφοφόρος του βρέξιτ εμφανίζεται μετανοημένος: «Δεν περίμενα ότι θα μετρούσε και πολύ η ψήφος μου, φανταζόμουν ότι θα κέρδιζε η Παραμονή… Νομίζω ότι η οικονομική αβεβαιότητα θα μεγεθυνθεί τους επόμενους μήνες, και πραγματικά ανησυχώ πολύ!»

Τα σχόλια που έχω δει είναι τα αναμενόμενα: λαϊκισμός και πού οδηγεί, έπαινος της ειλικρίνειας και της συναίσθησης της κατάστασης, δικαίωση όσων βλέπουν ότι η πολλή δημοκρατία βλάπτει και ότι οι φτωχοί ψηφίζουν λάθος, ότι δημοψηφίσματα θέλουμε μόνο στη Λατινική Αμερική… Δεν είδα κανέναν να σχολιάζει το εξής:

Ο άνθρωπος δεν περίμενε ότι θα μετρούσε η ψήφος του γιατί προφανώς δεν του είχε συμβεί ποτέ.

Εν τέλει, άλλωστε, ποιος αμφιβάλλει ότι το βρετανικό δημοψήφισμα θα είναι το τελικό βήμα προς την παγίωση αυτού του γεγονότος; Μ’ άλλα λόγια, του να μην μετράει ποτέ η ψήφος;

Με τον παραπάνω βαρύγδουπο τίτλο θέλω απλώς να κάνω αυτό που λέμε ρεμπλόγκιν. Σε ένα από τα λημέρια του Δύτη θα ήταν κανονικά η θέση του, αλλά στο συγκεκριμένο λημέρι έχουμε μείνει τρεις κι ο κούκος να επανερχόμαστε συνέχεια στα ίδια και στα ίδια χωρίς ελπίδα συμφωνίας και να πρήζουμε αλλήλους με τις ίδιες και ίδιες γνωστές γνώμες· αποτέλεσμα, όπως το βλέπω, ασυνεννοησία, τονισμός της λεπτομέρειας σε βαθμό καλοπροαίρετης κακοπιστίας (ας μην παρεξηγηθώ) και πλήρης έλλειψη νοήματος. Εν ολίγοις, διάβασα πρόσφατα φίλους και φίλες να έχουν ενδιαφέροντα πράγματα να πουν σχετικά με αυτά, τα ίδια και τα ίδια τα έρμα: την αποικιοκρατία, τη διαμόρφωση του δυτικού καπιταλισμού, πράγματα που εμένα ξέρετε όλοι πως με ενδιαφέρουν (ενώ μπορεί να μην ενδιαφέρουν άλλους). Οπότε προτιμώ να τα διαφημίσω από δω, πόσο μάλλον που δεν έχω κάτι ενδιαφέρον να πω από μόνος μου αυτό τον καιρό.

Λοιπόν, σημερινό: Τέταρτος Κόσμος, Σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας γυναίκες

(Και δυο παλιότερα):

Σύνδεση με Κάιρο, Η σύγχρονη αναπαραγωγή του ιστορικού ρατσισμού

Τέταρτος Κόσμος, Μαράνοι, Μαρόν και μπλε μαρέν

Αν θέλετε, το βλέπετε σαν διαφήμιση· ίσως και σαν μια προσωπική σημείωση. Θα βάζω στα σχόλια και άλλα σχετικά άμα βρίσκω. Καλή ανάγνωση!

Να τι διαβάζουμε σε μια αναφορά του υπουργού του Δικαίου Ιωάννη Θεοτόκη προς το Εκτελεστικό σώμα, γραμμένη στο Ναύπλιο στις 2 Οκτωμβρίου 1824:

Κάποιος Μεχμέτ δερβίς εφέντης, καταγόμενος εκ μιας των εν Τριπολιτζά οικογενειών, ανήρ έμπειρος εις την οθωμανικήν γλώσσαν, και επομένως από τους κατά πολλά χρησίμους και αναγκαίους εις το υπουργείον τούτο, δια τα καθημέραν παρεμπίπτοντα έγγραφα, τεμεσούκια και χοτζέτια. Ευχαριστείται να προσκοληθή εις το υπουργείον με εκατόν γρόσια μηνιαίον προς εξοικονόμησιν της οικογενείας του.

Περιττόν το υπουργείον να τον συστήση ήδη προς την Διοίκησιν, ως άνθρωπον καίτοι τούρκον όντα, φιλέλληνα όμως και φιλόκαλον, ως πολλάκις το απέδειξεν ο ίδιος πραγματικώς.

Εμφανίζεται και σ’ άλλα έγγραφα αυτός ο φιλέλληνας και φιλόκαλος Τούρκος. Τα ελληνικά του, βέβαια, δεν ήταν τόσο καλά όσο (υποθέτουμε) τα οθωμανικά του. Γράφει τον Απρίλιο του 1825:

Προς το σηβαστόν εκτελεστικόν σώμα

αφού αποφάσισα να αποθάνο εις τηγήν εις στην οπίαν εγενίθιν να δουλέψο τιν ελινικιν διοίκησιν εις ότι δήνομεν με σταθερότιτα και επιμέλιαν κατίντισα να ηστεριθό όλα τα μέσα τα οποία δήναντε να μου φιλάξουν ειςτινιγίαν και τιν επιμέλιαν του να εκπλιρό το χρέος, εις στο οπίον ήμε διορισμένος το να εξιγίσο τα μέσα, οπου μου λίπουν είνε περιτόν διότι η σεβαστί διοίκησις τα γνορίζι βλέπει ότι ήμε γυμνός ηξεύρι ότι ηστερούμε τον καθιμερινόν έξοδόν μου…

δούλος σας δερβής μεχμέτ εφένδης

Τα ελληνικά του δερβίση είχαν πάντως βελτιωθεί μέχρι τον Φλεβάρη του ’28, οπότε γράφει προς τον Καποδίστρια ότι η μετά των Ελλήνων σχέσις μου μεταξύ του τοσαετούς διαστήματος της διαγωγής μου εστάθη ανεπίληπτος ως προς τας οθωμανικάς προλήψεις… η πείρα με απέδειξε πρόθυμον εις το να συμπάσχω, και να συνδυστυχώ μετά των ελευθέρων Ελλήνων, προτιμήσας την ελευθέραν ζωήν μάλλον, ή την μετ’ ευκλείας υπόζυγον μετά των ομοφύλων μου διαγωγήν… τούτο μετηρχόμην ουχί ως προδίδων το ομογενές μου, αλλ’ ως ζηλωτής υπέρμαχος της ελευθερίας εξ υπαρχής.

Παράξενη περίπτωση· δεν είναι ο μόνος, ωστόσο: τα αρχεία της Επανάστασης έχουν και διάφορους άλλους αυτόμολους. Ένας Χουσεΐν Βελή από την Πέργαμο, βεβαρυμένος από την ακαταστασίαν του στρατιωτικού μας ήλθε αυτόμολος στην επαναστατημένη επικράτεια αλλά τον λήστεψε ο φύλακας στο πέραμα της Σαλαμίνας, και ζητά άδεια να πάει στη Σύρα να δουλέψει βυρσοδέψης ή στην καπνοσυρειγγοποιΐαν. Μαζί του και άλλοι έχουν αυτομολήσει κατά την πολιορκία της Αθήνας: άντε βρες άκρη για τους πραγματικούς λόγους, που μάλλον δεν θα ήταν τα ιδεώδη του Ντερβίς Εφέντη. Όμως τι να πεις για τον Εμίν Ισμαήλ ογλού, ο οποίος δηλώνει ότι όντας μουσουλμάνος θεσσαλονικεύς μη υποφέρων την τυραννίαν, αποφάσισα να ζητήσω μίαν ευνομουμένην διοίκησιν, οποίαν χαίρει η Ελλάς Σήμερον [1828] διό και καβαλικεύσας το μικρόν μου πλοιάριον ψαράδικον εμίσευσα από την θεσσαλονίκην δια τα παράλια του ολύμπου; Ένας άλλος πάντως, ο Σεΐζης, οθωμανός τη θρησκεία και έλλην τη πατρίδι και τω φρονήματι επικαλείται και του αειμνήστου αρχηγού καραϊσκάκη το στρατόπεδον για τις εκδουλεύσεις του. Ο δε Βρεμπής Καλαβρυτινός (Βεχμπής, υποψιάζομαι) δεν θέλησε να αφήσει την γεναιθλίαν γην μας αλλά έτρεξε εις τα στρατόπεδα, εναντίον των ομοθρήσκων [τ]ου (κηδόμενος μάλλον του εθνισμού παρά της διαφοράς της θρησκείας) παρακολουθήσας τον αείμνηστον στρατηγόν αθανάσιον μπότζαρην ντούσιαν. Λέει αργότερα ο ίδιος: το πώς είμεθα τούρκη ναι μεν αμή πρέπει να είσται βέβαιοι δεν εφρονούσαμεν τουρκικά αλλά εφρονούσαμεν και φρονούμεν τόσον ελληνηκά όστε από καθε έλληνα καλήτερα και μαχόμεθα εναντίαν της θρησκείας μας. Οι πιο πολλοί, πράγματι, είναι ντόπιοι που επιλέγουν τον τόπο και όχι την θρησκεία: όπως ένας Οσμάν Τζερετόπουλος, του οποίου ο γιος φυλάττων την προπατορικήν του θρησκείαν, ηγωνίσθη μετά των Ελλήνων, καθ’ όλον το διάστημα της ελλ. επαναστάσεως διατελών εισέτι εις την φρουράν της επιτροπείας (γράφει ο έκτακτος επίτροπος Ανατολικής Ελλάδας Κ. Μεταξάς, το 1831).

Και αν νομίζουμε ότι πρόκειται μόνο για μεμονωμένες περιπτώσεις αυτομόλων, να και ένα κατάστιχο με την οθωμανική εκατονταρχία του Μουστάφα διατελούσα παρά χιλιάρχω νικολάω Κριεζώτη, εν έτει 1828 πάλι. Βλέπει κανείς στον κατάλογο ανάκατα τον Μουστάφα Γκέκα (45 ετών, εκατόνταρχο), τον Γεώργη Μυτιληναίο, τον Βεΐζη Αράπη (Αλβανό, 27 ετών), τον Σουλεϋμάν Γκέκα και τον αλβανό τζαφάρη, τον Μεχμέτη από το Αϊβαλί και τον Μήτρο Καλόγερο (από τον Εύρυπο), τον Παναγιώτη απ’ τη Θήβα και τον Μεχμέτη από την Τριπολιτζά. Είναι παράξενο ότι δεν μοιάζει να ξέρουμε τίποτα άλλο για αυτή την «Οθωμανική εκατονταρχία» πέρα από το συγκεκριμένο έγγραφο! Παρομοίως, την ίδια χρονιά, οι υποφαινόμενοι οθωμανοί Αχμέτης Λοφτζαλής, Αχμέτης Βιδηνλής και Ισμαήλ Ανδριανοπολίτης αναφέρουν ότι αφ’ ου καιρού εσύστησεν ο Κ. Αθανάσης Παπάζογλους το πρώτον ιππικόν εμβήκαμεν υπό την οδηγίαν του.

Πολλά μπορεί να σχολιάσει κανείς, από τη σύγχυση εθνικού-θρησκευτικού στην ορολογία μέχρι τα κίνητρα και το ποιον των αυτόμολων, και από το τι θεωρούσαν οι επαναστάτες ιθαγένεια μέχρι το πόση σημασία είχε και η πολιτειακή μεταβολή με την Επανάσταση· δείτε και τη βιβλιογραφία από κάτω. Αντίθετα με εμένα όμως, ο Δύτης δεν καμώνεται τον ιστορικό. Ασφαλώς πολλά από όσα διαβάζουμε είναι τυπικές φόρμουλες, κάποια όμως μοιάζουν ειλικρινής έκφραση πίστης. Και γιατί όχι; Ο οθωμανός ιστορικός της εποχής, ο Σανιζαντέ —τον θυμάστε;– γράφει πως λίγο πριν τον Μάρτη του ’21 κάποιος καθολικός Αρμένιος είχε πει σε ένα μουσουλμάνο φίλο του ότι η επερχόμενη χριστιανική επανάσταση θα γίνει «για να είμαστε κι εσείς κι εμείς ελεύθεροι και ίσοι· και θάναι καλύτερα για όλους».

Ναι, ξέρουμε ότι τελικά δεν ήταν πάντα καλύτερα για όλους. Αλλά, δεν θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρόθεση;

Βασική πηγή: Spyros D. Loucatos, «Les arabes et les turcs philhellènes pendant l’insurrection pour l’indépendance de la Grèce«, Balkan Studies 1980, σελ. 233-273. Υπάρχει και προγενέστερη ελληνική βερσιόν: Σπυρ. Λουκάτος, «Τουρκο-αλβανικού φιλελληνισμού εράνισμα κατά την ελληνικήν Εθνεγερσίαν», Αθηνά, τ. ΟΓ΄-ΟΔ΄ (1972-1973), σ. 43-63. Και ένα-δυο άλλα κείμενα, όπως του Παναγιώτη Στάθη για τους Mουσουλμάνους στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, (και άλλο ένα εδώ), του Κώστα Καψάλη για τρεις οθωμανούς αγωνιστές από το Λιδωρίκι, και μερικά ακόμα, που όλα σχεδόν βασίζονται στο άρθρο του Λουκάτου. Για τον Σανιζαντέ: Z. Yılmazer επιμ., Şâni-zâde Mehmed ‘Atâ’ullah Efendi: Şânî-zâde târîhi [Osmanlı tarihi (1223-1237 / 1808-1821)], Κων/πολη 2008, σελ. 1065.

Πιστέψτε το ή όχι, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο Δύτης κλείνει σήμερα εφτά χρόνια ζωής. Κάπως να το γιορτάσουμε, είπα, μη γράψεις πάλι τα ίδια, πάλι ότι είμαστε στο ρελαντί αλλά εδώ, ευχές και τα λοιπά, έξι φορές μέχρι τώρα βαρέθηκε ο κόσμος. Και μετά σκέφτηκα ότι στο ξεκίνημά του ο Δύτης είχε βάλει σκοπό να κοινοποιήσει τα μικρά περίεργα των αγαπημένων του Οθωμανών: να όμως που ο έβδομος χρόνος πέρασε χωρίς ούτε ένα από αυτά τα minima orientalia. Ε, ιδού λοιπόν κάτι που βρήκα πρόσφατα:

Η ιστορία αρχίζει σα μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν, διότι ο Γκότφριντ Χάγκεν, ερευνητής που εξέταζε το αυτόγραφο κείμενο του Τζιχαν-νουμά, «καθρέφτη του κόσμου» ή αλλιώς της παγκόσμιας γεωγραφίας του σπουδαίου Κιατίπ Τσελεμπή, βρήκε ανάμεσα στα φύλλα του χειρογράφου ένα χαρτί. Εντάξει, δεν είχε τον κώδικα του Άρνε Σάκνουσεμ, είχε όμως κάτι άλλο: από τη μια μεριά, ένα πρόχειρο σκίτσο της λίμνης Αχρίδας, με την ομώνυμη πόλη, το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα και τις άλλες γύρω πόλεις. Το χάρτη συνόδευε ένα δίστιχο κάποιου ποιητή της Αχρίδας, του Αμπντουλαζίζ Τσελεμπή:

Τα δώρα της Αχρίδας είναι τρία, όπως έχουν πει άνθρωποι με γούστο

Η λίμνη, ένα, τα ψάρια, δύο, και τρία τα διάφορά της φρούτα.

800px-oxrida

Αυτά στο πίσω μέρος. Το χαρτί είχε χρησιμοποιηθεί σαν πρόχειρο, διότι από την άλλη πλευρά Διαβάστε τη συνέχεια »

Ποτέ δεν συμμερίστηκα τον απέραντο θαυμασμό που γενικώς κυκλοφορεί για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, αν και κατά καιρούς διασταυρώθηκα με τις σκέψεις του και (πρέπει να πω) τον διάβασα ευχάριστα. Βλέπω τώρα να κυκλοφορεί πολύ ένα δοκιμιακό κείμενό του σε σχέση με τους Άραβες και τα, ξερωγώ, παράπονά τους, και να διαφημίζεται ως «Ο καλύτερος αντίλογος στο εκτεταμένο ‘αυτομαστίγωμα’ των Ελλήνων/Ευρωπαίων» (παρεμπιπτόντως, νόμιζα ότι οι Έλληνες φημίζονται για το ότι τα ρίχνουν όλα στους ξένους, όχι για αυτομαστίγωμα, αλλά τέλος πάντων). Αναρωτιέμαι αν κατάλαβε κανείς ότι ο τίτλος (Το βαρύ προνόμιο της Δύσης) είναι συνειδητή (υποθέτω) παραλλαγή του περίφημου ποιήματος του Κίπλινγκ: The White Man’s Burden. Και όσο και να λατρεύω τον Κίπλινγκ, δεν μπορώ να μην απορήσω με την επιλογή του Καστοριάδη* να επιλέξει τον απόλυτο ύμνο της αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα σε ένα κείμενο που ισχυρίζεται ότι η Δύση (επειδή -υποθέτω, μια και ο Στοχαστής δεν μπαίνει στον κόπο να δώσει κανενός είδους εξήγηση ή ερμηνεία- είναι κατευθείαν απόγονος της αρχαίας Ελλάδας και του προτάγματος για ελευθερία) έχει κάποια εγγενή ανωτερότητα που δεν έχουν οι Άραβες.

*[Εδώ, ο Δύτης κάνει τη μικρή έρευνά του και βλέπει (μια και δεν έχει τυπωμένη την ελληνική μετάφραση (είναι του Κώστα Κουρεμένου και είναι από δω) ότι το πρωτότυπο δεν είναι δοκίμιο, αλλά μια συνέντευξη του ’94, όπου φυσικά δεν υπάρχει τίτλος. Αναρωτιέμαι αν ο τίτλος ανήκει στον Κλεάνθη Γρίβα (απ’ εδώ δηλαδή), ωστόσο το ότι ανερυθρίαστα υιοθετείται και επαναλαμβάνεται στις μέρες μας (ας πούμε εδώ) έχει μια κάποια σημασία].

Εν πάση περιπτώσει, ας πούμε ότι τώρα με ενδιαφέρει το κείμενο όπως κυκλοφορεί και διατίθεμαι να σβήσω ό,τι έχω ειρωνικό εναντίον του Κορνήλιου, μιας και δεν πρόκειται για δοκίμιο αλλά για προφορικό λόγο. Ωστόσο θα επιμείνω· γιατί βέβαια, όλα αυτά που θα διαβάσουμε είναι μια άποψη της μόδας, αλλά το όνομα του Στοχαστή την κάνει τώρα να ακούγεται σαν ιερό κείμενο. Ας το δούμε:

Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής.

Τι θα έλεγε ο Καστοριάδης αν διάβαζε ότι περίπου την εποχή που ο Μαρσίλιος της Πάδοβας, ένα από τα πιο φωτισμένα μυαλά του ύστερου Μεσαίωνα, ίσα που τολμούσε να πρωτοπεί πως η εκκλησία πρέπει να κυβερνάται συνοδικά (και όχι με την αρχή του Πάπα), το πιο «φονταμενταλιστικό» ισλάμ θεωρούσε σχεδόν αυτονόητο ότι η επιβολή της ορθής θρησκείας και ηθικής είναι δικαίωμα και υποχρέωση όχι μόνο του ηγεμόνα αλλά κάθε πιστού ατομικά και της κοινότητας συλλογικά; Αν σας φαίνεται αδιάφορο/οπισθοδρομικό επειδή μιλάει για θρησκεία, σκεφτείτε ότι η δικαιολόγηση της αντίστασης απέναντι στον άδικο ηγεμόνα ξεκινάει στη Δύση με τον προτεσταντισμό και μάλιστα αρχικά ως καθήκον της εξέγερσης (όχι δικαίωμα) ενάντια στον θρησκευτικό καταπιεστή. Α ναι, χμ, υπήρχαν και κάτι άλλοι που δεν είχαν το θεό τους. Όσο για το πρόταγμα της αυτοκριτικής, ας κρατάμε μικρότερο καλάθι: ο Ξενοφών της Κύρου Παιδείας δεν εξυψώνει ακριβώς την Περσία έναντι του ελληνικού κόσμου, αλλά κάνει αντιπολίτευση στην αθηναϊκή δημοκρατία, όπως ο Μοντεσκιέ των Περσικών επιστολών κάνει αντιπολίτευση στη γαλλική μοναρχία. (Υπάρχουν και καναδυό οθωμανικά τέτοια κείμενα, παρεμπιπτόντως.)

H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα (τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς) να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Μαύρων, την εξόντωση των Ινδιάνων στην Αμερική. Όμως, δεν έχω δει τους απογόνους των Αζτέκων, των Ινδών ή των Κινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Απεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Ιάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.

Προσέξτε εδώ: ακόμη και σήμερα οι Ιάπωνες –παναπεί ούτε μισό αιώνα μετά, ενώ οι φερειπείν Δυτικοί της Αμερικής έκαναν την αυτοκριτική τους για την εξάλειψη των Ινδιάνων σχεδόν αμέσως (βλέπε πιχί τα γουέστερν με τον Τζων Γουέιν τη δεκαετία του ’40 –ουπς, κάτι λάθος έκανα).  Οι απόγονοι των Αζτέκων; Θα έπρεπε να περιμένουμε δηλαδή τους μισούς Μεξικάνους να κάνουν την αυτοκριτική τους στους άλλους μισούς: «Παρντόν, κάποιοι πρόγονοί μας έκαναν ανθρωποθυσίες με τους δικούς σας». Μα δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα κανείς που να θεωρείται απόγονος των Αζτέκων, όχι περισσότερο από όσο των Τολτέκων για παράδειγμα. Όσο για τους απόγονους των Ινδών, ας πούμε, τι άλλο από αυτοκριτική (αν θέλουμε ντε και καλά αυτό τον ορισμό) μπορεί να είναι όλο το «εκδυτικιστικό» ρεύμα ήδη προτού φύγουν οι Άγγλοι; Δεν είναι ο ινδικός μαρξισμός ενάντια στις κάστες; Ή υπάρχει κάποια φρικαλεότητα των Ινδών ενάντια στους Πέρσες ξερωγώ για την οποία πρέπει (ως συλλογική οντότητα) να απολογηθούν; (Λίγο πριν, στο ίδιο κείμενο, ο Στοχαστής έχει πει τη φοβερή απόφανση ότι η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Είναι η ιστορία των φρικαλεοτήτων· αν και, να του το αναγνωρίσουμε αυτό, σπεύδει να προσθέσει αν και όχι μόνον αυτή).

Οι Άραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ. ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Ευρωπαίους.  Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση 130 χρόνια (αυτό συνέβη στην Αλγερία, 1830-1962).

To ίδιο συνέβη και αλλού. Στην Αφρική συχνά λιγότερο, για να μην πούμε για την Ινδία. Οι τεχνητές συνοριακές γραμμές (μια από τις βασικές αιτίες του σημερινού χάους), το δικαίωμα των Γάλλων να έχουν αυτοδικαίως λόγο στη Συρία, τον Λίβανο ή το Μάλι, για να μην πούμε για τους Άγγλους και το Σουέζ, όσο νάναι κάποιο ρόλο θα παίζουν για τα «κακά που ταλαιπωρούν» τη Μέση Ανατολή. Ας μην πούμε για τον πόλεμο στο Ιράκ και το ξεκίνημα του συριακού εμφυλίου, μια και ο Καστοριάδης δεν ζούσε πια τότε και θα ήταν άδικο να τον κατηγορήσουμε.

Όμως οι ίδιοι αυτοί Άραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Ευρωπαίων, είχαν υποστεί για 5 αιώνες το ζυγό των Τούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Μέση Ανατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Αλλά οι Άραβες και οι Τούρκοι κατακτητές τους, που ήταν ομόθρησκοί μουσουλμάνοι, δεν μιλούν ποτέ για την κυριαρχία αυτή.

Μπα. Αν έκανε τον κόπο να ψάξει, ο Στοχαστής θα έβρισκε πως οι Άραβες είθισται να κατηγορούν πρωτίστως τους Τούρκους για την «υστέρηση» και την «οπισθοδρόμηση» που υποτίθεται ότι ανέκοψε την πολιτισμική εξέλιξή τους.

Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης.

Από την πολλή περιφρόνηση ξεχάστηκε (για παράδειγμα) ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της ανθρωπότητας, ο Ιμπν Χαλντούν, Άραβας ή τέλος πάντων Τυνήσιος που πέθανε στις αρχές του 15ου αιώνα. Μπορούμε να αναφέρουμε και άλλους.

Εξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Αίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Άραβες, όπως δεν υπήρχαν Άραβες, τότε, στη Λιβύη, στην Αλγερία, στο Μαρόκο, στο Ιράκ. Οι Άραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία.

Βλέπει κανείς ένα φοβερό μπέρδεμα μεταξύ Αράβων και μουσουλμάνων. Ελάχιστοι κάτοικοι του Μαγκρέμπ, της Αιγύπτου συμπεριλαμβανομένης, έχουν ας πούμε αραβικό αίμα (για να μη μιλήσουμε για τους κατοίκους του Ιράν), ενώ η «εύφορη ημισέληνος» της Μεσοποταμίας πάντα κατοικούνταν από αραβικές φυλές. Όλη αυτή η κριτική θα είχε νόημα (στο βαθμό που επικεντρώνει κανείς στους «Άραβες») αν υπήρχε κάποια ζωντανή αντίθεση μεταξύ Αράβων και μη Αράβων σε όλες αυτές τις περιοχές σήμερα. Χμ, όχι, αυτό σταμάτησε να υπάρχει εδώ και πάρα πολλούς αιώνες (ενδεχομένως με την εξαίρεση της Αλγερίας, όπως θα δείτε στα σχόλια).

Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο μιλάμε, βεβαίως, για το δουλεμπόριο των Μαύρων από τους Ευρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Μαύρων στην Αφρική τα εγκαινίασαν Άραβες έμποροι (11ος-12ος αιώνας και εντεύθεν), με τη συνενοχή-συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων.

Εδώ υπάρχουν διάφορες λεπτές διαφοροποιήσεις και λεπτομέρειες να δει κανείς, αλλά αξίζει να σταθούμε σε μία. Η παραδοσιακή δουλοκτησία/δουλεμπόριο βασιζόταν (σε ένα, ας πούμε, θεωρητικό επίπεδο) στον υποβιβασμό του ανθρώπου που γίνεται δούλος. Κι αυτό δεν είναι καμία μη-δυτική πατέντα, μια και την καθαρότερη μορφή της τη βρίσκουμε στον Αριστοτέλη. Η μορφή που παίρνει τον 19ο αιώνα (ξεκινώντας ήδη από την περίφημη συζήτηση για τους ιθαγενείς της Αμερικής) βασίζεται στην ύπαρξη ανθρώπων προορισμένων να είναι δούλοι. Το νήμα που συνδέει αυτή την παραδοχή με τους Untermenschen των ναζί ή με το Απαρτχάιντ ξεκινάει, αλίμονο, πάλι απ’ τον Αριστοτέλη. Και φυσικά περνάει μέσα από την αποικιοκρατία, ε;

Επίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα. Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του για αυτο-αμφισβήτηση και αυτοκριτική. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες. Αλλά, όμως, μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Αυτό που δεν είδε ο Καστοριάδης, είναι ότι η λεγόμενη αυτοκριτική της Δύσης χρονολογείται μετά την εδραίωση της θέσης της και την απόλυτη επικράτησή της. Δεν περιμένεις από τον νικημένο να αυτομαστιγωθεί! Μα ούτε στη Δύση ψελλίζει κανείς τίποτα για την αποικιοκρατία στην Ινδία ή την Αφρική μέχρι τον μεσοπόλεμο — ή μήπως για την αφύπνιση της αντιαποικιοκρατικής δύσης δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση το χειραφετητικό κίνημα των ίδιων των αποικιών; Και, στο κάτω κάτω, τι πάει να πει «αυτοκριτική της Δύσης»; Από πότε η αντιπολίτευση σε ορισμένο κοινωνικό ή πολιτικό σύστημα είναι αυτοκριτική του συνόλου; Ή πραγματικά θεωρούμε ότι αντιπολίτευση ιστορικά υπήρξε μόνο στη «Δύση»; (Θυμίζω: Λάο Τσε στην Κίνα· θυμίζω: Ομάρ Χαγιάμ στο Ιράν· έχει κι άλλα).

Κάτι άλλο: θα περίμενε κανείς από έναν φιλόσοφο με τέλος πάντων μαρξιστικές καταβολές να συνειδητοποιεί ότι πρωτεύοντα ρόλο στις κατά καιρούς καταργήσεις της δουλείας έπαιξε το γεγονός ότι ήταν πλέον άχρηστη. Με δουλοπάροικους δούλευε η οικονομία στο δυτικό μεσαίωνα, με κάτι παρόμοιο και στον αραβικό: η μαζική δουλεία μόνο στις φυτείες της Αμερικής είχε χρησιμότητα (για τους ιδιοκτήτες τους), γιαυτό και η κατάργησή της ξεκίνησε από τις ανθρωπιστικές φωνές του βιομηχανικού βορρά, που είχε πια άλλου είδους δούλους. Θα περίμενε άλλωστε κανείς από έναν τίμιο φιλόσοφο να αναγνωρίσει ότι η ιδεολογική αντίθεση στη δουλεία δεν ξεκινάει από την αγαπημένη του αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά από μια θρησκεία και μάλιστα καθόλου «δυτική» αλλά μεσανατολική: τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα λοιπόν…

Και κάτι ακόμα: μόνον ογκώδης άγνοια και, για να το πούμε ωμά, πλήρης αδιαφορία για τη διερεύνηση της αλήθειας μπορεί να δικαιολογήσει την απόφανση πως «εσωτερική αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών [ενός πολιτισμού] εν ονόματι της λογικής συζήτησης» παρουσιάζεται «μόνο στη Δύση». Διάβασε ο Στοχαστής κάποια ιστορία των ιδεών της Ινδίας ή της Κίνας και ξέρει; Εγώ δεν έχω διαβάσει και θα αποφύγω να πω· ξέρω όμως ότι, στο πολύ στενό δικό μου πεδίο, τον οθωμανικό πολιτισμό, η συζήτηση για το αν και τι πάει στραβά έφτασε σε σημεία αδιανόητα για όποιον πιστεύει πως όλα ορίζονται στο Κοράνι (για αυτό, ξανά παρακάτω): όποιος έχει όρεξη και υπομονή, ας συγκρίνει πχ τον Κοτσί Μπέη με τον Κιατίπ Τσελεμπήεδώ) ή με τον Πενάχ Εφέντη.  Το ότι τα ζητήματα που τους απασχολούν δεν ταυτίζονται με αυτά που θεωρούμε ενδεχομένως ότι θα έπρεπε να τους απασχολούν είναι αδιάφορο: σχολιάζω τώρα τη συγκεκριμένη φράση του Καστοριάδη για την αμφισβήτηση «των ίδιων των θεσμών και των ιδεών» μιας κοινωνίας. Κανείς δεν μπορεί να πει τι θα γινόταν αν ο έλεγχος του, ας πούμε, ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν άπλωνε το χέρι του παντού και, κυρίως, αν η εξάπλωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού δεν ήταν τέτοια ώστε να μην αφήνει εφικτό περιθώριο διαφορετικής εξέλιξης.

Αρκετά όμως με αυτές τις λεπτομέρειες, που στο κάτω κάτω είναι λάθη στα οποία θα μπορούσε να υποπέσει ο καθένας μας σε μια πολεμική (αν και θα έπρεπε να τα ξανακοιτάξει πριν την βγάλει σε βιβλίο). Θεωρώ ορθά-κοφτά πως ο Καστοριάδης αποδεικνύει την χρεοκοπία του ιδεαλισμού: αυτό ακριβώς δείχνει το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος που ξεκίνησε ως μαρξιστής επαναστάτης κατέληξε, με το να αγνοεί συστηματικά τις έρμες τις υλικές συνθήκες, να αναπαράγει όλο τον αποικιοκρατικό λόγο για τη μοναδικότητα της Δύσης και την ιεράρχηση των πολιτισμών κρατώντας έτσι από το μαρξισμό το λιγότερο μαρξιστικό του κομμάτι (την, ας πούμε, μονογραμμική τελεολογία που ο Μαρξ κληρονόμησε από το νοητικό πλαίσιο ακριβώς της αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα). Δεν είναι τυχαίο ότι η μόνη ερμηνεία που έχει να προσφέρει αφορά την «κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη». Γιατί διακόπτεται, γιατί ξαναρχίζει, πού εδράζεται — δεν έχει τίποτα να μας πει η φιλοσοφία για αυτό, όλα είναι γενεαλογία των ιδεών. Ή μήπως είναι απλή κληρονομικότητα; The white man’s burden…

(Ξαναλέω: μπορεί να αδικώ τον Καστοριάδη, που δεν τον πολυσυμπαθώ κιόλας, με το να βασίζομαι στον προφορικό λόγο μιας συνέντευξης. Ας μη μου πει κανένας όμως ότι αδικώ και όσους τη διακινούν με τον τίτλο «Το βαρύ προνόμιο της Δύσης».)

***

Προσθέτω μια σύντομη σημείωση, σχετικά με το ότι όλη η κακοδαιμονία των Αράβων και όλη η βαρβαρότητα των τζιχαντιστών είναι αναπόφευκτη από τη στιγμή που βασίζονται σε ένα κείμενο όπως το Κοράνι. Η σημείωση, εδώ, αφορά μόνο το τι μπορεί κανείς να κάνει με τα «ιερά κείμενα», ή, μ’ άλλα λόγια, πόσο επιβάλλουν μια ορισμένη ανάγνωση ή, αντίθετα, ο καθένας διαβάζει ό,τι θέλει. Μόλις διάβαζα μια συνέντευξη του μακαρίτη Ζακ Λε Γκοφ, ενός από τους μεγαλύτερους ιστορικούς του μεσαίωνα. Λέει λοιπόν ότι στον δυτικό μεσαίωνα, όπως και στην αρχαία Ελλάδα (στον Πλάτωνα συγκεκριμένα) έχουμε την τριμερή διάταξη της κοινωνίας (ιερείς – πολεμιστές – ποίμνιο), η οποία όπως έδειξε ο Ντυμεζίλ έχει ινδοευρωπαϊκή καταγωγή. Και πράγματι, συνεχίζει, ενώ γενικά πιστευόταν ότι η ίδια τριμερής διάταξη υπάρχει και στη Βίβλο, ο Ντυμεζίλ του έδειξε ότι εκεί δεν υπάρχει ούτε ίχνος (οι Εβραίοι ως σημιτικό φύλο είχαν άλλα κόλπα). Ε, τι έκαναν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς; Έψαξαν για τριάδες στη Βίβλο και βρήκαν τους τρεις γιους του Νώε, οπότε θεώρησαν τον καθένα πρόγονο μιας τέτοιας «τάξης». Όχι μόνο αυτό, αλλά μια και ο τρίτος γιος είχε γελάσει με τη γύμνια του μεθυσμένου Νώε (σε ένα επεισόδιο κάπως άγνωστο από τα σχολικά θρησκευτικά) βρήκαν τον τρόπο να δικαιολογήσουν και ότι η τρίτη τάξη είναι ας πούμε πιο βεβαρυμένη και έπρεπε να υποτάσσεται στις άλλες δύο (στους άλλους δυο γιους). Να πώς τα περιγράφει ο Λε Γκοφ με το γλαφυρό τρόπο του (από εδώ, σελ. 21-22· πιο αναλυτικά -και γαλλικά- εδώ):

Διότι τι συμβαίνει; Να μια κοινωνία η οποία ζει σύμφωνα με το ιερό βιβλίο, η οποία ζει σύμφωνα με τη Βίβλο, και συναντάει και τους δίνει γρήγορα τεράστια σπουδαιότητα, δομές στοχασμού, έναν τρόπο στοχασμού, ένα στοχασμό για την οργάνωση της άποψης για την κοινωνία πάνω σ’ ένα μοντέλο που δεν υπάρχει στη Βίβλο. Λοιπόν, αυτοί γνώριζαν πολύ καλά να κάνουν το εξής — ήταν μια από τις όψεις της επιτυχίας τους, του ιστορικού τους ρόλου: Ε, λοιπόν! Αυτοί οι άνθρωποι του Μεσαίωνα έβαλαν την τρισλειτουργικότητα στη Βίβλο. Μπορούμε πάντα να τα βολέψουμε με τη Βίβλο! Κι αυτό είναι η ευφυΐα της Δύσης. Το τακτοποίησαν με τη Βίβλο και πρέπει να ευχηθούμε να τα βρουν οι φίλοι μας οι μουσουλμάνοι με το Κοράνι, όπως τα βρήκαμε εμείς με τη Βίβλο. Και αναζήτησαν, κατ’ αρχήν, να βρουν πού υπήρχαν τριάδες, διότι αυτό ήταν το σχήμα εκκίνησης: είναι τρεις. Είναι τρεις: δεν είναι απολύτως όμοιοι αλλά συνδέονται μεταξύ τους. Υπέροχο! Οι τρεις γιοι του Νώε, ο Νώε έχει τρεις γιους! Τους είχαν ερμηνεύσει σα να δείχνουν τα τρία μέρη του κόσμου, σα να δείχνουν τους ορθόδοξους, τους αιρετικούς και τους άπιστους. Είναι τέλειο! Θα κάνουν τον καθένα απ’ αυτούς πατέρα της οικογένειας των ιερέων, της οικογένειας των πολεμιστών και της οικογένειας των εργαζομένων, και είναι ακόμη καλύτερο απ’ όσο μπορούσαν να φανταστούν! […] υπάρχουν δυο καλοί γιοι και ένας κακός κι έτσι, είναι φυσικό ότι ο τρίτος γιος θα υποταχθεί στους δύο πρώτους. Είναι τέλειο… Να που εξηγεί, να που δικαιολογεί το πώς στη φεουδαρχική κοινωνία οι αγρότες, οι εργάτες είναι υποταγμένοι στους ιερείς και τους ιππότες.

Να πώς η πολιτική (να το πούμε έτσι) επιβάλλεται στα κατά τα άλλα δογματικά και απαράλλακτα κείμενα και τους επιβάλλει εν τέλει τη δική της ατζέντα. Και δεν συμβαίνει μόνο με τα ιερά κείμενα αλλά και με τα επιστημονικά: ας θυμηθούμε τι ψυχολογικές ή μεταφυσικές αρλούμπες έχουμε διαβάσει με αναφορά στην κβαντομηχανική ή τη σχετικότητα. Παρεμπιπτόντως, όταν ο ισλαμικός ύστερος μεσαίωνας θέλησε να δικαιολογήσει μια διαίρεση της κοινωνίας όχι τριμερή αλλά τετραμερή (άνθρωποι της πένας, του σπαθιού, αγρότες, εμποροτεχνίτες) στράφηκε όχι στο Κοράνι αλλά στη φυσική επιστήμη (τα τέσσερα στοιχεία: νερό, φωτιά, αέρας, γη) και αργότερα (για την ακρίβεια, ένας Οθωμανός το έκανε αυτό) στην ιατρική (οι τέσσερις χυμοί του σώματος: αίμα, φλέγμα, χολή, μαύρη χολή). Κάτι έχουμε ξαναπεί και γι αυτό.