Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αυτός ο νεαρός στη φωτογραφία είναι ο Μαξ Καίμπερ.

 

Νεαρός μεταλλειολόγος, όπως στα βιβλία του Βερν, πήρε σα δώρο αποφοίτησης από την οικογένειά του (για το 1909 μιλάμε) ένα ταξίδι στην Αμερική. Ως μεταλλειολόγος θέλησε να δει τις περίφημες σπηλιές Μαμούθ, στο Κεντάκι (ω! Τομ Σώγερ! ω! Ίντζαν Τζο πεθαμένε από πείνα πίσω από το κλειστό άνοιγμα!). Ξεκίνησε για δυο βδομάδες, κι έμεινε για αρκετούς μήνες: με τη βοήθεια του Εντ Μπίσοπ, απόγονου αφρικάνων σκλάβων, εξερεύνησε τα ατέλειωτα σπήλαια (που τα λυμαίνονταν διάφορες οικογένειες, σε συνεχή πόλεμο μεταξύ τους: παραπλανητικές επιγραφές για τους τουρίστες, ψεύτικες πληροφορίες, ιστορίες Κυκλάδων σα να λέμε) και έφτιαξε ένα λεπτομερή χάρτη, της επιφάνειας συμπεριλαμβανομένης. Γύρισε στο Βερολίνο — το χάρτη τον εξαφάνισε η οικογένεια Κρόγκαν (αν το προφέρω σωστά). Παρεμπιπτόντως, δικός τους σκλάβος και κατόπιν απελεύθερος ήταν ο πραγματικός εξερευνητής των σπηλαίων, ο Στήβεν Μπίσοπ, υποθέτω πατέρας του οδηγού του Καίμπερ.

 

Κανείς δεν έμαθε τίποτα παραπάνω για τον Καίμπερ, όπως φαίνεται (ή σχεδόν). Δεν ταξίδεψε στο κέντρο της γης, μάλλον δεν πρόλαβε καν να δουλέψει σε μεταλλεία. Σε ένα όρυγμα ίσαμε δύο μέτρα, ένα χαντάκι λίγο πάνω απ’ το μπόι του–

 

στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου, στη μάχη του Σομ, σε μέρος πολύ ρηχό δέχτηκε τη μοιραία σφαίρα.

 

Now we are six

Ε ναι, πέρασαν έξι χρόνια. Διακόσια ογδόντα ποστ, πάνω από δέκα χιλιάδες σχόλια, ωραίες συζητήσεις,  μέχρι και καινούριες φιλίες. Άντε παιδιά, να τα κατοστήσουμε λοιπόν!

Διαβάζει κανείς διάφορα αυτό τον καιρό. Είναι μια νέα απόλαυση, για παράδειγμα, η ανάγνωση των επιφυλλιδογράφων της Καθημερινής: σα να παρατηρείς ένα φίδι που δάγκωσε τη γλώσσα του, αυτή την εντύπωση έχω πια διαβάζοντας τον Θεοδωρόπουλο ή τον Κασιμάτη — ο οποίος παρεμπιπτόντως έπιασε πάτο, ομολογουμένως πνίγηκε στο ξίδι που πετάει χωρίς διάκριση ένθεν κακείθεν: δεν μπορεί καν να εξοργιστεί κανείς με κάτι σαν αυτό, μόνο να γελάσει. Το ίδιο με την ξινίλα όσων περίμεναν ερυθροφρουρούς να σφάζουν τους αστούς όπως στο τραγούδι, και τώρα κρύβουν την οιωνεί απογοήτευσή τους ψάχνοντας  τις κωλοτούμπες (περίμεναν να πουν τι μαλακίες κάνουνε και λένε μα δείτε που άλλα έλεγαν –όσο για μένα, περιμένω πώς και πώς τη στιγμή που θα πουν: ε, τελικά καλά τα καταφέρανε). Εκεί που είναι άσχημα τα πράγματα είναι όταν σε απογοητεύουν άνθρωποι με τους οποίους (σε διαφορετικά στάδια) έχεις συνοδοιπορήσει κάπου, ή ακόμα εξακολουθείς να συνοδοιπορείς αλλού. Κι αν το να διαβάζεις ότι η σοσιαλδημοκρατία της εποχής μας (λέγε με Σύριζα) είναι χρυσαυγίτες με γραβάτα (ψέμματα, χωρίς καν γραβάτα) σε κάνει να κουνάς το κεφάλι για το πώς η κριτική σκέψη γίνεται κριτική απερισκεψία, για να μην πούμε ξερωγώ πολιτικός παλιμπαιδισμός (εδώ, ή εδώ…), τι να πει κανείς για την άποψη ότι ακόμα και η περιστασιακή έστω ψήφος στο ΚΚΕ είναι ασέβεια και ύβρις; Σε τι διαφέρει από την κασιμάτεια (και φυσικά, όχι μόνο) θεωρία των δύο άκρων η ανεκδιήγητη άποψη ότι η ριζοσπαστικοποίηση των νέων, όπως είναι γνωστό, και εν μέρει φυσικό, περνάει συχνά από την άκρα αριστερά, τον αντιεξουσιαστικό χώρο και ενδεχομένως τις μολότοφ, ή από την άκρα δεξιά, τώρα τη Χρυσή Αυγή· αλλιώς, σε μια ηπιότερη μορφή, από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα που χαρακτηρίζεται κομμουνιστικό, εν προκειμένω το ΚΚΕ; Και όμως: Γιάννης Χάρης εδώ (και ακόμα πιο δημοσίως, εδώ). Θλίψη (για να μην πω χειρότερα). Τι να πει κι ο Δύτης που προκειμένου να διαπράξει την ασέβεια και ύβρι του ταλαιπωρήθηκε δυο νύχτες στη σειρά ταξιδεύοντας κατάστρωμα. Και δεν θα τον έλεγες και νέο.

***

Κατά τα άλλα; Κατά τα άλλα εγώ που έχω αρκετά καλή μνήμη και διάβαζα από μικρός εφημερίδες, και παρά την τελευταία πρόταση της αποπάνω παραγράφου, νιώθω ξανανιωμένος μια και ξαναζώ το ’81, με τα καλά του και τα κακά του. Όσο και να ήταν μέγιστος πολιτικός απατεώνας ο μακαρίτης η διαφορά της δεκαετίας του ’80 με ό,τι είχε προηγηθεί ήταν σαφής –οπωσδήποτε προς το καλύτερο (έστω και αν, φυσικά, πολύ-πολύ λιγότερο απ’ όσο θα θέλαμε ή απ’ όσο διακήρυσσε ο ίδιος). Ναι, χαντάκωσε επίσης οποιαδήποτε μορφή λαϊκού κινήματος μέχρι και σήμερα. Αλλά τι έχουν σήμερα οι διάδοχοί του να χαντακώσουν; Ό,τι και να έχει απομείνει, δεν θα το χαντακώσουν επειδή θα αποτύχουν, αλλά επειδή θα μοιάζουν να έχουν πετύχει. Ως εκ τούτου (βοηθούν και οι προσωπικές μου συνθήκες) μια αισιοδοξία για το μέλλον (που λένε) την έχω –ούτε είμαι στραβός να μην βλέπω τις διαφορές με τους προηγούμενους (δεν είναι και δύσκολο, μια και μιλάμε για τη χειρότερη και δεξιότερη μεταπολιτευτική κυβέρνηση με διαφορά) ούτε πρόκειται να απογοητευτώ όταν η πρώτη φορά αριστερά αποδειχτεί, σχεδόν αναπόδραστα, δεύτερη φορά σε-παίρνει-λίγο-αριστερά-μην-το-ζορίζεις. Η ιστορική προοπτική βοηθάει, βοηθάει πολύ να δεις τα πράγματα στις διαστάσεις τους. Να κάνω λάθος, είτε προς τη μια είτε προς την άλλη; Ε, ας μείνει εδώ αυτό το σχολιάκι, να το ξαναδούμε σε κανα χρόνο.

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

o altra cosa

Επειδή προβλέπω ότι θα ξαναφουντώσει μια συζήτηση (οι ευκαιρίες δεν λείπουν…) στην οποία δεν έχω τίποτα να προσθέσω σε όσα έχω ήδη πει, να τα ξαναπώ, έτσι για να είναι μαζεμένα, προσθέτοντας καναδυό σημειωσούλες:

Δεν αρνούμαι ούτε την έκταση ούτε τη σημασία του αντισημιτισμού. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι μεγαλύτερη σημασία έχει ως φαινόμενο, του τύπου «ακτιβιστικός ρατσισμός+αποδιοπομπαίος τράγος», και ως τέτοιο έχει αλλάξει πρωτεύον περιεχόμενο σήμερα. Ο σημερινός Εβραίος είναι κατά κύριο λόγο ο μουσουλμάνος και ο τσιγγάνος, με την έννοια ότι αυτοί είναι το αντικείμενο των πογκρόμ του παρόντος και του μέλλοντος στην Ευρώπη… Το φαινόμενο που ονόμασα «ακτιβιστικός ρατσισμός+αποδιοπομπαίος τράγος» παίρνει διάφορα αντικείμενα. Ιστορικά στην Ευρώπη, το κυρίαρχο ήταν ο Εβραίος μέχρι τον πόλεμο, ο μουσουλμάνος σήμερα. Είναι ο ξένος που ύπουλα προσπαθεί να κατακτήσει την ήπειρο και πρέπει να διωχθεί. Ακόμα και η σχετική επιχειρηματολογία το αποδεικνύει: μιλά ο ένας για αντισημιτισμό, κοτσάρει ο άλλος τον σιωνισμό – μιλά ο ένας για ισλαμοφοβία, ο άλλος κάνει ρελάνς με φονταμενταλισμό κ.ο.κ. Ενώ είναι συγκεκριμένα πράγματα: αντισημιτισμός είναι να θεωρείς ότι ο Εβραίος ως τέτοιος φέρει συγκεκριμένες και ύπουλες ιδιότητες, ισλαμοφοβία* το ίδιο με άλλο αντικείμενο. (από εδώ)

Όπως ο αντισημιτισμός ενοχοποίησε την ιδιότητα του Εβραίου, έτσι και η ισλαμοφοβία ενοχοποιεί την ιδιότητα του μουσουλμάνου. Δεν μετράει ποιος αλλά τι είσαι, πόσο πιο απλά να το πει κανείς.** Θα έλεγα και κάτι άλλο: ότι βάση όλου αυτού του φαινομένου είναι ο ευρωπαϊσμός, το περίφημο ευρωπαϊκό Sonderweg*** που έχει σχετικά πολύ λερωμένη τη φωλιά του. (από εδώ)

* Αναγνωρίζει κανείς, ελπίζω, το κάπως άβολο του όρου, αλλά τι να κάνουμε; Αντιισλαμισμός και διάφορα άλλα παράγωγα έχουν χάντικαπ χάρη σ’ αυτό το ανοικονόμητο γιώτα. Αντιμουσουλμανισμός είναι μια πολύ ακριβέστερη λέξη, αλλά λίγο σιδηρόδρομος.

** Εδώ μια διευκρίνιση: και πώς κύριε Δύτη υποστηρίζεις τότε ότι θες να ερμηνεύεις τον κόσμο, την πολιτική, με ταξικά κριτήρια; Η απάντηση είναι κάτι σαν: η τάξη στην οποία ανήκει κανείς δεν είναι ιδιότητα, είναι σχέση –ως εκ τούτου, δεν συμπαρασύρει το άτομο. Ένας βιομήχανος μπορεί να είναι ο καλύτερος άνθρωπος, όλος καλοσύνη, χιούμορ, σοφία, αλλά δεν παύει, δεν μπορεί να πάψει να καρπώνεται την υπεραξία του εργάτη του (και πάει λέγοντας).

*** Στην πραγματικότητα, το «ευρωπαϊκό ιδεώδες» δεν είναι παρά η παλιά αποικιοκρατία μεταμφιεσμένη (ο πολιτισμικός μανδύας έγινε πολιτικός). Είμαστε οι πολιτισμένοι, οι κράτος δικαίου, οι πολιτικός πολιτισμός και οι ανθρώπινα δικαιώματα –και θα καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους. Ένα ξεχειλωμένο Sonderweg δηλαδή, ο Νάφτα με τη φωνή του Σεττεμπρίνι (για να θυμηθούμε τον Τόμας Μαν). (από εδώ)

Αυτά. Ελπίζω να μην το διαβάσει κανείς τόσο κοντόφθαλμα που να μου ζητήσει καταδίκες απ’ όπου κι αν κλπ. Πενθώ κι εγώ για τον Βολίνσκι (και όχι μόνο).

Να τι βρίσκει κανείς σχεδόν κατά τύχη: μικρούς άγνωστους κόσμους, μα τόσο απτούς που λες και μπορείς να τους φανταστείς. Εγώ που αγαπώ τις μικρογραφίες και που υπήρξα φιλοτελιστής πρόσφατα ανακάλυψα έναν Άγγλο (σχεδόν αναπόφευκτο αυτό, εννοώ ο εν λόγω να είναι Άγγλος), ο οποίος σχεδίαζε γραμματόσημα φανταστικών χωρών, σε μέγεθος γραμματοσήμου, με οδοντώσεις, σφραγίδες και όλα. Φανταστείτε: σχεδόν τέσσερις χιλιάδες γραμματόσημα από σαρανταδύο ανύπαρκτες χώρες, με χρονολογίες από το 1852 μέχρι το 1973 –και ποιος ξέρει πού θα έφτανε αν δεν πέθαινε μόλις τριανταδύο χρονών σε μια πυρκαγιά. Ντόναλντ Έβανς τον λέγανε, και αυτά τα γραμματόσημα ήταν για τον ίδιο, λέει, ένα είδος ημερολογίου. Ποιος ξέρει μετά από τι θα σοφίστηκε αυτή την όμορφη σειρά των τροπικών νησιών Amis et Amants:

Premières amours, Ami des beaux jours, Main dans la main και L’amour perdu οι τίτλοι κάθε γραμματοσήμου της σειράς ή, όπως θα έλεγαν οι φιλοτελιστές, κάθε τιμής. Και τι να του συνέβη άραγε για να εμπνευστεί τη Νήσο των Κωφών;

Για κάποιο περίεργο λόγο, η σειρά του «Κράτους του φαγητού» (Lo stato di Mangiare) εικονογραφείται με πολύ όμορφα ζέπελιν:

Εμένα όμως με ξέρετε. Η χώρα που ονειρεύομαι, ο αγριότοπος όπου καβαλάρηδες ψήνουν πίτες στην άμμο, είναι το Ατζουντάν. Κάπου προς την Υεμένη το κόβω: άνυδρες πεδιάδες, κοιλάδες με οάσεις, ψαράδες, καμηλιέρηδες, κάστρα –και αυτός ο παράξενος βράχος που σίγουρα κάτι ιερό θα κρύβει. Είναι λοιπόν σα να κάθομαι σε ένα καφενείο, με καλαμωτή για τον ανελέητο ήλιο, τις σκιές γύρω απότομες σαν γκρεμούς, και να σας γράφω αυτά τα γράμματα, σύντομες καρτ-ποστάλ με παραδοσιακές ατζουντανικές φορεσιές, απ’ όπου να ξεκολλάτε και να ταξινομείτε αυτά τα όμορφα γραμματόσημα.

adjoudan

Εκεί όπου, όπως έγραφε ο Μπρετόν, μια πρωινή εφημερίδα θα μου αρκεί πάντα για να μαθαίνω νέα μου.

(ντάνκε Ντόκτορ)

Χαρά

Μόλις είδαμε αυτό το κωλοκράτος να υποχωρεί πρώτη φορά εδώ και καιρό. Ό,τι δεν καταφέραμε δύο χρόνια, με τις μικροαστικές φωνές μας και τις κοροϊδίες στα σόσιαλ μήδια, με τη γκρίνια στα καφενεία και τις απεργίες της μιας μέρας, το κατάφερε ένας άνθρωπος βάζοντας τη ζωή του μπροστά. Όσοι τον λοιδώρησαν την ώρα που έκαναν το διάλειμμά τους για κολατσιό, ας ντρέπονται: κανείς τους δεν είναι ικανός να κάνει το ίδιο. Ούτε εγώ, βέβαια. Κι ας με έστειλε μάλλον κι εμένα προκαταβολικά στα τσακίδια. Μπράβο σου Νίκο Ρωμανέ, μπράβο!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 364 other followers