Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Όπως μάθαμε πρόσφατα, η Βαρκελώνη «είναι γνωστή για την εκεί δράση ανάλογων τρομοκρατικών οργανώσεων” και ως εκ τούτου μια επίσκεψη εκεί αποτελεί  πειστήριο τρομοκρατικής δράσης:

Επειδή ο Δύτης είναι γνωστός για τη φιλαλήθειά του, οφείλει να ενημερώσει το σεβαστό δικαστήριο ότι πλέον οι προτεραιότητες της διεθνούς τρομοκρατίας έχουν αλλάξει. Αυτή η φωτογραφία είναι από την Κε Μπρανλί των Παρισίων και τραβήχτηκε τον περασμένο Μάιο:

Αν δεν πιστεύετε, να και ο πύργος του Άιφελ (και δεύτερη επιγραφή!):

Παρακαλώ να ενημερωθεί το δικαστήριο. Εγώ πάντως, κύριε Πρόεδρε, βρέθηκα εκεί δικαιολογημένα αν και όχι εντελώς για αναψυχή. Πρέπει να παραδεχτώ ωστόσο ότι ίσως ακούμπησα τα κάγκελα της γέφυρας και ως εκ τούτου μπορεί και να έχει από το DNA μου.

Μα πώς έμπλεξα έτσι!

Όχι το τραγούδι του Μαχαιρίτσα — αλλά ένα ωραίο αίνιγμα για όποιον έχει χρόνο για σκότωμα και γνώσεις μεσαιωνικής γαλλικής.

Διαβάζω την Παναγία των Παρισίων του Ουγκό (δεν το είχα διαβάσει! είχα δει μόνο την ταινία του Ντίσνεϊ) και πέφτω πάνω στην εξής περικοπή (10, Ι):

Gringoire lui dit: «Mon maître, je vous répondrai: Il padelt, ce qui veut dire en turc: Dieu est notre espérance. (Ο Γκρενγκουάρ του είπε: «Κύριέ μου, θα σας απαντήσω: Il padelt, που στα τούρκικα σημαίνει: ελπίζω στον Θεό).

Φυσικά δεν υπάρχει τέτοια τούρκικη φράση. Ωστόσο, ο Ουγκό δεν το είχε βγάλει από την κοιλιά του· αν και ούτε η γαλλική έκδοση που έχω, ούτε καμία από τις μεταφράσεις που ξέρω έχει κάποια σημείωση, στην εποχή του διαδικτύου έχει γίνει η θάλασσα γιαούρτι και, όταν μας ρωτάνε, μπορούμε να πούμε κάτι καλύτερο από την απάντηση του Γκρενγκουάρ. Η φρασούλα λοιπόν, ανακαλύπτουμε, είναι μια μυστηριώδης λέξη γραμμένη (κάποτε) στο Chateau de Marcoussis, δηλαδή σε αυτό. Και νάτη:

Ούτε όμως η «τούρκικη» ερμηνεία είναι επινόηση του Ουγκό. Αντίθετα, ήταν ήδη γνωστή το 18ο αιώνα (αντιγράφω από αυτό το βιβλίο του 1757, σελ. 275-276):

Το έμβλημα του ιδρυτή [μαρκησίου Μονταιγκύ] που είναι ILPADELT είναι ζωγραφισμένο παντού και συχνά χωρισμένο σε δύο λέξεις, IL PADELT. Ο Du Breul αναφέρει ότι ένας Τούρκος στην ακολουθία του Φραγκίσκου Α΄ επισκέφτηκε το Μαρκουσί και αποφάνθηκε ότι πρόκειται για συριακά, και πως σημαίνει «ελπίζω στο Θεό». Μάλιστα στη βιβλιοθήκη υπάρχει ένα χειρόγραφο, στο οποίο διαβάζουμε, στο φύλλο 194, Il Padelt est nomen compositum graeco scilicet et hebraïco, et signifient Spes mea Deus, ut a quodam Turco in lingua hebrea, graeca et latinca docto cognovimus, qui baptizatus fuit et in servition Regis Francisci receptus anno 1523. Ως επιβεβαίωση, λένε ότι αυτές οι τρεις λέξεις, Spes mea Deus, υπάρχουν ακόμα σε κάποια μέρη του πύργου. Άλλοι πιστεύουν ότι η λέξη είναι αρκτικόλεξο. Μιλά δηλαδή ο Μονταιγκύ και λέει: Je l‘ai promis à Dieu, et le tiens («το υποσχέθηκα στο Θεό, και κρατάω [την υπόσχεσή μου]»)… Κάποιος από τη Βρετάνη έγραψε στο Mercure de France (Ιανουάριος 1743, σελ. 78) μια επιστολή, όπου αμφισβητεί αυτή την εξήγηση. Ισχυρίζεται ότι η φράση σημαίνει «θα διαρκέσει», καθώς padet είναι στα βρετόνικα ο μέλλοντας του «διαρκώ».

Η υπόθεση του αρκτικόλεξου υποτίθεται ότι παραπέμπει σε ένα είδος τάματος του μαρκησίου Μονταιγκύ να χτίσει ένα μοναστήρι στο Μαρκουσί αν ο άρρωστος βασιλιάς γινόταν καλά. Κάπως παρόμοια, η ίδια ιστορία παρατίθεται εδώ όπου διαβάζουμε επίσης ότι ο Perron de Langres, συγγραφέας κάποιου βιβλίου τοπικής ιστορίας του 18ου αιώνα, πάλι, ονόματι Anastase de Marcoussis, αμφισβητεί την τούρκικη ερμηνεία (προς όφελος του αρκτικόλεξου, γραμμένου πιο αρχαιοπρεπώς: Je l’ay promis à Dieu et le tiendray) ως εξής:

Η υπερβολή αυτής της πλαστογραφίας φτάνει να θέλει να πείσει την πιο λόγια και ευγενή αυλή εκείνης της εποχής ότι μια λέξη επινοημένη μόνο και μόνο για να χρησιμέψει ως έμβλημα δεν ανήκει σε καμία γλώσσα γνωστή στην Ευρώπη. Δημιουργός αυτού του μύθου είναι ένας φτωχός και αδαής καλόγερος, που θέλει να μας δείξει έναν Τούρκο να μιλά ως άνθρωπος επιτήδειος, αντίθετα με το πνεύμα αυτού του βάρβαρου έθνους που συνήθως νιώθει πιο άνετα με τις ασκήσεις του σώματος παρά μ’ εκείνες του πνεύματος, καθώς σχεδόν κανένας ανάμεσα σε αυτούς τους απίστους δεν φτάνει ούτε στην επιφάνεια των επιστημών που ξέρουμε εμείς. Δεν ξέρω τι να θαυμάσω περισσότερο, την ξεδιαντροπιά εκείνου που σκάρωσε αυτό το παραμύθι, ή την αφέλεια του αδελφού Jacques du Breüil που το τύπωσε στο τέταρτο βιβλίο του των Antiquitez de Paris, σελ. 1290.

Δεν ξέρω τι δουλειά είχε κάποιος καλόγερος να εξυψώσει ένα βάρβαρο σε άνθρωπο επιτήδειο, αλλά η υπόθεση της βρετονικής καταγωγής φαίνεται τελικά να είναι η πιο πιθανή. Στα βρετονικά, πράγματι, βρίσκουμε σε διάφορα λεξικά ότι padus σημαίνει διαρκής, ανθεκτικός, επίμονος και padusted η επιμονή, η αντοχή, η διάρκεια (εδώ)· ότι padel σημαίνει ανθεκτικός και επίμονος (εδώ ή εδώ). Ρώτησα και τον κελτολόγο υπηρεσίας, που μου απάντησε:

Διαβάστε τη συνέχεια »

Δεν είναι πολλά τα κείμενα Οθωμανών που να πολέμησαν στη διάρκεια της Επανάστασης. Για την ακρίβεια είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού (ένα είναι του Βαχίτ Πασά, εκείνου που διέταξε τη σφαγή της Χίου· ένα άλλο — καλά, θα σας πω του χρόνου). Αυτό που αντιγράφω σήμερα ανήκει στην ημιτελή αυτοβιογραφία του Καμπουτλή Βασίφ Εφέντη, ενός άτακτου μισθοφόρου ιππέα που πολέμησε στη Στερεά, την Πελοπόννησο και την Εύβοια και έγραψε απομνημονεύματα («τις χώρες και τις επαρχίες, τους πολέμους και τους θανάτους έναν προς έναν, ό,τι παρατήρησα από το έτος 1216 [1801/2] ως το 1248 [1832/3]… ώστε οι αναγνώστες να ακούσουν, να αφήσουν τούτο τον κόσμο και να σκεφτούν το Επέκεινα») το 1834. Δυστυχώς το κείμενο κόβεται απότομα, πάνω σε κάτι περιπέτειες στα βουνά της Κύμης. Ο τύπος άφησε το χωριό του για τα ξένα (έτσι το γράφει) το 1801, σε ηλικία οχτώ χρονών, μαζί με τον πατέρα του, και πολέμησε σε διάφορα μέτωπα της Μικρασίας, εναντίον τοπαρχών και Ρώσων, προτού ενταχθεί σε ένα από τα σώματα που στάλθηκαν κατά του Αλή Πασά. Ε, «ενώ έκοβαν το κεφάλι αυτού του Αλή Πασά, οι άπιστοι του Μοριά ξεσηκώθηκαν». Έχει ενδιαφέρον ότι το κείμενο είναι στολισμένο με εικόνες που περιγράφουν τα μέρη και τα τεκταινόμενα· έβαλα μερικές κι εδώ. (Μπορείτε να δείτε και αυτό το σχετικό άρθρο).

Μη νομίσετε ότι είναι ακριβώς συναρπαστικό κείμενο, είναι γεμάτο με κάπως μονότονες περιγραφές, μάχες και κομμένα κεφάλια· ούτε ο συγγραφέας είναι καμιά συμπαθητική προσωπικότητα, παρότι βέβαια το ότι έγραψε και ζωγράφισε είναι, αν μη τι άλλο, αξιοπρόσεχτο. Διάλεξα να μεταφράσω τη μάχη στα Δερβενάκια. Ο Κολλή Κοτρόν φαντάζεστε ποιος είναι:

…Την επόμενη μέρα, το απόγευμα, το δερβένι [πέρασμα] του Μοριά φάνηκε και το πλησιάσαμε. Άπιστος δεν φαινότανε. Είπαμε: «Ο Θεός γνωρίζει καλύτερα — αλλά δεν υπάρχουν άπιστοι στρατιώτες στο πέρασμα». Ενώ τα λέγαμε όμως αυτά, είχαμε μαζί μας έναν οδηγό που ήταν μοραΐτης. Μας ενημέρωσε πως το πέρασμα δεν είχε εγκαταλειφθεί, και ότι ο Κολλή Κοτρόν, ο κυριότερος μπέης των απίστων, βρισκόταν εκεί. Δεν ακούσαμε όμως τα λόγια του και μόλις φτάσαμε κοντά στη χαμηλότερη είσοδο του περάσματος, είδαμε πως οι άπιστοι είχαν σκάψει χαρακώματα από το ένα βουνό στο άλλο, είχαν στήσει τις σημαίες τους στην κορφή του βουνού και περίμεναν. Όταν είδαμε τη διάταξή τους, επιστρέψαμε στα χωριά της πεδιάδας. Ενώ περιφερόμασταν εκεί, ένας άπιστος έπεσε στα χέρια μας. Του πήραμε πληροφορίες· τον ρωτήσαμε: «Υπάρχουν πολλοί άπιστοι σ’ αυτό το Δερβένι του Μοριά;» Ο άπιστος απάντησε ως εξής: «Υπάρχουν σαράντα χιλιάδες, και μαζί τους ο Κολλή Κοτρόν, που είναι ο μπέης τους». […] Ο πασάς ετοιμάστηκε –είχε ήδη χαράξει– και η εμπροσθοφυλακή του στρατού έφτασε στο δερβένι του Μοριά. Μας βρήκαν εκεί. Διαβάστε τη συνέχεια »

Οχτώ

Οχτώ χρόνια σήμερα. Θα το ξέχναγα, φανταστείτε (πόσο έχει πέσει η κίνηση)!

Anybody, out there?

Ή αλλιώς «η μανία με τα έιτιζ», για να παραφράσω ένα παλιό (εκείνης της εποχής δηλαδή πάνω-κάτω) αστυνομικό που έχει κάποια σχέση με αυτό που θέλω να γράψω: cui bono, ποιον ωφελεί ή τέλος πάντων τι έχουν πάθει όλοι και ασχολούνται με αυτή τη δεκαετία. Υπάρχουν  λοιπόν αυτοί που νοσταλγούν την παιδική τους ηλικία, από τη μια, η οποία (όπως συνέβη και στην περίπτωσή μου) συνέπεσε με το ’80: αν το σκεφτεί κανείς και μόνο με όρους σινεμά, η δεκαετία του ’80 νοσταλγούσε εκείνη του ’50 (βλ. π.χ. το Νικολαΐδη), εκείνη του ’90 το ’60 (Τέλος εποχήςΠέπερμιντ και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι), του 2000 το ’70 (οι αποχρωματισμένες σκηνές στη Χώρα προέλευσης), ε, τώρα ήρθε η σειρά του ’80. Κολακεύομαι να σκέφτομαι ότι το συμπέρασμα είναι πως οι σαραντάρηδες ή σαρανταφεύγα είμαστε η πιο δημιουργική ηλικία, αλλά στο θέμα μας η ουσία είναι ότι υπάρχει αυτή η νοσταλγική αναδρομή σε μια ηλικία της αθωότητας και μας αρέσει να κοιτάμε τις παλιές φωτογραφίες με τις αλάνες, τα κοντά παντελονάκια και τα ποδήλατα, τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις και τις τώρα γερασμένες θείες και θείους εν πλήρη ακμή. Να θυμόμαστε τη ντίσκο και τις βιντεοταινίες (αλλά όχι την Πλάτωνος, ούτε καν τους Κατσιμιχαίους), λες και η αθωότητα κάθε παιδικής ηλικίας έχει δεκαετία (είναι τυχαία η μανία με τα ρετρό κινούμενα σχέδια ή τις διαφημίσεις του ’80, ενώ κανείς δεν θυμάται πόσες ωραίες ταινίες προλόγιζε ο Μπακογιαννόπουλος τα Σάββατα;). Να ξεχνάμε αντίστοιχα διάφορα μη-αθώα πράγματα που ίσως θυμούνται οι μεγαλύτεροι: τι μπορεί να σήμαινε η Αθήνα του ’80, πόσο μπορεί να ήταν (έγραφα παλιά) μια εχθρική Αθήνα, γεμάτη ψυχιατρεία φυλακές και ζόμπι, γουρούνια του σαμπουάν και το τραίνο, το λένε χάπιεντ εξπρές για καμουφλάζ Όσο για την επαρχία της ίδιας εποχής, από παρόμοιες απόψεις άσε καλύτερα. (Και κανέναν (σχεδόν) δεν είδα να νοσταλγεί την μαθητική πολιτικοποίηση που εγώ θυμάμαι τόσο ευχάριστα).

Εδώ λοιπόν παρεμβαίνουν οι φωτογραφίες με τις τρυφερές πόζες σε μπαλκόνια με σημαίες του ΠΑΣΟΚ, και εδώ πάμε στη δεύτερη ομάδα που μας ζαλίζει με τη δεκαετία του ’80. Υποτίθεται λοιπόν ότι είναι η δεκαετία όπου ξεκίνησε η κατρακύλα: οι σχολιαστές αυτοί φρίττουν με τα δασύτριχα ανοιχτά πουκάμισα, τους μουστακαλήδες τσιφτετέλληνες, τα σκυλάδικα και όλα όσα σηματοδοτούν μια εποχή που αρχίσαμε να καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε. Γνωστά πράγματα, δηλαδή, που έχουμε φάει με το κουτάλι τα τελευταία χρόνια. Αυτό που ξεχνάνε τέτοιοι κατήγοροι μέσα σε κάτι σαν σουσουδισμό χωρίς καμία αθωότητα είναι δύο πράγματα: το πρώτο, ότι σε οποιοδήποτε τομέα της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής η δεκαετία του ’80 ήταν δραματικά καλύτερη από εκείνη που προηγήθηκε (προκαλώ οποιονδήποτε να αποδείξει ή έστω να υποδείξει το αντίθετο): ο Καραμανλής τους μπορεί να έπινε καφέ με τον Χατζιδάκι, μετρά όμως και δυο νεκρούς σε διαδήλωση. Και το δεύτερο, ότι οι εικόνες συλλογικού πλούτου και ανέμελης ευμάρειας που τα κακομαθημένα αυτά παιδιά ταυτίζουν με τη δεκαετία του ’80 ανήκουν, στην πραγματικότητα, στην επόμενη και μεθεπόμενη δεκαετία, στον διαβόητο εκσυγχρονισμό που μας τα έπρηξε με τους (και καλά όχι νεόπλουτους αλλά) νεοαστούς, δυναμικούς και μορφωμένους αλλά και ακομπλεξάριστους (μια και τα σπάγανε στη Βίσση και όχι στη Σακελλαρίου), και με το ευρωπαϊκό όραμα που ταυτίστηκε (για να χρησιμοποιήσω την αφελέστατη διατύπωση ενός γνωστού, ας πούμε, διανοητή) με το Σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη για ψώνια — άσχετα αν κανείς μας δεν γνώρισε αυτούς τους μυθικούς τύπους.

Συμφέρει όμως να αποδίδεις την ανέμελη ευμάρεια όχι στην εποχή της επιχειρηματικότητας, του εκσυγχρονισμού και του ευρωπαϊσμού αλλά σε εκείνη που έκανε την πλέμπα να πιστέψει ότι έχει δικαίωμα στην καλοπέραση (και λόγο στις αποφάσεις). Αν η νοσταλγική εξιδανίκευση της παιδικής ηλικίας από τους σημερινούς σαραντάρηδες έχει κάποιο άλλοθι, το κατηγορώ των πολιτισμένων μη-μου-άπτου δεν έχει κανένα. Απ’ την άλλη, τα δυο άκρα κάπως συναντιώνται, μια και το ηθικό δίδαγμα από την πτωχή πλην τιμία δεκαετία είναι τελικά ότι η Ελλάς πρέπει να παραμείνει πτωχή για να είναι τιμία. (Κάτι που ενδεχομένως ισχύει, αλλά τότε ισχύει για όλους: η πλουσία Ευρώπη έχει τόσο λερωμένη τη φωλιά της που μόνο τίμια δεν θα την πεις).

Είπα να αυτονομήσω εδώ μια μεγάλη συζήτηση που έγινε σε δύο μέρη με διαφορά πενταετίας (εδώ και εδώ), την οποία για διάφορους λόγους θεωρώ  ενδιαφέρουσα — μια και τουλάχιστον οι συμμετέχοντες φαίνεται να ενδιαφέρονται εξίσου, την παραθέτω εδώ (αφού έβγαλα κάποιες άσχετες παρεκβάσεις) ώστε να υπάρξει συνέχεια στα σχόλια. Για την οικονομία της συζήτησης (pun intended) δηλώνω ότι το κέντρο της κουβέντας καλό θα είναι να παραμείνει στο φιλοσοφικό-ανθρωπολογικό-ιστορικό πεδίο, αν και παραδείγματα (και) από το παρόν είναι φυσικά ευπρόσδεκτα. Α, να πω επίσης ότι και αυτό ίσως είναι βραδυφλεγές νήμα, τουλάχιστον από τη μεριά μου αυτό τον καιρό.

  • Ηλεφούφουτος

    Μήπως αδικούμε την οικονομία όταν μιλάμε για «οικονομοκρατία»; Επειδή οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι όσα γίνονται επιβάλλονται από την οικονομία (όπως οι πατεράδες τους έλεγαν ότι το θέλει η πατρίς, ο Θεός κλπ.) δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τους πιστεύουμε.

  • Cadmian

    Ο Ηλεφούφουτος έχει δίκιο, η οικονομοκρατία στη βάση της δεν έχει να κάνει με την οικονομία, αλλά με τη θεολογία και την θρησκειοποίηση των αγορών. Σαν την νεοφιλελευθεροποίηση της βιολογίας και της γενετικής ένα πράγμα.

  • Μπουκανιέρος

    Ωραία τα λες, Cadmian, πού ήσουνα τόσο καιρό;
    Με μια μικρή αντίρρηση στην πρώτη φράση (επομένως και στον Ηλεφού): η λογική της «οικονομίας» ήταν πάντα η οικονομοκρατία. Εξηγούμαι: Διαβάστε τη συνέχεια »

Μου προξενεί πάντα (πια) μια ορισμένη εντύπωση πόσο επίκαιρος θεωρείται ο Ντεμπόρ και οι συν αυτώ σιτουασιονιστές ή αν προτιμάτε καταστασιακοί. Όσοι τους διαβάσαμε στα νιάτα μας είχαμε το τοτινό πλεονέκτημα να κολλήσουμε μια σνομπ υπεροψία απέναντι στους φτωχούς συμφοιτητές-μελλοντικά στελέχη, που συχνά αντιστάθμιζε το ότι για παράδειγμα βαρεθήκαμε να μελετήσουμε τον Αλτουσέρ· όσοι τους συνάντησαν μεγάλοι προτίμησαν τον ηδονιστή Βανεγκέμ, που προσφέρεται για αγροτουριστική αμπελοφιλοσοφία (έχω στο νου μου γνωστό αρθρογράφο της παλιάς Ελευθεροτυπίας, ας πούμε) και που έμεινε στην ιστορία επειδή έφυγε για τις προγραμματισμένες διακοπές του πάνω που ξεκινούσε ο Μάης του ’68, τον οποίο οι σύντροφοί του αρέσκονταν να τονίζουν ότι προκάλεσαν· άλλοι που διάβασαν τον Ντεμπόρ σε παλιότερα νιάτα χαίρονται να τον περιφέρουν σαν δείγμα του ότι ο πραγματικός επαναστάτης αρκεί, όπως εκείνοι, να πίνει με παρέα μέχρι το ξημέρωμα. Είναι αρκετά ειρωνικό –αλλά, ίσως, και ενδεικτικό– ότι σήμερα κυκλοφορεί σε πολυτελείς αν και φτηνές εκδόσεις (Σημειώσεις πάνω στο πόκερ) και σε άρθρα της Λάιφο (όπου μάλιστα διαβάζουμε ότι πλήρωσε τις ιδέες του με τη ζωή του, κάτι που αν μη τι άλλο χρειάζεται κάποια επεξήγηση). Δεν ξέρω αν αυτό είναι πιο ειρωνικό ή το ότι του κάνει αφιέρωμα η Αυγή των ημερών — αν και θα ήθελα να υποψιαστώ έναν αυτοσαρκασμό εκ μέρους του Κοροπούλη (του οποίου παρεμπιπτόντως η αρκετά αποστασιοποιημένη από τον τρέχοντα θαυμασμό εισαγωγή αποτελεί και μια ωραία βιβλιογραφική επισκόπηση, όπως θα λέγαμε).

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια – ή θέαμα, αν προτιμάτε. Η μικρή αυτή εισαγωγή μας φέρνει στο κείμενο που ακολουθεί, γραμμένο από τον παλιό και αγαπημένο φίλο Μπουκανιέρο, που επιτέλους ψήθηκε να το προσφέρει στο φιλόξενο αυτό ιστολόγιο. Η εποχή προσφέρεται για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, και χαίρομαι που μέσω του Μπουκάν ξεκαθαρίζω και κάποιους δικούς μου. Και, μια και αισθάνομαι αρκετά αποκομμένος από τον κόσμο αυτό τον καιρό, αναρωτιέμαι με περιέργεια αν η κριτική πρόκειται να ξυπνήσει παλιά πάθη ή θα περάσει απαρατήρητη πέρα από τις συγκαταβατικές παρατηρήσεις των γνωστών και μη εξαιρετέων φίλων εδώ.

Το αληθινό σχίσμα

Η Ακαταστασία

Δώδεκα ύστερες θέσεις για την απουσία κατασκευής καταστάσεων

Α.  Ακαταστασία, αλλά και ανημποριά

1

Αναδρομικά, προκαλεί εντύπωση η αντίφαση ανάμεσα στις διακηρυγμένες φιλόδοξες βλέψεις των ομάδων που εμπνέονταν από καταστασιακές ιδέες και την ελάχιστη επιρροή τους στον περίγυρό τους, ευρύτερο ή και άμεσο. Διαβάστε τη συνέχεια »