Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ακόμα κι αν δεν είναι άγνωστο, ίσως είναι χρήσιμο να θυμίζουμε ότι η φιλοζωία όπως την ξέρουμε σήμερα μπορεί και να προέρχεται από τον ισλαμικό κόσμο. Από τη γάτα, που κοιμήθηκε στο μανδύα του Προφήτη και που για χάρη της αυτός τον έσχισε για να σηκωθεί για προσευχή, μέχρι τα αδέσποτα σκυλιά της Πόλης, που ελέω του εκσυγχρονιστικού προγράμματος του Αμπντουλχαμίτ πέθαναν τα καημένα σε μια νησίδα της Προποντίδας, η συμπάθεια για τα ζώα βασίζεται στην παραδοχή ότι αυτά έχουν ψυχή, κάτι που ο δυτικός χριστιανισμός αρνιόταν όπως φαίνεται μέχρι την Αναγέννηση. Τόσο, που ένας σκύλος μπορούσε να ζητήσει ανταπόδοση στον άλλο κόσμο, όπως μας λέει η παρακάτω ιστορία, γραμμένη σε πολύ υψιπετές στιλ από τον οθωμανό ποιητή Νεργκισί στις αρχές του 17ου αιώνα:

Πώς ένας ευσεβής άνδρας της ισλαμικής κοινότητας προκάλεσε το θάνατο ενός συνηθισμένου σκύλου, και πώς έγινε αντικείμενο της θεϊκής μομφής στον κόσμο των ονείρων και μετανόησε.

Με αυτή την αληθινή και παραδειγματική ιστορία, το μουγκρητό ενός επίμονου σκύλου, που ήταν άγριο λιοντάρι στο δάσος της καλοσύνης, ήρθε από το αλσύλλιο μιας νυχτερινής συζήτησης.

[Ο ευσεβής άνδρας αφηγείται:] «Για κάποιο διάστημα ένας αδύναμος σκύλος έμενε στη γωνιά του ερειπωμένου στάβλου μου. Τη μέρα γυρνούσε με τα πρόβατα στα λιβάδια· τη νύχτα περιφερόταν γαβγίζοντας γύρω από το σπίτι. Μια μέρα όμως με σκυλίσια επιθυμία και ενστικτώδη αδηφαγία άπλωσε τα δόντια του στους καρπούς του κήπου, κατά τα άλλα προστατευμένα καλά από κάθε κατεύθυνση. Όταν είδα τα τεκμήρια των κοφτερών του δοντιών, η άθλια σκυλίσια ψυχή μου θύμωσε και έκανα νόημα σε έναν υπηρέτη μου να δώσει τέλος στη ζωή [του σκύλου] σε κάποια μακρινή γωνιά.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Ακούγεται λίγο γλωσσοδέτης ο τίτλος και αυτός είναι και ο στόχος του (οι τουρκομαθείς θα αναγνωρίσουν μία φράση – κλασικό παράδειγμα της συγκολλητικής δομής της τουρκικής γλώσσας – , siz türkleştirebildiğimizden misiniz?). Αυτό άλλωστε δεν είναι ένα κλασικό ποστ του Δύτη, είναι μια κουβέντα που ξεκίνησε μέσω ηλεταχυδρομείου και τη βάζω εδώ για να τη συνεχίσουμε και να μείνει κτήμα εσαεί.

Αφορμή ένα άρθρο του Γιάννη Χαμηλάκη και του Βασίλη Λαμπρόπουλου, που προτείνει να δούμε το ’21 και ό,τι προηγήθηκε και κυρίως ό,τι ακολούθησε με τα εργαλεία των νέων θεωρητικών εργαλείων της (απο)αποικιοποίησης. Όσοι ασχολούνται, θα έχουν προσέξει αυτό τον όρο, ίσως και μια σχετική κίνηση: Decolonize Hellas ή μάλλον dëcoloиıze hellάş

Ακολουθεί η μέχρι τώρα συζήτηση προκειμένου να συνεχιστεί στα σχόλια (το έχουμε ξανακάνει με μεγάλη επιτυχία):

Δύτης: Να πω την αμαρτία μου; Ένα χρόνο τώρα ακούω για αποικιοποίηση και αποαποικιοποίηση και εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πού κολλάει με το ’21. Δηλαδή εντάξει, μπήκαμε με το ζόρι σχεδόν στο δυτικό αφήγημα, του πολιτισμού που κληρονομεί την αρχαιότητα και είναι προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης κλπ -κάτι παρόμοιο έγινε και στην Τουρκία στις αρχές του 20ού αιώνα- αλλά αποικιοποίηση χωρίς αποίκους και κυρίως χωρίς αποικισμένους δεν μου κολλάει πολύ. Εκτός αν είναι να το δούμε σαν τη Δυτική Ευρώπη που αποικίζει τον ιθαγενή πληθυσμό όχι με αποίκους αλλά με κουλτούρα ξερωγώ.

Μπουκανιέρος: Δύτη, ναι, είναι ένα θέμα. Γι’ αυτό ακριβώς έχουν προταθεί όροι όπως αυτοαποικιοποίηση και κρυπτοαποικισμός (που, στην ουρά του Χέρτσφελντ, προσπάθησα να τη χρησιμοποιήσω κι εγώ). Από την άλλη μεριά, αν θες να βρεις οπωσδήποτε αποίκους, μπορείς να σκεφτείς ένα βαυαρό βασιλιά με την αυλή του, συντροφεμένο με μια διορισμένη βαυαρική ανώτατη διοίκηση, συνοδευμένους με πολυάριθμα βαυαρικά στρατεύματα και μια εξίσου πολυάριθμη βαυαρική γραφειοκρατία. Εντούτοις, υπάρχει κάτι που μ’ ενοχλεί στο άρθρο των Χ&Λ, κάτι που δεν μπορώ να το προσδιορίσω εύκολα και που δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενο των ιδεών τους. Όπως και νάχει, δύτη, το ζήτημα με ενδιαφέρει πολύ και θα ήθελα να το συζητήσουμε διεξοδικά.

Μπουκανιέρος (ξανά): Για αρχή μπορούμε να δούμε το Ναυαρίνο σαν αποικιακή στιγμή (και π.χ. να τη συνδυάσουμε με τα τρία «κόμματα», γαλλο- αγγλο- ρωσό- φιλο). Επίσης, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το «πρώτο ελληνικό κράτος», την (πολύ φλου) Ιόνια Πολιτεία, που γρήγορα εξελίχθηκε στο καθαρά κι εντελώς αποικιακό «Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων». Η Ένωση του 1864 ήταν προσάρτηση αυτού του κράτους από το Βασίλειο της Ελλάδας (και όχι πραγματική «ένωση»), αλλά μπορούμε να προβληματιστούμε πώς επηρέασε το Βασίλειο, αφενός σε σχέση με την εξάρτηση (από την Αγγλία κυρίως), αφετέρου και «ποσοτικά» (θέλω να πω: τα Εφτάνησα είχαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού του τότε Βασιλείου και γενικά είχαν μια βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από τα, λίγο-πολύ ασήμαντα, σημερινά Εφτάνησα στη διογκωμένη πια, εδώ και έναν αιώνα, σύγχρονη Ελλάδα). Επίσης: έχει ενδιαφέρον να εστιάσουμε στο ρόλο του Καποδίστρια, σαν συνδετικού κρίκου μεταξύ ποικίλων παραγόντων – και απροπό: έχετε να μου συστήσετε μια καλή πολιτική βιογραφία του κόντε Νάνε;
Από την άλλη, αν στις αποικιακές σπουδές (που αφορούν τις «γνήσιες» αποικίες) τονίζεται όλο και περισσότερο ο (συναινετικός απέναντι στην αποικιοκρατία) ρόλος [των] τοπικών ελίτ και η αυτενέργειά τους, μπορούμε να εφαρμόσουμε, κάπως αντίστροφα, το σχήμα αυτό και στην Ελλάδα – ίσως.

Δύτης: Δύο μέιλ σου με έκαναν πολύ πιο δεκτικό σ’ αυτή τη θεώρηση από πέντε-έξι άρθρα ή βίντεο που έχω δει. Το σωστό να λέγεται! Ωραία η ανάλυση αλλά ας πούμε τι προσφέρει παραπάνω από το παλιό σχήμα της εξάρτησης; Ίσα-ίσα που εκεί που ήμασταν (με την εξάρτηση) το φτωχό αγωνιστικό έθνος με την αντιστασιακή παράδοση (κατά Σβορώνο) γινόμαστε (με την αποικιοποίηση) ο τριτοκοσμικός λαός που θα αποτινάξει τις ιδεολογικές, πολιτικές κλπ συνέπειες της αποικιοκρατίας σε παράλληλο αγώνα με τους μαύρους της Αμερικής, τους Αφρικάνους ή τους Αϊτινούς. Πιο πολύ, δηλαδή, μου φαίνεται ότι συσκοτίζει την κουβέντα προσφέροντας αναλογίες που δεν είναι τόσο σημαντικές όσο οι διαφορές. Και ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της Ελλαδίτσας, το ’19-22 ή τη δεκαετία του ’90, πού θα κολλήσει;

π2: Είπα να μην πω τίποτε για να μη γίνομαι κακός χωρίς λόγο, αλλά τα περί αποικιοποίησης και decolonization εμένα μου φάνηκαν εξαρχής εφετζίδικη μόδα περισσότερο παρά ουσία με ευρετική χρησιμότητα. Και συμφωνώ με τον Δύτη ότι πιο ουσιαστικά μου φάνηκαν τα σχόλια του Μπουκανιέρου παρά κάποια από τα κείμενα των αποαποικιαστών (σικ).


Δεν ξέρω τι να απαντήσω όταν με ρωτάνε για αγαπημένο μουσικό ή συγγραφέα, αλλά όταν η ερώτηση πάει σε σκηνοθέτη απαντώ αυτόματα και χωρίς δισταγμό: Φεντερίκο Φελίνι. Η ιστορία όμως του πώς τον έμαθα ή μάλλον πώς τον γνώρισα είναι λίγο παράξενη. Νάτη:

Είχα δει θυμάμαι (στην «Όπερα»;) την τελευταία του, τη Φωνή του φεγγαριού, με τον Μπενίνι (που τον είχα δει ήδη στο Διαβολάκο και (ίσως) στην Παγίδα του νόμου. Μ’ άρεσε, αν όχι όλο, σίγουρα το μεγαλύτερο κομμάτι του – ήδη όμως τότε, που ακόμα τα θερινά έπαιζαν παλιές ταινίες, δεν έβλεπες εύκολα Φελίνι στα σινεμά. Αμέσως μετά βρέθηκα πρωτοετής στη Θεσσαλονίκη, με μια χούφτα βιβλία και ένα ράφι κασέτες. Άκουγα λοιπόν τις μουσικές του Νίνο Ρότα διαβάζοντας μια μεγάλη συνέντευξη του Φελίνι, που δεν θυμάμαι πώς είχε φτάσει στα χέρια μου. Και κάπως έτσι, έχοντας καταρχάς σχηματίσει την εικόνα ενός εξαιρετικά συμπαθητικού και συναρπαστικού ανθρώπου, διάβαζα τις περιγραφές του (όχι τόσο για τις ταινίες, όσο για το πώς γυρίστηκαν) ακούγοντας τις μουσικές και φανταζόμουν περίπου πώς θα ήτανε. Κάπου εκεί (το πώς, πάλι δεν το θυμάμαι) απέκτησα και έναν τόμο του Μίλο Μανάρα, όπου πέρα από μισό σενάριο του Φελίνι χάζευα και εικόνες από το Σατυρικόν ή τον Καζανόβα και γοητευόμουν από αυτή την εικόνα απέραντου ονείρου (κάτι που είχα τότε περί πολλού).

Πολύ αραιά, και με σειρά που δεν θυμάμαι, κατάφερα να δω τις ίδιες τις ταινίες. Το 8 1/2 ήταν από τις τελευταίες, ας πούμε· το Σατυρικόν το έφερα σε μια κατάληψη της σχολής και το είδαμε τρεις άνθρωποι τα ξημερώματα· το Ρόμα κατάφερα να το δω πολύ μεγάλος. Ένα σπάνιο πράγμα όμως: έχοντας σχηματίσει μια λεπτομερή εικόνα για κάθε ταινία, ποτέ δεν μου έτυχε να απογοητευτώ βλέποντάς την.

Δεν είναι παράξενο; Σα να είδα τις ταινίες στον ύπνο μου και μετά ξυπνώντας να τις βρήκα, ίδιες, στο κομοδίνο. Μόνο με το Φελίνι θα μπορούσε να συμβεί αυτό.

Ήξερα (αν και έτεινα, όπως όλοι, να το ξεχνάω) ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν καθολικός. Αυτό που δεν ήξερα, ή δεν θυμόμουνα, είναι πως ήταν κι αφορεσμένος. Πολύ απογοητευμένος από την πρώτη του γυναίκα, που του έκανε διάφορες κασκαρίκες και είχε, ας το πούμε έτσι, εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη, αποφάσισε να παντρευτεί μια κοπέλα που του προξενεύανε οι αδελφάδες του.

Όμως είχα το πρόβλημα του πρώτου μου γάμου ο οποίος είχε γίνει στην καθολική εκκλησία αν και η πρώτη μου γυναίκα ήταν ορθόδοξος. Και όπως είναι γνωστό, εμάς η θρησκεία η δικιά μας διαζύγια δεν δίνει.

Γνωστό το πρόβλημα, όλοι έχουμε δει και τον «Γάμο α λα ιταλικά» άλλωστε. Ο Μάρκος είχε κάποιο μέσο στους παπάδες και κατάφερε να ξαναπαντρευτεί το ’42. Η καθολική εκκλησία τον αφόρισε. Με τον ντόρο όμως που γινόταν με τ’ όνομά του, όπως λέει, είπε ο επίσκοπος των καθολικών, Συριανός κι αυτός, να τον κοινωνήσουν, γύρω στο ’66. Τόνε φώναξε ο εφημέριος, του λέει θα σε κοινωνήσουμε. «Μονάχα να μην πλησιάζεις γυναίκα. Ούτε και την δική σου τη γυναίκα».

Εξηγεί ο Μάρκος:

Είναι δυο τρία χρόνια, από τις ασθένειες σταμάτησα το παν με γυναίκες. Δεν μπορώ να πέσω πάνω σε γυναίκα, θα πεθάνω… Τις χόρτασα. Κάθομαι στο σπίτι μου ήσυχα. Όχι ότι μου είπαν οι παπάδες ότι να μην πας. Μπα, αγοράζω γω τέτοια; Να μιλάμε καθαρά δηλαδή. Αλλά δεν πάω για την υγεία μου. Οπότε άκουσα την θρησκεία μου. Αυτοί που με μετάλαβαν με ερώτησαν. Τι έκανες, πήγες σε γυναίκα; Όχι, τους είπα, εντίμως. Αλλά κι αν έκανα θα τους έλεγα όχι, ατίμως.

(Μάρκος Βαμβακάρης, επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ, Αυτοβιογραφία, Αθήνα 1978, σ. 196-197).

Θα αφήσω και αυτό εδώ να βρίσκεται, κυρίως για τις μαγνητοφωνημένες αφηγήσεις του Μάρκου:

Μέσα σ’ όλα τα οθωμανικά και γενικώς ανατολίτικα που έχω ανεβάσει εδώ, συχνά ανέβαζα τις 25ες και κάτι επετειακόν. Τώρα που είναι η Μεγάλη Επέτειος, και καθώς δεν έχω κάτι πρόχειρο, σκέφτηκα να τα μαζέψω εδώ να βρίσκονται – δεν είναι και πολλά.

Λίγοι θυμούνται ίσως την περίφημη σειρά του Βερέμη στον ΣΚΑΪ για το ’21 που είχε ξεσηκώσει τόσο θόρυβο. Μέσα στο θόρυβο, και οι εξυπνάδες του Δύτη, επικεντρωμένες στη μανία της ανομίας και τον φετιχισμό του κράτους, η πρώτη, και το ψευτοδίλημμα φράκο ή φουστανέλλα, η δεύτερη. Πιο πολύ αξίζουν τα σχόλια από κάτω!

 

Έχουμε και την αντίδραση του σουλτάνου στην είδηση για το πέρασμα του Προύθου: λίγο γνώριμη, μιας και του φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Κάποιες αφηγήσεις Οθωμανών που με τον έναν ή άλλο τρόπο έζησαν την Επανάσταση. Ο ένας, άτακτος στρατιώτης από τα βάθη της Ασίας, όπως λέμε, έδωσε και πήρε σπαθιές, δεν κατάλαβε τίποτα, πολέμησε και στα Δερβενάκια. Ο άλλος, μορφωμένος, ήξερε και ελληνικά, και περιγράφει μια παρολίγον Έξοδο στο Μεσολόγγι στο Ναύπλιο.

Και έχουμε, τέλος, και κάτι άλλους Οθωμανούς, φιλέλληνες και φιλόκαλους, Έλληνες τη πατρίδι. Μπόλικοι, μιας και φιάξανε κοτζάμ εκατονταρχία. Κι αυτοί πολεμήσανε, που θα έλεγε κι ο Μακρυγιάννης.

 

 

Τόσο σημαντική πια η επέτειος που την ξεχάσαμε, και όχι μόνο εγώ όπως φαίνεται. Προχτές τα κλείσαμε τα δώδεκα! Αν κρίνω από τις τριετίες, μπήκαμε πια στο γηροκομείο. Ε, τι να κάνουμε; Έτσι είναι ο μπλογκικός βίος, βραχύς – ας ελπίσουμε ότι η αντίστοιχη τέχνη παραμένει μακρά.

Τρεις αναρτήσεις τον περασμένο χρόνο, πάντως, με αυτά τα δεδομένα δεν είναι λίγες. Ελπίζω να υποστείτε άλλες τόσες και φέτος, καλά νάμαστε. Όσο για την επικαιρότητα, ξέρετε πού θα με βρείτε.

Εντελώς τυχαία και σίγουρα χωρίς καμία σχέση με τη θλιβερή επικαιρότητα της μετατροπής της σε τζαμί ξανακοίταξα ένα άρθρο της Ελισάβετ Ζαχαριάδου για τη Μονή της Χώρας, στην Πόλη.*

Δεν στάθηκα τόσο στο τουρμπάνι του Μετοχίτη, που υποστηρίζεται πειστικά ότι σχετίζεται με τις ανθενωτικές του τάσεις, όσο σε κάτι που δεν θυμόμουν. Ένα από τα καταπληκτικά ψηφιδωτά, για τα οποία φημίζεται η μονή, είναι ο εν Κανά γάμος. Λοιπόν στην καμάρα μιας πόρτας υπάρχει σαφώς ένας αριθμός με αραβικά ψηφία – όταν λέω αραβικά, δεν εννοώ τα δικά μας, εννοώ κανονικά αραβικά, των Αράβων. Γράφει λοιπόν ٦٨١١, μεθερμηνευόμενον 6811 δηλαδή (με τη βυζαντινή μέτρηση από κτίσεως κόσμου) 1302/3.

Η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι άγνωστη, ήδη από το 1912 όταν ο A. van Millingen θεώρησε ότι πρόκειται για τη χρονολογία εκτέλεσης των ψηφιδωτών, παρόλο που γενικά οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν πειστικά ότι ο διάκοσμος έγινε δεκατρία με δεκαεννιά χρόνια αργότερα. Όπως φαίνεται, όμως, κανένας σήμερα δεν δίνει σημασία στον αριθμό, αφότου στη μνημειώδη έκδοση για την εκκλησία, το 1966, ο P. A. Underwood υποστήριξε ότι πρόκειται για «διακοσμητικό στοιχείο που εντελώς τυχαία μοιάζει με αραβικά ψηφία». Το μοναδικό του επιχείρημα, στην πραγματικότητα, είναι η απιθανότητα του γεγονότος. Ωστόσο, αρκεί να δει κανείς το ψηφιδωτό για να πειστεί, νομίζω, ότι καθόλου τυχαία δεν μπορεί να είναι η ομοιότητα:

Το βλέπετε, πάνω από το κανάτι που κρατά ο υπηρέτης δεξιά; Ίσως καθαρότερα φαίνεται εδώ:

Ο Σέρλοκ Χολμς λέει κάπου ότι όταν αποκλείσεις όλα τα άλλα ενδεχόμενα (ότι, στην περίπτωσή μας, οι ψηφίδες είναι βαλμένες στα κουτουρού για στολίδι και έτυχε να σχηματίζουν αριθμό) αυτό που μένει, όσο απίθανο και να είναι, είναι η αλήθεια. Ο Μετοχίτης σίγουρα ήταν εξοικειωμένος με τα αραβικά νούμερα (και μαθηματικός ων, και πρωτεργάτης στις επιστημονικές επαφές με το Ισλάμ ιδίως σε θέματα αστρονομίας και αστρολογίας – κέντρο της παγκόσμιας αστρονομίας εκείνη την εποχή οι ηγεμονίες των Σελτζούκων και των Μογγόλων σε Ιράν, Αφγανιστάν και Κεντρική Ασία!), και με το τουρμπάνι έχει ήδη αποδείξει ότι αυτή η εκκλησία έχει κάτι το ιδιαίτερο. Η Ζαχαριάδου κάνει λοιπόν την τολμηρή υπόθεση ότι η χρονολογία δεν έχει να κάνει με τον ίδιο το διάκοσμο, αλλά με κάποιο γάμο, όπως της Κανά, και τέτοιο γάμο που να συνδέει τον βυζαντινό με τον ανατολικό κόσμο, ώστε να δικαιολογούνται τα αραβικά ψηφία. Και ναι, υπήρξε ένας τέτοιος γάμος το 1303: μια νόθα κόρη του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (στενού φίλου του Μετοχίτη) παντρεύτηκε τον Μογγόλο χάνο της Περσίας Gazan και έγινε γνωστή ως Δέσποινα των Μογγόλων (προσοχή, υπάρχουν πάνω από μία Μαρίες της εποχής που παντρεύτηκαν μογγόλους ηγεμόνες!–και δεν έχει καμία σχέση με την «Μαρία των Μογγόλων» του γνωστού βιβλίου, που είναι πολύ προγενέστερη).

Έλπιζε βέβαια  ο Ανδρόνικος όπως και όλοι οι Παλαιολόγοι ότι οι Μογγόλοι Ιλχάν θα στρέφονταν κατά των Σελτζούκων, όπως είχε γίνει μισόν αιώνα πριν (μάχη του Κιοσέ Νταγ, 1243) ή όπως (όχι με Μογγόλους και Σελτζούκους, αλλά με τον Ταμερλάνο και τους Οθωμανούς) θα γινόταν έναν αιώνα μετά (μάχη της Άγκυρας, 1402) – χωρίς μόνιμο αποτέλεσμα όπως ξέρουμε όσον αφορά το Βυζάντιο. Πιο ενδιαφέρον είναι ότι τέτοιες συμμαχίες μπορούσαν να εκφραστούν και σε συμβολικό επίπεδο, και μάλιστα σε έργα που αργότερα έγιναν πραγματικά εμβληματικά, και δικαίως εξάλλου. Κάποιοι θα έβγαζαν φλύκταινες σήμερα.

 

*Elizabeth A. Zachariadou, «The Mosque of Kahriye and the Eastern Inclinations of its Late Byzantine Patron», Archivum Ottomanicum 30 (2013), 281-301.

Αντιγράφω από μια πρώιμη οθωμανική κοσμογραφία, που έγραψε λίγο μετά την Άλωση ο Γιαζιτζίογλου Αχμέτ Μπιτζάν (αν και η ταύτιση αυτή του συγγραφέα αμφισβητήθηκε πειστικά πρόσφατα), δύο αποσπάσματα σχετικά με προσωπικότητες γνωστές μας κι από αλλού:

Μια μέρα στην προσευχή του ο προφήτης Μουσά [Μωυσής] είπε: «Άντε, είναι τόσο φοβερό πράγμα αυτός ο θάνατος;» Η τιμημένη φωνή [του Θεού] είπε: «Ω Μουσά, αν θέλεις θα μείνεις ζωντανός μέχρι τη Συντέλεια!». Ο Μουσά είπε: «Κύριε, θα πεθάνω τελευταίος, ή θα μείνω ζωντανός στον αιώνα;» Ο Ύψιστος Θεός είπε: «Εκτός από Εκείνον όλα θα πεθάνουν. Εκείνος προστάζει και όλοι σε Εκείνον θα επιστρέψετε.» Ο Μουσά απάντησε: «Αν στο τέλος είναι πάλι να πεθάνω, τι να το κάνω που θα ζήσω πολύ;»

Έφτασε τα εξήντα…. Ήρθε ο άγγελος του θανάτου και είπε: «Ω Μουσά, ήρθε ο καιρός του τέλους». Ο Μουσά είπε: «Την ψυχή μου από πού θα τηνε πάρεις;» Ο άγγελος του θανάτου είπε: «Απ’ το στόμα σου!» «Από το στόμα μου πώς θα την πάρεις; Ο Ύψιστος Θεός μου έδωσε την Πεντάτευχο, τη διάβασα [με το στόμα μου]!» Ο άγγελος είπε: «Απ’ το αυτί σου!» Ο Μουσά απάντησε: «Πώς θα την πάρεις, με το αυτί μου άκουσα το λόγο του Θεού». Ο άγγελος του θανάτου είπε: «Ω Μουσά, κρασί ήπιες καθόλου στη ζωή σου;» Ο Μουσά απάντησε: «Ω άγγελε του θανάτου, να απευθύνεσαι με ευγένεια σε κάποιον που ο Ύψιστος Θεός αποκάλεσε συνομιλητή του· που με αυτόν κατέστρεψε τον Φαραώ. Πώς μπόρεσες να μου πεις τέτοια λόγια;» Ο άγγελος του θανάτου του είπε: «Αν λες αλήθεια, άνοιξε το στόμα σου να μυρίσω!». Ο Μουσά άνοιξε το στόμα του, και ο άγγελος του θανάτου πήρε αμέσως την ψυχή του.

(Yazıcıoğlu Ahmed Bîcan, Dürr-i meknun: saklı inciler, επιμ. Necdet Sakaoğlu, Κων/πολη 1999, σελ. 104-105)

Αυτό το κτίριο [ο Ναός του Σολομώντα] υπήρχε μέχρι που πέθανε ο προφήτης Γιαχγιά [Ιωάννης]. Ο λόγος που έγινε μάρτυρας ήταν ότι τότε υπήρχε ένας μπέης των Γιων του Ισραήλ και αυτός ο μπέης είχε μια γυναίκα· αυτή η γυναίκα έγινε αιτία να μαρτυρήσει ο προφήτης. Αυτή η γυναίκα είχε μια κόρη από άλλον άντρα. [Ο μπέης] θέλησε να πάρει και την κόρη· να έχει σύζυγο και τη γυναίκα και την κόρη της… Έκανε το γάμο· φώναξε τον προφήτη Γιαχγιά να τον τελέσει. Ο Γιαχγιά είπε: «Αυτό στη θρησκεία του Ισλάμ είναι αμαρτία!» – και έφυγε. Η γυναίκα κράτησε έχθρα στον Γιαχγιά. Στόλισε την κόρη της, μέθυσε με κρασί τον άντρα της και του την έστειλε. Κείνος την είδε και θάμαξε: «Τι είναι τούτη, ουρί μήπως;» Η γυναίκα είπε: «Εγώ να στη δώσω, αλλά ο Γιαχγιά σε εμπόδισε να την πάρεις». Ο μπέης είπε: «Και πώς θα γίνει να την πάρω;». Η γυναίκα είπε: «Στείλε και σκότωσε τον Γιαχγιά, και μετά πάρτην». Ο μπέης έφερε τον Γιαχγιά: «Εσύ με εμποδίζεις να πάρω αυτό το κορίτσι;». Ο Γιαχγιά απάντησε: «Ναι· είναι αμαρτία». Ο μπέης θύμωσε και έβαλε και έσφαξαν τον Γιαχγιά σαν κριάρι.

Οι άγγελοι του ουρανού και της γης τον θρήνησαν. Μετά εμφανίστηκε ένας βασιλιάς με το όνομα Σεναχερίμπ. Ήρθε με εκατό χιλιάδες λάβαρα, με σκοπό να καταστρέψει την Ιερουσαλήμ και τον λαό της, ώστε να πάρει εκδίκηση για τον Γιαχγιά. Ο Ύψιστος όμως κατέστρεψε τον στρατό του… Λίγο μετά ο Σεναχερίμπ πέθανε. Στη θέση του βασιλιάς έγινε ο Μπαχτνάσρ [Ναβουχοδονόσωρ], εκείνος για να εκδικήσει τον πατέρα του ήρθε με μεγάλο στρατό, κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και το ναό που είχε χτίσει ο προφήτης Σουλεϊμάν [Σολομώντας]. Δεν άφησε πέτρα στην πέτρα.

(στο ίδιο, σελ. 77)

Και ένα τρίτο, που ίσως κάτι σας θυμίσει. Μιλάει για το μυθικό πουλί, το Σιμούργκ, που είναι μόνο θηλυκό:

Αν ρωτήσουν [λέγοντας πως] ο Θεός ό,τι δημιούργησε το δημιούργησε διπλό: έμψυχο ή άψυχο, χώρο ή χρόνο – γιατί η μονάδα ταιριάζει σ’ Εκείνον… Τίποτε δεν υπάρχει που να είναι χωρίς ταίρι, οι ουρανοί και η γη, ο ήλιος και το φεγγάρι, η ξηρά κι η θάλασσα, η ζωή κι ο θάνατος, το αρσενικό και το θηλυκό – λοιπόν αυτό το Σιμούργκ είναι θηλυκό· το αρσενικό τι απέγινε; Η απάντηση είναι ότι είναι γραμμένο στις ιστορίες το εξής: ο Ύψιστος Θεός δημιούργησε δεκαοχτώ χιλιάδες κόσμους, και τους γέμισε με ένα σωρό πλάσματα: άλλον με αγγέλους, άλλον με κάθε είδους πλάσματα. Ένας από αυτούς τους κόσμους είναι ο κόσμος τούτου του Σιμούργκ, όπου ζουν με το αρσενικό τους και πετάνε, για να δουν αν υπάρχει κι άλλος κόσμος πέρα από τον δικό τους. Πετώντας, έφτασαν στο σύνορο του κόσμου. Αποφάσισαν να φτάσουν σε έναν ακόμη κόσμο: πέταξαν πιο ψηλά, πέρασαν θάλασσες. Το αρσενικό κουράστηκε, ήταν και λεπτεπίλεπτο. Κάποιοι λένε πως πέθανε, άλλοι πως γύρισε πίσω. Αν γύριζε όμως, θα γύριζε μαζί και το θηλυκό του. Η αλήθεια είναι ότι πέθανε. Αυτό λοιπόν το θηλυκό Σιμούργκ δεν είχε δυνάμεις να γυρίσει πίσω· με χίλια ζόρια έφτασε και έπεσε σε τούτον δω τον κόσμο του Κατοικημένου Τετάρτου [το κομμάτι του κόσμου μας, το 1/4 του δηλαδή, που είναι κατοικήσιμο], και έμεινε στο βουνό Καφ.

(στο ίδιο, σελ. 114-115)

Η πολιορκία κρατούσε ήδη από τις αρχές Απριλίου του ’21, και βρισκόμαστε ήδη στον Ιούνιο του 1822. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να μην πάνε πολύ καλά για τους έγκλειστους:

Επειδή έγινε φανερό ότι αν εξακολουθούσαν να δίνουν σε κάθε κάτοικο δέκα οκάδες σιτάρι, από όσο ήταν αποθηκευμένο… σε δύο μήνες δεν θα υπήρχε επάρκεια και δεν θα τους έφθανε, αποφασίστηκε όσοι ήταν ικανοί για πόλεμο και μάχη να παίρνουν από δέκα οκάδες και οι γυναίκες, τα κορίτσια και τα αγόρια από οκτώ οκάδες. Αφού με αυτόν τον τρόπο συντηρήθηκαν για ακόμη έναν περίπου μήνα, μερικοί αδηφάγοι σε δεκαπέντε μέρες τελείωσαν τα τρόφιμα που αναλογούσαν στον καθένα. […] Πέντε άτομα από τους Αλβανούς του πολιορκούμενου κάστρου και κάποιες άχρηστες για δουλειά μαύρες υπηρέτριες και φτωχές γυναίκες, σύνολο είκοσι, με τη δική τους θέληση βγήκαν από το κάστρο και έμειναν έξω γυμνές, πεινασμένες και ενδεείς. Οι καταραμένοι [πολιορκητές] δεν τους δέχθηκαν και επειδή το να τους πάρουν [οι πολιορκούμενοι] ξανά μέσα στο κάστρο ήταν επιβλαβές για την τάξη του τόπου και ενάντιο προς τους κανόνες του πολέμου, εκείνοι εγκαταλελειμμένοι έμειναν στη μέση και πέθαιναν ένας-δύο την ημέρα, πίνοντας το ποτήριον του μαρτυρίου.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι κάτοικοι του κάστρου, εκτός του ότι επέδειξαν ζήλο και άντεξαν την αγωνία της κατάστασης για έναν ακόμη μήνα, εκδήλωσαν υπομονή και δύναμη. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη ότι, επειδή μέρα με τη μέρα αυξανόταν η σφοδρή πείνα και επιδεινωνόταν η αδυναμία τους, πέθαιναν δέκα-δεκαπέντε άτομα τη μέρα, με τον λιμό που είχε πέσει στους κατοίκους δεν έμεινε σε κανέναν δύναμη να βγει για μάχη. Με την ελπίδα ότι τα χόρτα που φύτρωναν γύρω από το κάστρο θα μπορούσαν να τους συντηρήσουν, με χίλιες δυσκολίες και πολεμώντας με τους άπιστους μάζευε ο καθένας μία ποσότητα. Κι επειδή τα έτρωγαν μόνο βρασμένα σε νερό, η όψη τους άλλαξε και τα χαρακτηριστικά τους άλλαξαν χρώμα. Έπαψαν τελείως να περπατούν και εξαιτίας της πλήρους αδυναμίας αρρώσταιναν και πέθαιναν ξαφνικά μέσα στην αγορά και τις συνοικίες. Κάποιοι ξένοι [φτωχοί] έκαναν λοιπόν μεταξύ τους συμβούλιο και είπαν:

«Δεν είναι δυνατή η προμήθεια τροφίμων και η σφοδρή πείνα μας καταβάλλει, είναι σαφές ότι θα διαταράξει την πίστη μας. Να πάμε μια φορά να εξηγήσουμε την κατάσταση στους προκρίτους και τους αγάδες και, αν δεν βρεθεί μια λύση, δεν μπορούν να σταματήσουν διακόσιους άνδρες. Όπως και να έχει, ανοίγουμε την πύλη του κάστρου και ανακατευόμαστε με τους απίστους· τουλάχιστον να δει το μάτι μας ψωμάκι! Αν στη συνέχεια πεθάνουμε όλοι μας στα χέρια των απίστων, χάρη στην ψυχή μας κάνουμε. Άλλο μέτρο δεν θα έχει όφελος.»

Δεν είναι το Μεσολόγγι. Είναι το Ναύπλιο, και οι πολιορκούμενοι είναι οι Τούρκοι. Αφηγείται ο Γιουσούφ Μπέης, γιος του πρώην πασά του Μοριά, με ελληνίδα μητέρα (ο Φωτάκος μιλά με πολύ καλά λόγια για την αφεντιά του).

Για την ιστορία, η Έξοδος δεν έλαβε χώρα. Ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, ανταλλαγή ομήρων, και τελικά η πολιορκία λύθηκε από τον ερχομό του Δράμαλη, για να ξαναρχίσει μετά τα Δερβενάκια – η πόλη παραδόθηκε τελικά τον Δεκέμβριο.

Δεν είχαν λείψει πάντως και πιο ευτράπελα επεισόδια:

Εκείνο όμως το βράδυ ο καβάσης Ντελή Μπεκίρογλου Μουσταφάς, που ήταν στην υπηρεσία μου, υπέκυψε στο σαρκικό πάθος και την επιθυμία του: μαζί με τον γιατρό του τόπου ξελογιάστηκαν με δύο Ρωμιούς απίστους και αποφάσισαν να δραπετεύσουν εκείνη τη νύχτα. Νωρίς το πρωί βγήκαν από την Πύλη του Γιαλού, μπήκαν σε μία βάρκα και διέφυγαν στην ακτή όπου βρίσκονται οι άπιστοι και αφού δέχθηκαν να αλλάξουν θρήσκευμα, σκόρπισαν σ’ αυτόν και στον μέλλοντα κόσμο.

(Πηγή: Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών 2019, σ. 124-125, 129)

…το χάσαμε. Λίγο η καραντίνα, λίγο το τουΐτερ, ξέχασα την επέτειο αυτού του ξεχασμένου εγχειρήματος.

Σας ετοιμάζω όμως κάτι ωραίο, επετειακό!