Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Νοέμβριος 2010

Απ’ όσα είπε η κυρία Μπακογιάννη τις προάλλες στον Πρετεντέρη, συγκράτησα μια ατάκα: Είστε και σεις πατέρας όπως και γω: πότε νιώθετε καλύτερα, όταν χαρίζετε στο παιδί σας ένα ποδήλατο ή όταν του επιβάλλετε μια σκληρή μα αναγκαία τιμωρία; Ε, έτσι κι εμείς οι πολιτικοί κλπ. κλπ.

Αντιπαρέρχομαι τον πειρασμό να παραλληλίσω με τα οθωμανικά που μελετάω τώρα και την «πατρογονική» (patrimonial, ο όρος είναι του Μαξ Βέμπερ) αντίληψη του κράτους. Απόρησα βέβαια που κανένας δεν το σχολίασε, μετά σκέφτηκα ότι κάπου η αντίληψη αυτή είναι πολύ βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία εκατέρωθεν. Σκοτώστε τη μητέρα σας όσο είναι ακόμα νέα, έλεγε (νομίζω) ο Ελυάρ, αλλά εμείς δεν το κάναμε, και έτσι τώρα δεχόμαστε (ουσιαστικά) αδιαμαρτύρητα το συγκαταβατικό πατ-πατ, αναγνωρίζουμε τα λάθη μας ελπίζοντας συγχώρεση και εξιλέωση μέσω της τιμωρίας: ας το σκεφτόσουν όταν έκανες την αταξία.

Γράφει κάπου ο Στέφανο Μπένι:

Στη χώρα μου

η ευμάρεια μας τα πήρε όλα·

μάνα παράτα με

τα χάδια σου δεν τ’ αντέχω πια

 Ούτε τα χάδια, ούτε την επίπληξη, ούτε την γονεϊκή φιγούρα του βασιλιά-πατέρα, ούτε τη δουλική φιγούρα του χαϊδεμένου ή του μετανοημένου παιδιού. Παρά τα όσα μας έλεγαν αιώνες δυτικής ή ανατολικής πολιτικής σκέψης, η κοινωνία δεν είναι οικογένεια, πώς να το κάνουμε. Παράδοξο, ωστόσο: δεν είναι, αλλά συμπεριφέρεται ως τέτοια.

Advertisements

Read Full Post »

Έχω πολύ καιρό τώρα υποσχεθεί ένα ποστ για τους αμανέδες. Στην πραγματικότητα η υπόσχεση είναι παραπλανητική· αυτό που είχα στο μυαλό μου ήταν ένα ποστ για τον οθωμανικό υπόκοσμο της Κωνσταντινούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού. Κάποτε είχα πει δυο λόγια για τα προβλήματα που παρουσιάζει η μελέτη των απαρχών του ελληνικού υπόκοσμου, και κυρίως των απαρχών του ρεμπέτικου. Όποιος έχει διαβάσει π.χ. τη Ρεμπετολογία του Πετρόπουλου, θα θυμάται τις αναφορές στους καπανταήδες της Πόλης, τους νταήδες και συνάμα ήρωες των φτωχών συνοικιών, από την αργκό των οποίων πήρε πολλά η αντίστοιχη αργκό της φυλακής και του τεκέ στην Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γνωστός και μη εξαιρετέος ο Μάκης Βορίδης της ΕΠΕΝ (και στο μέλλον της Ντόρας, λένε), στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ της «Καθημερινής«: Πιστεύω στην ανάγκη αποδόμησης του κράτους της Μεταπολίτευσης. Χρειαζόμαστε νέα Πολιτεία, νέο Σύνταγμα. Αν χρειασθεί, να κάνουμε Συντακτική Βουλή, ας αφήσουμε τις ανοησίες που ακούγονται για οικουμενικές κυβερνήσεις. Τομή θα είναι η συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων για Συντακτική Βουλή, μια πρωτογενής πράξη της Βουλής και του λαού. Μια κοινοβουλευτική επανάσταση. Ατυχώς, βρισκόμαστε ακόμη στη διαχείριση του προηγούμενου πολιτικού συστήματος.

Γνωστός, βεβαίως, και ο πολύς Χρήστος Γιανναράς, πάλι της «Καθημερινής«: μια ειρηνική στρατοπέδευση μερικών εκατοντάδων χιλιάδων λαού στο κέντρο της πρωτεύουσας, αδιάλειπτα, μέρες και νύχτες, με αίτημα μια ριζική επαναδιαπραγμάτευση του «Μνημονίου» από τεκμηριωμένα εξωκομματική υπηρεσιακή κυβέρνηση. Γιατί υπηρεσιακή; Γιατί πότε [ο λαός] θα απαιτήσει καινούργιο Σύνταγμα, θεσμική απελευθέρωση από τον ζυγό της κομματοκρατίας; Και βέβαια, ο τρόπος της εθνεγερσίας, πάντοτε, μόνον ένας: Υπηρεσιακή κυβέρνηση εξωκομματικών προσωπικοτήτων, με εντολή για τη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και καινούργιο, εξ υπαρχής, Σύνταγμα.

(θα παρατηρήσατε ότι κανείς από τους δύο δεν μας λέει τι θα έπρεπε να περιέχει το νέο Σύνταγμα)

Παραδέχομαι το πλατωνικό υπόβαθρο και των δύο, δασκάλου και -όπως φαίνεται- μαθητή: η βασιλεία των αρίστων, με μόνη συλλογικότητα την οργανωμένη γροθιά του Έθνους. Υπάρχει όμως και άλλο ένα υπόβαθρο, που φτάνει αρκετά μακρύτερα: η άρνηση της ταξικής πάλης, συγγνώμη που το λέω έτσι ωμά. Δεν χρειάζεται να είναι αναγκαστικά το έθνος η ομάδα που θα αντικαταστήσει τις τάξεις· μπορεί να είναι και ο άνθρωπος. Κάπως έτσι έχασε το όποιο παιχνίδι ο Συνασπισμός στο μεταναστευτικό, ας πούμε: φωνάζοντας για ανθρώπινα δικαιώματα, ξέχασε -ή αδιαφόρησε για- το γεγονός ότι οι μετανάστες είναι οι νέοι προλετάριοι, και έτσι όχι μόνον έφαγε τα μούτρα του, αλλά συνέβαλε άθελά του στο φαινόμενο του Μιχαλολιάκου που τώρα θα ανταλλάσσει χειραψίες με τον Κακλαμάνη (κάπως καλύτερα από μένα λέει κάτι παρόμοιο ο Sraosha εδώ). Και έτσι, όταν θα έχουμε το Μπρίξτον της Αθήνας, θα φταίει -φυσικά- πάλι η κουλτούρα της βίας και της Μεταπολίτευσης.

Για την ώρα πάντως μην ανησυχείτε, τα σπρεντ έπεσαν μόλις αποκλείστηκαν οι πρόωρες εκλογές. Η οικονομία κυβερνά, όπως μάθαμε καλά φέτος.

Για να μη λέτε ότι τέτοιες μέρες ο Δύτης ασχολείται μόνο με τον Μπόρχες και τον Σάμπατο…

Read Full Post »

Διάβασα πρόσφατα ένα ωραίο βιβλίο με συνομιλίες του Μπόρχες και του Σάμπατο· ένας νεαρός δημοσιογράφος τους έβαλε γύρω στο ’75 να συναντηθούν πέντε-έξι φορές και να μιλήσουν περί ανέμων και υδάτων, αυτά τα δυο ιερά τέρατα της Αργεντινής, και το αποτέλεσμα αξίζει τον κόπο. Όχι τόσο για αυτά που λένε, που λίγο πολύ τα βρίσκεις στο έργο τους -για τη λογοτεχνία, το τάνγκο και τις μιλόνγκες, τα όνειρα, τη δημιουργική διαδικασία- όσο για την αίσθηση δυο ανθρώπων τόσο διαφορετικών που αλληλοεκτιμούνται και διαλέγονται. Από όλες τις συζητήσεις τους, ωστόσο, λείπει ένα θέμα: εκείνο της τυφλότητας.

Ο Μπόρχες ήταν ήδη τυφλός τότε κάπου δεκαπέντε χρόνια (τουλάχιστον), και τα εμμονικά με την τυφλότητα βιβλία του Σάμπατο (το Τούνελ, και το Περί ηρώων και τάφων) είχαν βγει το ’48 και το ’61 αντίστοιχα. Παρατηρώ ότι στους διαλόγους, ενώ ο Σάμπατο φαίνεται πως ξέρει καλά το έργο του Μπόρχες, ο τελευταίος δεν κάνει ούτε μια αναφορά στα βιβλία του άλλου. Να μην τα είχε διαβάσει; Δεν ξέρω. Τείνω να πιστέψω ότι η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στο συσχετισμό αυτόν, που είναι πιθανόν το πρώτο που έρχεται στο μυαλό όποιου ξέρει τους δυο συγγραφείς, οφείλεται στην αμοιβαία διακριτικότητά τους. Δεν μπορώ όμως να μη σκεφτώ ότι, όσες μέρες κουβέντιαζαν, θα το σκέφτονταν συνέχεια, και πως ό,τι έλεγαν ενδεχομένως να έκρυβε την ορμητική επιθυμία τους να το θίξουν.

Read Full Post »

Ίσως θυμάστε, ή ξέρετε, ή έχετε καταλάβει, ότι ο Δύτης δεν έχει πολύ καλές σχέσεις ούτε με το θέατρο, ούτε με τη ζωγραφική. Με το μεν θέατρο, έχει ένα θέμα με τη «μη φυσικότητα» που σχεδόν αναγκαστικά κυριαρχεί· για την ακρίβεια, όταν του αρέσει το κείμενο δεν του πολυαρέσει η παράσταση (στην περίπτωση μάλιστα του Κλήρου του μεσημεριού, του Κλωντέλ, αρνείται δια βίου να τη δει), ενώ όταν του αρέσει η παράσταση κάτι δεν του πάει καλά με το κείμενο. Με τη ζωγραφική πάλι, εντάξει, κάτι ξέρει, αλλά εκείνο που είναι πραγματικά του γούστου του είναι οι ανατολίτικες μικρογραφίες, άντε και το κινεζοϊαπωνέζικο στυλ. Με άλλες τέχνες (χορό ή γλυπτική ξέρω γω) ο Δύτης μας τα πάει ακόμα χειρότερα: είναι άνθρωπος της μουσικής, της λογοτεχνίας και του σινεμά, όπως θα έχετε διαπιστώσει.

Γιατί αυτή η εισαγωγή (περί εισαγωγής πρόκειται); Διότι θα ακολουθήσει διαφήμιση θεάτρου και ζωγραφικής. Αν είστε λοιπόν στην Αθήνα, (περισσότερα…)

Read Full Post »