Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Μαΐου 2012

Πριν τις εκλογές είχα αρχίσει να γράφω κάτι σημειώσεις για την αυτοκτονία των λέξεων, που θα έλεγε κι ο Χατζιδάκις, ή αν θέλετε το πώς οι ρητορικές μπερδεύονται και οικειοποιούνται στοιχεία της «άλλης πλευράς». Παλιό φαινόμενο (έτσι π.χ. οι καλβινιστές θεωρητικοί της επανάστασης, τον 16ο αιώνα, χρησιμοποίησαν την ηθική και νομική γλώσσα των καθολικών αντιπάλων τους), αλλά πάντοτε έχει ενδιαφέρον. Έγραφα λοιπόν κάτι σαν

Διαβάζοντας το τι ειπώθηκε για την αυτοκτονία του Δημ. Χρίστουλα στο Σύνταγμα (και -έχω τον πειρασμό να πω- τι δεν ειπώθηκε για μια άλλη πολιτική αυτοκτονία) μου ξανάρχεται η σκέψη ότι έχει επιστρέψει ένα είδος ψυχρού πολέμου, όπου όμως οι ρητορικές έχουν αντιστραφεί. Φαντάζομαι η σοβιετική προπαγάνδα (όταν δεν προωθούσε τον Τζων Λένον και το ειρηνιστικό κίνημα, λέει) θα επιφυλασσόταν και κείνη να αναζητήσει ψυχοπαθολογικά αίτια για τον Γιαν Πάλαχ που αυτοπυρπολύθηκε στην Πράγα το ’69, για παράδειγμα. Όποιος είναι λίγο εξοικειωμένος με τη ρητορική της, ας πούμε, ανατολικής πλευράς τις δεκαετίες του ’70 ή του ’80 αναγνωρίζει εύκολα κάποια σημάδια στη ρητορική των, ας πούμε, μνημονιακών του σήμερα: η ψυχολογική ή και ψυχιατρική ερμηνεία της διαφωνίας

το οποίο όμως δεν μου έβγαινε καλό και το παράτησα. Ήθελα να προσθέσω π.χ. ότι στα ψυχροπολεμικά διηγήματα που μετέφραζε ξέρω γω η Εκλογή τη δεκαετία του ’50, εμπνευσμένα κατά βάση από το 1984 του Όργουελ, το δίπολο ήταν τάξη/ελευθερία (ή ασφάλεια/δημοκρατία), εννοείται υπέρ της δεύτερης μια και αποτελούσε το trademark της Δύσης. Τώρα η ελευθερία ως ιδεώδες έχει περιοριστεί στην οικονομία, κι εκεί μόνον εν μέρει αφού κατά τα άλλα υποτίθεται ότι αδήριτοι (αλλά και, τελικά, απρόβλεπτοι…) νόμοι τη διέπουν -άλλη μια αντιστροφή καθώς μπορεί να δει κανείς τα διάφορα μνημόνια ως νέα πενταετή πλάνα, επιβεβαιώνοντας από την ανάποδη την αστεία βεβαιότητα που κυκλοφορεί για το τελευταίο σοβιετικού τύπου κράτος, την Ελλάδα. Από την άλλη, τάξη! δημόσια ασφάλεια! δημόσια υγεία! είναι οι κραυγές που όλο και περισσότερο κερδίζουν έδαφος. Θέλουμε λέει λιγότερο κράτος, αλλά αυτό το λίγο κράτος να έχει σιδερένια γροθιά. Αλλιώς πάμε στην καταστροφή: εδώ η Σώτη Τριανταφύλλου επιστρέφει κι αυτή στη δεκαετία του ’50 για να περιγράψει μια μελλοντολογική φαντασία που με μεγαλύτερο λογοτεχνικό αισθητήριο και γλαφυρότητα την απέδωσε σε δυο φράσεις ο Χρυσοχοΐδης, θα κυκλοφορούν συμμορίες και θα επικρατεί όποιος έχει τα περισσότερα καλάσνικοφ (ή αλλιώς).

Τέλος πάντων. Δεν θα δημοσίευα τίποτα αν δεν έπεφτα πάνω σε ένα δήγμα ποίησης του Μιχαλολιάκου, που δήλωσε πρόσφατα ότι του αρέσουν οι καταραμένοι ποιητές. Αφήνω την τύχη που θα είχαν οι πραγματικοί poètes maudits στα χέρια της Χρυσής Αυγής, όντας εκφραστές της εγκληματικότητας, των διαστροφών ή της παρακμής εν γένει.  Περισσότερο ήθελα να σημειώσω με ευκαιρία την εωσφορική υπερηφάνεια του ποιήματος αυτό που εδώ η Χάρη όμορφα ονομάζει φιλική οικειοποίηση συνθημάτων απ’ τήν περιρρέουσα αναρχίζουσα αμφισβήτηση μιας ξέπνοης κοινωνίας, ή αλλιώς, εν προκειμένω (και όχι μόνο, μια και οι Χρυσαυγίτες θεωρούν εαυτούς διωκόμενους) η οικειοποίηση της εικόνας του «καταραμένου», του «απόβλητου» της κοινωνίας· μόνο που πρόκειται για τον απόβλητο με τη θέλησή του, μια μάλλον νιτσεϊκή ιδέα που έχει θρέψει πολλές πορείες από ενός είδους ατομικιστικό αναρχισμό προς ένα στρασερικό εθνικοσοσιαλισμό. Απόβλητος γιατί περιφρονεί το πόπολο, στην πραγματικότητα δηλαδή η άλλη όψη ενός νομίσματος του οποίου μια πιο πολιτισμένη, κομιλφώ, υπεύθυνη εκδοχή πήγα να περιγράψω παραπάνω. Γι’ αυτό και για τους άλλους απόβλητους, μένουν τα Νταχάου ή, σ’ αυτή την πιο λάιτ εκδοχή, οι Αμυγδαλέζες και η διαπόμπευση για λόγους δημόσιας υγείας.

Advertisements

Read Full Post »

Λίγα χρόνια αργότερα μαθεύτηκε ότι οι οροθετικές πόρνες είχαν σταλεί στην Αμυγδαλέζα. Κανείς δεν ήξερε τι γινόταν εκεί μέσα, ή στα άλλα στρατόπεδα. Η χώρα είχε αρχίσει να ξεβρωμίζει, και μάλιστα με πολιτισμένο τρόπο, παρουσία εισαγγελέα και με πλήρη κάλυψη των εκλεγμένων υπουργών. Πέρασαν κι άλλα χρόνια μέχρι να μαθευτεί η μοίρα όσων είχαν ξεχαστεί εκεί μέσα. Σκυλάραπες, πρεζόνια, πουτάνες -ωστόσο η Αθήνα έλαμπε και χαρούμενα πρόσωπα καθάριζαν τις αλάνες από σύριγγες, φύτευαν γλαδιόλες, χάζευαν τις βιτρίνες των νέων εμπορικών κέντρων (μειωμένη κίνηση, αλλά κρίση ήταν, θα περνούσε). Στην αρχή καθάρισε η περιοχή της Ομόνοιας, μετά η Πατησίων. Οι δράσεις ήταν στοχευμένες: για να πάρεις άδεια ασκήσεως του πορνικού επαγγέλματος, λόγου χάριν, έπρεπε να υπογράψεις υπεύθυνη δήλωση ότι το έκανες με τη θέλησή σου και ότι σεβόσουν τη δημόσια υγεία, το υπέρτατο αγαθό· πόσο μάλλον που χάριν της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας είχε απλοποιηθεί πολύ η σχετική γραφειοκρατία. Σιγά σιγά -το θυμόμαστε όλοι- και μια και ο χώρος δεν έφτανε (αυτό το γαμημένο το περιθώριο ήταν σαν τη λερναία ύδρα, έναν μπουζούριαζες δέκα προέκυπταν), περιφράχτηκε το Θριάσιο Πεδίο -μαζί με την Ελευσίνα- και φορτηγά έφερναν τον κόσμο. Για τροφή (λεφτά ακόμα δεν υπήρχαν) είχαν στη διάθεσή τους τις χωματερές στα Λιόσια, όπως άλλωστε έκαναν και προηγουμένως τηρουμένων των αναλογιών (πάντα). Έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Και όλα αυτά, να το τονίσουμε, από τις μετριοπαθείς ευρωπαϊκές δυνάμεις. Κάποια φαινόμενα των άκρων στην αρχή, κάτι ομάδες εφόδου, κάτι τέλος πάντων νοσηρά φαινόμενα σε κάτι έδρανα, συνέπεια της κουλτούρας της βίας που τόσο είχε ταλανίσει τη χώρα, δεν κράτησαν πολύ: εντάξει, έγιναν κάτι κοινοβουλευτικές μεταγραφές, αλλά κυρίως έγινε συνείδηση ότι δεν χρειαζόταν να πάμε στα άκρα για να ξεβρωμίσει ο τόπος, όλα μπορούσαν να γίνουν νομιμότατα, αρκεί να υπήρχε πολιτική βούληση.

Και πάνω απ’ όλα: είχαμε παραμείνει στο ευρώ.

Read Full Post »

Πρώτη Μαΐου σήμερα, και να μην ξεχνιόμαστε:

Παντού υπήρχαν άντρες της πολιτοφυλακής, σκυθρωποί νεαροί με κηλιδωμένες και κουρελιασμένες στολές, αξύριστοι, άυπνοι, ψάχνοντας αφορμή για να συλλάβουν τους απεργούς, οι οποίοι ήταν Έλληνες και Βούλγαροι, Σέρβοι και Κροάτες, Μαυροβούνιοι και Ιταλοί. «Εκεί πέρα στην Ευρώπη», εξήγησε ο Γιούμπολ, «όλοι αυτοί σκοτώνονται μεταξύ τους για κάτι μπερδεμένες πολιτικές θέσεις που κανείς τους δεν τις καταλαβαίνει. Αλλά μόλις έρχονται εδώ, μέχρι να πεις «κύμινο», αφήνουν στην άκρη όλα εκείνα τα αρχαία μίση και γίνονται αδέρφια στον αγώνα, γιατί καταλαβαίνουν πολύ καλά ποια είναι ακριβώς η κατάσταση».

Για κάποιο λόγο, συνέχισαν να έρχονται δυτικά, σ’ αυτά τα ορυχεία, και οι ιδιοκτήτες άρχισαν να διαδίδουν ιστορίες για ελεύθερους σκοπευτές από τον Βαλκανικό Πόλεμο, για Έλληνες ορεινούς μαχητές, Σέρβους με διάθεση για αγριότητες, Βούλγαρους με τη φήμη ότι επιδίδονταν σε ακατονόμαστες σεξουαλικές πράξεις, για όλες αυτές τις ξένες φυλές που έρχονταν εδώ πέρα και δυσκόλευαν τη ζωή των δύσμοιρων αθώων πλουτοκρατών, οι οποίοι προσπαθούσαν απλώς να τα βγάλουν πέρα όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

(Τόμας Πύντσον, Ενάντια στη μέρα, μετάφραση Γιώργος Κυριαζής, σελ. 1141· το ιστορικό πλαίσιο εδώ).

Read Full Post »