Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Σεπτεμβρίου 2010

Υπήρξε μια περίοδος στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού όπου κάποιος μπορούσε να γράφει -μεταξύ άλλων- λογοτεχνία που απευθυνόταν εξίσου σε μικρούς και μεγάλους, και υπήρξε μια χώρα -Αυτοκρατορία, τότε- όπου αυτή η λογοτεχνία ήταν υψηλότατου επιπέδου. Έτσι, ενώ ας πούμε Βερν ξαναδιαβάζω μόνον όταν με πιάνει κάποιου είδους νοσταλγία για τα παιδικάτα μου, τώρα που το κεφάλι μου είναι βαρύ και ίσως με λίγο πυρετό διαβάζω ξανά τον Κίπλινγκ (ή τον Στήβενσον, ή τον Κόναν Ντόυλ) με την ίδια απόλαυση που τον διαβάζω εν πλήρει διαύγεια. Έχω ξαναμιλήσει γιαυτό.

Στη λογοτεχνία αυτή, δεν υπάρχει καθόλου το στοιχείο του έρωτα. Όχι από ανικανότητα (ο Κίπλινγκ έχει γράψει συγκινητικές ή διεισδυτικές ερωτικές ιστορίες), αλλά μάλλον επειδή ακριβώς σ’ αυτό το είδος δεν υπάρχει λόγος για να μπει τέτοιο στοιχείο. Έτσι, ο Κίπλινγκ γράφει αυτό το μυθιστόρημα, το Δαίμονες των κυμάτων (δεν είναι από τα καλύτερά του, νομίζω), με ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο που πέφτει από το κατάστρωμα ενός υπερωκεάνειου και το περιμαζεύει ένα ψαράδικο, με αποτέλεσμα να μάθει τη ζωή, καταπώς λένε, τριγυρνώντας στα λημέρια του μπακαλιάρου στον βόρειο Ατλαντικό. Πολύ πριν διαβάσω το βιβλίο είχα δει την ταινία, με τον Σπένσερ Τρέισυ -τότε που η τηλεόραση έδειχνε τέτοιες ταινίες. Τώρα ξαναδιαβάζω την παράξενη αυτοβιογραφία του Κίπλινγκ, και γράφει σχετικά:

Ένα εκατομμύριο -ή μπορεί να ήταν και μόνο σαράντα- χρόνια αργότερα, ένας μεγιστάνας του κινηματογράφου διαπραγματευόταν μαζί μου τα δικαιώματα για να μεταφέρει το βιβλίο στον κινηματογράφο. Στο τέλος της συζήτησης το Δαιμόνιό μου με προέτρεψε να ρωτήσω αν είχε προταθεί να προστεθεί περισσότερο «ερωτικό στοιχείο» στο σπουδαίο έργο. «Βεβαίως», είπε εκείνος. Μα, ένας θηλυκός βακαλάος, που έχει έναν ευτυχισμένο γενναίο γάμο, γεννά περίπου τρία εκατομμύρια αυγά σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο. Αυτό του είπα πάνω κάτω. Εκείνος είπε: «Σοβαρά;» Και συνέχισε να μιλά για «ιδεώδη»…

(Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, Κάτι από τη ζωή μου, μετάφρ. Σοφία Παυλίδου, Αθήνα 2002, σελ. 140-41)

Για την ιστορία, απ’ όσο θυμάμαι (ελάχιστα) την ταινία, και απ’ ό,τι είδα και στη βικιπαίδεια, τελικά μάλλον ψέματα είπε του Κίπλινγκ ο παραγωγός.

.

(αδυνατώ, για κάποιο λόγο, να σχολιάσω την επικαιρότητα, αν και είχα ξεκινήσει κάτι για τη θεοποίηση της επαρχίας με αφορμή ένα άρθρο του Ξυδάκη στην Καθημερινή. Ξέρω όμως ότι δεν σας πειράζει 🙂 Επίσης, χάριν του φίλου μου του Κοσμά που με κατηγόρησε για διανοουμενισμό, προσπάθησα αυτή τη φορά να αποφύγω το ανηλεές namedropping, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερα. Τι να γίνει.)

Read Full Post »

Στο προηγούμενο ποστ ανέφερα ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του ανθρωπολόγου Μάρσαλ Σάλινς, στο οποίο υποστηρίζει ότι η διάκριση φύσης/νόμου (ή, φύσης/πολιτισμού) είναι μια πλαστή διάκριση που προσιδιάζει στον δυτικό πολιτισμό. Εδώ δεν θα ασχοληθώ με αυτό το συμπέρασμα, αλλά θα μοιραστώ μαζί σας κάτι που μ’ άρεσε σχετικά με τις ταξινομήσεις της φύσης από διάφορους, μη ευρωπαϊκούς λαούς:

Μερικά από αυτά τα συστήματα προσώπων θυμίζουν ένα κινέζικο σύστημα ταξινόμησης σαν αυτό που φαντάστηκε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Η «Οντολογία των Ojibway» (…) περιλαμβάνει στην κατηγορία του «προσώπου»: τον ήλιο, τη σελήνη, τις χύτρες, τους τέσσερις ανέμους, τις πίπες, μερικά κοχύλια, το πουλί της βροντής και την τσακμακόπετρα. (…) Οι λαοί της ανατολικής Σιβηρίας δεν θα μπορούσαν να ξεγελαστούν ότι βλέπουν την πραγματικότητα στις σκιές πάνω στα τοιχώματα του πλατωνικού σπηλαίου: γνωρίζουν ότι οι σκιές είναι διαφορετικές φυλές που ζουν σε δικές τους χώρες και συντηρούνται με το κυνήγι.

(Marshall Sahlins, Η δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης, μετάφρ. Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα 2010, σελ. 114)

Το κινέζικο σύστημα ταξινόμησης των ζώων του Μπόρχες (Διερευνήσεις, σελ. 87-88), το οποίο κατά δήλωσή του προέρχεται από «κάποια κινέζικη εγκυκλοπαίδεια» (και βλέπω ότι είναι και στην επικαιρότητα), είναι το εξής:

Τα ζώα διαιρούνται σε α) αυτά που ανήκουν στον Αυτοκράτορα, β) βαλσαμωμένα, γ) εξημερωμένα, δ) βυζανιάρικα, ε) γοργόνες, στ) μυθικά, ζ) αδέσποτα σκυλιά, η) αυτά που ανήκουν στην παρούσα ταξινόμηση, θ) αυτά που κάνουν σαν τρελά, ι) αναρίθμητα, ια) αυτά που είναι ζωγραφισμένα μ’ έναν πολύ λεπτό χρωστήρα από καμηλότριχες, ιβ) και τα λοιπά, ιγ) αυτά που μόλις έσπασαν τη στάμνα, ιδ) αυτά που από μακριά φαίνονται σαν μύγες.

Στο Κουτσό του Κορτάσαρ, παρόμοια είναι η σκέψη του αγαπημένου μου Ζεφυρίνου, που διαβάζει τα βράδια ο Τράβελερ στο τρίτο μέρος του βιβλίου.

Μ’ αρέσουν αυτά τα παράξενα.

Read Full Post »

Φαγώθηκε όλη η Ελλάδα να δει και να μιλήσει για το Inception, πήγα τόδα κι εγώ. Ντάξει, το πρώτο μέρος είχε κάποιο ενδιαφέρον, το δεύτερο μού θύμισε πολύ την εναρκτήρια σκηνή ενός Τζέιμς Μποντ με τους χιονοδρόμους, αδύνατον να καταλάβω γιατί υποτίθεται ότι ήταν τόσο δύσκολο να παρακολουθήσεις την υπόθεση, αλλά φαίνεται ότι έχουν πέσει πολύ τα στάνταρ για το τι είναι δύσκολο και τι εύληπτο για τον κοινό νου. Επίσης, δεν τη βρήκα πολύ πρωτότυπη: λίγο από Μπλέιντ Ράνερ, λίγο από Νευρομάντη, λίγο από την πεταλούδα του Κινέζου που δεν ήξερε ποιος ονειρεύτηκε τι. Τέλος πάντων, δεν μου έκανε πολλή εντύπωση, δεν ξέρω γιατί τόσος ντόρος, ας είναι.

Εκείνο, ωστόσο, που μου έκανε εντύπωση -όχι ότι με εξέπληξε, απλά το σκεφτόμουν συνέχεια όσο περίμενα να τελειώσει το έργο- είναι το πόσο συντηρητική έχει γίνει η ιδέα περί υποσυνειδήτου στο σύγχρονο σινεμά. Θέλω να πω, εξακολουθούν να υπάρχουν τα κρυμμένα μυστικά στο βάθος του μυαλού, αλλά δεν είναι παρά -ω της προόδου, ω του βάθους- επιχειρηματικά σχέδια ύπουλης επέκτασης. Αντίθετα, τίποτε δεν ταράζει το μονογαμικό, δυνάμει ευτυχισμένο ζεύγος, εν ανάγκη με τα παιδιά ως υποκατάστατο. Πού η εποχή που ο Φελίνι έδειχνε τον Γκουΐντο να ονειρεύεται χαρέμια ή θάνατο. Τελικά, κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί το υποσυνείδητο είναι κάτι επικίνδυνο -ίσως γιατί θεωρείται (όπως διαβάζω σε ένα ωραίο βιβλίο του Μάρσαλ Σάλινς) βάση κάθε νόμιμης καπιταλιστικής επιδίωξης, ίσως γιατί κάθε τι δραματικό πρέπει να εξοριστεί.

Τουλάχιστον, τώρα, έχουμε τόσο εξοικειωθεί με την εικόνα και το ψεύδος που δεν χρειάζεται να γυρίζονται ασπρόμαυρα τα όνειρα σε έγχρωμες ταινίες, όπως -λέει ο Φελίνι- ήθελαν οι παραγωγοί να βγει στα σινεμά το Οχτώμισυ. Κάτι είναι κι αυτό, από μια άποψη.

Read Full Post »

Για τον Ασικπασαζαντέ και το χρονικό του, από τα πρώτα οθωμανικά ιστορικά κείμενα, είχα πει κάτι λίγα παλιότερα. Να και κάτι ακόμα που έχει την πλάκα του: φαίνεται πως την παράδοση να εγκωμιάζουν τα παλιά καλά χρόνια την τηρούσαν μια χαρά και οι πρώτοι Οθωμανοί -εδώ γκρινιάζει ο Ασικπασαζαντέ για την εποχή του, το τέλος του 15ου αιώνα (εκτός αν -το πιθανότερο- μιλάει η πηγή του, ο Γιαχσί Φακίχ, στις αρχές του ίδιου αιώνα), χωρίς να μπορεί να φανταστεί ότι το ίδιο θα γκρίνιαζαν οι συνάδελφοί του μισό αιώνα αργότερα, την εποχή των οποίων θα θεωρούσαν χρυσή οι απόγονοί τους ύστερα από άλλα πενήντα χρόνια, και ούτω καθεξής. Αν πιστέψουμε κάθε γενιά Οθωμανών συγγραφέων, παναπεί, η αυτοκρατορία βρισκόταν σε διαρκή παρακμή ήδη πριν από την άλωση της Πόλης. Κάπως όπως η ελληνική εκπαίδευση, διασκέδαση, πολιτική ζωή, και τα λοιπά. Πηγή: Ε. Α. Ζαχαριάδου, Ιστορία και θρύλοι των παλαιών σουλτάνων (1300-1400), Αθήνα: ΜΙΕΤ 1991, σελ. 175.

Ο οίκος του Οσμάν έχει πολλές ιδιοτυπίες. Εγώ, ο φτωχός, τα λέω περιληπτικά. Γιατί τον καιρό εκείνο τα απαιτούσαν αυτά τα πράγματα. Τώρα έχουν καθιερωθεί σαν συνήθεια. Τον παλιό καιρό είχαν υπέροχα χτένια και σεβαστά γένια. Όταν ο μονάρχης ήθελε να ντροπιάσει κάποιον, του έκοβε τα γένια και τον έβαζε να καβαλικέψει ένα γάιδαρο. Τώρα για τους ίδιους συνήθεια έγινε ο γάιδαρος, και τον καβαλικεύουν και περιφέρονται. Κι οι ίδιοι με τα χέρια τους κόβουν τα γένια τους. Αυτή η συνήθεια, να κουρεύουν τα γένια, έμεινε από τα παλιά χρόνια, από τους Φράγκους. Από τους Φράγκους πήραν αυτές τις βρώμικες ιδέες. Και τώρα πια έχει καθιερωθεί οι γυναίκες να κόβουν τα μαλλιά τους και οι άντρες τα γένια τους.

Read Full Post »

Καλό χειμώνα!

(συζήτηση περί Φλόιντ, εδώ)

Read Full Post »