Ίσως όχι τυχαία ήταν ο φίλος μου ο Σταμάτης που βρήκε πεταμένο αυτό το φωτογραφικό άλμπουμ στα σκουπίδια, στο Παγκράτι -για την ακρίβεια, τρία άλμπουμ, το πρώτο εκ των οποίων γράφει όπως βλέπετε στο εξώφυλλο ένα ρουμάνικο όνομα. Είναι η ιστορία της Σάντα Μπαντουλέσκου που εκτυλίσσεται εδώ, και που θα προσπαθήσω εν συντομία να διηγηθώ.
Οι πρώτες φωτογραφίες στο άλμπουμ είναι του 1924: βλέπουμε ένα κοριτσάκι ίσαμε πέντε χρονώ, ευτυχισμένες μέρες σε κάποια αυλή ή κήπο, ένα ερωτευμένο ζευγάρι (οι γονείς της;) μας κοιτάζει από το πίσω κάθισμα ενός λαντώ ενώ ο αμαξάς (αν κοιτάξετε πολύ προσεκτικά) στρέφει το καπελοφορεμένο κεφάλι του μπας και κερδίσει κι αυτός τρουά καρ αθανασίας.
Κάπου δέκα χρόνια αργότερα, ξανά κάποιες χαρούμενες διακοπές σε γρασίδια, μια εφηβική παρέα παίζει με ένα βαρέλι, το αγόρι φορά ένα περίεργο καπέλο και τα κορίτσια αρχίζουν να δείχνουν μια πρώιμη φιλαρέσκεια. Θυμίζει λίγο παλιά μυθιστορήματα, αυτά που έλεγε ο Αναγνωστάκης (στο ΥΓ.) ή η Πλάτωνος με τις μακρές προπολεμικές διακοπές σε σπίτια με άπειρα μακρινά ξαδέλφια.
Στο μεταξύ; Στο μεταξύ η Ρουμανία κυλούσε σταθερά προς τη δικτατορία κι αυτή, με την εθνικιστική και αντισημιτική Σιδηρά Φρουρά να βγαίνει τρίτη δύναμη στις εκλογές του ’37 -την ίδια περίπου εποχή, το άλμπουμ περιέχει, ανάμεσα σε άλλες συνεστιάσεις, διακοπές και εκδηλώσεις, μια φωτογραφία παρέλασης δεν ξέρω ποιας νεολαίας ή οργάνωσης: προσέξτε τον φασιστικό χαιρετισμό, πάνω αριστερά.Ακολουθούν διάφορες -πολλές- άλλες φωτογραφίες. Η Σάντα Μπαντουλέσκου βολτάρει σε κάποια πλατεία με φίλες· κάνει (ξανά) διακοπές σε παραλίες και γρασίδια· ίσως έχει και ένα ειδύλλιο, πλησιάζει άλλωστε τα είκοσι. Διακρίνει κανείς ήδη μια ωραιοπάθεια, της αριστοκράτισσας που μεγάλωσε μέσα στα πούπουλα και όλα της πάνε πρίμα.
Η ωραιοπάθεια, μια κάποια υπεροψία και μέθη κιόλας, φαίνεται ακόμα καθαρότερα όσο περνά ο καιρός. Η Ευρώπη βυθίζεται στο σκοτάδι, η Σάντα όμως φωτογραφίζεται σαν μοντέλο μόδας, σε πόζες σχεδόν υπερβολικές για προπολεμικές, θα έλεγα με τις φτωχές μου γνώσεις:
Φτάσαμε ήδη στο Γενάρη του ’44. Ο Κόκκινος Στρατός προελαύνει, αλλά στη Ρουμανία ακόμα κυβερνά ο φασίστας Αντονέσκου: κάπου 280 με 380.000 Εβραίοι της Ρουμανίας έχουν εξολοθρευτεί, χώρια τους Τσιγγάνους που δεν ξέρω αν έχουν μετρηθεί ακόμη. Η Σάντα είναι πια εικοσιπέντε χρονώ και χτενίζεται σαν σταρ του σινεμά, σε κάποιο χειμερινό θέρετρο:
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μια σκιά μελαγχολίας λίγους μήνες αργότερα σχετίζεται πια με τη μεταπήδηση της Ρουμανίας στο συμμαχικό στρατόπεδο,
αλλά ίσως και όχι. Η ζωή της μοιάζει να έχει αλλάξει ριζικά· Δεκέμβριος του ’45, φωτογραφίες σε κάτι που δεν μοιάζει καθόλου με τα γνωστά θέρετρα και επαύλεις. Μάλλον με διαμερίσματα, ή -ίσως- νοσοκομείο.
Χιόνια πάλι, αλλά μάλλον όχι σε σκι κλαμπ αυτή τη φορά. Η αριστοκρατική αλαζονεία μοιάζει να έχει ραγίσει, η Σάντα φαίνεται σχεδόν άλλος άνθρωπος, ψυχή τε (ποιος ξέρει;) και σώματι:
Στις τελευταίες φωτογραφίες του άλμπουμ, Δεκέμβριος του ’45 (η Γερμανία έχει παραδοθεί, σε μας έχει αρχίσει ο εμφύλιος, ο σοβιετικός στρατός έχει καταλάβει τη Ρουμανία), δεν υπάρχει πια καμία πόζα. Παραίτηση ίσως.
Ναι, αυτή είναι η τελευταία φωτογραφία της Σάντα Μπαντουλέσκου:
Γιατί, κάπου εδώ, το τρίτο και τελευταίο άλμπουμ τελειώνει. Αυτές είναι οι δυο τελευταίες σελίδες του:
Εικοσιέξι χρονών, πέρασε αβρόχοις ποσί τον Δεύτερο Παγκόσμιο, τη γενοκτονία, το φασισμό, τις σφαγές, τους βομβαρδισμούς και τις μάχες, χωρίς να καταλάβει καταπώς φαίνεται τίποτα, χωρίς να την αγγίξει τίποτα-
-τίποτα, εξόν από αυτό που όλους αγγίζει κάποτε.