Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουλίου 2009

Εκτός από το «Κουτσό» του Κορτάσαρ, για το οποίο μιλούσα τις προάλλες, ένα άλλο βιβλίο που όταν το αναφέρεις σε κάποιον που το έχει διαβάσει γεννιέται αμέσως μια σιωπηρή συνεννόηση είναι το «Κάτω από το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρυ. Και είναι, όντως, κι αυτό ένα από εκείνα τα βιβλία που σου μένουν, τα διαβάζεις ξανά και ξανά. Εν ολίγοις, είναι η εξιστόρηση του τελευταίου εικοσιτετραώρου της ζωής ενός προχωρημένου αλκοολικού, του Προξένου Τζόφρεϋ Φέρμιν, στο Μεξικό. Αλλά είναι και πολύ περισσότερα από αυτό. Το τελευταίο αυτό εικοσιτετράωρο, επιστρέφει η γυναίκα του, η Υβόν, που τον είχε εγκαταλείψει ένα χρόνο πριν, μετά από μια-δυο ερωτικές ιστορίες, εκ των οποίων η μία με τον αδελφό του Προξένου, και προσπαθεί, μάταια, να τον πείσει να επιστρέψουν σε έναν ουτοπικό παράδεισο. Να τελειώσει το βιβλίο του περί Καμπάλας. Έχω ξαναπεί ότι δεν μπορώ να περιγράφω βιβλία· μπορώ όμως να πω ότι αν έπρεπε να διαλέξω δέκα να’χω μαζί μου, το «Κάτω από το ηφαίστειο» θα ήταν ένα. Θυμάμαι ότι το πρωτογνώρισα εμμέσως, από ένα κεφάλαιο του «Περί μέθης» του Παπαγιώργη· αν θυμάμαι καλά, μάλιστα, πριν το βρω και το διαβάσω είχα δει την πολύ δυσεύρετη πια ταινία του Τζων Χιούστον, με τον μέγα Άλμπερτ Φίννεϋ, την οποία τώρα πια δεν θυμάμαι καθόλου και έχω κάνει (μάταια) άνω-κάτω τα ντιβιντάδικα για να βρω.

Προειδοποίηση: ένα βιβλίο για γερά νεύρα. Αλλά, ποιο δεν είναι; Σκέφτομαι τις ατέλειωτες κουβέντες περί αυτοκαταστροφής, που για κάποιο λόγο αποτελεί μια λέξη κλειδί για τη γενιά μου, και για προηγούμενες, και για την τωρινή, μου φαίνεται. Πολύ εύκολα βαφτίζαμε κάποιον αυτοκαταστροφικό (δεν είμαι σίγουρος, νομίζω στο Bororό του Λένου Χρηστίδη η φράση «Ο Τζιμ Μόρισον ήταν μια αυτοκαταστροφική ιδιοφυία» προκαλεί, δικαίως, ακατάσχετα γέλια). Αυτοκαταστροφικός όμως δεν είναι οποιοσδήποτε καταστρέφεται. Είναι όποιος ξέρει τι θέλει στη ζωή του:

«Θυμάσαι το τραγούδι σου; Δε θα το τραγουδήσω: Ο μικρός ο γάτος δε δουλεύει κι ο μεγάλος γάτος ρεμπελεύει, τότε ποιος δουλεύει- κα-νείς!«, άκουσε τον εαυτό του να ρωτάει ο Πρόξενος· δάκρυα θλίψης ανάβλυσαν στα μάτια του, έβγαλε γρήγορα τα σκούρα γυαλιά του και έκρυψε το πρόσωπό του στον ώμο της.

…αλλά διαλέγει την καταστροφή:

«Ναι, είναι αλήθεια πως σκέφτηκα την ανακωχή. Με ξεγέλασαν οι προσφορές σας για έναν ξεμέθυστο και εξωαλκοολικό Παράδεισο . Τουλάχιστον αυτό φαντάζομαι πως φέρνατε βόλτα όλη την ημέρα. Τώρα όμως πήρα την απόφασή μου με το μικρό μελοδραματικό μυαλό μου, ή τέλος πάντων μ’ ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτό που να μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Σερβάντες! Όχι, δεν μου κάνει καθόλου, σας ευχαριστώ πολύ, αντιθέτως, διαλέγω – την Τλαξ -» Πού βρισκόταν; «Τλαξ… Τλαξ -«

(…) Πέντε και μισή. Αυτό ήταν όλο; «την Κόλαση» αποτέλειωσε αναπάντεχα.

(ο Σερβάντες, είναι ο σερβιτόρος εν προκειμένω, και η Τλαξκάλα, η πόλη όπου σκοπεύει να πιει ο Πρόξενος σε ένα αγαπημένο του μπαρ).

Κι αυτό είναι τραγικό, όχι σαγηνευτικό. Αρκετά πουλήσαμε στιλ με την αυτοκαταστροφή, ας ξέραμε πρώτα τι σημαίνει.  Θέλω να πω, … θέλω να πω, διαβάστε αυτό το βιβλίο.

(μετάφραση Μαρίνα Λώμη, Αστάρτη χ.χ.)

Advertisements

Read Full Post »

Ή: Ενας Οθωμανός στην Αμερική.

Καθώς για μια βδομαδούλα θα έχω περιορισμένη πρόσβαση στο ίντερνετ, είπα να αφήσω στο πόδι μου μια ευχάριστη ιστορία, κάτι σε οθωμανικό γουέστερν.

Μεταφράζω πρόχειρα από τη Wikipedia, όπου θα βρείτε και φωτογραφίες:

Ο Χατζή «Χάι Τζόλλυ» Αλή (1828-1902) γεννήθηκε κάπου στη Συρία ή στη Σμύρνη. Δεν είναι γνωστό το αρχικό του όνομα· σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο πατέρας του ήταν ελληνικής καταγωγής και η μητέρα του Σύρια, και λέγεται ότι γεννήθηκε ως Philip Tedro, πήρε δε το όνομα Χατζή Αλή όταν εξισλαμίστηκε μετά από ένα προσκύνημα στη Μέκκα. [Σχόλιο δικό μου: αυτό λίγο παράδοξο, λογικά θα έγινε το ανάποδο. Επίσης, δύσκολο έως αδύνατο να είχε χριστιανό πατέρα και μουσουλμάνα μητέρα]. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η μητέρα του ήταν ελληνικής καταγωγής, και ο πατέρας του Σύριος. [Πιο πιθανό μου φαίνεται]. Εργάστηκε στον οθωμανικό στρατό ως εκτροφέας και εκπαιδευτής καμηλών, και υπηρέτησε επίσης στο γαλλικό στρατό, στο Αλγέρι.

Το 1856 κατατάχθηκε ως οδηγός καμήλας στον στρατό των Η.Π.Α. Η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθούσε τότε να χρησιμοποιήσει καμήλες ως υποζύγια στις διαδρομές των αμερικανικών ερήμων. Στρατολόγησε λοιπόν διάφορους ανατολίτες καμηλιέρηδες, μεταξύ των οποίων, φαίνεται, οκτώ ελληνικής καταγωγής (μαζί με τον Χατζή Αλή), οι οποίοι έφτασαν στο Τέξας με αμερικανικό πολεμικό πλοίο. Οι υπόλοιποι ήταν οι (αντιγράφω εδώ, γιατί έχει ενδιαφέρον) Yiorgos Caralambo (Greek George), Mimico Teodora (Mico), Hadjiatis Yannaco (Long Tom), Anastasio Coralli (Short Tom), Michelo Georgios, Yanni Illato και Giorgios Costi. Οι Αμερικανοί αγόρασαν επίσης 33 καμήλες από τη Σμύρνη, την Αίγυπτο και την Τύνιδα.

Ο Αλή ήταν ο επικεφαλής της δοκιμαστικής αποστολής του US Camel Corps, και πραγματοποίησε έτσι επιτυχώς τη διαδρομή Τέξας-Καλιφόρνια  (με επιστροφή). Ωστόσο, το ξέσπασμα του Αμερικανικού Εμφυλίου, αλλά και το γεγονός ότι τα υπόλοιπα υποζύγια του στρατού (μουλάρια, άλογα κλπ.) τρόμαζαν από τις καμήλες, εμπόδισαν το Κογκρέσο να εγκρίνει παραπάνω πιστώσεις. Στο τέλος, το 1864, οι καμήλες πουλήθηκαν σε πλειστηριασμό στην Καλιφόρνια και την Αριζόνα.

Με τις λίγες καμήλες που κράτησε, ο Αλή προσπάθησε να διατηρήσει μια μεταφορική εταιρεία στα ορυχεία του Κολοράντο. Η επιχείρηση απέτυχε, και ο Αλή άφησε τις καμήλες ελεύθερες στην έρημο της Αριζόνας.

Το 1880 έγινε αμερικανός πολίτης με το όνομα Philip Tedro (βλ. και παραπάνω), όταν παντρεύτηκε την Gertrudis Serna. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Quartzsite, ως μεταλλωρύχος και περιστασιακός ανιχνευτής για λογαριασμό της κυβέρνησης. Στον τάφο του, ένα μνημείο του 1935, φιγουράρει μια καμήλα από χαλκό.

Μια ωραία ιστορία σχετικά είναι ότι όταν προσβλήθηκε επειδή δεν πήρε πρόσκληση για ένα πικνίκ Γερμανών στο Λος Άντζελες, ήρθε απρόσκλητος και το διέλυσε οδηγώντας ένα αμάξι με δύο καμήλες.

Read Full Post »

Αντιγράφω από εδώ, ανταπόκριση για την εφαρμογή της απαγόρευσης του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους, στην Τουρκία:

ΣΕ ΥΠΑΙΘΡΙΟ χώρο που είναι κλειστός από πάνω με μία τέντα ή οτιδήποτε παρόμοιο, απαγορεύεται το κάπνισμα. Αυτό προστάζει με ύφος τουλάχιστον πρωθυπουργού ο αστυνομικός που κάνει την πολύ σοβαρή και αυστηρή δουλειά του ελέγχου σε ένα καφενείο σε προάστιο της Πόλης. Συνοδεύεται από έναν δημοτικό υπάλληλο και έναν γιατρό! Ολόκληρη κριτική επιτροπή. Περιοδεύον δικαστήριο. Εχει το καφενείο κάτι ομπρέλες απ’ αυτές που έχουν και οι πλαζ. Είναι μεσημέρι. Δυο μεσήλικοι καπνίζουν και συζητούν πίνοντας τσάι. «Επ, απαγορεύεται το κάπνισμα κάτω από την ομπρέλα, είναι χώρος κλειστός από πάνω», η αυστηρή παρατήρηση του αστυνομικού, ο οποίος αφήνει αναπάντητη την ερώτηση ενός από τους δύο καπνιστές: «Αν φορέσουμε καπέλο, μπορούμε να καπνίσουμε;». Δεν κατάλαβα αν ο αστυνομικός άφησε την ερώτηση αναπάντητη επειδή εκνευρίστηκε ή επειδή δεν βρήκε την απάντηση με βάση τους ιερούς κανονισμούς.

Ωραίο δεν ήταν;

Και, τελευταία στιγμή, να προσθέσω και ένα καλό νέο: Αποφυλακίστηκε η Χριστίνα Κυριμοπούλου. Κάποιες κινητοποιήσεις έχουν αποτέλεσμα.

Read Full Post »

Βλέπω κάπου-κάπου στον πίνακα ελέγχου μου κόσμο να φτάνει εδώ γκουγκλίζοντας «Κορτάσαρ», συνήθως μάλιστα «Κορτάσαρ το κουτσό». Ελπίζω με όλη μου την καρδιά να βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον, παρόλο που μέχρι τώρα, αν θυμάμαι καλά, το μόνο ίχνος από το Κουτσό στο μπλογκ είναι το όνομά του. Ωστόσο, με τρώει εδώ και καιρό κάτι να γράψω για τον Χούλιο Κορτάσαρ. Δεν μού’ρχεται τώρα στο μυαλό άλλος συγγραφέας, η αναφορά του οποίου να φέρνει μια τέτοια αύρα συνομωτικής κατανόησης· αναφέρεις το Κουτσό, και αίφνης, αν ο άλλος το έχει διαβάσει, υπάρχει κάτι σαν μυστική συμφωνία ότι, ναι, είμαι κι εγώ από κείνους. Μου συνέβη μέχρι και στην Τουρκία, πάνε χρόνια (παρεμπιπτόντως, στα τούρκικα λέγεται Seksek· άσχετο).

Το πρώτο του Κορτάσαρ που διάβασα πρέπει να ήταν ο Κυνηγός, ένα μεγάλο διήγημα για τον Τσάρλι Πάρκερ που είχα πάρει αντί αμοιβής όταν δούλευα στο βιβλιοπωλείο ενός φίλου μου, περιμένοντας τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών· μου άρεσε, τότε, περισσότερο επειδή μου άρεσε η τζαζ παρά επειδή μ’άρεσε η γραφή του κειμένου. Μετά όμως έπεσαν στα χέρια μου τα διάφορα τομάκια με τα διηγήματα: το Οκτάεδρο,  το Όλες οι φωτιές οι φωτιά. Αποφάσισα, εκείνη την εποχή, ότι τον προτιμούσα από τον Μπόρχες (τον οποίο μόλις είχα ανακαλύψει και χορτάσει, ξανά και ξανά). Και ύστερα διάβασα το Κουτσό, δανεικό, χωρίς εξώφυλλο, έμοιαζε με Βίβλο όπως το είχα δίπλα στο κρεβάτι. Και έτσι λειτούργησε: νομίζω πως το έχω μάθει πια σχεδόν απέξω· συν τοις άλλοις, εξαιτίας του άρχισα να ακούω Άλμπαν Μπεργκ και Σαίνμπεργκ. Μετά, τα Βραβεία, και διάφορα άλλα. Σχεδόν κατά τύχη μάλιστα, απέκτησα και ένα αντίτυπο του Μπρέντα Ρότσα, τόσο βίαια γλυκιά, βιβλίο για τη Νικαράγουα του οποίου η θλιβερή εκδοτική ιστορία στην Ελλάδα εξαφάνισε τα περισσότερα αντίτυπα σε πυρκαγιά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το πικρό χιούμορ του Ντμίτρι Σοστακόβιτς είναι, μου φαίνεται, φανερό στις συνθέσεις του. Διαβάζοντας ένα είδος αυτοβιογραφίας του (σε μια μετάφραση που διεκδικεί με πολλές αξιώσεις τα πρωτεία της χειρότερης στην Ελλάδα από εκείνη του «Βάινλαντ» του Πύνσον) έπεσα και στο χιούμορ του λόγου του. Ιδού ένα μικρό, ελάχιστο δείγμα· κυρίως, η προτελευταία φράση:

Ο Σόλογκαμπ είχε μια γυναίκα. Όχι απλώς μια γυναίκα, αλλά ένα δεύτερο Σόλογκαμπ. Ήταν αναμφίβολα μια διαπρεπής γυναίκα. (…) Ο Σόλογκαμπ συχνά έγραφε για το θάνατο. Βλέπεις, ακόμα κι αυτό το θέμα, σ’ ανταμοίβει πλουσιοπάροχα. Δεν έχεις παρά να κάθεσαι αναπαυτικά στο γραφείο σου, να γράφεις για το θάνατο και συ να ζεις καλά. Και οι Σόλογκαμπ ζούσαν πολύ καλά. Όμως κάποια μέρα μυστηριώδεις κραυγές γέμισαν το σπίτι τους, εκτός κι αν μάλωσαν για κάτι. Όπως και να’χει, κάποιο φθινοπωρινό απόγευμα η γυναίκα του Σόλογκαμπ εγκατέλειψε το σπίτι τους για να μην ξαναγυρίσει.

Read Full Post »

Πριν από κάποιο καιρό είχα γράψει λίγα πραγματάκια για τη διαμάχη Οθωμανών και Πορτογάλων στον Ινδικό Ωκεανό, καθόλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα. Τώρα λοιπόν κατάφερα να βάλω στο χέρι το αυτοβιογραφικό κείμενο του Σεϊντί Αλή Ρεΐς, Οθωμανού ναυάρχου που πήγε να παραλάβει στη Βασόρα το στόλο του προκατόχου του, Πιρί Ρεΐς (ναι, του γνωστού για τον πορτολάνο [χάρτη] του Αιγαίου, και για άλλα). Τον χτύπησε καταιγίδα, ήρθε αντιμέτωπος με υπέρτερες πορτογαλικές δυνάμεις, αναγκάστηκε εν τέλει να παρατήσει τα απομεινάρια του στόλου του στην Ινδία και να γυρίσει δια ξηράς στη Βαγδάτη και από κει στην Κωνσταντινούπολη, μέσω Ινδίας, Αφγανιστάν, Υπερωξιανής (Κεντρικής Ασίας) και Περσίας. Το έργο διαδραματίζεται στα μέσα του 16ου αιώνα (1553-56). Από τις αφηγήσεις του, διάλεξα μερικά αξιοπερίεργα κομμάτια. Πρώτα όμως, λίγα λόγια για την πηγή μου.

Το κείμενο του Σεϊντή Αλή Ρεΐς μεταφράστηκε στα γερμανικά ήδη το 1815 από χειρόγραφο, και εκδόθηκε τυπωμένο στα οθωμανικά πρώτη φορά το 1895. Η αγγλική μετάφραση που έχω στα χέρια μου είναι του Αρμίνιου Βαμπερύ ή Βάμπερυ, ενός Ούγγρου περιηγητή και ανατολιστή (τον είχα αναφέρει και παλιότερα, αν θυμάστε), για τον οποίο είναι διαφωτιστική η ωραία περιγραφή της Έλλης Σκοπετέα: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δεν ξέρω για σας, εγώ έκατσα και διάβασα την Παρασκευή όλες τις συνομιλίες της γνωστής συμμορίας που δημοσιεύτηκαν. Πάντα με συνεπαίρνουν τέτοια αποσπάσματα προφορικού λόγου, είτε τα συναντώ σε ιστορικές πηγές είτε στις εφημερίδες. Πέρασα μια πολύ ευχάριστη ώρα λοιπόν διαβάζοντας, νόμιζα ότι χάθηκα σε βιβλίο του Σιμενόν, ή, ακόμα περισσότερο, σε εκείνη την ωραία και δυσεύρετη ταινία του Χρήστου Βακαλόπουλου, την «Όλγα Ρόμπαρτς» (ίσως μπορείτε να την δείτε εδώ). Πρέπει να ήμουν από τους ελάχιστους που την είδαν στο σινεμά: έπαιζε θυμάμαι η Λαζαρίδου, ο Καφετζόπουλος, ο Σταύρος Τσιώλης, και είχε να κάνει με επαγγελματίες δολοφόνους, Άραβες επιχειρηματίες, και ταράτσες της Αθήνας.

Από όλες τις υποκλεμμένες συνομιλίες που ξεψάχνισα, λοιπόν, συγκράτησα τα εξής: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »