Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Αύγουστος 2009

Φεύγοντας, όπως είπα στο προηγούμενο ποστ, για την Κιργιζία, τη χώρα που δεν έχει θάλασσα (μόνο λίμνες), σας αφήνω με μια ιστορία θαλασσινή, έτσι όπως φεύγει το καλοκαιράκι. Τα λέμε ξανά στο έμπα του Σεπτέμβρη!

Το 1626-28, προσπαθώντας να αναπτύξει το ναυτικό της, να ισχυροποιήσει τη θέση της στη Βαλτική και να αναπληρώσει κάποιες απώλειες του στόλου της, η Σουηδία κατασκεύασε το Βάζα, ένα από τα μεγαλύτερα πλοία της εποχής. Στις 10 Αυγούστου 1628 η Βάζα ξεκίνησε το παρθενικό της ταξίδι. Με το που βγήκε από το λιμάνι της Στοκχόλμης, δυνατοί άνεμοι έκαναν το πλοίο να γείρει λίγο· νερό μπήκε από τις ανοιχτές τρύπες των κανονιών του κατώτερου καταστρώματος. Και έτσι, σε βάθος 32 μέτρων και μόλις 120 μέτρα από την ακτή, έχοντας ταξιδέψει λιγότερο από ένα ναυτικό μίλι, η Βάζα βυθίστηκε, παίρνοντας μαζί της 30 ή 50 ανθρώπους. Το ναυάγιο έγινε μπροστά στα μάτια εκατοντάδων θεατών (μεταξύ των οποίων ξένοι πρεσβευτές) που είχαν μαζευτεί για να δουν το μεγάλο πλοίο να πρωτοταξιδεύει. Σήμερα, οι επισκέπτες της Στοκχόλμης μπορούν να δουν το ναυάγιο, που ανελκύστηκε το 1961.

 Περίπου δύο δεκαετίες μετά, το 1651, αντίστοιχα πράγματα συνέβαιναν στην Κωνσταντινούπολη. Γράφει ο χρονικογράφος Ναϊμά (M. İpşirli επιμ., Naîmâ Mustafa Efendi: Târih-i Na’îmâ (Ravzatü’l-hüseyn fî hulâsati ahbâri’l-hâfikayn), τ. 3 (Άγκυρα 2007), σελ. 1302), με μια πρόχειρη μετάφραση: (περισσότερα…)

Advertisements

Read Full Post »

Για όσους πιστεύουν ότι η αποικιοκρατία τελείωσε ή ότι το πρόβλημα της Αφρικής είναι οι κλιματολογικές συνθήκες, η ξηρασία και η έλλειψη φυσικών πόρων: εδώ. Εν ολίγοις, επενδυτικές τράπεζες, ανεπτυγμένα (ή τέλος πάντων πλούσια) κράτη, ακόμα και το πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, προσπαθούν να αγοράσουν μεγάλες εκτάσεις σε χώρες της Αφρικής προς καλλιέργεια, λες και είναι ο άδειος πλανήτης Α32.

Για την Αφρική λοιπόν; Αρχικά ήθελα να γράψω για το Τσάι στη Σαχάρα, που ξαναβγαίνει τώρα στις αθηναϊκές αίθουσες και που όταν το είχα πρωτοδεί, κάπου γύρω στο ’90 ή ’91, ήταν μία από τις αιτίες που στράφηκα προς τις, ας πούμε, ανατολικές σπουδές. Πέρσυ το ξανάδα σε ντιβιντί, και αυτή τη φορά το είδα όχι σαν τον ορισμό του ταξιδιώτη έναντι του τουρίστα, όπως τότε, αλλά σαν την ιστορία ενός ζευγαριού. Ξαναδιάβασα και το βιβλίο, τα ίδια. Ωραίος ο Μπόουλς. Η έρημος, στο βιβλίο, λειτουργεί τελικά σαν ένα εργαλείο απογύμνωσης, κάνοντας τις ανθρώπινες σχέσεις να μην επηρεάζονται καθόλου από εξωτερικούς και τυχαίους παράγοντες (όπως συμβαίνει συνήθως, στην λογοτεχνία όσο και στην πραγματικότητα) -και έτσι να οδηγούνται στην καταστροφή. Κι αυτό επειδή, ο εξωτερικός εκείνος παράγοντας που δεν μπορεί να εξαιρεθεί, είναι ο χρόνος. Με τα λόγια του Μπόουλς (που σοφά ο Μπερτολούτσι τα κόλλησε στο τέλος της ταινίας): …επειδή δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε, τείνουμε να θεωρούμε τη ζωή ένα ανεξάντλητο πηγάδι. Ωστόσο όλα συμβαίνουν ορισμένες μόνο φορές, πολύ λίγες μάλιστα, στην πραγματικότητα. Πόσες φορές ακόμα θα θυμηθείτε ένα ορισμένο απόγευμα της παιδικής σας ηλικίας, ένα απόγευμα που είναι τόσο αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξής σας που δεν μπορείτε ούτε να συλλάβετε τη ζωή σας χωρίς αυτό; Ίσως τέσσερις, πέντε φορές ακόμα. Ίσως ακόμα λιγότερες. Πόσες φορές ακόμα θα δείτε την πανσέληνο να ανατέλλει; Είκοσι, ίσως. Και όμως, όλα μοιάζουν απεριόριστα.

Αυτά τα χαρούμενα στη μέση των διακοπών, αγαπητέ μου αναγνώστη -mon semblable, mon frère! Σε μια εβδομάδα φεύγω κι εγώ, για αρκετά μακριά αν και όχι για πολύ. Κιργιστάν, η πιο ανατολική από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας. Για την ώρα, κάτι ανάλαφρο: το προξενείο του Καζακστάν (που εκδίδει και τις βίζες για την Κιργιζία), στο Παπάγου, βρίσκεται στο ίδιο κτίριο με το σπίτι του Βύρωνος Πολύδωρα, ο οποίος, για να μην γίνει μπέρδεμα, έχει αναρτήσει μια ελληνική σημαία στο ρετιρέ, πάνω από την καζάκικη.

Επίσης παρεμπιπτόντως, βγαίνοντας από το προξενείο τι βλέπω;

Ιχθυοπωλείο «Ο δύτης». Μάλιστα.

Read Full Post »

Ως γνωστόν ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, πέρα από έξοχος συγγραφέας και μανιώδης συλλέκτης πεταλούδων, υπήρξε και δεινός σκακιστής. Διαβάζω τώρα ένα είδος αυτοβιογραφίας του (Μίλησε, μνήμη. Ανασκόπηση αυτοβιογραφίας, μετάφρ. Γ. Βάρσος, Αθήνα: Πατάκης 1997), που αποπνέει κάτι το εξωπραγματικό γενικά. Είναι δυνατόν να ήταν τόσο έξυπνο ένα παιδάκι; Είναι δυνατόν να είχε τόσο ιδανική παιδική ηλικία; Τέλος πάντων, σε ένα σημείο περιγράφει ένα σκακιστικό πρόβλημα που σκάρωσε ο ίδιος το 1940 και δημοσίευσε, φαίνεται, το 1963: Lipton, Matthews & Rice, Chess Problems, Faber 1963, σελ. 252. Θαρρώ πως καταλαβαίνει κανείς την παραβολή ακόμα και αν δεν ξέρει σκάκι· εμένα με εντυπωσίασε προτού βάλω τα πιόνια στη σκακιέρα (αν και είμαι πολύ περήφανος που με τις μηδαμινές μου σκακιστικές γνώσεις κατάφερα να αποκαταστήσω το τυπογραφικό λάθος 36 σε ε6, που νομίζω ότι ταιριάζει).

«Λευκά: Βασιλιάς στο α7, Βασίλισσα στο β6, πύργοι στα ζ4 και θ5, Αξιωματικοί στα ε4 και θ8, Ίπποι στα δ8 και ε6, Πιόνια στα β7 και η3· Μαύρα: Βασιλιάς στο ε5, Πύργος στο η7, Αξιωματικός στο θ6, Άλογα στα ε2 και η5, Πιόνια στα γ3, γ6 και δ7. Ξεκινάνε τα Λευκά και κάνουν ματ σε δύο κινήσεις. Η αναπόδραστη «απόπειρα», βασιζόμενη σε παραπλανητική  ένδειξη, είναι: Πιόνι στο β8, γίνεται Ίππος, με τρία ωραιότατα ματ να απαντούν στην απειλή του Βασιλιά από τα Μαύρα·

αλλά

τα Μαύρα μπορούν να αναιρέσουν την όλη αυτή λαμπρή επιχείρηση αν δεν απειλήσουν τον βασιλιά των Λευκών και προβούν, αντ’ αυτού, σε μια μετριοπαθή κίνηση αναμονής σε άλλο σημείο της σκακιέρας».

ζεν και σκάκι

Προφανώς η απειλή του Βασιλιά είναι η κίνηση 1 β8=Ι δ6 2 Ιδ7+ ή 2 Ιζ7+ ή 2 ΑxΠ+. Δεν είμαι γερός στο σκάκι (ούτε στο σκάκι, μάλλον), πόσο μάλλον στα σκακιστικά προβλήματα· μ’ άρεσε όμως αυτός ο λίγο ζεν τρόπος των Μαύρων να γλυτώσουν.

Read Full Post »

Είχα παλιά υποσχεθεί να γράψω κάτι για την Κέρκυρα. Σας προειδοποιώ ότι στο τέλος γίνεται πολύ φιλοσοφικό, κάτι έχει το νησί και το κάνει αυτό, όπως θα καταλάβετε.

Έμεινα στην Κέρκυρα γύρω στα τέσσερα χρόνια, και πηγαινοερχόμουν για άλλα δύο πριν. Έφυγα πριν από άλλα τέσσερα, και δεν μπορώ να πω ότι δεν μου λείπει. Πέρα από λόγους εντελώς προσωπικούς, δεν μπορώ να αρνηθώ ότι πρόκειται για κάτι σαν επίγειο παράδεισο. Αρχίζω από την πόλη, για την οποία έχει μιλήσει πολύ καλύτερα από μένα ο Αρανίτσης σε ένα κείμενο που δεν μπορώ να βρω τώρα (πρέπει να είναι κάπου εδώ), και όπου μιλούσε για την αίσθηση του μυστικού μεσημβρινού του κόσμου που σε περιμένει πίσω από κάποια συγκεκριμένα καντούνια. Κρατώ επίσης τη γειτονιά με τα τυπογραφεία, κάπου στο Καμπιέλο όπου έμενα, και η οποία επίσης είχε κάτι το μυστικιστικό. Κρατώ τις πλατείες και κυρίως την πλακάδα του Αγίου (πιο πολύ από το μπουχτισμένο Λιστόν), κάτι που λείπει από τις περισσότερες μικρές πόλεις που έχω δει -εξαιρώ ίσως τα αγαπημένα μου Τρίκαλα. Δεν είχα σε εκτίμηση τους περισσότερους Κερκυραίους της γειτονιάς (με εξαίρεση έναν-δύο, μεταξύ των οποίων την υπέργηρη και σχεδόν τυφλή σπιτονοικοκυρά μου, που τραγουδούσε -και τραγουδά, ελπίζω- Βέρντι στην δημοτική χορωδία και μισούσε τους «αρχόντους» σχεδόν αταβιστικά). Πολύ κουτσομπολιό, κακίες και τα άλλα γνωστά, και επίσης λίγο παραπάνω φλυαρία απ’ όσο μπορώ να αντέξω. Αγαπούσα πολύ τους Αλβανούς γειτόνους μου, το Στέφανο, την Αναστασία και τα παιδιά τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούσα να κάνω στην Κέρκυρα και μετανιώνω πικρά που δεν το έκανα, είναι που πολύ εύκολα μπορείς να πεταχτείς στους Αγίους Σαράντα και το Βουθρωτό.

Κρατώ επίσης την επιβλητική θέα του Παντοκράτορα και της Μουργκάνας, απέναντι, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με τα φώτα της Ηγουμενίτσας όταν βραδυάζει. Το Φαληράκι, ή «Εν πλω», δίπλα στη θάλασσα, μισοπλημμυρισμένο μια μέρα κατακλυσμού. Την αγαπημένη μου τσιτσιμπύρα που πολύ μου λείπει αυτές τις ζεστές μέρες. Αλλά, άλλο θέλω να πω: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Διαβάζω λοιπόν εδώ ότι στο περιοδικό Journal of Happiness Studies (δεν κάνω πλάκα!) δημοσιεύτηκε μελέτη του πανεπιστημίου του Βερμόντ για την εφεύρεση (και όχι βέβαια ανακάλυψη, όπως επιμένει ο δημοσιογράφος) του «ηδονόμετρου» (κι αυτή λάθος μετάφραση, αλλά τέλος πάντων), ενός προγράμματος που:

…παρακολουθεί «αόρατο» τα συναισθήματα που εκατομμύρια άνθρωποι εκφράζουν στο Ίντερνετ μέσω διαφόρων δικτυακών τόπων, ιστολογίων (blogs), στίχων τραγουδιών, μηνυμάτων του Twitter, λόγων των πολιτικών κ.α. Οι Αμερικανοί επιστήμονες αξιοποιούν ιδιαίτερα το άφθονο υλικό που συλλέγει ο δικτυακός τόπος http://www.wefeelfine.org, ο οποίος καταγράφει φράσεις από τα blogs όλου του κόσμου που ξεκινούν με την φράση «αισθάνομαι…» (I feel…). Η παρακολούθηση εστιάζεται στην καταγραφή και αξιολόγηση συγκεκριμένων λέξεων και εκφράσεων (στην αγγλική γλώσσα προς το παρόν) που είναι αντιπροσωπευτικές για το συναισθηματικό περιεχόμενο των γραφομένων και την ψυχική διάθεση αυτών που τα γράφουν και τα διακινούν στο διαδίκτυο. Κάθε λέξη και φράση βαθμολογείται σε μια κλίμακα από το 1 ως το 9 (π.χ. «παράδεισος» 8,72, «ματαιότητα» 4,30, «αυτοκτονία» 1,25 κλπ.). Όσο πιο μεγάλο το σκορ, τόσο πιο μεγάλη είναι η ψυχική ευφορία και η ευτυχία.

Ας δούμε μερικά από τα συμπεράσματα των καλών επιστημόνων: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μετά από πολύ καιρό, έκατσα ένα βράδι στην Αθήνα· είπα λοιπόν να πάω σινεμά. Ταλαντεύτηκα ανάμεσα στον «Ειρηνοποιό» του Γούντι Άλλεν και το «Μερικοί το προτιμούν καυτό» (και τα δύο τα έχω δύο πάνω από μια φορά, και η κωμωδία στο σινεμά δεν είναι το φόρτε μου, την προτιμώ στη μικρή οθόνη), σκέφτηκα λίγο το «Είμαι περίεργη: κίτρινη» για ιστορικούς λόγους, τελικά αποφάσισα να ξαναδώ τις «Δύο Αγγλίδες στην Ευρώπη», ή, όπως είναι ο κανονικός τίτλος, «Δύο Αγγλίδες και η Ευρώπη» -η Ήπειρος, κατά λέξη (Les deux anglaises et le Continent) του καλού μου Τρυφώ.

Ναι. Το 1971, αντίθετα με τον άσπονδο εχθρό του (πλέον) Γκοντάρ και τους άλλους παλιούς συνεργάτες και φίλους της Νουβέλ Βαγκ, ο Τρυφώ αποφασίζει να γυρίσει άλλη μια ταινία «εποχής»,  αυτό το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του γιατρού Ανρί-Πιερ Ροσέ, κάπου δέκα χρόνια μετά το προηγούμενο, το «Ζυλ και Τζιμ». Οι δύο ταινίες είναι απόλυτα συμμετρικές, εξάλλου κατά κάποιο τρόπο η μία εμφανίζεται εγκιβωτισμένη στην άλλη (ο «Κλωντ Ροκ» γράφει το «Ζερόμ και Ζυλιέν»), τις ενώνει επίσης η μουσική του Ζωρζ Ντελρύ (που κάνει και ένα σύντομο πέρασμα στην ταινία) αλλά κυρίως το κοινό θέμα: στο «Ζυλ και Τζιμ», η φιλία δύο αντρών έρχεται αντιμέτωπη με τη γυναίκα-κυκλώνα, τη Ζαν Μορώ που αγαπά και τους δύο· στις «Δύο Αγγλίδες», ο Ζαν-Πιερ Λεώ ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο αδελφές. Κοινά επίσης είναι η εποχή, το χαρακτηριστικό μοντάζ των ταινιών του Τρυφώ με την επιλεκτική αφήγηση και τα κυκλάκια που σβήνουν, αντί για fade-out, αλλά και κάτι άλλο: η βία. (περισσότερα…)

Read Full Post »