Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Σκαλίζοντας ως συνήθως έπεσα σε μια οθωμανική συλλογή ιστοριών, ανεκδότων και αξιοπερίεργων με το όνομα «Θαυμαστά έργα», γραμμένη από τον ποιητή Τζινανί που πέθανε το 1595 [Osman Ünlü επιμ., Cinânî: Bedâyiü’l-âsâr, 2 τόμοι, Χάρβαρντ 2009 (Sources of Oriental Languages and Literatures 93)]. Τέτοιος θησαυρός είναι φτιαγμένος για τον Δύτη και τους αναγνώστες του, σκέφτηκα αμέσως: από παραμύθια στυλ Χιλίων και Μιας Νυχτών μέχρι διηγήματα και νουβέλες, ενώ δεν λείπει στο τέλος και ένας κατάλογος «παράξενων» που θυμίζουν αντίστοιχα της μεσαιωνικής Δύσης. Λοιπόν, ελπίζω στο μέλλον να καταπιαστώ σοβαρά και να σας φιλοδωρήσω με μερικά τέτοια παραμυθάκια· για την ώρα είναι πιο εύκολο (είναι πιο σύντομα!) να ανθολογήσω κάποια από τα παράξενα, τα mirabilia τέλος πάντων, που μοιάζουν με τις ιστοριούλες του Μάντεβιλ (βλέπε προηγούμενο). Του στυλ, δέντρα που πέφτουν ή καίγονται και ξαναστήνονται μόνα τους θαυματουργώ τω τρόπω· μια πηγή που όταν, λέει, δεν έβγαζε νερό (τρεις μήνες, κάθε καλοκαίρι) έβγαζε ήχους από νταούλια και ζουρνάδες (στη Λόφτσα ή Λόβετς, στη Βουλγαρία)· μια άλλη πηγή, που βγάζει άσπρο νερό, το οποίο όμως βάφει τα υφάσματα μαύρα (στις Θείρες της Μικρασίας)· ένας θόλος με δύο στρογγυλές εισόδους σα μάτια, στην Ταυρίδα, που ήταν κάποτε ανθρώπινο κρανίο (λέγεται)· και λίγες ιστορίες φαντασμάτων, από τις οποίες διαλέγω δύο, αρκούντως ανατριχιαστικές νομίζω. Ως εξής:

17. Κάποιος Αχμέτ Τσαούς διηγείται ότι: στο κάστρο Ντιράτς [Δυρράχιο] του βιλαετιού της Αλβανίας, όταν κάποιος -μουσουλμάνος ή άπιστος- είναι σοβαρά άρρωστος χάνει το μυαλό του, και χωρίς να το καταλαβαίνει (και με διαταγή του Θεού) η ψυχή κάποιου πούχει πεθάνει μπαίνει στο σώμα του και αρχίζει να μιλά. Για παράδειγμα λέει «Ε, τύραννοι, γιατί δεν ψάχνετε την υπόθεσή μου; Είμαι ο Τάδε γιος του Δείνα και με βασανίζουν στον άλλο κόσμο. Εγώ έκανα τις τάδε αμαρτίες, τώρα με βασανίζουν υπέρμετρα γιατί κάθεστε σπίτι μου, φοράτε τα ρούχα μου και ξοδεύετε τους παράδες μου· γιατί δεν λέτε προσευχές και δεν κάνετε ελεημοσύνες για την ψυχούλα μου;» -αυτά διηγούνται όσοι ξέρουν. Μια φορά μάλιστα ένας άρρωστος ψυχορραγούσε δίπλα μου· στο σώμα του μπήκε ένας νεκρός και άρχισε να μιλά: «Εγώ είμαι η γυναίκα του Τάδε τσαούση. Όσο ζούσα μοιχευόμουν με κάποιον. Τώρα εκεί πέρα που είμαι όλο με βασανίζουν. Έχω καταστραφεί. Τόσα ρούχα και χρήματά μου τρώνε, γιατί οι κληρονόμοι μου δεν με καταλαβαίνουν;» -κι έτσι θρηνούσε. Λίγο αργότερα το μυαλό του αρρώστου ήρθε στο κεφάλι του. Ρωτήσαμε, δεν θυμόταν ούτε ήξερε τίποτα. (…) Αν [ο άρρωστος] είναι μουσουλμάνος, φέρνουν κάποιον ουλεμά, που διαβάζει λίγο από το Κοράνι και εμποδίζει το πνεύμα [του νεκρού]· αν είναι άπιστος, φέρνουν έναν παπά και διαβάζει το Ευαγγέλιο. (…)

19. Κάποιος Μεβλανά Σεγίτ Μουχιντίν, που είναι τώρα καδής στο Μοριά, διηγείται τα εξής: Κάποτε πέθανε κάποιος στο βιλαέτι του Μοριά. Όπως συνηθίζεται εκεί, είχε μια δούλα (orfana). Τρεις-τέσσερις μήνες αφότου πέθανε αυτός, μια μέρα η δούλα του άρχισε να φωνάζει: «Ο αφέντης μου ήρθε, όπως έκανε όσο ζούσε ήρθε στο κρεβάτι μου και μ’ έκανε δική του». Όσοι το άκουσαν γέλασαν και δεν την πίστεψαν. Η καημένη η δούλα έλεγε «Ο αφέντης μου κάθε βράδυ έρχεται και σμίγει μαζί μου, σκίζει το άνθος μου. Μα δεν με πιστεύετε…» Τέλος έφυγε από το σπίτι, πήγε σε ένα άλλο και κοιμόταν δίπλα σε μερικούς ανθρώπους [για ασφάλεια]. Αλλά μόλις έμενε μόνη της [ο νεκρός] ερχόταν και πάλι και την έκανε δικιά του, δεν μπορούσε να βρει σωτηρία. Υπήρχε εκεί ένας ουλεμάς, ο Πιρί Ντεντέ με τ’ όνομα. Η γυναίκα πήγε και τον βρήκε και του εξιστόρησε το χάλι της. Ο αφηγητής λέει: Αυτός ο Πιρί Ντεντέ μου είπε τα εξής, «όταν ήρθε η γυναίκα δεν την πίστεψα, έκανε όμως φοβερούς όρκους, έτσι σκέφτηκα να πάω επί τόπου και να παραμονέψω. (…) Ήρθε ο σπιτονοικοκύρης και πήγαμε μαζί στο σπίτι. Περιμέναμε και οι δυο έξω, σε έναν σοφά· στείλαμε τη γυναίκα μέσα. Ήταν απόγευμα, κι ήταν ακόμα μέρα· η γυναίκα άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια, ήρθε ο αφέντης μου!» Σηκωθήκαμε και τρέξαμε μέσα. Μα την αλήθεια του Θεού που δημιούργησε με τη δύναμή Του τον κόσμο, είδα τον άνθρωπο όπως τον ήξερα εν ζωή -είχε μπει ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας, έσμιγε μαζί της, όπως έκανε όσο ήταν ζωντανός. Μόλις τον είδαμε εμείς ορμήσαμε πάνω του· είπαμε να τον χτυπήσουμε με κάποιο σπαθί ή μαχαίρι, μα δεν είχαμε πρόχειρο. Ψάξαμε πίσω απ’ την πόρτα, βρήκαμε μια σούβλα, αλλά μόλις την αρπάξαμε και ορμήσαμε εκείνος εξαφανίστηκε: δεν βλέπαμε πια κανέναν. Αλλά ήταν φανερό τι είχε πάθει η γυναίκα. Δέκα μέρες μετά πέθανε κι αυτή. Την έθαψαν δίπλα στον άντρα της. Αλήθεια τούτη την ιστορία την είδα με τα μάτια μου.» Ποια είναι η αλήθεια, δεν ξέρει κανείς παρά ο Θεός, διηγήθηκε [ο καδής].

Προσθέστε τις ιστορίες με τους οθωμανούς βρυκόλακες, και μπορούμε πια να φανταστούμε μια οθωμανική ταινία τρόμου. Εγώ βρήκα τον Ανατολίτη Πόε μου, πάντως.

Συνειδητοποιώ ότι κάθε πέντε χρόνια περίπου ξαναδιαβάζω τα ίδια βιβλία. Έτσι ξανάπιασα στα χέρια μου τη μετάφραση των Ταξιδιών του Τζον Μάντεβιλ (Σερ Τζον Μάντεβιλ, Τα ταξίδια, με μια εισαγωγή από τον C. W. R. D. Moseley, μετάφρ. Μάρω Φιλίππου, Αθήνα: Κέδρος 2005), μια επιτομή των τερατολογιών του Μεσαίωνα, μπορεί να πει κανείς, που είχα υποσχεθεί να παρουσιάσω στο ξεκίνημα των καταδύσεων το Μάρτη του ’09. Για να μην αδικούμε τον Μεσαίωνα και παρεξηγηθεί κάποια ψυχή :) πρόκειται για ένα κατ’ ουσία λογοτεχνικό κείμενο, που όμως το είχε μαζί του μέχρι και ο Κολόμβος όταν έψαχνε την Αμερική τις Ινδίες. Για τον μυστηριώδη συγγραφέα του, που δεν ήταν Άγγλος παρά Γάλλος ή Φλαμανδός, μπορείτε να διαβάσετε π.χ. εδώ· μια μετάφραση ονλάιν στα αγγλικά μπορείτε να βρείτε εδώ· και, το καλύτερο, εδώ μπορείτε να δείτε μια υπέροχη εικονογραφημένη γερμανική μετάφραση του 15ου αιώνα και να χαζεύετε τις μινιατούρες ώρες και ώρες.

Εν συντομία, ο Μάντεβιλ (ή όποιος ήταν τέλος πάντων) Διαβάστε τη συνέχεια »

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ από πού βγαίνει η λέξη ρεφενές; Ξέρω, τρέχετε στον Μπαμπινιώτη, ο οποίος όμως -σας προλαβαίνω- αρκείται σε ένα σκοτεινό “από το τουρκ. refene“. Μόνο που τέτοια λέξη δεν θα βρείτε σε τούρκικο λεξικό. Πιο έξυπνο το λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη γράφει: τουρκ. (διαλεκτ.) refene -ς (< herifane, από τα περσ.). Εξακολουθώ να μη βρίσκω το refene στα λεξικά μου, βρίσκω όμως βέβαια το herifane και μάλιστα με τη συχνότερη, όπως φαίνεται, μορφή arifane. Είναι αξιοπερίεργο ότι η λέξη δεν μοιάζει να επέζησε στα τούρκικα, αντίθετα με τα ελληνικά. Η ετυμολογία της πρώτης μορφής είναι εύκολη: herif είναι ο ερίφης, το άτομο, και η κατάληξη -âne δηλώνει, ας πούμε, τροπικό επίρρημα: κατ’ άτομο, λοιπόν, είναι μια κατά λέξη μετάφραση του περσικού. Πόθεν όμως το arifane (το οποίο, σημειωτέον, καταγράφεται και στο σπουδαίο ιστορικό-ετυμολογικό του Tietze);

 عارفانه είναι η οθωμανική μορφή, και κατά λέξη σημαίνει “κατά τον τρόπο των ειδικών, των σοφών”. Η λέξη μοιάζει να εμφανίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, διότι μια από τις πρώτες (ίσως η πρώτη) γνωστές εμφανίσεις της είναι σε ένα καταπληκτικό έργο του σπουδαίου λόγιου Μουσταφά Άλη, από την Καλλίπολη. Πρόκειται για ένα, ας πούμε, εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς, κάτι σαν τη βαρόνη Σταφ-ογλού της εποχής δηλαδή, με πλήρη τίτλο “Τα τραπέζια των μεζέδων: σχετικά με τους κανόνες των συναναστροφών”, γραμμένο το 1599 ή το 1600, λίγο πριν πεθάνει ο πολυπράγμων συγγραφέας του. Διαβάζουμε λοιπόν στο πεντηκοστό τρίτο κεφάλαιο (M. Şeker ed., Gelibolulu Mustafa ‘Âlî ve Mevâ’idü’n-nefâis fî-kavâ’idi’l-mecâlis, Άγκυρα 1997, σ. 347· D. S. Brookes, The Ottoman Gentleman of the Sixteenth Century, Χάρβαρντ 2003 [Sources of Oriental Languages and Literatures 59], σ. 111) τα εξής ωραία:

Στις συναναστροφές που γίνονται με ρεφενέ (‘ârifâne olan sohbetlerde), δηλαδή στις συναθροίσεις όπου κάποια άτομα μαζεύονται σ’ ένα μέρος και ο καθένας βάζει κάποια χρήματα, είναι ανάρμοστο και ταιριαστό με τις χυδαίες τάξεις των ανθρώπων να λέγεται «Μίλα όσο αξίζει ο παράς σου!» Όσοι ξέρουν την αξία των άλλων δεν το δέχονται, δεν λένε τέτοια πράγματα. Διότι όποιος αξίζει σεβασμό είναι παντού άξιος να ακουστεί ο λόγος του και να έχει την τιμητική θέση. Όποιος λέει ότι ο σεβασμός προς κάποιον εξαρτάται από το χρήμα που διαθέτει, σφάλλει.

Ότι η λέξη ήταν καινούρια φαίνεται από το γεγονός ότι ο Άλη νιώθει την ανάγκη να εξηγήσει τι σημαίνει. Ακολουθεί ένα ποίημα, στο οποίο μοιάζει να κάνει λογοπαίγνιο με την ερμηνεία arifane = σοφά (ο ρεφενές δεν κάνει ίσους μεταξύ τους τους γνώστες / οι γνώστες ξέρουν πως αυτό είναι αλήθεια κλπ) -είναι λοιπόν παραπάνω από πιθανό, φαντάζομαι, η μορφή arifane (και η αντίστοιχη ορθογραφία, που αλλιώς δεν εξηγείται) να προέρχεται από ηθελημένη ή αθέλητη παρετυμολόγηση της λέξης. Κάθε ερίφης δεν είναι και γνώστης· σε δύσκολους καιρούς, όπως ήταν το τέλος του 16ου αιώνα για τους Οθωμανούς, όποιος ξέρει κάνει ρεφενέ. Μπορεί και ο χορτάτος βέβαια, που λέει και το άσμα, ακόμα καλύτερα όμως όποιος δυσκολεύεται, βρίσκω. Διότι σ’ αυτό όσο νάναι ο γκρινιάρης και κάπως ψηλομύτης Μουσταφά Άλη ένα δίκιο τόχε.

Υπάρχει, απ’ την άλλη, και το παράδειγμα του Νασρεντίν Χότζα, που όταν ο καθένας της παρέας έλεγε τι θα φέρει στον ρεφενέ αυτός δεν μιλούσε, γιατί θα συνεισέφερε, λέει, την όρεξη. Ύστερα θα έλεγε, φαντάζομαι: μαζί τα φάγαμε.

Last word freak

Διαβάζω εδώ διάφορα διάσημα, ή μάλλον άσημα, τελευταία λόγια διαφόρων (uninspired last words, σύμφωνα με τον εκεί μπλόγκερ), και θυμήθηκα τον Ουΐλλιαμ Μπάροουζ, στον Τόπο των νεκρών δρόμων (μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη):

«Quién es?»

Τα τελευταία λόγια του Μπίλι δε Κιντ όταν μπήκε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και είδε καθισμένη μια σκιερή μορφή. Ποιος είναι; Η απάντηση ήταν μια σφαίρα στην καρδιά. Όταν ζητάς από το Θάνατο τα διαπιστευτήριά του είσαι νεκρός.

(…)

Ο Κιμ μάζεψε όσα τελευταία λόγια του έπεσαν στα χέρια. Ήξερε ότι οι λέξεις αυτές ήταν κομμάτια ενός τεράστιου παζλ. Μεγάλη Εικόνα, το αποκαλούσε…

«Quién es?» Ποιος είναι; Τελευταία λόγια του Μπίλι δε Κιντ όταν μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο όπου τον πυροβόλησε ο Πατ Γκάρετ.

«Να σε πάρει ο διάολος, αφού δεν φεύγεις από τη γη μου έτσι, θα σε βγάλω εγώ αλλιώς». Τελευταία λόγια του Πατ Γκάρετ. (…)

«Βρέχει, Ανίτα Χάφινγκτον». Τελευταία λόγια του στρατηγού Γκραντ, προς τη νοσοκόμα του.

(Ο ίδιος ο Κιμ, στο βιβλίο, πεθαίνει –σε μια εκδοχή– με τη φράση «ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑ–»)

 

Σκέφτομαι μια σύγκριση με τελευταία λόγια λογοτεχνικών ηρώων: Διαβάστε τη συνέχεια »

Είναι, λέει, τόσο καταστροφικό για τη χώρα να γίνουν τώρα εκλογές.

Κάνω μια υπόθεση: ας πούμε ότι αύριο έληγε κανονικά η τετραετία. Οι εκλογές θα έπρεπε να θεωρηθούν εξίσου καταστροφικές, υποθέτω. Ομαλότατα θα αναβάλλονταν και θα έφτιαχναν οι Θεσμοί μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, μέχρις ότου οι εκλογές ξανά να μην μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, όπως γίνεται συνήθως. Το ποιος κυβερνά, άλλωστε, σε κανονικές συνθήκες, το ξέρουμε πια.

Έτσι δεν είναι;

(γράφω τα ίδια και τα ίδια, ενώ θα ήθελα να γράψω για το Τελευταίο ψέμα του μέγιστου Κακογιάννη που αξιώθηκα να δω χτες, με τη βισκοντική αρχή και το φελινικό τέλος -άλλη φορά, με άλλη διάθεση, με άλλο χρόνο)

Λίγα λόγια: ο Δύτης ζει σε μια επαρχιακή πόλη, γνωστή πάλαι ποτέ ως «Τάδε των τεχνών και των γραμμάτων», την οποία είχε κάπως περιγράψει με τρυφερή υποτίμηση πριν από καιρό. Σήμερα είχε ένα δίλημμα: έπρεπε να πάει στην πορεία που είχε οργανωθεί από συλλόγους εκπαιδευτικών, γονέων και κηδεμόνων, και τα λοιπά και τα λοιπά, ή στην παρέλαση όπου για πρώτη φορά συμμετείχε η Δυτοπούλα;

Προσπάθησε –και πέτυχε– να κάνει και τα δύο.

Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα έξι χρόνια που είμαι εδώ. Η πορεία ξεκίνησε από τη μια άκρη της λεωφόρου, όσο οι φιλαρμονικές και τα αγήματα περίμεναν στην άλλη. Ήταν πορεία μεγάλη –όχι όσο της προηγούμενης βδομάδας (που ήταν πρωτοφανής), αλλά για τα τοπικά δεδομένα πολύ μεγάλη, και με παλμό που λένε. Πέρασε ολόκληρη τη λεωφόρο φωνάζοντας συνθήματα, και πρέπει να με πιστέψετε γιατί ούτε εγώ πίστευα στα μάτια μου: το άλλο πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί για να καμαρώσει τα βλαστάρια και τα εγγόνια του, χειροκροτούσε με ενθουσιασμό.

Η παρέλαση ξεκίνησε λίγο μετά, με αντίστροφη πορεία. Από τις αρχές του τόπου, ο τοπικός βουλευτής και νυν υφυπουργός απέφυγε επιμελώς να εμφανιστεί, μια και ούτε μήνας δεν πάει που είχε φάει κάτι αυγουλάκια στο σβέρκο. Παρέστη μόνον ένας κακόμοιρος αντιπεριφερειάρχης. Όλα σχεδόν (ίσως και όλα, δεν καθόμουν μπροστά μπροστά) τα λύκεια της πόλης περνώντας μπροστά του έστρεψαν το κεφάλι προς την άλλη κατεύθυνση, ακολουθώντας το παράδειγμα της Κατερίνης. Σχεδόν τον λυπήθηκα τον αντιπεριφερειάρχη.

Κατόπιν όλων αυτών, όπως καταλαβαίνετε, ακούω τη συλλογική αγανάκτηση σύσσωμου σχεδόν του λεγόμενου πολιτικού κόσμου βερεσέ.

-Σε ποια κλινική είναι; -Δεν ξέρουμε. -Χμ… τι έχει ο ασθενής; -Είναι άρρωστος.

Αυτός ο διάλογος, που άκουσα προχτές σε ένα νοσοκομείο, μπορεί να φανεί αστείος, μπορεί να φανεί τραγικός, μπορεί να φανεί ανόητος, συγκινητικός ή αλληγορικός. Μπορεί να πει κανείς ότι είμαστε όλοι άρρωστοι αυτές τις μέρες, ή να πει «υγεία να έχουμε πάνω απ’ όλα». Δεν ξέρω, στην πραγματικότητα, γιατί ξεκινώ έτσι ένα ποστ που δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ήθελα να πω ότι γράφω αραιά και πού, συν τοις άλλοις γιατί έκοψα το ίντερνετ στο σπίτι, μεταξύ άλλων -ήθελα να πω ότι πια δεν ξέρω τι να γράψω διότι με προλαβαίνουν άλλοι καλύτερα -ήθελα να πω ότι η αρχική παγωμάρα του Σεπτέμβρη αρχίζει να δίνει τη θέση της σε μια οκτωβριάτικη οργή, και ο Νοέμβρης δεν ξέρω τι θα φέρει -ήθελα να πω ότι

(οργή για αυτούς που καταστρέφουν μια χώρα ξέροντας ότι το κάνουν κι ας το λένε μόνο κατόπιν εορτής, ή ας κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν -να, όπως λέει ο σοφός)

-ήθελα να πω ότι ακούω παντού κουβέντες για μετανάστευση, φίλοι ψάχνουν να βρουν δουλειά στην Αυστραλία, να τι γράφει η Niemandsrose, να τι γράφει ο Sraosha (που περιγράφει, στην πραγματικότητα, τη σχέση μου με την Αθήνα), το σκέφτομαι κι εγώ πού και πού, όχι τώρα, όχι όσο έχω ακόμα δουλειά, αλλά σαν μια προοπτική, όχι προοπτική, σαν μια διέξοδο, όχι διέξοδο, σαν ένα σωσίβιο στο ναυάγιο, όχι, όχι σωσίβιο, όχι -Όχι. Δεν θέλω να φύγω. Θέλω να μείνω εδώ, όπως μπορώ, χωρίς ίντερνετ, χωρίς αμάξι αν χρειαστεί, με φτηνή ρετσίνα στο σπίτι το βράδυ, εδώ όμως, να μείνω εδώ και να τους αλλάξω τα φώτα, όπως εκείνοι προσχεδιασμένα, αμείλικτα, τρομαγμένα συγχρόνως και ανεπίγνωστα αλλάζουν τα δικά μου. 

Ήθελα να πω δηλαδή, όπως το άσμα, ότι

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ

και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω

θα περιμένω άλλες μέρες

Δεν θα περιμένω όμως για πολύ, λέω.

ΥΓ. Είναι κάπως ψεύτικο το ποστ αυτό, γιατί έγραψα με απόλυτη ψυχραιμία όσα σκέφτομαι καθημερινά εν βρασμώ ψυχής. Το σκέφτηκα λιγάκι, να το ξαναδουλέψω, να το ξεχάσω, τι να το κάνω. Χτες το βράδυ κατά το γνωστό μου βίτσιο, όμως, άκουγα επί δίωρο στην τηλεόραση τον Πάγκαλο. Οπότε δημοσιεύω το κειμενάκι μου ως έχει.

Διάβαζα χτες το αρθράκι Η επιθανάτια αγωνία μιας δημοκρατίας του Heinz Richter, καθηγητή στο Μανχάιμ, από το τομίδιο Αδόλφος Χίτλερ: η άνοδος, η σφαγή, η κατάρρευση που συγκεντρώνει τρία (νομίζω) τεύχη των παλιών «Ιστορικών» της Ελευθεροτυπίας. Έπεσα πάνω στο εξής:

O Μπρίνινγκ έθεσε σε εφαρμογή τη μείωση των μισθών των δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων (…), αύξησε τις εισφορές της κοινωνικής ασφάλισης, περιέκοψε τα επιδόματα ανεργίας, περιόρισε δραστικά τις κρατικές δαπάνες, εκτός από τις στρατιωτικές, και αύξησε τη φορολογία (…) Παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό λόγω της αύξησης του αριθμού των ανέργων (…) Μια ερμηνεία θα ήταν ότι ο Μπρίνινγκ δεν ήξερε τίποτα καλύτερο (…) και συμπεριφέρθηκε σαν τον καλό οικογενειάρχη, ο οποίος, όταν δεν υπάρχει αρκετό χρήμα στο σεντούκι, κάνει οικονομία (…) Όμως, παρ’ όλες τις έρευνες, έμεινε μετέωρη η αμφιβολία: πώς ήταν δυνατόν ένας ειδικευμένος οικονομολόγος, όπως ο Μπρίνινγκ (…), να ακολουθήσει μια τόσο «ανόητη» οικονομική πολιτική, η οποία ωθούσε τη χώρα όλο και βαθύτερα στην οικονομική κρίση; (…) Το βασικό πρόβλημα κατά τη θητεία του, η ανεργία, δεν φαίνεται να τον απασχόλησε ιδιαίτερα (…) Το ουσιώδες όμως είναι ότι ο Μπρίνινγκ είχε μιλήσει το 1932 με τον Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο οποίος εκείνη την εποχή ταξίδευε ανά τον κόσμο, συστήνοντας την εφαρμογή της πολιτικής “deficit spending” (…) Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, το κράτος θα έπρεπε να χρεωθεί με δάνεια, ούτως ώστε με ελεγχόμενο πληθωρισμό να δημιουργήσει τα βασικά κίνητρα μιας εκ νέου αναπτυσσόμενης οικονομίας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Μπρίνινγκ είχε καταλάβει τις οικονομικές έννοιες του Κέινς, εντούτοις παραμένει το ερώτημα γιατί επέμενε με πείσμα στη δική του αντιπληθωριστική πολιτική.

Και εδώ μας δίνει ο ίδιος ο Μπρίνινγκ την απάντηση στα απομνημονεύματά του: πριν γίνει καγκελάριος του Ράιχ, είχε προχωρήσει σε ανταλλαγές απόψεων με τον Χίντεμπουργκ. Και οι δύο συμφωνούσαν ότι η παλινόρθωση της δυναστείας θα έλυνε τα εσωτερικά προβλήματα της Γερμανίας (…) Ο Μπρίνινγκ φοβόταν τη σθεναρή αντίσταση της Αριστεράς και ήθελε να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα για την παλινόρθωση (…) οι μάζες έπρεπε μέσα από την οικονομική δυσπραγία να αναζητήσουν από ψυχική ανάγκη ένα σωτήρα (…) ο οποίος θα παρελάμβανε ως «γαμήλιο δώρο» μια υγιώς συρρικνωμένη οικονομία η οποία θα μπορούσε να ξαναρχίσει να αναπτύσσεται.

Είναι απίστευτο, όμως, το γεγονός ότι το σχέδιο σχεδόν λειτουργούσε. Με τη διαφορά ότι, αντί για το μονάρχη, εμφανίστηκε ο Χίτλερ.

Δεν θα τολμήσω να σκιαγραφήσω ιστορικές αναλογίες -το έκαναν ήδη άλλοι, για την ακρίβεια ο πρώην υπουργός οικονομικών της Γερμανίας.

(merci Wednesday)

Την αγάπη μου για τον Τόμας Πύντσον την ξέρετε. Πολύ αργότερα απ’ όσο έλπιζα αξιώθηκα να διαβάσω επιτέλους το τελευταίο επίτευγμά του, το Έμφυτο ελάττωμα. Εννοείται ότι το καταφχαριστήθηκα: μια ψυχεδελική εκδοχή του Τσάντλερ, ας πούμε, στην Καλιφόρνια των αρχών της δεκαετίας του ’70, γεμάτη μαριχουάνα, εμμονές και αυτή την ιδιαίτερη παράνοια που χαρακτηρίζει τον τόπο/την εποχή/τον συγγραφέα (μπορείτε να δείτε διάφορες κριτικές συγκεντρωμένες εδώ). Είχα μάλιστα (σημειώνω με χαρά) την τιμή να βάλω ένα λιθαράκι στην καταπληκτική (όπως πάντα) μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή.

Τέλος πάντων, το βιβλίο είναι συναρπαστικό, γραμμένο με κέφι στο στυλ, ας πούμε, των Κοέν του Λεμπόφσκι, και το συστήνω ανεπιφύλακτα, αλλά-

αλλά. Δεν είμαι επουδενί ο πρώτος που το λέει (π.χ.): τα λεγόμενα “καλιφορνέζικα” έργα του Πύντσον, το εν λόγω δηλαδή και το Βάινλαντ (όχι όμως οι 49 στο σφυρί), είναι σαφώς πιο, πώς να το πω, αδύνατα ή μάλλον λιγότερο φιλόδοξα και ως εκ τούτου λιγότερο -πώς να το πω και πάλι- εντυπωσιακά ή μάλλον αποτελεσματικά κατά κάποιο τρόπο. Θέλω να πω τέλος πάντων, βλέπεις την εξυπνάδα αλλά δεν σε χτυπά η λάμψη της μεγαλοφυΐας όπως σε κάθε σελίδα του Ουράνιου τόξου ή του Ενάντια στη μέρα. Το Έμφυτο ελάττωμα είναι σχεδόν επίτηδες γραμμένο έτσι, θα έλεγα, δεν υπάρχει δηλαδή ούτε καν η υποψία κάτι πραγματικά γιγάντιου ή αινιγματικού πίσω από την πλοκή όπως ας πούμε στο Βάινλαντ (που απογειώνεται πραγματικά μόνο στις τελευταίες σελίδες με μια σκηνή περάσματος στον κάτω κόσμο που μένει στη μνήμη -ίσως το μόνο που μένει στη μνήμη απ’ όλο το βιβλίο).

Εντάξει, καθένας έχει τα γούστα του και τις απόψεις του. Δικαίωμα του Πύντσον να γράψει όσο φιλόδοξο ή μη βιβλίο θέλει, και στο κάτω-κάτω μια χαρά βιβλίο είναι το Ελάττωμα -διαβάστε το και θα με θυμηθείτε. Αυτό που θα ήθελα εγώ, ας πούμε, είναι να το είχε βγάλει πριν από το Ενάντια στη μέρα, όχι μετά. Να ήταν σαν ένα ιντερμέτζο μετά το (παραγνωρισμένο) Μέισον & Ντίξον, ένα σήμα που θα έλεγε «κοιτάξτε, είμαι ζωντανός και θυμηθείτε τι καλά που γράφω», ένα teaser για να εξάψει την περιέργεια, και μετά τσακ! το αριστούργημα, οι χίλιες τόσες σελίδες του απολαυστικότερου μυθιστορήματος που διάβασα τα τελευταία χρόνια, από σύγχρονη λογοτεχνία τουλάχιστον. Έτσι θα τόθελα· ή τουλάχιστον, ας μας κάνει τη χάρη να βγάλει ένα ακόμα αριστούργημα πριν αποσυρθεί στη χώρα που κανείς δεν ξέρει.

Τι εγωιστικά πλάσματα που είμαστε οι αναγνώστες -και μιλάμε και για τη συγγραφική ματαιοδοξία από πάνω.

ΥΓ. Πριν παρατηρήσετε ότι εδώ ο κόσμος καίγεται, διαβάστε ξανά την προηγούμενη παράγραφο ;) Δεν έχω αυτή τη στιγμή να προσθέσω τίποτα σε όσα διάφορα διαβάζω, ούτε την παγωμάρα μου ούτε τον θυμό μου ούτε την σχεδόν-απόγνωση ούτε καγχασμούς. Ο Ποιητής μπορεί να βλέπει το Μεσολόγγι και μέσα από ενός είδους καθρέφτη ενίοτε.

Διαβάζω στο περίφημο εγχειρίδιο σαβουάρ βιβρ της βαρόνης Σταφ (που, λέει, δεν ήταν καν βαρόνη), για τα αρμόζοντα θέματα συζήτησης στις κοινωνικές συναναστροφές:

Οι αμφιτρύωνες προσπαθούσι να ομιλώσι περί θεμάτων ουδετέρων, αλλ’ ευαρέστων και ευθύμων. Αι καλαί τέχναι, η φιλολογία, τα ταξείδια κλπ. θα τοις παράσχωσιν ύλην δια συνομιλίαν. Θα προσπαθήσωσι να μη ομιλώσι περί πολιτικών, θέματος ανιαρού δια τας κυρίας και πολλάκις παρέχοντος κακήν χώνευσιν εις τους κυρίους.*

Σε μια νεότερη εκδοχή του είδους,** ανάμεσα σε άλλες χαριτωμένες συμβουλές,*** υπάρχει ένα αντίστοιχο κεφάλαιο με τον υπότιτλο «Θέματα καθιερωμένα στις συζητήσεις». Τέτοια είναι, διαβάζουμε: Η πολιτική, η αμοιβαία εμπιστοσύνη, η αξία των διαφόρων μεγάλων στόλων, ο στρατός, οι ξένοι, διάφορες ευχάριστες ιστορίες, ανέκδοτα. Αυτά πια το 1970 πάνω-κάτω.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ωστόσο ότι λίγο αργότερα, σε ένα υπόδειγμα μενού (για την ακρίβεια, μενύ) επισήμου γεύματος υπάρχει η σημείωση: Η πολιτική συζήτηση χαλά την όρεξη της δεσποινίδος Φανής.

Για του λόγου το αληθές, αν δεν με πιστεύετε:

 ***

* Οδηγός της καλής συμπεριφοράς παρά τη νεωτέρα κοινωνία, υπό της Βαρώνης Σταφ· μετάφρασις εκ της ΙΖ΄. Γαλλικής εκδόσεως υπό της Κυρίας ***. Έκδοσις νεωτάτη, Οίκος Μιχ. Ι. Σαλιβέρου Α.Ε. χ.χ., σελ. 81. Το πρωτότυπο εκδόθηκε το 1889, η μετάφραση υπολογίζω ότι χρονολογείται στις αρχές του 20ού αιώνα ή ίσως και στα τέλη του 19ου. Η πληρέστερη βιογραφία της που μπόρεσα να βρω είναι αυτή, δεν μπόρεσα ωστόσο να εντοπίσω ποια απ’ όλες αυτές είναι η 17η γαλλική έκδοση. Πρέπει να είναι πάντως μια από τις πρώτες, καθώς εδώ φαίνεται η 24η έκδοση να βγήκε το 1891, μέσα σε μόλις δύο χρόνια! Ορίστε και το αντίστοιχο χωρίο περί δυσπεψίας στα γαλλικά: εδώ.

** Οδηγός καλής συμπεριφοράς (savoir-vivre) (τσέπης), Editions “Elite”, Génève-Suisse [στην πραγματικότητα: Εκδοτικός οίκος Χάρη Πάτση Ε.Π.Ε., Αθήναι - Θεσσαλονίκη], χ.χ. (περ. 1970). Υποθέτω στη σειρά Βιβλιοθήκη της Σύγχρονης Γυναίκας, που μοιάζει να σταμάτησε το ’71.

***  Για παράδειγμα: [στις διαλέξεις] μην κάθεσθε στην πρώτη σειρά όταν η φωνή του άλλου σας αποκοιμίζει, ή αυτό που θυμίζει γελοιογραφία σε περιοδικό με σταυρόλεξα:  αν δήτε ότι οι καλεσμένοι σας δεν έχουν τη διακριτικότητα να αποσυρθούν, δηλ. να φύγουν, επικαλεσθήτε με χάρη το περασμένο της ώρας λέγοντας π.χ. «αχ, αυτός ο άνδρας μου, έχει τόση ανάγκη από ύπνο» ή «οι ενοικιαστές του κάτω πατώματος είναι τρομεροί. Με τον ελάχιστο θόρυβο μετά τις 12 μας στέλνουν ένα σημείωμα γεμάτο παράπονα».

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 122 other followers