Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Τερατολογίες

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Φανταζόμαστε συνήθως τους Οθωμανούς σαν κάτι φανατισμένους μπουνταλάδες, σαν εκπρόσωπους ενός σκοταδισμού που η Ευρώπη -λέει- άφησε πίσω της δυο-τρεις αιώνες τώρα. Τι θα λέγατε αν σας διηγούμουν ιστορίες με άθεους, και μάλιστα του 17ου αιώνα; Να τι γράφει ο Πωλ Ρικώ,[1] παλιός μας γνώριμος (και μάλιστα πάλι σχετικά με, ας πούμε, σέκτες), μετά από πέντε χρόνια υπηρεσία στην αγγλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης τη δεκαετία του 1660 (και μερικά ακόμα στη Σμύρνη):

Και καθώς είναι σκοπός μας εδώ να περιγράψουμε τις διάφορες θρησκείες μεταξύ των Τούρκων, δεν θα αποκλίνουμε αν αναφέρουμε πόσο έχει εξαπλωθεί ο Αθεϊσμός σε αυτές τις χώρες· και όπως η Λογική διασαφηνίζει κάτι με το αντίθετό του, ή οι ζωγράφοι επιδεικνύουν τη λαμπρότητα των χρωμάτων τους με σκοτεινά σημεία, έτσι και η άρνηση κάθε θρησκείας έχει καλώς τη θέση της στο ίδιο κεφάλαιο με τους διάφορους και διαφορετικούς εκφραστές της.

Τούτοι λοιπόν ονομάζουν τον εαυτό τους μουσερίν, που σημαίνει «Το αληθινό μυστικό είναι σε μας»·  και το μυστικό δεν είναι άλλο από την απόλυτη άρνηση της θεότητας, [την πίστη] ότι η φύση ή η αρχή που βρίσκεται έμφυτη σε κάθε μεμονωμένο αντικείμενο οδηγεί την τακτική πορεία που βλέπουμε και θαυμάζουμε· και ότι οι ουρανοί, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα έχουν εκεί την απαρχή τους και από εκεί αντλούν την κίνησή τους, και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος μεγαλώνει και μαραίνεται όπως το γρασίδι ή τα λουλούδια.

Είναι περίεργο να σκεφτεί κανείς τι είδους άνθρωποι υποστηρίζουν τέτοιες αρχές στην Κωνσταντινούπολη: οι περισσότεροι είναι καδήδες και άνθρωποι μορφωμένοι στους αραβικούς θρύλους, ενώ άλλοι είναι χριστιανοί εξωμότες, οι οποίοι, γνωρίζοντας την αμαρτία της αποστασίας τους, και επομένως θέλοντας τα πάντα να τελειώνουν με τούτο τον κόσμο [χωρίς μετά θάνατον κρίση], είναι προθυμότατοι να πιστεύουν τέτοιες γνώμες που εξυπηρετούν τις επιθυμίες τους.

Ένα μέλος αυτής της σέχτας, ο Μαχομέτ Εφέντης, πλούσιος και μορφωμένος στις ανατολικές επιστήμες, εκτελέστηκε -θυμάμαι- στα χρόνια μου επειδή με αναίδεια διακήρυξε τις βλασφημίες του αρνούμενος την ύπαρξη θεότητας· είχε το επιχείρημα πως είτε δεν υπήρχε καθόλου Θεός, είτε δεν ήταν και τόσο σοφός όσο τον διακήρυτταν οι διδάσκαλοι, αφού ανεχόταν την ύπαρξη του ίδιου [του Μαχομέτ Εφέντη], του μεγαλύτερου εχθρού της θεϊκής ουσίας που ήρθε ποτέ στον κόσμο. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είχε σώσει τη ζωή του, ακόμα και αφότου κατηγορήθηκε, αρκεί μόνο να είχε ομολογήσει το σφάλμα του και να είχε υποσχεθεί ότι θα διορθωνόταν στο εξής· εκείνος όμως επέμεινε στις βλασφημίες του, λέγοντας πως αν και ανταμοιβή [στον άλλο κόσμο] δεν υπάρχει, ωστόσο η αγάπη για την αλήθεια τον υποχρέωνε να γίνει μάρτυρας. Πρέπει να ομολογήσω πως μέχρι τότε δεν θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι υπήρχε κανονικός αθεϊσμός στον κόσμο, αφού συμπεραίνουμε ότι η αρχή (της ύπαρξης Θεού) αποδεικνύεται από το Φως της Φύσης·  είναι όμως τώρα φανερό πόσο πολύ κάποιοι άνθρωποι έχουν σβήσει στις ψυχές τους αυτό το φως.

Ο Ρικώ συνεχίζει γλαφυρά περιγράφοντας πόσο έχει εξαπλωθεί αυτή η θεωρία ακόμα και στο παλάτι και σε διάφορους πασάδες, και ότι όταν κάποιος από αυτούς τους άθεους δέχεται έναν ομοϊδεάτη ξένο γίνεται εξαιρετικά γενναιόδωρος, τον φιλοξενεί παρέχοντάς του στο κρεβάτι «έναν ωραίο σύντροφο όποιου φύλου προτιμά», και τα λοιπά.

Πόσο να πιστέψουμε τον Ρικώ (που σε άλλα σημεία συλλαμβάνεται, όντως, να γράφει κάποιες ανακρίβειες); Ε, να, αυτόν τον Μαχομέτ/Μεχμέτ Εφέντη τον βρίσκουμε και αλλού. Συγκεκριμένα, σε μια μικρή αναφορά του ιστορικού Σιλαχντάρ Μεχμέτ Αγά,[2] ο οποίος αναφέρει τον Λαρί Μεχμέτ Εφέντη, πλούσιο, πρώην ιμάμη στο τζαμί του Μακσούτ Πασά, και γνωστό για τις γνώσεις και την εξυπνάδα του. Ο Λαρί Μεχμέτ κατηγορήθηκε, λέει ο Σιλαχντάρ, ότι αρνιόταν την ανάσταση των νεκρών, τα θρησκευτικά καθήκοντα, την προσευχή και τη νηστεία, καθώς και ότι δεν θεωρούσε την οινοποσία αμάρτημα. Δικάστηκε στις 4 του μήνα Σαμπάν 1075, παναπεί στις 2 Φεβρουαρίου 1665 στο παλάτι του καϊμακάμη της Κωνσταντινούπολης, μπροστά σε πλήθος σοφών και νομομαθών. Και το τέλος του ήταν οικτρό: αφού διαπομπεύθηκε στο Παρμάκ Καπί, εκτελέστηκε την ίδια μέρα.

Τι άλλο βρίσκουμε; Υπάρχει στα αρχεία η καταγραφή της περιουσίας του εκτελεσμένου, στην οποία περιλαμβάνονται «σκόρπια χαρτιά» (να ήταν άραγε σημειώσεις δικές του;) και βιβλία, μερικά γραμμένα «με γράμματα των απίστων» –κάτι που κάνει ένα σπουδαίο ιστορικό, τον Αχμέτ Γιασάρ Οτζάκ, να υποθέσει πως ίσως ήταν εξισλαμισμένος.[3]

Το πιο σημαντικό, ίσως, είναι πως ο Λαρί Μεχμέτ Εφέντης δεν ήταν και τόσο μεμονωμένη περίπτωση –και όχι μόνο επειδή το λέει ο Ρικώ. Εξήντα χρόνια πριν, για την ακρίβεια το 1602, είχε εκτελεστεί κάποιος Νανταζλί Αμπντουραχμάν, ούτε λίγο ούτε πολύ καθηγητής σε ιεροδιδασκαλείο της Κωνσταντινούπολης, με την κατηγορία ότι αρνιόταν την ύπαρξη παράδεισου και κόλασης, όπως και τη Δευτέρα Παρουσία. Δεν πίστευε λέει ούτε στο Ισλάμ ούτε στον χριστιανισμό, παρόλο που σύμφωνα με μια επιστολή του καζασκέρη που τον ανέκρινε φαίνεται να μην αρνείται το ίδιο το Κοράνι.[4] Και αν πηδήξουμε μισό αιώνα μετά τον Λαρί, θα συναντήσουμε κάποιον ανώνυμο χαμηλόβαθμο ιεροκήρυκα, που σύμφωνα με ένα φετβά του σεϊχουλισλάμη (του ανώτατου μουφτή) Αμπντουραχίμ Εφέντη,[5] το 1715 ή 1716, δήλωνε πως «δεν υπάρχει ούτε ουρανός ούτε κόλαση» και πως «ο άνθρωπος μεγαλώνει σαν ένα φυτό και μαραίνεται σαν ένα φυτό». Ακριβώς όπως οι μουσιρίν του Ρικώ δηλαδή.

Σημειώσεις:

[1] Sir Paul Ricaut, The History of the Present State of the Ottoman Empire, containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies, their Convents and Religious Votaries, Λονδίνο 1686, σελ. 245-246.

[2] Fındıklılı Silahdâr Mehmet Ağa, Silahdar tarihi, Κωνσταντινούπολη 1928, τ. 1, σελ. 378.

[3] Ahmet Yaşar Ocak, Osmanlı toplumunda zındıklar ve mülhidler (15.-17. yüzyıllar), Κων/πολη 1998, σελ. 243-248. 

[4] Στο ίδιο.

[5] Ekin Tuşalp, “Treating Outlaws and Registering Miscreants in Early Modern Ottoman Society: A Study on the Legal Diagnosis of Deviance in Şeyhülislam Fatwas”, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, πανεπιστήμιο Sabancı, Κωνσταντινούπολη 2005, σελ. 70.

   Περνώντας (και) αυτό το Πάσχα σε ένα μεγάλο νησί του εξωτικού ανατολικού Αιγαίου, ο Δύτης μπήκε σε διάφορες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες (για ευνόητους ή όχι λόγους δεν θα σας πω ποιες, όμως), και φωτογράφησε μερικές εικόνες που θα μοιραστεί μαζί σας.

Αυτό, λέω εξαρχής, είναι ένα ποστ ελαττωματικό. Οι φωτογραφίες δεν είναι καλές: φταίει το χρυσό φόντο, που έκανε αδύνατο για έναν ερασιτέχνη σαν εμένα να γλιτώσει από την αντανάκλαση του φωτός, και επιπλέον τις ανέβασα εδώ με τρόπο τέτοιο που να μου είναι πολύ δύσκολο να τις κουμαντάρω σε σχέση με το κείμενο. Ε, ας στέκονται λοιπόν εδώ καμαρωτά, και ας γράψω δυο λόγια με τη σειρά, θα καταλάβετε ποιο πάει πού (κλικ στις εικόνες για να μεγαλώσουν, ε;).

Αρχίζουμε με τις παλιότερες, που (μυρίζω τα νύχια μου και λέω ότι) πρέπει να χρονολογούνται στον 17ο ή τον 18ο αιώνα. Δείτε αυτήν εδώ τη Ζωοδόχο Πηγή, και προσέξτε τις λεπτομέρειες που ακολουθούν παρακάτω: τις λαϊκές μορφές που σκύβουν μπροστά στο σωρό –μεταξύ τους και ένας στρατιώτης με ωραίο μουστάκι– και, προπάντων, το παιδάκι που πίνει νερό από τη δεξαμενή. Ενδιαφέρον έχουν και οι πύργοι στην απεικόνιση της πόλης, που μοιάζουν με μιναρέδες.

Τι να πει όμως κανείς για την επόμενη, τον ένθρονο Χριστό με το στέμμα και τα κάπως μπαρόκ στολίδια στην πλάτη του θρόνου; Χάζευα το πρόσωπό του λίγο πριν το άρατε πύλας και μου φαινόταν πως αυτός ο βασιλεύς της δόξης είχε τα μούσια και το πρόσωπο ενός μπακάλη. Δεν έχω καμία πρόθεση να φανώ ασεβής, ωστόσο: ενός μπακάλη απ’ αυτούς που περιγράφει ο Κόντογλου, ή κάποιου σαν τον φουκαρά τον καφετζή που για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο. Και αναρωτιέμαι, αν το έκανε επίτηδες ο αγιογράφος, να δείξει δηλαδή τόσο ταπεινή την ενανθρώπιση –παρά το χρυσό φόντο και τις φιγούρες στον διάκοσμο του θρόνου.

Ταπεινοί Χριστοί, από τη μια –ταπεινοί και ταλαίπωροι αγιογράφοι (αν και το επίθετο μπορεί να είναι του δωρητή) από την άλλη. Αυτές οι τελευταίες εικόνες είναι πολύ πρόσφατες, ούτε δεκαπέντε χρονώ, και η τεχνοτροπία τους ξεφεύγει σε μεγάλο (γοητευτικό θα έλεγε κανείς) βαθμό από την κλασική βυζαντινή. Ναΐφ, θα έλεγε ένας ιστορικός της τέχνης με μια κάποια -ίσως- αφέλεια. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ κρατά στο χέρι του την ψυχή του νεκρού, φασκιωμένη σα μωρό –και ποδοπατάει το σώμα του, παρεκτός αν ο σταχτής γαμψομύτης είναι ο διάολος.

Καμαρώστε και την αγία Φωτεινή με τις μακριές, ξανθές κοτσίδες.

Ξέρω ότι κάτι θα έπρεπε να προσθέσω τώρα στο τέλος: κάτι βαθυστόχαστο, ξερωγώ, ή ποιητικό. Ε, δεν έχω –παρεκτός μια κάποια γαλήνη, να το πω έτσι, που αναβλύζει, και που (πώς να το κάνουμε) προσιδιάζει σε κάτι τέτοια.

Αυτή είναι η βιογραφία του ποιητή Χασμπί, που έζησε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, όπως τη διηγείται ο ιστορικός (και όχι μόνο) Μουσταφά Άλη από την Καλλίπολη:

Κατάγεται από την πόλη Γκεντούς [κοντά στην Κιουτάχεια] του βιλαετιού της Ανατολής. Αδελφός του Κεσφί, από τους παλιούς· καθώς ανήκε στους μέθυσους και αλιτήριους του καιρού του, μπλέχτηκε σε κάτι ταραχές, στις αρχές της βεζιρείας του μακαρίτη [μεγάλου βεζίρη, Πάργαλη] Ιμπραήμ Πασά και παραδόθηκε στον σούμπαση [αρχιαστυνόμο] της Πόλης για να ριχτεί στη φυλακή και μάλιστα με την οδηγία να βασανιστεί. Την ίδια νύχτα τον έδεσαν και τον κρέμασαν από τα χέρια, για να βασανιστεί σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Ο Χασμπί αυτοσχεδίασε τους παρακάτω στίχους, και ο σούμπασης, όντας λίγο πολύ μαλακός απ’ τη φύση του, τον συμπόνεσε. Να οι στίχοι:

Τον πόνο του βουνού της αγάπης, που δεν αντέχει ούτε το Καφ* / αυτή η ανήμπορη καρδιά μου τον αντέχει, λυπήσου την

Κατά σύμπτωση, το ίδιο βράδυ μια κόρη του σούμπαση πέθανε ξαφνικά· αυτό του φάνηκε σαν σημάδι για την αθωότητα του Χασμπί. Την άλλη μέρα εμφανίστηκε στο συμβούλιο του βεζίρη και τον προστάτευσε, λέγοντας ότι όσα βασανιστήρια και αν του έκανε εκείνος δεν ομολόγησε την ενοχή του. Κατά τύχη, την ώρα που τον έφερναν, το μάτι του Χασμπί χτυπήθηκε σε ένα κλαδί και τραυματίστηκε. Ο Πασάς το πρόσεξε και τον ρώτησε:

«Ε, μολλά Χασμπί, τι έπαθε το μάτι σου;»

Εκείνος απάντησε:

«Δεν του άρεσε η θέση του και θέλει να φύγει, πασά μου»**.

Του σκληρόκαρδου βεζίρη του κακοφάνηκε να αστειεύεται σε τέτοια θέση, και είπε:

«Έχει να δει πολλά ακόμα το μάτι σου».

Τον έστειλε και πάλι φυλακισμένο σε ένα μικρό κάστρο, ανάμεσα στην Πόλη και το Σκούταρι, το λεγόμενο Κεταγιούν Σαράι [τον πύργο του Λέανδρου;]· δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε εκεί, και το προσωνύμι του από Χασμπί έγινε Χαμπσί [«της φυλακής», θυμηθείτε το τραγούδι του Λοΐζου: κι όλους τους ρίχνω μες στη χάψη]. [...] Από τους παλιούς ποιητές, ο Μπασιρί, ο Ζατί, ο [αδελφός του Χ.] Κεσφί και ο Καντί*** πήγαν στον βεζίρη και παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει· κι ενώ εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται, κάποιοι του βάλαν λόγια, ότι τάχα μου οι ποιητές θέλουν να δείξουν ότι με τη σάτιρα σε αποδυναμώνουν, και έτσι ο Χασμπί έμεινε Χαμπσί: του έμεινε μόνο να λέει, «Για μένα αρκεί μόνο ο Θεός». Μόνο την ημέρα της εκτέλεσης του Πασά ελευθερώθηκε ο ποιητής από [τη φυλακή και το αντίστοιχο] προσωνύμι του. Με λίγα λόγια, ήταν λαϊκός τύπος, ελαφρόμυαλος και αγαπούσε το κρασί· δεν πρόσεχε και έλεγε ό,τι του ερχόταν στη γλώσσα. Μάλιστα, ενόσω ήταν φυλακισμένος έβγαλε το παρακάτω τετράστιχο, που εντυπωσίασε κάποιους από τους κοινούς ανθρώπους και συζητήθηκε:

Πάλι αχ πείτε, ας κλάψουν οι ουρανοί που γυρνάνε / ο θρήνος μου ας βγει στο στερέωμα, η ουράνια σφαίρα ας κλάψει

Ας δει τα δάκρυα των ματιών μου ο ωκεανός κι ας κλάψει / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

Το ποτήρι μόλις μου έδωσε του χωρισμού ο πικρός κεραστής / το χιόνι σκέπασε τον κόσμο, βλέποντάς με η νύχτα ας κλάψει

Αχ, οι μέρες του αποχωρισμού πώς με σκότωσαν τον άμοιρο / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

 

Δεν ξέρω ποιον ενδιαφέρει σήμερα μια ιστορία σαν αυτή. Ωστόσο, κάποιος πρέπει να θυμάται τους φυλακισμένους, ποιητές ή όχι.

*

* Το μυθικό βουνό στην άκρη του κόσμου (για το οποίο ελπίζω να γράψω κάτι εκτενέστερο σύντομα).

**Βρήκα εδώ μια ερμηνεία της φράσης που δίνει μια αμφισημία, σα να έλεγε «δεν του άρεσε αυτό που βλέπει». Αυτό εξηγεί ακόμα περισσότερο το θυμό του Πάργαλη.

*** Αυτοί όλοι ήταν ο λεγόμενος κύκλος του Ζατί, ενός ποιητή παλιότερης γενιάς που στο μαγαζάκι του (ήτανε γεωμάντης) μαζεύονταν, γράφανε, κρίνανε, αλληλοκλέβονταν και κουτσομπολεύανε όλοι οι ποιητές της εποχής. Στον Κεσφί, τον αδερφό του φίλου μας, αποδίδεται το εξής δίστιχο προς τον Ζατί: δεν δέχτηκαν να τον κάνουν ιμάμη / Ω Ζατί, γαμώ την κοινωνία τους. Αναρωτιέμαι αν μεταφράζω σωστά βέβαια (sikeyin Zâtîyâ cemâ’atini), συν τοις άλλοις ίσως χάνω το λογοπαίγνιο, μια και «κοινωνία» (cema’at) σημαίνει, βλέπω, και έναν όρο στη γεωμαντεία. 

Πηγή: Mustafa İsen (επιμ.), Künhü’l-ahbâr’ın tezkire kısmı, Άγκυρα 1994, σελ. 207-8 (για τον Χασμπί) και 264-5 (για τον αδερφό του).

Τα μισά της χιλιάδας πεντακόσια, τα μισά της δεκάδας τα χρόνια που σας ξέρω και με ξέρετε, hypocrites lecteurs. Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο (ξέρω γω) γουόρντπρες-κουλέ, σκέφτομαι, δεν είναι και λίγα, και μια από τις υποχρεώσεις του κατάδικου είναι να γράψει επετειακό ποστ. Τίποτα σπουδαίο, μια υποχρέωση πριν φτάσουν μεσάνυχτα, ίσα να διατηρηθεί ένας μίνιμουμ ρυθμός ενός ποστ ανά δυο μήνες πάνω-κάτω –στο ρελαντί.

Ξαναβλέποντας πίσω στα δύο τελευταία χρόνια, έχω την αίσθηση ότι και το ρελαντί μια χαρά δουλεύει: μόνο να, κατά καιρούς γυρνάνε ποστ στο μυαλό μου που δεν βρίσκουν το χρόνο να γραφτούν. Κάτι για το πώς περνά ο χειμώνας βλέποντας παλιές ταινίες της Hammer και σοβιετικό σινεμά στον γιουτούμπη, κάτι παλιές υποσχέσεις (δεν τις ξεχνάω: οθωμανική ποίηση, παραμυθάδες), κάτι θεωρίες για τα πρότυπα της λογοτεχνίας fantasy, τίποτα ιδιαίτερο δηλαδή –σημασία έχει πια κυρίως να δίνεις ένα σήμα, εδώ είμαι, γεια.

(Μα, ακόμα κι αυτό το έχω ξαναγράψει, σε άλλη επέτειο).

Λοιπόν, εδώ είμαι, γεια

Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ίσως ο μεγαλύτερος πλαστογράφος του 19ου αιώνα. Γεννημένος γύρω στο 1820 στη Σύμη, έζησε στο Άγιο Όρος απ’ όπου βγήκε εξοπλισμένος με διάφορα σπανιότατα χειρόγραφα, μια πολύ καλή γνώση της αρχαίας και βυζαντινής γλώσσας και παλαιογραφίας, και το απίστευτο θράσος των είκοσι χρόνων του: τόσο ώστε να αρχίσει την καριέρα του, το 1849, με μια απίθανη δημοσίευση ενός έργου του 13ου αιώνα, σχετικού με την πατρίδα του τη Σύμη, και ψεύτικου από την αρχή ως το τέλος. Είναι η

Συμαΐς, η ιστορία της ανύπαρκτης Απολλωνιάδος σχολής, ιδρυθείσας τω 377 έτει μ. Χ., όπου εφευρέθησαν τα πάντα –και προηγείται ως προλεγόμενο μια εξίσου ανύπαρκτη ιστορία της Σύμης, όπου φιγουράρει ακόμα και μια «πελασγική επιγραφή» με τη μεταγραφή και τη μετάφρασή της (δείτε την εδώ, στη σελ. 15). Υπάρχουν εφευρέσεις, μάχες, ίντριγκες, ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους –ένα βιβλίο που αξίζει να επανεκδοθεί και να διαβάζεται τις μακριές νύχτες του χειμώνα, καταπώς λένε. Εκατόν ογδόντα σελίδες φαντασίας, χώρια τα προλεγόμενα, όχι αστεία. Να, για παράδειγμα, η μυστηριώδης αποδημία του οικιστή της Σύμης Γλαύκου, «τω 1364 Π.Χ.» (σελ. ιβ’-ιγ΄):

…ενδεδυμένος στολήν πάντη τερατώδη, εκ δερμάτων δελφίνων κατασκευασμένην, και αγιάσας τους ιερείς και τον λαόν τους εν των ναώ δια του αίματος της θυσίας, απήλθε την τρίαιναν φέρων εις χείρας… [Α]φού δε επλησίασαν εις την θάλασσαν, ο μεν Γλαύκος εισήλθεν εντός αυτής και λαβών ύδωρ δια της χειρός, ερράντισε το πλήθος επτάκις… Ο Γλαύκος, πλέων επί της θαλάσσης, αφανής εγένετο από των οφθαλμών του πλήθους.

Και μερικές από τις καταπληκτικές εφευρέσεις των διδασκάλων της Απολλωνιάδος: ο Σεβαστινός χάρτης, το χαρτί δηλαδή, έργο του ίδιου εκείνου Σεβαστού του Συμαίου που απέπλευσε δια Ρόδον με τρεις εκ των συναδελφών του, άνευ ιστών και κοπών, αλλά δι’ υδραργύρου και ατμού· το θαυμαστό αυτό πλοίο ως άροτρον γεωργού διέσχιζε την θάλασσαν, και τείχη θαλάσσια υψούντο εξ ενός και άλλου μέρους· το δε σκάφος ως κεραυνός ριπτόμενον, και κατά των ανέμων αντιτασσόμενον, εν ροπή (sic) οφθαλμού ελιμενίζετο, όπου ο κυβερνήτης ήθελε (σελ. 18). Και όχι μόνο: από σύμπωσιν τινά των καυστικών υλών οδηγούμενος, επενόησε την κατασκόπευσιν των μακράν αυτού ευρισκομένων αντικειμένων, δια μείζονος σύριγγος και κρυστάλλων κυκλοειδών, ό και τηλεσκόπιον επωνόμασεν. Μάλιστα ο Σεβαστός αυτός έγινε θύμα των εφευρέσεών του, κατακαείς υπό ηλιακών ακτίνων, ότε εζήτει δια πειραματικής εργασίας να εξυχνιάση εις τι συνίσταται η του ηλίου καύσις (όλο το παράξενο πείραμα στις σελ. 21-22). Οι Συμαίοι φαίνεται να είχαν ιδιαίτερες επιδόσεις στα ναυτιλιακά, καθώς οι απίστευτες εφευρέσεις πλοίων αντάξιων του Ροβύρου του Κατακτητή επανέρχονται διαρκώς στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα το σκάφος που και την θάλασσαν διέσχιζε και την γην, και την θάλασσαν έπλεε, και την ξηράν διέτρεχεν (σελ. 103). Ας πούμε και δυο λόγια για τον Ιωάννη τον Δημητρίου, ο οποίος ανακάλυψε τρόπον απίστευτον, του μεταβάλλειν τα μάρμαρα εις ύλην ρευστήν (σελ. 117).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, μπορεί να πει κανείς, ότι μεγάλο μέρος των θαυμάτων της Απολλωνιάδος αφορούν τη ζωγραφική: πίνακες τόσο τεχνικά φτιαγμένοι, που τους έπαιρνες για αληθινούς. Σαν τις πλαστογραφίες του ίδιου του Σιμωνίδη δηλαδή. Ο οποίος, στο τέλος των Προλεγομένων του, ξιφουλκεί εναντίον όσων υπαινίσσονται τέτοιες κακοήθειες, απευθυνόμενος σε κανέναν άλλο παρά στον εαυτό του:

Ησύχασον τώρα και καταφρόνει αυτούς, διότι οι λόγοι αυτών φθόνου όζουσι και αμαθίας· αντίγραφε, δημοσίευε και ο καιρός πλησιάζει, ίνα επ’ αυτών επιπέσης ως πέλεκυς. Τα δε συγγράμματα ημών τα παρ’ υμών δημοσιευόμενα [φωνάζουν τόσοι άλλοι συγγραφείς ανέκδοτοι, ους ηυτύχησα να έχω επί τοις κοίτης μου] δικαιούσαι να οικειοποιηθής, διότι κατά το λέγειν των λογίων υμών συ ο συγγραφεύς και ουχί ημείς, και γέλα εις την ασύγγνωστον ανοησίαν αυτών [...] Συ διερμηνεύς των Ιερογλυφικών γραμμάτων, και των Πελασγικών, συ Ιατρός, Γεωγράφος, Ιστορικός, Αρχαιολόγος, Νομικός, κτλ. [...] Προς δε τους ειπόντας καθηγητάς έξεστι Σιμωνίδη αναγινώσκειν τα δυσανάγνωστα και κατανοείν τα ακατανόητα ευχαρίστησον, και ειπέ αυτοίς· λοιπόν καλόν έστιν υμίν μαθητεύσαι παρά τω Σιμωνίδη· πρόσθες δε και το, τω μεν Σιμωνίδη έξεστι ταύτα, τοις δε δοκησισόφοις έξεστιν φαυλουργείν, προδίδειν τα πάτρια, και τα πάντα ποιείν, την του έθνους εξαλλοτρίωσιν μηχανώμενοι σκαιώς οι πέπονες χάριν των εχθρών αυτού.

Δεν θυμάμαι να έχω ξανασυναντήσει τον ωραίο υβριστικό χαρακτηρισμό πέπονες να εκτοξεύεται με τόση σοβαρότητα. Παρόμοιας φύσης και επινοητικότητας, η ιστορία και περιγραφή της Αιγύπτου γραμμένη από κάποιον Ουράνιο: τόσο, που ξεγελά ακόμα και τον πολύ Βίλχελμ Ντίντορφ, ο οποίος την εκδίδει με το όνομά του, και νάτην, απολαύστε την: Uranii Alexandrini de regibus Aegyptiorum libri tres, Οξφόρδη 1856. Κάπως μικρότερο, δεκατέσσερις σελίδες, αλλά οπωσδήποτε πιο καλοφτιαγμένο (εδώ η αποκάλυψη της απάτης από άλλο ένα πατριωτάκι, τον Αλέξανδρο Λυκούργο, με λεπτομερέστατη περιγραφή της ζωής και των έργων του ήρωά μας). Ας αρκεστούμε να παραθέσουμε ένα απόσπασμα με χαρακτηριστικά «αιγυπτιακά» ονόματα (αν και δεν είναι όλα επινόηση του Σιμωνίδη, θαρρώ, όπως καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας τον πρόλογο του Ντίντορφ):

…ούτος δε γήμας Σχάμμην την θυγατέρα Λαφώθ την πρεσβυτέραν, του τας πόλεις Αράβων τας τρεις τας ωγυγίας και ήκιστα επιμάχους, Βόστραν τε και Λεχάραν, και Θούρχθην, καταστρέψαντος, Χνεμάχοθιν εγέννησε και Μάσχουφιν και Σφθάχεφιν [...] Ήσαν δε οι μεν ηγεμόνες του στρατού οίδε, Άπις, Μνέφις, Χνούφις, Φρέσωθις, Άνουβις, Θώχεμ, Χαρωούρης, Ραφώχ, Ύσσανθις, Ούχαμφις, Μάρσαφις, Σατεθθώ, Ταχόμμης, Πετεσεφώ, Ανουκεμμώ, Παιτνούφις, Θώθουσχις, Πετενσέτις, Σαβέκωθ, Σχόνις, Σόνεφις, Πνέφχθης, Χαπεμώ, Θένις, Χάρχης, Θμεράχομμις, Τχόφη, Χάρσουρις, Θούπφεχις, Νεφθυραμμώ, Αμανθώ, Τοχουνέονις, Αμόχεμφις, Πίσσουσφις, Σμούθης, Χέπφης, οι πάντες εξ και τριάκοντα.

Αναρωτιέμαι με ποιο μηχανισμό φανταζόταν όλα αυτά τα ονόματα (και αντιπαρέρχομαι τον πειρασμό να πω ότι ο Ανουκεμμώ μου θυμίζει την Ανούκ Αιμέ, που άλλωστε ως γνωστόν έζησε αρκετά μετά τον Σιμωνίδη: ούτε καν στη Συμαΐδα δεν αναφέρεται εφεύρεση της χρονομηχανής…)· μου θυμίζουν παρόμοιες ιστορίες φανταστικών πόλεων που έγραφα μικρός, και στις οποίες εμφανιζόταν για παράδειγμα ο βασιλιάς Αίβυσος, όνομα που δεν είναι παρά η επιγραφή ΣΩΣΙΒΙΑ (από κάποιο φέρι-μποτ) διαβασμένη ανάποδα.

 Και άλλα, και άλλα. Δεν υπήρξε μόνο απατεώνας, πούλησε και εξέδωσε και γνήσια χειρόγραφα. Το 1862 φαίνεται να έκανε και τη μεγάλη ανατροπή, αφού δήλωσε ότι ο περίφημος Σιναϊτικός κώδικας, που είχε κλέψει και δημοσιεύσει ο μεγάλος του αντίπαλος Τίσεντορφ, δεν ήταν παρά μια δική του πλαστογραφία. Ισχυρισμός που αντικρούστηκε κλπ. κλπ., αλλά τι ευφυής, τι απροσδόκητος! Αυτός ο Μπόρχες πριν τον Μπόρχες, ο επινοητής δικών του κόσμων, προσπάθησε σα να λέμε να βγάλει πλαστό και τον κόσμο τον ίδιο.

Ας μη γράψω περισσότερες λεπτομέρειες. Αυτό είναι το λήμμα της αγγλικής βίκι (ελληνικό δεν υπάρχει!), μπορείτε δε να διαβάσετε και ένα σχετικό βιβλίο, δυστυχώς αρκετά απογοητευτικό (Γερμανός που γράφει σε γαλλικό στυλ: πολύ φιοριτούρα, ασκήσεις λογοτεχνικότητας, ευρεία χρήση ιστορικού ενεστώτα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπέρ το δέον προσπάθεια να γεμιστούν τα κενά: αρχίζει με ένα επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου ίσα για να είναι στη μόδα, χωρίς καμία τεκμηρίωση, και τελειώνει με την υπόθεση ότι αυτό που σε μια επιστολή του ο Σιμωνίδης αναφέρει ως «Αλβανία» θα μπορούσε να είναι τα Μετέωρα…).

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Αξίζει όμως να διαβάσετε αυτή την πολύ ωραία βιβλιοπαρουσίαση, όπου εκτίθενται πολύ καλύτερα τα συναρπαστικά γεγονότα της ζωής του Σιμωνίδη. Εδώ και ένα άρθρο που συνοψίζει το ζήτημα του πλαστού (;) Αρτεμίδωρου, για το οποίο (ελπίζω) περισσότερα στα σχόλια.

Θέλω μόνο να σημειώσω, ότι δεν μπόρεσα πουθενά να βρω κάποια φωτογραφία του. Μου έκανε εντύπωση πόσο δυσεύρετη ήταν η μία φωτογραφία του που παραθέτω στην αρχή του ποστ, πόσο δύσκολα βρήκα κάποιες (και δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα) φωτογραφίες από τις πλαστογραφίες του: μερικές εικόνες από τον ψευδοΑρτεμίδωρο, μία από το Κατά Ματθαίον (πάπυρος «γραμμένος δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη»), αβέβαια πράγματα.

***

Ισλάμ Αχούν. Ο ομόλογος του Σιμωνίδη στην Κεντρική Ασία: Ουιγούρος από το Χοτάν, στο κινεζικό Τουρκεστάν ή Σινκιάνγκ, άρχισε το 1895 να προσφέρει για πούλημα, μαζί με έναν συνέταιρό του, αρχαία χειρόγραφα στους διάφορους Άγγλους και Ρώσους πρόξενους της περιοχής. Τα χειρόγραφα προκάλεσαν εξαιρετική σύγχυση στον ανερχόμενο κλάδο των ασιανολόγων: οι διάφορες γραφές που εφεύρισκαν οι δύο συνέταιροι έμοιαζαν άλλοτε με ινδικά, άλλοτε με κινέζικα, άλλοτε με ουιγουρικά ρουνικά, μέχρι που είχαν ενσωματώσει και κυριλλικά στοιχεία προς μεγάλη απορία των μελετητών. Οι αθεόφοβοι, μάλιστα, όταν αυξήθηκε η ζήτηση για χειρόγραφα είχαν φτιάξει ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία, πάλι από ανύπαρκτες γραφές, για να αυξήσουν την παραγωγή. Αλλά να, όσες αμφισβητήσεις προέκυπταν σκόνταφταν στο πολύ ευρωπαϊκό ερώτημα:

Πώς γίνεται ο Ισλάμ Αχούν και οι σχετικά αγράμματοι συνεργάτες του να πιστωθούν με την όχι λίγη επινοητικότητα που θα απαιτούσε η κατασκευή αυτών των γραφών;

(Hoernle, A. F. Rudolf (1899). “A collection of Antiquities from Central Asia, Part I.”. Journal of the Asiatic Society of Bengal: 62 –από βίκι).

Εκείνος που τελικά τον υποψιάστηκε ήταν ο σπουδαίος Αυρήλιος Στάιν, μια και στα τόσα χειρόγραφα που ο ίδιος ανακάλυψε στις θαμμένες πόλεις του Ταρίμ δεν συνάντησε ούτε ένα με τις παράξενες γραφές που ανακάλυπτε ο Ισλάμ Αχούν. Τον συνάντησε λοιπόν και τον ανάγκασε τελικά να του αποκαλύψει την απάτη. Ο Στάιν χαρακτηρίζει τον Ισλάμ a very clever rascal, with a good deal of humour -αυτό μπορεί να το φανταστεί κανείς άλλωστε. Μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων του, μία θυμίζει τους τυχοδιώκτες στον Άνθρωπο που θα γινόταν βασιλιάς του Κίπλινγκ: μεταμφιεζόταν σε Άγγλο πράκτορα που έψαχνε τάχα για παράνομους σκλάβους, ώστε να εκβιάζει τους ντόπιους.

Μετά την, ας πούμε, ανάκρισή του από τον Στάιν, ο Ισλάμ Αχούν του ζήτησε να τον πάρει μαζί του στην Ευρώπη. Τι να σκεφτόταν άραγε; Να ετοίμαζε μια καριέρα στο Βερολίνο και το Λονδίνο εφάμιλλη του Σιμωνίδη, σαράντα χρόνια πριν; Εν πάση περιπτώσει ο Στάιν αρνήθηκε· και δεν ξέρουμε τίποτε άλλο για τον Ισλάμ Αχούν.

Έχουμε όμως τη φωτογραφία του, και μπορούμε να δούμε τις δικές του τουλάχιστον πλαστογραφίες.

***

Κλείνοντας, ας μην αφήσουμε να εννοηθεί ότι μόνο τριτοκοσμικοί Βαλκάνιοι και Κεντρασιάτες προσπαθούσαν να ξεγελάσουν την, χμ, επιστημονική κοινότητα. Να για παράδειγμα ο άνθρωπος του Πίλτντάουν (να μείνει η Αλβιών χωρίς προϊστορικό άνθρωπο; Never!) και ένα σωρό άλλα. Επιτρέψτε μου όμως να προτιμάω τον Ισλάμ Αχούν, τον επινοητή των γραφών, και ακόμα περισσότερο τον Σιμωνίδη, τον επινοητή κόσμων.

Υ.Γ. Κάντε τον κόπο να δείτε και τη συνεισφορά του φίλου Alfred E. Newman σχετικά με άλλον ένα καταπληκτικό πλαστογράφο, τον Πρίγκηπα Ροδοκανάκι. Εδώ το κείμενο, και εδώ μια φωτογραφία. Α! και εδώ το magnum opus του, η (ψευδο)ιστορία των Ιουστινιάνηδων της Χίου.

Γράφει ένας αναγνώστης στο London Review of Books, τ. 35 αρ. 24, 19 Δεκεμβρίου 2013, για τη δίκη και καταδίκη ενός αγάλματος της Παρθένου Μαρίας, που έλαβε χώρα στο ουαλικό χωριό Χάρντεν το 946:

Σύμφωνα με ένα σαξονικό χειρόγραφο, η ιστορία διηγείται πως το άγαλμα, στημένο στο υπερώο της εκκλησίας, έπεσε στο κεφάλι της Πυργοδέσποινας του χωριού ενώ εκείνη προσευχόταν –και τη σκότωσε. Το άγαλμα συνελήφθη· κατηγορήθηκε για φόνο· παρουσιάστηκε ενώπιον ενόρκων· κρίθηκε ένοχο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ωστόσο, καθώς επρόκειτο για την Παρθένο, οι χωρικοί αποφάσισαν να μην την κρεμάσουν, παρά να την αφήσουν στις όχθες του ποταμού Ντη «απ’ όπου θα μπορούσαν να δουν τι θα απογίνει, όπως και συνέβη· λίγο αργότερα, η παλίρροια ήρθε και παρέσυρε το εν λόγω είδωλο στα ρηχά… όπου και βρέθηκε την επόμενη μέρα, πνιγμένο και νεκρό».

Εντάξει, κάποιος άλλος ευσυνείδητος αναγνώστης παρατηρεί στο μεθεπόμενο τεύχος ότι «για να υπάρχει πυργοδέσποινα, θα πρέπει να υπάρχει πύργος», και κανένας πύργος δεν υπήρξε στη Βρετανία πριν από τα μέσα του 11ου αιώνα (μολονότι, βλέπω εδώ, είναι αδιευκρίνιστες οι απαρχές του κάστρου του Χάρντεν, ενδεχομένως από την εποχή του Σιδήρου). Αλλού διαβάζει κανείς πως αν η ιστορία ισχύει, πρόκειται για την πρώτη εμφάνιση ενόρκων στα βρετανικά νησιά.

Το κάστρο του Χάρντεν

Η αλήθεια είναι ότι η παλαιότερη και πιο περιεκτική πηγή που μπόρεσα να βρω, ένα άρθρο στο Archaeologia Cambrensis του 1873 (υπάρχει και μια σύνοψη εδώ), αναφέρεται μόνο σε μια ιστορία «που σώζεται στην ενορία από αμνημονεύτων χρόνων και λέγεται ότι αποτελεί μετάφραση ενός αρχαίου σαξονικού χειρογράφου». Από το άρθρο αυτό μαθαίνουμε το όνομα της πυργοδέσποινας (Lady Trawst, whose husband’s name was Seisyllt or Sitsyllt, a nobleman, and governor of Hawarden Castle), για την οποία ο συγγραφέας κάνει διάφορες υποθέσεις, καθώς και των ενόρκων. Μαθαίνουμε επίσης ότι το άγαλμα κρίθηκε επίσης ένοχο «μη ανταπόκρισης σε πολλά αιτήματα»· μάλιστα ένας ένορκος πρότεινε να το πνίξουν, «μια και ήθελαν βροχή».

Ναι, οι χωρικοί του ουαλικού χωριού δεν φτάνουν τους Εβραίους της Γαλικίας ή έστω εκείνον τον φουκαρά Ρουμάνο ληστή που μήνυσαν κοτζάμ Θεό (αν θυμάστε). Διακρίνει κανείς κάποιον απόηχο παγανισμού, να το πούμε έτσι· και όμως, παραμένει πάντα η πίστη σε κάποιου είδους συμβόλαιο, μια διαθήκη την οποία πρέπει να τηρούν αμφότερα τα μέρη. Η πίστη σε μια πρωτόγονη ελευθερία, τέλος πάντων.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 328 other followers