Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Το παραμυθάκι που ακολουθεί το κατέγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο Γ. Δρέττας σ’ ένα χωριό κοντά στην Αριδαία, στην τοπική (σλαβομακεδόνικη) διάλεκτο: G. Drettas, “Questions de vampirisme”, Etudes rurales 97-98 (1985), σελ. 215· το βρήκα μεταφρασμένο από την Αριάδνη Γερούκη, «Οι μεταφυσικοί φόβοι και η διαχείρισή τους: αφορισμένοι – βρυκόλακες», στο Σ. Ασδραχάς επιμ., Οι συλλογικοί φόβοι στην Ιστορία, Αθήνα: ΕΙΕ 2000, σελ. 29-30.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΟΤΑΝ

Ένα νεαρό αγόρι, που είχε πατέρα και μητέρα, δεν γνώριζε το φόβο. Συζήτησε με τη μητέρα του και αποφάσισε να ταξιδέψει. Η μητέρα δεν ξέρει τι να του δώσει να φάει και του βάζει, σαν προμήθεια για το ταξίδι, ένα περιστέρι μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί. Το αγόρι φεύγει και φτάνει το βράδυ σ’ ένα χωριό. Βλέπει ότι όλοι οι κάτοικοι φεύγουν τρέχοντας. Σταματάει τον παπά στο δρόμο και τον ρωτάει. Αυτός του λέει ότι κάθε βράδυ, το χωριό γεμίζει βρυκόλακες. Το άφοβο αγόρι αποφασίζει να μείνει. Ο παπάς του δίνει το ωμοφόρι του και τα κλειδιά του σπιτιού του και του λέει να φάει ό,τι θέλει. Το αγόρι εγκαταστάθηκε στο σπίτι του παπά και βάζει να ψήσει μια κότα.

Οι βρυκόλακες έρχονται, προσπαθούν να τον τρομάξουν πετώντας του διάφορα κομμάτια από ανθρώπινο σώμα: ένα χέρι, ένα κεφάλι. Αυτός, ενοχλημένος, γυρνάει και αρπάζει με το ωμοφόριο τον αρχηγό των βρυκολάκων: τότε αυτοί φοβούνται. Και τότε ο νεαρός κάνει μαζί τους μια συμφωνία: θ’ απελευθερώσει τον αρχηγό τους, αλλά αυτοί δεν θα ξαναπατήσουν στο χωριό. Οι χωρικοί τον γεμίζουν δώρα και το αγόρι ξαναφεύγει. Μόλις ξεκινάει, το περιστέρι κουνιέται μέσα στο κουτί. Το αγόρι ξαφνικά τινάζεται με τρόμο: έτσι έμαθε το φόβο.

Ότι στα αγγλικά έχουν κολλήσει μια σειρά από ινδικές λέξεις, οι περισσότερες περσικής προέλευσης (αλλά όχι μόνο), δεν είναι ούτε καινούριο ούτε παράξενο. Μια ωραία περίπτωση είναι το blighty ή «πατρίδα», αγνώριστο από το βιλαέτι· αλλού είχα γράψει πρόσφατα (παναπεί, όσο πρόσφατα επιτρέπουν πλέον οι ρυθμοί του Δύτη) για τους pandit ή pundit, έναν όρο που πια ενσωματώθηκε πλήρως ως συνώνυμο του talking head ή «ειδήμων». Εδώ θα βρείτε βεράντες και ανακόντα, καταμαράν και τζίντζερ, παρίες και κούληδες· εδώ μπανγκαλόου, ζούγκλες και γκουρού, πασμίνες, πυτζάμες και σαμπουάν· οι σανσκριτικές πάλι είναι κάπως λιγότερες και πιο, ας πούμε, ινδουιστικού χαρακτήρα, μαχαραγιάδες, γκουρού και τέτοια.

Έχετε όμως συναντήσει ποτέ τους Lascar; Ναι, αν διαβάζετε Κίπλινγκ ή Κόναν Ντόιλ· the rascally lascar, λέει κάπου ο Σέρλοκ Χολμς (The man with the twisted lip), αν και το rascal, «αλιτήριος» είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, ετυμολογικά εντελώς άσχετο (από το γαλλικό rascaille, λέει). Οι lascar όμως είναι ναύτες (ή, ενίοτε, στρατιώτες) από τη Νότια Ασία, και κυρίως την ινδική χερσόνησο, που υπηρετούσαν στο εμπορικό ναυτικό των ευρωπαϊκών χωρών και δη της Μεγάλης Βρετανίας από τον 16ο αιώνα (με τους Πορτογάλους) μέχρι τις αρχές του 20ού. Φαίνεται ότι οι Άγγλοι ναυτικοί ήταν ευάλωτοι στο σκορβούτο· λιποτακτούσαν στα νοτιοασιατικά λιμάνια· στρατολογούνταν για το πολεμικό ναυτικό. Οι λάσκαροι όμως (κάπως πρέπει να τους πω) είχαν ειδικά συμβόλαια, που επέτρεπαν στους πλοιοκτήτες να τους μετακινούν από το ένα καράβι στο άλλο και να τους κρατάνε στην υπηρεσία τους μέχρι και τρία χρόνια τη φορά. Θα τους έχετε συναντήσει στον Κόνραντ (το λέω με βεβαιότητα, αν και πρέπει να ξαναδιαβάσω τον Λόρδο Τζιμ για να σιγουρευτώ): βρίσκονταν σε κάθε καράβι που διέσχιζε τον Ινδικό Ωκεανό.

Βρίσκονταν επίσης και σε συμπαγείς οικισμούς σε ένα σωρό βρετανικά λιμάνια. Κάπου χίλιοι το χρόνο έφταναν στις αρχές του 19ου αιώνα· στα τέλη του, ο αριθμός είχε ανέβει σε δέκα με δώδεκα χιλιάδες το χρόνο. Σχεδόν πενηνταδύο χιλιάδες ζούσαν στην Αγγλία τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι αυτό (μεταφράζω από τη βίκι):

Μικτοί γάμοι ήταν αρκετά κοινοί στη Βρετανία ήδη από τον 17ο αιώνα, όταν η Βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών άρχισε να φέρνει χιλιάδες λόγιους από το Σιλέτ [στο Μπαγκλαντές], ναύτες (lascar) και εργάτες (κυρίως βεγγαλέζους μουσουλμάνους) στη Βρετανία· οι περισσότεροι παντρεύτηκαν ή συζούσαν με Αγγλίδες. Αυτό προκάλεσε ένα κάποιο ζήτημα, καθώς ένας δικαστικός της περιοχής Τάουερ Χάμλετς του Λονδίνου εξέφρασε το 1817 την «αηδία» του για το πώς οι Αγγλίδες της περιοχής παντρεύονταν και συζούσαν σχεδόν αποκλειστικά με ξένους ναυτικούς από την Ινδία. Ωστόσο, στη Βρετανία δεν υπήρχαν νομικοί περιορισμοί ενάντια στους «μικτούς» γάμους. Οικογένειες με Ινδούς πατεράδες και Εγγλέζες μητέρες δημιούργησαν τέτοιες μικτές κοινότητες στα βρετανικά λιμάνια. [...] Ο αριθμός έγχρωμων γυναικών στη Βρετανία ήταν συχνά μικρότερος από εκείνο των «μισοϊνδών» κορών, γεννημένων από λευκές μητέρες και Ινδούς πατέρες.
Ενδιαφέρον δεν είναι; Εδώ και μια περήφανη ιστοσελίδα των απογόνων τους: http://www.lascars.co.uk/

Τι ξεχάσαμε; Α ναι, από πού βγαίνει η λέξη. Λοιπόν είναι περσική, και στην πραγματικότητα είναι συγγενής με το γνωστό μας ασκέρι: λεσκέρ, لشکر‎, στα περσικά είναι ο στρατός. Μας θυμίζει κάτι: ω ναι, πιθανότατα αυτή είναι η προέλευση του βυζαντινού ονόματος Λάσκαρις. Και για να κάνουμε έναν κύκλο, όταν οι Πορτογάλοι τον 16ο αιώνα γνωρίζανε τους ασιάτες ναυτικούς και τους ονόμαζαν lascarim, οι μεγάλοι τους αντίπαλοι στον Ινδικό Ωκεανό ήταν οι Οθωμανοί. Ε, αυτούς οι ντόπιοι σουλτάνοι τους ονόμαζαν Ρουμί –«Ρωμαίους», ή, αν προτιμάτε, Έλληνες. Το καλύτερο: έτσι ονομάζουν και τώρα το λατινικό αλφάβητο όταν το χρησιμοποιούν για τη μαλαισιανή γλώσσα.

(πρώτη δημοσίευση: για τα πεντάχρονα της Λεξιλογίας)

Τέσσερα χρόνια, διακόσια πενηνταέξι ποστ, κοντά εννιάμισυ χιλιάδες σχόλια. Από καθημερινά ποστ φτάσαμε στο ένα το μήνα, τώρα δε και στα ένα το δίμηνο, σχεδόν, περισσότερο καλλιγραφία παρά σημείωση –άλλωστε δεν βλέπω το λόγο πια να γράφω πράγματα που διαβάζω συμφωνώντας και αλλού, πρόσφατα μάλιστα σταμάτησα και να τσακώνομαι (λίγο από βαρεμάρα και λίγο από καλή διάθεση). Ο πραγματικός λόγος που συνεχίζουμε, στην πραγματικότητα, είναι για να πυκνώνει ο δεσμός μας. Χτες τα έπινα με παλιό μπλογκογνώριμο που δεν είχα συναντήσει ποτέ ως τώρα, και την ώρα που τα έγραφα αυτά χτύπησε το τηλέφωνο από Ταϊλάνδη –ε, αυτά είναι που σε κάνουν να συνεχίζεις, τελικά.

Πολλή φλυαρία. Άντε, νάμαστε καλά για άλλη μια τετραετία.

Ξαναδιαβάζοντας τον Κιμ του Κίπλινγκ και κάνοντας κάποιες μικρές έρευνες σχετικά (ήθελα να δω πώς είναι το Λάκνοου, η Λαχώρη και η Σίμλα) έπεσα πάνω στους παντίτ. Η λέξη μας θυμίζει ίσως τον Νεχρού και σημαίνει κάτι σαν λόγιος στα σανσκριτικά –οι παντίτ που βρήκα εγώ όμως είναι κάτι άλλο.

Από τότε που ξανάρθε το Αφγανιστάν στην επικαιρότητα λίγο-πολύ όλοι έχουμε (ξαν)ακούσει για το λεγόμενο Μεγάλο παιχνίδι, ήτοι τον αγώνα επιρροής μεταξύ Άγγλων και Ρώσων σε ξένο αχυρώνα ή αλλιώς την μεγάλη πατάτα που λέγεται γεωπολιτική –μια και σήμερα καταλαβαίνουμε πόσο αβάσιμος ήταν ο φόβος των Άγγλων πως η Ρωσία θα έβαζε χέρι στην Ινδία μέσω του Αφγανιστάν (όσο αβάσιμη ήταν και η ελπίδα των Ρώσων). Οι δυο δυνάμεις προσπάθησαν απεγνωσμένα να βάλουν χέρι στο Σινκιάνγκ ή κινεζικό Τουρκεστάν (οι αναγνώστες του Πίντσον θα θυμούνται μάλλον τις σκηνές στο Κασγκάρ και την Τακλαμακάν) με παρομοίως φρούδες ελπίδες. Εν πάση περιπτώσει, για κάτι τέτοιους λόγους η Αγγλία θεώρησε αναγκαία μια λεπτομερή χαρτογράφηση των περιοχών βορείως της Ινδίας: του Θιβέτ, ας πούμε.

Έλα όμως που υπήρχε ένα προβληματάκι: τα βασίλεια του Θιβέτ δεν ήταν ακριβώς φιλικά προς τους ξένους. Οποιοσδήποτε λευκός εξερευνητής εμφανιζόταν με θεοδόλιχους και αλυσίδες μέτρησης κινδύνευε από την επέλαση πολεμιστών καβάλα σε γιακ (δεν κάνω πλάκα) και θάνατο μάλλον φριχτό. Εδώ μπαίνουν στη σκηνή λοιπόν οι παντίτ, μια ιδέα του συνταγματάρχη Κρέιτον Τόμας Μοντγκόμερι, ενός αξιωματικού που συμμετείχε στη μεγάλη τριγωνομετρική καταμέτρηση της Ινδίας, στη χαρτογραφική υπηρεσία μ’ άλλα λόγια. Τη δεκαετία του 1860 λοιπόν, ο Μοντγκόμερι συνέλαβε την ιδέα να εκπαιδεύσει και να στείλει όχι Άγγλους, μα Ινδούς, μεταμφιεσμένους σε λάμα, σε υπηρέτες των λάμα, σε εμπόρους.

Ο Τόμας Μοντγκόμερι (πηγή)

Αυτοί ήταν οι παντίτ. Εκπαιδευμένοι στη χρήση του εξάντα, στην ιατρική, στις αστρονομικές παρατηρήσεις, στην τριγωνομετρία, σε κάθε είδους κόλπα για σωστή χαρτογράφηση (για παράδειγμα, να υπολογίζουν το ύψος όχι με βαρόμετρο αλλά βάσει της θερμοκρασίας του σημείου βράσης του νερού· τα θερμόμετρα ήταν κρυμμένα, λέει, στην κορφή του μπαστουνιού τους). Και όχι μόνο: μια και (φυσικά) ήταν αδύνατο να κουβαλάνε αλυσίδες μέτρησης μεταμφιεσμένοι στα βουνά, μάθαιναν να βηματίζουν έτσι, ώστε να κάνουν ακριβώς 2000 βήματα στο μίλι –άσχετα αν βάδιζαν σε ίσωμα, κατηφόρα-ανηφόρα, ή σκαρφάλωναν. Είχαν μαζί τους ένα είδος βουδιστικού κομποσχοινιού, μόνο που αντί για τις συνηθισμένες 108 χάντρες προσευχής αυτό είχε 100, και μάλιστα με χοντρύτερη μια χάντρα κάθε δέκα: στα εκατό βήματα άφηναν και μια χάντρα, και έτσι ένα κομποσχοίνι τέλειωνε στα πέντε μίλια (αν υπολογίζω σωστά). Σε κοχύλια φύλαγαν υδράργυρο, τον οποίο (όταν δεν τους έβλεπαν) χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν τεχνητό ορίζοντα για τις μετρήσεις του εξάντα (τον έχυναν στα μπολ που κανονικά χρησιμοποιούσαν ζητιανεύοντας για λογαριασμό του λάμα). Τις παρατηρήσεις τους τις αποστήθιζαν σαν έμμετρες βουδιστικές προσευχές, ή τις έκρυβαν (αντί για τα συνηθισμένα μάντρα) σε τροχούς προσευχής.

Παρέκβαση: ψάχνοντας κάτι καλό για τους τροχούς προσευχής, ανακάλυψα πως υπάρχουν και ηλεκτρικοί τέτοιοι. Και: Some prayer wheels are powered by electric motors. “Thardo Khorlo,” as these electric wheels are sometimes known, contain one thousand copies of the mantra of Chenrezig and many copies of other mantras. The Thardo Khorlo can be accompanied by lights and music if one so chooses. However, Lama Zopa Rinpoche has said, “The merit of turning an electric prayer wheel goes to the electric company. This is why I prefer practitioners to use their own ‘right energy’ to turn a prayer wheel”. Μάλιστα! Τέλος της παρέκβασης.

Νάιν Σινγκ Ραουάτ (πηγή: Wikipedia commons)

Ο πρώτος, ή ίσως ένας από τους πρώτους τέλος πάντων παντίτ (υπήρχε ένας μουσουλμάνος υπάλληλος, ονόματι Μοχάμεντ-ι Χαμίντ, που έφτασε στο Γιαρκάντ, στο κινεζικό Τουρκεστάν, πέθανε όμως στην επιστροφή), πιθανότατα όμως ο σπουδαιότερος, ήταν ο πολύς Νάιν Σινγκ Ραουάτ (ελπίζω να μεταγράφω σωστά). Φαίνεται ότι (μια και καταγόμενος από μια περιοχή που συνόρευε με τα Ιμαλάια ήξερε τη γλώσσα και κάπως την περιοχή) πρώτα είχε στρατολογηθεί από μια γερμανική γεωγραφική αποστολή, γύρω στο 1855, στα εικοσιπέντε του χρόνια δηλαδή· στη συνέχεια έγινε διευθυντής ενός σχολείου στο χωριό του, μέχρι που το 1863 επιλέχθηκε, μαζί με τον ξάδερφό του Μάνι Σινγκ, για να σταλεί σε χαρτογραφικές αποστολές. Ύστερα από δύο χρόνια εκπαίδευσης, ξεκίνησε για τις εξερευνήσεις του: Νεπάλ, Λάσα (όπου δύο έμποροι από το Κασμίρ τον ανακάλυψαν, αλλά δεν είπαν τίποτα –παίρνοντας το ρολόι του σε αντάλλαγμα), δυτικό Θιβέτ (όπου ανακάλυψε, λέει, κάτι θρυλικά χρυσωρυχεία).  Με το χρυσό μετάλλιο της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, πέθανε το 1895 σε ένα χωριό που του είχε χαρίσει η (αγγλική) κυβέρνηση. Στην περίπτωσή του ισχύει το σόι πάει το βασίλειο: εκτός από τον ξάδερφό του, και ο αδερφός του (μάλλον, διότι αλλού τον βρίσκω κι αυτόν ξάδερφο), ο Κρίσνα (ή Κίσεν) Σινγκ έκανε διάφορα ταξίδια και το 1878 εξερεύνησε το δρόμο από τη Λάσα στο κινεζικό Τουρκεστάν. Σε κάποια φάση του ταξιδιού, διαβάζω, ο αρχηγός του καραβανιού του αποφάσισε να συνεχίσουν έφιπποι από το φόβο των ληστών: ο Κρίσνα Σινγκ κατάφερε και πάλι να μετρήσει σωστά τις αποστάσεις, αυτή τη φορά βασισμένος όχι στα δικά του βήματα, αλλά του αλόγου του.

O Χάρι Ραμ, για τον οποίο δεν βρήκα καμία φωτογραφία, εξερεύνησε την περιοχή γύρω από το Έβερεστ το 1871-72, και αργότερα το βόρειο Νεπάλ. Στην αρχή, λέει, δεν του επέτρεπαν την είσοδο στο Θιβέτ· ύστερα έτυχε να γιατρέψει τη γυναίκα ενός αξιωματούχου, και ο δρόμος άνοιξε. Την επόμενη δεκαετία, κάποιος Κίνθαπ ή Κίντχουπ ή κάπως έτσι (ούτε αυτουνού μοιάζει να υπάρχει φωτογραφία) στάλθηκε δύο φορές, και τις δύο με τη μεταμφίεση ενός υπηρέτη λάμα, για να εξερευνήσει το ρου του ποταμού Τσανγκπό. Τη δεύτερη φορά ο λάμα (ένας Κινέζος) τον πούλησε σε έναν θιβετιανό συνάδελφό του. Ο Κίνθουπ (ή όπως) έχασε όλο τον εξοπλισμό του και μόνον ένα χρόνο αργότερα κατάφερε να δραπετεύσει· κατάφερε να βρει καταφύγιο σε ένα βουδιστικό μοναστήρι και συνέχισε τις εξερευνήσεις του άλλα δυόμισυ χρόνια. Κατάφερε να στείλει ένα γράμμα στο αρχηγείο του, όπου έλεγε ότι θα έριχνε τα ημερολόγια της αποστολής του στο ποτάμι για να φτάσουν στην Ινδία –όπως και έκανε. Και όμως: αφότου γύρισε στην Ινδία ανακάλυψε ότι το γράμμα δεν είχε φτάσει ποτέ στον προορισμό του· πέρασαν άλλα δυο χρόνια μέχρι να δημοσιευτούν οι ανακαλύψεις του (ότι ο Τσανγκπό και ο Μπραχμαπούτρα ήταν το ίδιο ποτάμι), και πάλι δεν έγιναν πλήρως πιστευτές μέχρι που επιβεβαιώθηκαν τριάντα χρόνια μετά. Από αποστολές Ευρωπαίων, βεβαίως. Ο Κίνταπ (τέλος πάντων), απογοητευμένος, παράτησε την υπηρεσία και έγινε ράφτης.

Σάρατ Τσάντρα Ντας (wikipedia commons)

Όλοι αυτοί κατάγονταν από περιοχές στα σύνορα του Θιβέτ, και έτσι είχαν μια κάποια οικειότητα με τη γλώσσα και τη γεωγραφία της περιοχής. Διαφορετική κάπως είναι η περίπτωση του Σάρατ Τσάντρα Ντας, ενός Μπενγκαλέζου από το Τσιτακόνγκ, στο σημερινό Μπαγκλαντές δηλαδή και μάλιστα στη θάλασσα. Ήταν κι αυτός (όπως ο Νάιν Σινγκ Ραουάτ) διευθυντής σχολείου, κάπως κοντύτερα στα Ιμαλάια (στο Νταρτζίλινγκ) όταν, το 1879, έφυγε ως υπηρέτης ενός λάμα για το Θιβέτ. Ήταν η αρχή πολυάριθμων ταξιδιών, από τα οποία ο Ντας αποκόμισε μεγάλο αριθμό σανσκριτικών και θιβετιανών χειρογράφων· εξελίχθηκε σε μέγα μελετητή της θιβετιανής παράδοσης, αλλά αν στέκομαι σ’ αυτόν λίγο παραπάνω είναι διότι ήταν το πρότυπο του Χάρι Τσάντερ Μουκερτζί, ή αλλιώς Μπάμπου, του πρότυπου Ινδού κατάσκοπου στον Κιμ –απ’ όπου και ξεκινήσαμε.

Ήθελα τέλος πάντων να πω ότι στη χορεία των μεγάλων εξερευνητών, των Μπάρτον και Σπικ, των Μάνγκο Παρκ και των Πρζεβάλσκι, των Κουκ, των Λίβινγκστον και Στάνλεϊ, των Χούμπολτ και των Αμούντσεν, θα έπρεπε να φυλάξουμε κάποιο χώρο και για τους ξεχασμένους Ινδούς, που μόνον ως υπάλληλοι της Αγγλικής Κυβέρνησης ρίσκαραν τη ζωή τους στα φοβερά και θρυλικά βουνά της Στέγης του Κόσμου.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της χαρτογράφησης, πάντως, ήταν τελικά κάτι απτό: κάτι τέτοιο. Δεν τους έσφαζαν μόνο οι Κινέζοι τους Θιβετιανούς, όπως μας μαθαίνουν οι ταινίες.

Potala palace

 

(Εδώ σχεδόν ολόκληρο, ένα σχετικό βιβλίο.)

Θα θυμάστε ότι η οθωμανική πλευρά αυτού εδώ του Δύτη έχει ιδιαίτερη αδυναμία σε φαντάσματα και βρυκόλακες. Δεν είναι όμως βαλκανική αποκλειστικότητα οι βρυκόλακες στην οθωμανική γραμματεία. Υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιγραφή από τον μεγάλο οθωμανό περιηγητή, τον Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1684), για ένα είδος «Βαλπούργειας νύχτας», ενός «Σαββάτου των μαγισσών» στα «βουνά Ομπούρ», ανάμεσα στην Κιρκασία, τη χώρα των Τσερκέζων, και την Αμπχαζία του Καυκάσου.

Ο Εβλιγιά ισχυρίζεται ότι στις 24 Απριλίου 1666 είδε με τα μάτια του μια εναέρια μάχη ανάμεσα στους ομπούρ των Τσερκέζων και σε εκείνους των Αμπχάζιων. Ομπούρ, εξηγεί, είναι οι μάγοι αυτών των φυλών. Στην περιγραφή του Εβλιγιά, οι Αμπχάζιοι ομπούρ ξεκίνησαν τη μάχη:

εμφανίστηκαν πίσω από τα βουνά Ομπούρ πετώντας στον αέρα πάνω σε μεγάλα δέντρα ξεριζωμένα, κιούπια, σκούπες, ρόδες αμαξιών, και ό,τι σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς.  Οι Τσερκέζοι ομπούρ, πάλι, πετούσαν πάνω σε κατάρτια καραβιών, ψόφια άλογα, καμήλες και βουβάλια, οπλισμένοι με φίδια, σχοινιά και κεφάλια, ανθρώπων και ζώων, βγάζοντας φλόγες. Ξεκουφαθήκαμε από το θόρυβο καθώς η άγρια μάχη κράτησε έξι ώρες, ενώ πάνω μας πέφτανε κομμάτια από ζώα και πτώματα, φουρνόξυλα και σκούπες και ρόδες και ξύλα… Εφτά Τσερκέζοι και εφτά Αμπχάζιοι ομπούρ πιάστηκαν σώμα με σώμα και πέσανε στο έδαφος· ένας Αμπχάζιος ήπιε το αίμα από το λαιμό ενός Τσερκέζου, οι υπόλοιποι ξαναπέταξαν στον αέρα… Έγινε φοβερή μάχη μέχρι να λαλήσουν οι πετεινοί.

Την επόμενη μέρα, ο Εβλιγιά επισκέφτηκε με τους συντρόφους του το πεδίο της μάχης και το βρήκε γεμάτο από ό,τι οικιακό σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς, πτώματα ζώων, ανθρώπινα πτώματα ξεθαμμένα από τάφους, και ούτω καθεξής. Του είπανε οι Τσερκέζοι, λέει, πως τέτοια μάχη δεν είχε γίνει εδώ και σαράντα πενήντα χρόνια: συνήθως πάλευαν πέντε με δέκα ομπούρ, στη γη και στον αέρα.

Για να κάνουμε μια παρέκβαση, η περιγραφή αυτή ίσως δεν είναι παρά μια διασκεδαστική ιστορία· ίσως όμως αντανακλά πραγματικές σαμανιστικές δοξασίες, ενισχύοντας έτσι την πολυσυζητημένη υπόθεση του Κάρλο Γκίντζμπουργκ για το σαμανιστικό υπόβαθρο των «συνάξεων των μαγισσών». Το 1966 ο Γκίντζμπουργκ μελέτησε μια σειρά πρακτικών από ανακρίσεις και δίκες της Ιεράς Εξέτασης σχετικά με τους benandanti, μια ομάδα «καλών μάγων» στο Φριούλι, στη βορειοδυτική Ιταλία, οι οποίοι πολεμούσαν τους «κακούς μάγους» για τη γονιμότητα της σοδειάς κάθε χρόνου. Σύμφωνα με τον Γκίντζμπουργκ, αν και οι ιεροεξεταστές προσπάθησαν να επιβάλουν τις δικές τους ιδέες στους ανακρινόμενους χωρικούς, ούτως ώστε οι καταθέσεις τους να ταιριάξουν με το καθιερωμένο μοντέλο του διαβολικού «Σαββάτου των μαγισσών», ωστόσο από τις καταθέσεις αυτές αναδεικνύεται μια κάποια αυθεντική, λαϊκή πίστη σε τέτοιες παραδόσεις. Πρόσφατα μάλιστα ο Γκίντζμπουργκ επανήλθε στο θέμα με ένα βιβλίο που σαν ακροβάτης σε πάγο φτάνει στην όχθη αφήνοντας πίσω του συντρίμμια (εύθραυστα επιχειρήματα, εύλογα συμπεράσματα), διατρέχοντας (αυτός που δοξάστηκε ως μικροϊστορικός) δύο ηπείρους και δυόμισυ χιλιετίες, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές μυθολογίες και λαϊκές παραδόσεις, από την Ιταλία μέχρι τη Βαλτική και τη Σιβηρία, μοιράζονται ένα κοινό σαμανιστικό υπόβαθρο, στο οποίο ιπτάμενες μάγισσες δίνουν μάχες για τη γονιμότητα των χωραφιών. Όσο και αν η θέση του Γκίντζμπουργκ εξακολουθεί να αμφισβητείται, (η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι καταθέσεις στις δίκες των μαγισσών αντανακλούσαν πολύ περισσότερο τις ιδέες των διωκτών τους παρά πραγματικές λαϊκές τελετές), ωστόσο δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως η περιγραφή του Εβλιγιά κάπως τον δικαιώνει.

Για να επιστρέψουμε όμως στους βρυκόλακες, να πως συνεχίζει ο Εβλιγιά την αφήγησή του για τους ομπούρ:

Στα μέρη αυτά δεν υπάρχει πανούκλα. Όποτε κάποιος αρρωστήσει, ή και να μην αρρωστήσει, τις νύχτες του καρακόντζολος (χα! τι’ ν’ πάλι τούτο; Θα σας πω μετά) οι ομπούρ πίνουν το αίμα του και έτσι τον σκοτώνουν. Έτσι, οι ομπούρ μπορεί να γίνουν φυσιολογικοί, αν και τα σημάδια της ιδιότητάς τους παραμένουν στα μάτια τους.

Σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν γέροι σοφοί Τσερκέζοι που μπορούν να διακρίνουν έναν ομπούρ, δηλαδή να καταλάβουν έναν μάγο. Οι συγγενείς των νεκρών τους δίνουν χρήματα, κι εκείνοι πηγαίνουν στους τάφους πρόσφατα πεθαμένων ομπούρ για να ελέγξουν μπας και υπάρχουν σημάδια ότι οι ομπούρ βγήκαν από τον τάφο τους. Και πράγματι, τότε, όταν οι άνθρωποι μαζεύονται και σκάβουν τον τάφο, βλέπουν ότι τα μάτια του ομπούρ έχουν γίνει σαν κούπες γεμάτες με αίμα, και ότι το πρόσωπό τους έχει γίνει κατακόκκινο από το ανθρώπινο αίμα που έχουν πιει. Τότε, βγάζουν το βρωμερό πτώμα του καταραμένου ομπούρ από τον τάφο, και καρφώνουν ένα ξύλινο παλούκι στον αφαλό του· με τη βοήθεια του Θεού, τα μάγια λύνονται, και ο άνθρωπος του οποίου το αίμα έπινε ο ομπούρ, σώζεται… Κάποιοι άνθρωποι όμως, ακόμα και αφού ο ομπούρ βρεθεί στον τάφο του και καρφωθεί, παίρνουν το βρωμερό πτώμα, με το παλούκι ακόμα καρφωμένο στον αφαλό του, και το καίνε, ώστε να μη μπει στο πτώμα άλλος ζωντανός ομπούρ.

Άλλη μια παρέκβαση: η αναφορά στην πανούκλα (και ο Εβλιγιά προσθέτει μετά ότι «δεν υπάρχει λοιπόν πανούκλα στη χώρα των Τσερκέζων, αλλά ο μπελάς των ομπούρ είναι πράγματι χειρότερος κι απ’ τη χειρότερη πανούκλα») θυμίζει άλλη μια περιγραφή του: ο πατέρας του, διηγείται, είχε δει τον «στρατό της πανούκλας», που αποτελούνταν και από «καλές» και από «κακές ψυχές», έτοιμο να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη την παραμονή ενός ξεσπάσματος της επιδημίας. Οι καλές ψυχές ήταν ντυμένες στα άσπρα, και οι κακές στα μαύρα· όποιον χτυπούσαν οι πρώτες επρόκειτο να σωθεί, ενώ τα θύματα των δεύτερων θα πέθαιναν.

Πίσω όμως τώρα στον Καύκασο: ο Εβλιγιά εξηγεί ότι όποτε κάποιος υποπτεύεται ότι ένας ομπούρ του πίνει το αίμα, αυτοί οι σοφοί «ανιχνευτές ομπούρ» εξετάζουν τα μάτια του υπόπτου. Αν είναι γεμάτα αίμα, τον δένουν με αλυσίδες μέχρι να ομολογήσει:

«Ναι, εγώ ήμουν που ήπια το αίμα του Τάδε… Όταν θάφτηκα δίπλα στον ομπούρ πατέρα μου και στον ομπούρ παππού μου, το σώμα μου δεν σάπισε· και ήταν φορές που πέταξα στον ουρανό για να δώσω μάχη· και όλα αυτά τα έκανα για ζήσω παραπάνω».

Ο Εβλιγιά προσθέτει ότι αυτοί οι ομπούρ είναι ξεχωριστό σόι, και ότι αρνούνται να συνάψουν γάμους με τους υπόλοιπους Τσερκέζους. Οι περισσότεροι, λέει, ζουν στις χώρες της Μοσχοβίας, των Κοζάκων, των Πολωνών και των Τσέχων· όμως «είναι βέβαιο πως είναι οι καρακόντζολος του Ρουμ (των οθωμανικών περιοχών)». Η λέξη ομπούρ επανεμφανίζεται μια φορά ακόμα στο έργο του Εβλιγιά, αυτή τη φορά σε βαλκανικά συμφραζόμενα. Όταν αναφέρει το Ομπούρτσα, ένα μικρό χωριό κοντά στη Σίπκα, στη σημερινή κεντρική Βουλγαρία, ο Εβλιγιά σημειώνει ότι «στα τατάρικα ομπούρ σημαίνει μάγος, μάγισσα, ή κάποιον που σηκώνεται απ’ τον τάφο». Σας θυμίζει κάτι η λέξη; Ναι, για να δούμε: η λέξη βαμπίρ, λέει, προέρχεται από μια σλάβικη λέξη (βουλγάρικα και σερβοκροάτικα вампир, τσέχικα upír, ουκρανικά упир, ρώσικα упырь, όλα τους ανάγονται μάλλον στο παλαιό ανατολικοσλαβικό упирь, upir’), αν και ο πολύς Φραντς Μίκλοσιτς πρότεινε πρώτος ότι η απώτερη ετυμολογία είναι τουρκογενής, παραπέμποντας στο ταταρικό ubyr, «μυθολογικό πλάσμα» ή το σιβηριανό (Τσουβάς) văpăr, «κακό φάντασμα, μάγος». Να είχε δίκιο, ή είναι πιθανότερο η λέξη να έφτασε στον Καύκασο από τις ρώσικες στέπες στις παρυφές του; Ποιος ξέρει· όχι εγώ πάντως.

Όσο για τον μυστηριώδη καρακόντζολος και τις διαβόητες νύχτες του, πρόκειται για τις πραγματικές νύχτες ή και μέρες του καλικάντζαρου, τις οποίες συχνά ο Εβλιγιά αναφέρει σε χριστιανικά συμφραζόμενα· βρίσκουμε μια δόση του κιρκασιανού τρόμου στην περιγραφή του για μια σπηλιά σε κάποιο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης, από όπου «οι μάγοι που τους λένε καρακόντζολος» βγαίνουν κάθε βράδυ και γυρνάν όλη νύχτα σε άμαξες τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες. Τώρα που πλησιάζει λοιπόν το Δωδεκάμερο, προσέξτε τους καλικάντζαρους, μπορεί να είναι πιο επικίνδυνοι απ’ όσο δείχνουν.

Εικόνα 1η: Είδα αυτές τις φωτογραφίες από τις παρελάσεις στο Κερατσίνι, στο Περιστέρι –παιδιά με αντιναζιστικά περιβραχιόνια, ρισκάρουν από επίπληξη μέχρι αποβολή μέχρι ξύλο (τουλάχιστον). Σκέφτομαι πως έχουν λιγότερα από τα μισά μου χρόνια, ωστόσο μάλλον δεν έχω αψηφήσει ποτέ μου τόσο πολύ το φόβο όσο αυτά τα παιδιά. Βλέπω και τους πιτσιρικάδες σε διάφορες πορείες, τους βλέπω στο δρόμο, ακούω τις φωνές τους από το παράθυρο, σα να έχουν πάρει χαμπάρι τι γίνεται, σα να μην έχουν καμία σχέση με αυτό που (ίσως άδικα) φαινόταν αφασική γενιά, καμία σχέση με αυτούς με τα μαύρα γυαλιά-μύγα και το φρι-πρες ανά χείρας, όταν δεν έβλεπαν φέιμ στόρι, καμία σχέση με αυτούς που έθρεψαν την «εναλλακτική Αθήνα».

*

Εικόνα 2η: Διαβάζοντας αυτή την είδηση για την Αλβανή μαθήτρια στη Λάρισα (συμμαθητές της απείλησαν να φέρουν τη χρυσή αυγή για να μην γίνει σημαιοφόρος, ο διευθυντής του σχολείου εξοργιστικά λίγος, το δεκαπενταμελές λέει δεν είχε πρόβλημα αλλά τελικά η κοπέλα καταχειροκροτούμενη παρέδωσε τη σημαία) στάθηκα στο δεκαπενταμελές, στάθηκα στο καταχειροκροτούμενη, σκέφτηκα ότι ήρθε καιρός να θυμηθούμε -ή ίσως να καταλάβουμε για πρώτη φορά- γιατί υπάρχουν μαθητικές εκλογές και μαθητικά συμβούλια.

*

Εικόνα 3η: Θυμήθηκα τα δικά μου σχολικά χρόνια, θυμήθηκα τι διαβάζαμε και τι κουβεντιάζαμε τότε, τότε που ακόμα -καταπώς λέγεται σήμερα- έμπαιναν οι βάσεις για τη σημερινή κατάντια, λέει. Θυμήθηκα γενικές συνελεύσεις στο Γυμνάσιο, θυμήθηκα συζητήσεις στο Λύκειο, θυμήθηκα πράγματα που λέγονταν που άμα τα πεις τώρα σε δεκαεξάρη θα σε κοιτάξει σαν Ούφο. Ίσως ψέματα: όχι σε τωρινό δεκαεξάρη.

*

Και μερικές λέξεις: Λεγόταν κάποτε ότι η κομματικοποίηση των νέων (όσοι το λέγανε, τεχνηέντως δεν μιλούσαν για πολιτικοποίηση) ήταν μια από τις μεγάλες πληγές του σχολικού συστήματος. Λέγεται ακόμα το ίδιο για το πανεπιστήμιο. Υποτίθεται ότι σε τέτοια μέρη πρέπει να επικρατεί ειρήνη και σύμπνοια, ακόμα και όταν ο κόσμος γκρεμίζεται, υποτίθεται πως η πολιτική πρέπει να μένει απ’ έξω. Εμένα πάλι η μόνη μου ελπίδα, το μόνο φως που βλέπω ή τέλος πάντων το πιο φωτεινό για να μην υπερβάλλω, είναι ακριβώς αυτή η πολιτικοποίηση των νέων. Ελπίδα υψηλού ρίσκου, γιατί ήδη είναι πολιτικοποίηση αμφίπλευρη –αλλά πού δεν υπάρχει ρίσκο σήμερα; Άσε που, από τους γονείς τι να περιμένεις

Μ’ άλλα λόγια: η ευμάρεια τριών δεκαετιών έκανε σιγά σιγά τη δουλειά της, μας μεταμόρφωσε όλους σε νοικοκυραίους. Ακόμα και οι δεκαεξάρηδες, οι εικοσάρηδες, ήταν σαν να προετοιμάζονται για το ρόλο αυτό στο μέλλον. Τώρα κυριαρχεί ο φόβος. Άλλοι πάνε με το μέρος αυτών που τον επιβάλλουνε· άλλοι λουφάζουνε, άλλοι καταφεύγουν στη δουλειά τους. Άλλοι όμως όχι: είναι η ώρα των πιτσιρικάδων. Voici le temps des gamins.

*

Κι ας κάνουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε.

Στην υπέροχη ανθολογία με Σύντομες και παράξενες ιστορίες, ο Μπόρχες και ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες παραθέτουν μια ιστοριούλα του Μάρτιν Μπούμπερ, παλιού μας γνώριμου μια και μας είχε προμηθεύσει με την εβραϊκή-εσκεναζίμ εκδοχή της ιστορίας των δύο που ονειρεύτηκαν. Είναι η εξής:

Μια φορά κι έναν καιρό, στη Βιέννη, ο αυτοκράτορας έβγαλε ένα διάταγμα, που χειροτέρευε ακόμα πιο πολύ την ήδη άθλια κατάσταση των Εβραίων στη Γαλικία. Για κάμποσα χρόνια, ένας σοβαρός και σπουδαγμένος άνθρωπος, που τον έλεγαν Φάιβελ, ζούσε στο Σπουδαστήριο του Ραβίνου Ελιμελέκ. Μια νύχτα σηκώθηκε, μπήκε στο δωμάτιο του ραβίνου και του είπε:

«Δάσκαλε, θέλω να υποβάλω μήνυση στον Θεό».

Δεν πρόλαβε να το πει, και τα ίδια του τα λόγια τού ‘φεραν τρόμο.

«Εντάξει», του είπε ο ραβίνος, «αλλά το δικαστήριο δεν συνεδριάζει απόψε».

Την άλλη μέρα, κατέφθασαν στο Λιζένσκ δύο δάσκαλοι, ο Ισραήλ από το Κόζνιτς και ο Ιάκωβος Γιτζάκ απ’ το Λουμπλίν, που κατέλυσαν στο σπίτι του Ελιμελέκ. Το απογευματάκι, ο ραβίνος κάλεσε τον άνθρωπο που τού ‘χε μιλήσει και του είπε:

«Εξήγησέ μας τώρα το αίτημά σου».

«Τώρα δεν έχω τη δύναμη να το κάνω», ψέλλισε ο Φάιβελ.

«Σου δίνω εγώ τη δύναμη», είπε ο ραβίνος.

Τότε ο Φάιβελ άρχισε να μιλά:

«Γιατί μας έχουν σκλάβους σ’ αυτό τον τόπο; Δεν λέει ο Θεός στην Πεντάτευχο: Οι υιοί του Ισραήλ είναι οι υπηρέτες μου; Μας ξαπόστειλε σε ξένους τόπους, αλλά πρέπει να μας ελευθερώσει, αν θέλει να τον υπηρετούμε».

Και ο ραβίνος του απάντησε:

«Τώρα ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος πρέπει να βγουν απ’ την αίθουσα του δικαστηρίου, όπως ορίζει ο Νόμος, για να μην επηρεάζονται οι κριτές. Αποσυρθείτε λοιπόν, ραβίνε Φάιβελ. Όσο για σένα, Κύριε, δεν μπορούμε να Σου ζητήσουμε να βγεις, γιατί η δόξα Σου τη γη γεμίζει, και χωρίς την παρουσία Σου δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε ούτε μια στιγμή. Ωστόσο, Κύριε, δεν θα Σ’ αφήσουμε να μας επηρεάσεις».

Οι τρεις τους συσκέφθηκαν σιωπηλοί, με κλειστά τα μάτια. Το σούρουπο κάλεσαν τον Φάιβελ και του ανακοίνωσαν την ετυμηγορία τους: η μήνυσή του ήταν δίκαιη. Την ίδια στιγμή, ο αυτοκράτορας ανακάλεσε το διάταγμα.

Δεν ξέρω αν αυτή η παράτολμη απόγνωση είναι ίδιον του κεντροευρωπαϊκού εβραϊσμού ή της Μεσευρώπης γενικότερα. Διότι ανοίγω το βιβλιαράκι για να αντιγράψω εδώ την ιστορία (μετάφραση του διδύμου Καλοκύρη-Κυριακίδη, αγορασμένο κάπου γύρω στο ’91), και πέφτει στα γόνατά μου ένα μικρό χαρτάκι· ένα απόκομμα εφημερίδας, Ελευθεροτυπία της 19ης Οκτωβρίου 2005. Λέει τα εξής:

ΠΑΒΕΛ Μ., Ρουμάνος κρατούμενος, που εκτίει ποινή φυλάκισης 20 χρόνων στην πόλη Τιμισοάρα για ληστείες με απόπειρα φόνου, βγήκε τώρα στην αντεπίθεση και κατέθεσε μήνυση εναντίον του Θεού, «κατοίκου του Παραδείσου και εκπροσωπούμενου από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας», επειδή, όπως αναφέρει στη μηνυτήρια αναφορά του ο 17χρονος κρατούμενος δεν τον προστάτευσε από τις κακές πράξεις. «Όταν βαφτίστηκα -γράφει- συνήψα ένα συμβόλαιο με το Θεό και εκείνος υποσχέθηκε να με προστατεύει από τις κακές πράξεις. Έλαβε από μένα διάφορα αγαθά και προσευχές , με αντάλλαγμα τη συγχώρεση και την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Με απογοήτευσε!». Ο δικαστής, ως όφειλε, ανέγνωσε όλη την αναφορά στο δικαστήριο και ανακοίνωσε μετά από λίγη σκέψη ότι η μήνυση απορρίπτεται, καθώς «η προσαγωγή του Θεού ενώπιον της Δικαιοσύνης είναι πρακτικώς αδύνατη»!

Λιγότερο τολμηρός λοιπόν ο Ρουμάνος δικαστής -ή, ίσως, λιγότερο απεγνωσμένος: δεν καιγόταν το δικό του τομάρι, όπως των σοφών ραβίνων. Είναι πολλές πάντως αυτές οι ιστορίες -εδώ θα βρείτε και τον Ρουμάνο, και άλλους. Ένα θεατρικό έργο του Έλι Βίζελ, μάλιστα, μοιάζει εξαιρετικά με την ιστορία του Μπούμπερ, κι ας μην την αναφέρει.

Αξιοσημείωτο είναι, θα έλεγα, ότι πολύ λιγότεροι μήνυσαν τον Διάβολο, για την ακρίβεια ένας, όπως φαίνεται. Ο Διάβολος προστατεύει τον εαυτό του, μπορεί να πει κανείς.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 227 other followers