Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Χειμερινοί Κολυμβητές’

(προς τιμήν του Sraosha, μια και η μοίρα κάνει ό,τι μπορεί για να μη μας χωρέσει στην ίδια πόλη)

Ι

Η παλιά Λευκωσία είναι μια πόλη σχεδιασμένη σε τέλειο κύκλο -και σε πλήρη αντίθεση με το εσωτερικό της. Ακόμα μια ένδειξη ότι πλατωνικές (ή βαβυλωνιακές) ουτοπίες δύσκολα σου βγαίνουν στην πράξη.

ΙΙ

Ο τ/κ τομέας μαζεύει όλον το χαζοτουρισμό των Άγγλων στην είσοδό του, γύρω από το οδόφραγμα της Λήδρας -αντίθετα με την από δω μεριά, που τον έχει στριμώξει στη λεγόμενη «Λαϊκή γειτονιά» στην άκρη της παλιάς πόλης. Η υπόλοιπη κατεχόμενη πόλη είναι σαν να περιδιαβαίνεις μια πόλη σαν το Μπιτλίς ή το Ντογουμπαγιαζίτ, αλλά σε πιο ωραίο αρχιτεκτονικό σκηνικό, σήμερα. Κατά μήκος όμως της Πράσινης Γραμμής, και στους δυο τομείς κυριαρχούν τα ξυλουργεία και δευτερευόντως τα σιδεράδικα, μια παράξενη σύμπτωση.

(περισσότερα…)

Advertisements

Read Full Post »

Καθώς άνοιγε ο αδερφός μου το δώρο που του διάλεξα για την πρωτοχρονιά, πιάσαμε κουβέντα για τους Μπητλς για κάποιο λόγο. Σκέφτομαι τελευταία πώς θα ήταν να ζει κανείς εκεί γύρω στο ’66 και μετά, να ακούει μετά το Rubber Soul το Revolver και να παθαίνει, να λέει «δεν είναι δυνατόν, τι άλλο μπορούν να κάνουν τώρα οι άνθρωποι;», μετά από κάτι μήνες, μπαίνοντας το ’67 να βγαίνει το σινγκλάκι με το Strawberry Fields και μέχρι να το χωνέψεις νάσου και το Sgt. Pepper. Δεν είναι απίστευτο; Πάνω στην κουβέντα κάνει η μητέρα μου, και με το δίκιο της: «το ίδιο συνέβαινε τότε και με τον Σαββόπουλο». Λέει ο αδερφός μου (ενώ παλεύει να ανοίξει το φακελάκι του δώρου): «Και τώρα καμία σχέση… ούτε με τον Παπακωνσταντίνου -σου άρεσε αλήθεια ο Σαμάνος;- ούτε με τους Χειμερινούς τελευταία, όλο τα ίδια απόνερα…» κι εγώ δαγκώνομαι γιατί το δώρο είναι ο τελευταίος των Χειμερινών, τα 23 κόκκινα φώτα. Κάνω ένα «ε, οι Χειμερινοί, δεν ξέρω, είσαι σίγουρος;», πάει να πει εκείνος «ε ναι, τα τελευταία τους όσο νάναι… ωχ!», το δώρο άνοιξε. Το μπαλώσαμε βέβαια, δεν το είχε ακούσει και ακόμα δεν τόχει γιατί το σιντί βγήκε ελαττωματικό. Προχθές είχα την ίδια κουβέντα με τον φίλο μου τον Κοσμά: όχι πια τι υπάρχει -τι μπορεί να υπάρξει σήμερα τόσο πραγματικά, συγκλονιστικά καλό στην ελληνική μουσική όσο ήταν ο Χατζιδάκις (πάντα), ο Σαββόπουλος το ’70 ή η Πλάτωνος και οι Χειμερινοί το ’80. Τίποτα· ο Βραχνός Προφήτης; πάει πέρασε, και η Βροχή από κάτω δεν είχε συνέχεια. Τα 23 κόκκινα φώτα ακούγονται όμορφα, όπως ήταν και οι προηγούμενοι δίσκοι των Χειμερινών (ένα ωραίο χαρακτηριστικό κομμάτι που μούχει κολλήσει μπορείτε να ακούσετε εδώ), αλλά όντως είναι μια απ’ τα ίδια, απόνερα των παλιών δίσκων. Επιστροφή στην τριλογία Χειμερινοί κολυμβητές, Από το πάρκο στη Μυροβόλο, Δακοκτόνοι, λοιπόν. [Σημείωση δυο βδομάδες μετά: Όσο ακούω τον καινούριο δίσκο αλλάζω γνώμη, ωστόσο· το έγραψα και σε ένα σχόλιο: είναι εξαιρετικός]

Προσπαθώ σκληρά να μην πέφτω στη λούμπα του προσεχώς σαραντάρη, που βρίσκει κλασικά πως τίποτε πια δεν είναι όπως στην εποχή του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ανέβαινα προς το κέντρο με τον ηλεκτρικό, και όπως έμπαινε το τραίνο στον Άγιο Ελευθέριο είδα τον αδερφό μου να περιμένει στην απέναντι αποβάθρα. Δεν με είδε· και επειδή μου φάνηκε κάπως γελοίο να αρχίσω να χτυπώ το τζάμι και να κάνω νοήματα, τον κοίταζα μόνο μέχρι που το τραίνο μου ξανάφυγε. Με έπιασε μια παράξενη συγκίνηση· μετά σκέφτηκα ότι είχα νιώσει πολύ περίεργα.

Το σφίξιμο στο στομάχι περνάει γρήγορα

Μου φάνηκε εξίσου παράξενο αυτό που είχε συμβεί, με το να είχα δει τον εαυτό μου να περιμένει στην απέναντι αποβάθρα. Για κάποιο λόγο, αν είχα δει τον εαυτό μου ίσως να μου φαινόταν πιο φυσιολογικό. Ναι·

ο θάνατός μου, λέει ο Μπακιρτζής, που τον συνάντησε στον καναπέ μου στη γωνιά του δρόμου: ίσως μπορούσε να ‘ταν ο αδερφός μου / δεν ήταν και πάρα πολύ σοβαρός κύριος.

Μπέρδεμα ε; Ωχ βρε αδερφέ…

Read Full Post »

Ίσως ξέρετε ότι το τελευταίο «Ποπ και Ροκ» κυκλοφορεί με αφιέρωμα στη Λένα Πλάτωνος. Ως γνωστός γκρινιάρης, περίμενα να βρω κάτι για να γκρινιάξω, αντίθετα όμως με μια πρώτη ματιά μου φάνηκε πολύ καλό. Τα κείμενα είναι καλά· το σιντί, με δεκαπέντε κομμάτια, είναι σαν επιλογή μάλλον επιτυχημένο. Εντάξει, λείπει Το σπάσιμο των πάγων και το Μη μου τους κύκλους τάραττε, αυτό όμως οφείλεται σε θέματα κοπιράιτ· από την άλλη, καθένας έχει τις προσωπικές του προτιμήσεις, οπότε δεν έχει νόημα να πω ότι θα ήθελα π.χ. να υπάρχει και το «Πάμε μια βόλτα στο σούπερ-μάρκετ» από το Σαμποτάζ ή το «Μπλε» από τις Μάσκες ηλίου, καταντά γεροντική γκρίνια πια. Η δε συνέντευξη περιέχει για μένα μια προσωπική δικαίωση, καθώς επιβεβαιώνει την αμοιβαία εκτίμηση της Πλάτωνος και του Σαββόπουλου. Νυν απολύοις…

Από την αρχή ήθελα να γράψω κάτι για την Πλάτωνος. Σε ένα παλιότερο ποστ είχα συγκρίνει τον τρόπο που στιχουργεί -κυρίως στους δίσκους της δεκαετίας του ’80, αλλά και μετά, και στις Αναπνοές π.χ.- με εκείνον του Μιχάλη Σιγανίδη· και οι δύο διακρίνονται για τη μεγαλοφυία στη χρήση των λέξεων, με διαφορετικό τρόπο βέβαια. Η αλήθεια είναι ότι το νήμα που διακρίνω ξεκινά ήδη από τους στίχους της Κριεζή στο Σαμποτάζ, στη συνέχεια όμως η Πλάτωνος το εξελίσσει σε ιλιγγιώδη ύψη. Οι λέξεις ακολουθούν η μία την άλλη με παρηχήσεις, ασύνδετες φαινομενικά ρίμες, αλλαγές γραμμάτων, αλλά κυρίως συνειρμικές αλυσίδες, και όμως ποτέ δεν δίνουν την εντύπωση του χωρίς νόημα εξεζητημένου (όπως συχνά π.χ. η Νικολακοπούλου):

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Είναι όμοια και όμως διαφέρουν

Θυμάμαι ακόμα τη θολή τη βροχερήν ημέρα που ανέβαινες την Πλάτωνος μα σου’ λειπεν ο τόνος της παλαιάς εκστατικής κι ηρωικής εξόδου που αυθόρμητα επεχείρησες μεσ’ από το κουρείο του Τάσου -λένε- εραστού τότε της Ασπασίας και τώρα στην Αμερική νομίζω μετανάστου·

σειρήνα όταν άκουσες της Πυροσβεστικής πετάχτηκες μισός γουλί «μισός διαδρομή» με μπέρτα που ανέμιζε σαν το ζουρλομανδύα του Τάσου την πετσέτα.

Εγώ οδηγούσα φορτηγό σαν κάποιος βιοτέχνης που διανέμει το κενό στην πόλης το συνωστισμό κι όταν σε είδα απέσυρα το κάλεσμα του βλέμματος, έτσι παρακολούθησα όπως μικρός, αθέατος: τις περιπτύξεις, τα πουλιά «στου πάρκου την πλατεία» που Αχειροποίητη τραβά την ίδια πελατεία (σκυλιά και Ρωσσοπόντιοι, μια φωτισμένη αλάνα, αυτή είναι τώρα η αγκαλιά που ανοίγει η φτωχομάνα).

Όχι όπως τότε που ‘παιρνες χωνάκι απ’ το Βασδέκη με ένα φράγκο παγωτό κι οι υπηρέτριες πιο κει παίζανε με το Ναυτικό, μα εσύ δεν καταλάβαινες χαμένος μεσ’ τους θησαυρούς της πατριδογνωσίας και πάντα ταυτιζόμενος ωσάν τον Γκουρντουλού -ήρωα του Καλβίνο- με όλα τα επιστητά, θαυμάζοντας κι αφήνοντας να ρέουν σαν τον οίνο που αργότερα εσυνήθισες κατά την εφηβεία και νόμισες πως ξέφευγες από την εποπτεία μίας μητρός ελεγκτικής κι ενός πατρός φυτού μέλη ντουέτου ιστορικού, κωμικοτραγικού (Un soir Μιχαλάκης ήτο μόνος à sept heures et Marie του υπεσχέθη πως θα έρθει à neuf heures. Αι neuf heures είχον παρέλθει και Marie ne pas venue, oûvre la fenêtre Μιχαλάκης et regarde à la rue).

Νύχτες της Πόλυς, λευκός Σεΐχης το Zastava έγινε μετεωρίτης στην Ουρανούπολη, στο Αρσακλί όλοι αγαπήσανε το μερακλή: είναι ο Κούσουλας κι ο Τομανάς και στα πατάρια μας ψάχνει ο Θωμάς μεσ’ την κουζίνα μας είναι ο Ακύλας, ο Ζήσης έφυγε σα Φαντομάς. Μέρες ευφρόσυνες αυτής της βίλλας, των υποσχέσεων της κατρακύλας, στιγμές αιώνιες, ίδια η φωνή στου τηλεφώνου τη συσκευή.

……………………………..       …………………………….

Αυτοί είναι οι στίχοι από ένα κομμάτι του Μιχάλη Σιγανίδη από τις «Μικρές Αγγελίες» (1999). Το έκοψα σε παραγράφους για να φαίνεται κάπως καλύτερα η τραγουδιστική δομή του, αλλά είπα να μην το διαλύσω παραπέρα. Δεν ξέρω για σας, εγώ όμως πολύ θα ήθελα να μπορούσα να υπογράψω ένα τέτοιο κείμενο. Προσπαθώ να θυμηθώ πότε πρωτάκουσα το Σιγανίδη, εννοώ εκτός Χειμερινών Κολυμβητών· νομίζω ήταν μια φορά στο Πεδίο του Άρεως πριν από δέκα χρόνια και βάλε, μαζί με τον Φλώρο Φλωρίδη, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Θυμάμαι πάντως πολύ καλά την τελευταία, το περασμένο Πάσχα στην Αθήνα: μαζί με εκείνη της Πλάτωνος, ανάμεσα στις καλύτερες που έχω πάει πρόσφατα. Κράτησε από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις ή τεσσεράμισυ το πρωί και περιείχε κάτι λιγότερο από τα άπαντά του. Ήθελα να πάω να του μιλήσω, τελικά ντράπηκα όπως συνήθως, και έτσι τώρα στέλνω ένα μήνυμα θαυμασμού και εκτίμησης που μάλλον δεν θα διαβάσει ποτέ. Οι δίσκοι του Σιγανίδη με κάνουν να θέλω να ήμουν κι εγώ ένας από τους μουσικούς ή έστω αυτούς που εν αγνοία τους ή όχι συνεισφέρουν με φράσεις που συνεχώς ακούμε αλλά ποτέ δεν προσέχουμε. Και επειδή δεν είμαι μουσικός, δεν μπορώ να πω πολλά για τη μουσική, πέρα από το ότι μοιάζει δύσκολη ή τυχαία αλλά είναι λεπτομερέστατα δομημένη με πολλή προσοχή (μου φαίνεται), ούτως ώστε ακόμα και ένα κολάζ ήχων, φράσεων και θορύβων να καταλήγει μουσική. Όσο για τους στίχους, ή το υλικό λόγου να το πω έτσι (γιατί δεν μιλάμε πάντα για στίχους), αυτό που παρέθεσα παραπάνω δείχνει ίσως με τι οξυδέρκεια ο Σιγανίδης χειρίζεται τις λέξεις, τις απλές λέξεις που κολλάνε μεταξύ τους τυχαία φαινομενικά, βάσει παρήχησης ή ομοιότητας ή απλής ρίμας, αλλά όταν βλέπουμε το αποτέλεσμα καταλαβαίνουμε ότι κάθε άλλο παρά του λείπει η συνοχή. Ο μόνος στιχουργός με τον οποίο μπορώ αυτή τη στιγμή να συγκρίνω το Σιγανίδη, από αυτή την άποψη, είναι η Λένα Πλάτωνος, και ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (Μάσκες Ηλίου ή Λεπιδόπτερα, ας πούμε).

Και βέβαια ξαναδιαβάζω όσα έγραψα και μου μοιάζουν ήδη νεκρά· κανονικά θα έπρεπε να τα διαγράψω και να κρατήσω μόνο τους στίχους. Σκέφτομαι όμως ότι κάτι δικό μου τέλος πάντων πρέπει να υπάρχει στο ιστολόγιο, αλλιώς θα ήταν ανθολόγιο. Μπορείτε λοιπόν απλά να τα αγνοήσετε, και να μείνετε στους στίχους, ή ακόμα καλύτερα να ακούσετε τους δίσκους. Και όπως λέει πάλι ο Σιγανίδης,

αν δεν υπήρχε ο θεριστής θα ‘μουνα παραθεριστής

ή

θέλω να είμαι κωλόπαιδο / όσο και να μ’ αγαπάς (σε ρυθμό κλασικού δωδεκάμετρου).

Read Full Post »