Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Τουρκία’

Όχι το τραγούδι του Μαχαιρίτσα — αλλά ένα ωραίο αίνιγμα για όποιον έχει χρόνο για σκότωμα και γνώσεις μεσαιωνικής γαλλικής.

Διαβάζω την Παναγία των Παρισίων του Ουγκό (δεν το είχα διαβάσει! είχα δει μόνο την ταινία του Ντίσνεϊ) και πέφτω πάνω στην εξής περικοπή (10, Ι):

Gringoire lui dit: «Mon maître, je vous répondrai: Il padelt, ce qui veut dire en turc: Dieu est notre espérance. (Ο Γκρενγκουάρ του είπε: «Κύριέ μου, θα σας απαντήσω: Il padelt, που στα τούρκικα σημαίνει: ελπίζω στον Θεό).

Φυσικά δεν υπάρχει τέτοια τούρκικη φράση. Ωστόσο, ο Ουγκό δεν το είχε βγάλει από την κοιλιά του· αν και ούτε η γαλλική έκδοση που έχω, ούτε καμία από τις μεταφράσεις που ξέρω έχει κάποια σημείωση, στην εποχή του διαδικτύου έχει γίνει η θάλασσα γιαούρτι και, όταν μας ρωτάνε, μπορούμε να πούμε κάτι καλύτερο από την απάντηση του Γκρενγκουάρ. Η φρασούλα λοιπόν, ανακαλύπτουμε, είναι μια μυστηριώδης λέξη γραμμένη (κάποτε) στο Chateau de Marcoussis, δηλαδή σε αυτό. Και νάτη:

Ούτε όμως η «τούρκικη» ερμηνεία είναι επινόηση του Ουγκό. Αντίθετα, ήταν ήδη γνωστή το 18ο αιώνα (αντιγράφω από αυτό το βιβλίο του 1757, σελ. 275-276):

Το έμβλημα του ιδρυτή [μαρκησίου Μονταιγκύ] που είναι ILPADELT είναι ζωγραφισμένο παντού και συχνά χωρισμένο σε δύο λέξεις, IL PADELT. Ο Du Breul αναφέρει ότι ένας Τούρκος στην ακολουθία του Φραγκίσκου Α΄ επισκέφτηκε το Μαρκουσί και αποφάνθηκε ότι πρόκειται για συριακά, και πως σημαίνει «ελπίζω στο Θεό». Μάλιστα στη βιβλιοθήκη υπάρχει ένα χειρόγραφο, στο οποίο διαβάζουμε, στο φύλλο 194, Il Padelt est nomen compositum graeco scilicet et hebraïco, et signifient Spes mea Deus, ut a quodam Turco in lingua hebrea, graeca et latinca docto cognovimus, qui baptizatus fuit et in servition Regis Francisci receptus anno 1523. Ως επιβεβαίωση, λένε ότι αυτές οι τρεις λέξεις, Spes mea Deus, υπάρχουν ακόμα σε κάποια μέρη του πύργου. Άλλοι πιστεύουν ότι η λέξη είναι αρκτικόλεξο. Μιλά δηλαδή ο Μονταιγκύ και λέει: Je l‘ai promis à Dieu, et le tiens («το υποσχέθηκα στο Θεό, και κρατάω [την υπόσχεσή μου]»)… Κάποιος από τη Βρετάνη έγραψε στο Mercure de France (Ιανουάριος 1743, σελ. 78) μια επιστολή, όπου αμφισβητεί αυτή την εξήγηση. Ισχυρίζεται ότι η φράση σημαίνει «θα διαρκέσει», καθώς padet είναι στα βρετόνικα ο μέλλοντας του «διαρκώ».

Η υπόθεση του αρκτικόλεξου υποτίθεται ότι παραπέμπει σε ένα είδος τάματος του μαρκησίου Μονταιγκύ να χτίσει ένα μοναστήρι στο Μαρκουσί αν ο άρρωστος βασιλιάς γινόταν καλά. Κάπως παρόμοια, η ίδια ιστορία παρατίθεται εδώ όπου διαβάζουμε επίσης ότι ο Perron de Langres, συγγραφέας κάποιου βιβλίου τοπικής ιστορίας του 18ου αιώνα, πάλι, ονόματι Anastase de Marcoussis, αμφισβητεί την τούρκικη ερμηνεία (προς όφελος του αρκτικόλεξου, γραμμένου πιο αρχαιοπρεπώς: Je l’ay promis à Dieu et le tiendray) ως εξής:

Η υπερβολή αυτής της πλαστογραφίας φτάνει να θέλει να πείσει την πιο λόγια και ευγενή αυλή εκείνης της εποχής ότι μια λέξη επινοημένη μόνο και μόνο για να χρησιμέψει ως έμβλημα δεν ανήκει σε καμία γλώσσα γνωστή στην Ευρώπη. Δημιουργός αυτού του μύθου είναι ένας φτωχός και αδαής καλόγερος, που θέλει να μας δείξει έναν Τούρκο να μιλά ως άνθρωπος επιτήδειος, αντίθετα με το πνεύμα αυτού του βάρβαρου έθνους που συνήθως νιώθει πιο άνετα με τις ασκήσεις του σώματος παρά μ’ εκείνες του πνεύματος, καθώς σχεδόν κανένας ανάμεσα σε αυτούς τους απίστους δεν φτάνει ούτε στην επιφάνεια των επιστημών που ξέρουμε εμείς. Δεν ξέρω τι να θαυμάσω περισσότερο, την ξεδιαντροπιά εκείνου που σκάρωσε αυτό το παραμύθι, ή την αφέλεια του αδελφού Jacques du Breüil που το τύπωσε στο τέταρτο βιβλίο του των Antiquitez de Paris, σελ. 1290.

Δεν ξέρω τι δουλειά είχε κάποιος καλόγερος να εξυψώσει ένα βάρβαρο σε άνθρωπο επιτήδειο, αλλά η υπόθεση της βρετονικής καταγωγής φαίνεται τελικά να είναι η πιο πιθανή. Στα βρετονικά, πράγματι, βρίσκουμε σε διάφορα λεξικά ότι padus σημαίνει διαρκής, ανθεκτικός, επίμονος και padusted η επιμονή, η αντοχή, η διάρκεια (εδώ)· ότι padel σημαίνει ανθεκτικός και επίμονος (εδώ ή εδώ). Ρώτησα και τον κελτολόγο υπηρεσίας, που μου απάντησε:

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Να τι διαβάζουμε σε μια αναφορά του υπουργού του Δικαίου Ιωάννη Θεοτόκη προς το Εκτελεστικό σώμα, γραμμένη στο Ναύπλιο στις 2 Οκτωμβρίου 1824:

Κάποιος Μεχμέτ δερβίς εφέντης, καταγόμενος εκ μιας των εν Τριπολιτζά οικογενειών, ανήρ έμπειρος εις την οθωμανικήν γλώσσαν, και επομένως από τους κατά πολλά χρησίμους και αναγκαίους εις το υπουργείον τούτο, δια τα καθημέραν παρεμπίπτοντα έγγραφα, τεμεσούκια και χοτζέτια. Ευχαριστείται να προσκοληθή εις το υπουργείον με εκατόν γρόσια μηνιαίον προς εξοικονόμησιν της οικογενείας του.

Περιττόν το υπουργείον να τον συστήση ήδη προς την Διοίκησιν, ως άνθρωπον καίτοι τούρκον όντα, φιλέλληνα όμως και φιλόκαλον, ως πολλάκις το απέδειξεν ο ίδιος πραγματικώς.

Εμφανίζεται και σ’ άλλα έγγραφα αυτός ο φιλέλληνας και φιλόκαλος Τούρκος. Τα ελληνικά του, βέβαια, δεν ήταν τόσο καλά όσο (υποθέτουμε) τα οθωμανικά του. Γράφει τον Απρίλιο του 1825:

Προς το σηβαστόν εκτελεστικόν σώμα

αφού αποφάσισα να αποθάνο εις τηγήν εις στην οπίαν εγενίθιν να δουλέψο τιν ελινικιν διοίκησιν εις ότι δήνομεν με σταθερότιτα και επιμέλιαν κατίντισα να ηστεριθό όλα τα μέσα τα οποία δήναντε να μου φιλάξουν ειςτινιγίαν και τιν επιμέλιαν του να εκπλιρό το χρέος, εις στο οπίον ήμε διορισμένος το να εξιγίσο τα μέσα, οπου μου λίπουν είνε περιτόν διότι η σεβαστί διοίκησις τα γνορίζι βλέπει ότι ήμε γυμνός ηξεύρι ότι ηστερούμε τον καθιμερινόν έξοδόν μου…

δούλος σας δερβής μεχμέτ εφένδης

Τα ελληνικά του δερβίση είχαν πάντως βελτιωθεί μέχρι τον Φλεβάρη του ’28, οπότε γράφει προς τον Καποδίστρια ότι η μετά των Ελλήνων σχέσις μου μεταξύ του τοσαετούς διαστήματος της διαγωγής μου εστάθη ανεπίληπτος ως προς τας οθωμανικάς προλήψεις… η πείρα με απέδειξε πρόθυμον εις το να συμπάσχω, και να συνδυστυχώ μετά των ελευθέρων Ελλήνων, προτιμήσας την ελευθέραν ζωήν μάλλον, ή την μετ’ ευκλείας υπόζυγον μετά των ομοφύλων μου διαγωγήν… τούτο μετηρχόμην ουχί ως προδίδων το ομογενές μου, αλλ’ ως ζηλωτής υπέρμαχος της ελευθερίας εξ υπαρχής.

Παράξενη περίπτωση· δεν είναι ο μόνος, ωστόσο: τα αρχεία της Επανάστασης έχουν και διάφορους άλλους αυτόμολους. Ένας Χουσεΐν Βελή από την Πέργαμο, βεβαρυμένος από την ακαταστασίαν του στρατιωτικού μας ήλθε αυτόμολος στην επαναστατημένη επικράτεια αλλά τον λήστεψε ο φύλακας στο πέραμα της Σαλαμίνας, και ζητά άδεια να πάει στη Σύρα να δουλέψει βυρσοδέψης ή στην καπνοσυρειγγοποιΐαν. Μαζί του και άλλοι έχουν αυτομολήσει κατά την πολιορκία της Αθήνας: άντε βρες άκρη για τους πραγματικούς λόγους, που μάλλον δεν θα ήταν τα ιδεώδη του Ντερβίς Εφέντη. Όμως τι να πεις για τον Εμίν Ισμαήλ ογλού, ο οποίος δηλώνει ότι όντας μουσουλμάνος θεσσαλονικεύς μη υποφέρων την τυραννίαν, αποφάσισα να ζητήσω μίαν ευνομουμένην διοίκησιν, οποίαν χαίρει η Ελλάς Σήμερον [1828] διό και καβαλικεύσας το μικρόν μου πλοιάριον ψαράδικον εμίσευσα από την θεσσαλονίκην δια τα παράλια του ολύμπου; Ένας άλλος πάντως, ο Σεΐζης, οθωμανός τη θρησκεία και έλλην τη πατρίδι και τω φρονήματι επικαλείται και του αειμνήστου αρχηγού καραϊσκάκη το στρατόπεδον για τις εκδουλεύσεις του. Ο δε Βρεμπής Καλαβρυτινός (Βεχμπής, υποψιάζομαι) δεν θέλησε να αφήσει την γεναιθλίαν γην μας αλλά έτρεξε εις τα στρατόπεδα, εναντίον των ομοθρήσκων [τ]ου (κηδόμενος μάλλον του εθνισμού παρά της διαφοράς της θρησκείας) παρακολουθήσας τον αείμνηστον στρατηγόν αθανάσιον μπότζαρην ντούσιαν. Λέει αργότερα ο ίδιος: το πώς είμεθα τούρκη ναι μεν αμή πρέπει να είσται βέβαιοι δεν εφρονούσαμεν τουρκικά αλλά εφρονούσαμεν και φρονούμεν τόσον ελληνηκά όστε από καθε έλληνα καλήτερα και μαχόμεθα εναντίαν της θρησκείας μας. Οι πιο πολλοί, πράγματι, είναι ντόπιοι που επιλέγουν τον τόπο και όχι την θρησκεία: όπως ένας Οσμάν Τζερετόπουλος, του οποίου ο γιος φυλάττων την προπατορικήν του θρησκείαν, ηγωνίσθη μετά των Ελλήνων, καθ’ όλον το διάστημα της ελλ. επαναστάσεως διατελών εισέτι εις την φρουράν της επιτροπείας (γράφει ο έκτακτος επίτροπος Ανατολικής Ελλάδας Κ. Μεταξάς, το 1831).

Και αν νομίζουμε ότι πρόκειται μόνο για μεμονωμένες περιπτώσεις αυτομόλων, να και ένα κατάστιχο με την οθωμανική εκατονταρχία του Μουστάφα διατελούσα παρά χιλιάρχω νικολάω Κριεζώτη, εν έτει 1828 πάλι. Βλέπει κανείς στον κατάλογο ανάκατα τον Μουστάφα Γκέκα (45 ετών, εκατόνταρχο), τον Γεώργη Μυτιληναίο, τον Βεΐζη Αράπη (Αλβανό, 27 ετών), τον Σουλεϋμάν Γκέκα και τον αλβανό τζαφάρη, τον Μεχμέτη από το Αϊβαλί και τον Μήτρο Καλόγερο (από τον Εύρυπο), τον Παναγιώτη απ’ τη Θήβα και τον Μεχμέτη από την Τριπολιτζά. Είναι παράξενο ότι δεν μοιάζει να ξέρουμε τίποτα άλλο για αυτή την «Οθωμανική εκατονταρχία» πέρα από το συγκεκριμένο έγγραφο! Παρομοίως, την ίδια χρονιά, οι υποφαινόμενοι οθωμανοί Αχμέτης Λοφτζαλής, Αχμέτης Βιδηνλής και Ισμαήλ Ανδριανοπολίτης αναφέρουν ότι αφ’ ου καιρού εσύστησεν ο Κ. Αθανάσης Παπάζογλους το πρώτον ιππικόν εμβήκαμεν υπό την οδηγίαν του.

Πολλά μπορεί να σχολιάσει κανείς, από τη σύγχυση εθνικού-θρησκευτικού στην ορολογία μέχρι τα κίνητρα και το ποιον των αυτόμολων, και από το τι θεωρούσαν οι επαναστάτες ιθαγένεια μέχρι το πόση σημασία είχε και η πολιτειακή μεταβολή με την Επανάσταση· δείτε και τη βιβλιογραφία από κάτω. Αντίθετα με εμένα όμως, ο Δύτης δεν καμώνεται τον ιστορικό. Ασφαλώς πολλά από όσα διαβάζουμε είναι τυπικές φόρμουλες, κάποια όμως μοιάζουν ειλικρινής έκφραση πίστης. Και γιατί όχι; Ο οθωμανός ιστορικός της εποχής, ο Σανιζαντέ —τον θυμάστε;– γράφει πως λίγο πριν τον Μάρτη του ’21 κάποιος καθολικός Αρμένιος είχε πει σε ένα μουσουλμάνο φίλο του ότι η επερχόμενη χριστιανική επανάσταση θα γίνει «για να είμαστε κι εσείς κι εμείς ελεύθεροι και ίσοι· και θάναι καλύτερα για όλους».

Ναι, ξέρουμε ότι τελικά δεν ήταν πάντα καλύτερα για όλους. Αλλά, δεν θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρόθεση;

Βασική πηγή: Spyros D. Loucatos, «Les arabes et les turcs philhellènes pendant l’insurrection pour l’indépendance de la Grèce«, Balkan Studies 1980, σελ. 233-273. Υπάρχει και προγενέστερη ελληνική βερσιόν: Σπυρ. Λουκάτος, «Τουρκο-αλβανικού φιλελληνισμού εράνισμα κατά την ελληνικήν Εθνεγερσίαν», Αθηνά, τ. ΟΓ΄-ΟΔ΄ (1972-1973), σ. 43-63. Και ένα-δυο άλλα κείμενα, όπως του Παναγιώτη Στάθη για τους Mουσουλμάνους στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, (και άλλο ένα εδώ), του Κώστα Καψάλη για τρεις οθωμανούς αγωνιστές από το Λιδωρίκι, και μερικά ακόμα, που όλα σχεδόν βασίζονται στο άρθρο του Λουκάτου. Για τον Σανιζαντέ: Z. Yılmazer επιμ., Şâni-zâde Mehmed ‘Atâ’ullah Efendi: Şânî-zâde târîhi [Osmanlı tarihi (1223-1237 / 1808-1821)], Κων/πολη 2008, σελ. 1065.

Read Full Post »

Ξεφυλλίζω τώρα ένα φοβερό βιβλιαράκι (συνοδεύεται από ένα σιντί με σπάνιες, συλλεκτικές παλιές ηχογραφήσεις), το Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι. Η ιστορία και η εξέλιξη του μπουζουκιού και οι πρώτες του ηχογραφήσεις 1926-1932 του Σταύρου Κουρούση. Το βιβλίο είναι εξαιρετικό, γραμμένο με μεράκι και πολύ ψάξιμο, και αξίζει να το διαβάσετε ακόμα και αν δεν έχετε ιδέα από έγχορδα και κουρδίσματα (ούτε εγώ έχω), όσο για το σιντί είναι ένα συλλεκτικό επίτευγμα.

Εδώ όμως θέλω να σταθώ σε κάτι που μόνο σε μια μικρή σημείωση του βιβλίου αναφέρεται (σελ. 67 σημ. 60), οπότε ας μη θεωρηθεί ότι τρέχω να γκρινιάξω! Πρόκειται για τη θεωρία ότι το ρεμπέτικο προήλθε από το αρχαίο ρ. ρέμβω και το μεσαιωνικό ρεμβός. Πριν από σχεδόν ένα χρόνο είχα κάπου την ίδια κουβέντα, οπότε μου φαίνεται καλή ιδέα να τη συνοψίσω εδώ (στην πραγματικότητα ξαναλέγοντας κάτι που έχει ξαναειπωθεί, με λίγες προσθήκες).

Η θεωρία για το ρέμβω εμφανίζεται χάρη σε μια αναφορά στον Δουκάγγιο ή για την ακρίβεια τον Charles du Fresne, sieur du Cange ή Ducange (1610-1688), συγγραφέα ενός περίφημου λεξικού των ελληνικών του Μεσαίωνα που θεωρείται απαρχή της λεξικογραφίας των νεότερων ελληνικών.

Σαρλ Ντυ Φρεν, κύριος Ντυ Κανζ

Σαρλ Ντυ Φρεν, κύριος Ντυ Κανζ

Εδώ λοιπόν, (Charles Du Cange, Glossarium ad Scriptores Mediae et Infimae Graecitatis, I-II, Λυών 1688, τόμος ΙΙ, σελ. 1289), διαβάζουμε:

ΡΕΜΠΈΤ, Rebet, Potus species. Vox Arabica. Assisae MSS. Regni Hierosol. cap. 297. το δίκεον του ρεμπέτ, &c. και απέ το κράσι το φέρνουν απέ το λεκίαν, &c.

Η λέξη δηλαδή καταγράφεται ως αραβική (vox Arabica) και σημαίνει potus species, δηλαδή είδος ποτού -τα παραδείγματα είναι από μεσαιωνικές ασίζες, νομικά κείμενα του σταυροφορικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Η επόμενη εγγραφή έχει περισσότερο ενδιαφέρον:

ΡΕΜΠΙΤΌΣ, Erro. Glossae Graecobarb. αλαός, ρεμπιτός, πλανημένος, τυφλός, μάταιος· pro Ρεμβός. Glossae Basilic. Ρεμβός, ο μικρός φυγάς, και εκ του εναντίου ο φυγάς μέγας, ρεμβός έστι· κυρίως ότι Ρεμβός εστιν ο συνεχώς αναιτίως πλανώμενος, και τους καιρούς εις ανόνητα δαπανών, και βραδέως εις τον οίκον αναστρέφων.

Α ναι, στην προηγούμενη σελίδα έχει και το ΡΕΜΒΌΣ (Vide Glossas Basilic.), του οποίου λέει «ελληνοβάρβαρη» παραφθορά είναι το ρεμπιτός. Το Glossae Graecobarb., στο οποίο παραπέμπει ο Ντυκάνζ, είναι το Glossarium graeco-barbarum. In quo vocabula quinque millia quadrigenta, officia atque dignitates imperii Constantino, tam in palatio, quam Ecclesia aut militia, explicantur & illustrantur (Λέιντεν 1614) του Johannes van Meurs ή Ioannes Meursius (1579-1639). Εκεί διαβάζουμε (σελ. 470):Ιωάννης Μέρσιος

Ρεμπιτός: Erro. Glossae Graecobarbarae. αλαός· ρεμπιτός· πλανημένος· τυφλός· μάταιος.

Προσέξτε, εδώ, ότι ο τίτλος του έργου του Μέρσιου δηλώνει ότι θα μιλήσει για τη γλώσσα «στην οποία μιλούσαν και έγραφαν εκκλησιαστικοί και στρατιωτικοί στην αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου» –αποδελτιώνει δηλαδή όχι καμιά σύγχρονή του γλώσσα, αλλά τις βυζαντινές πηγές: αυτά τα ελληνικά ονομάζει «ελληνοβάρβαρα», σε αντιδιαστολή, φαντάζομαι, με την αττική διάλεκτο (φανταστείτε ότι αλαός, τυφλός δηλαδή, είναι λέξη ομηρική που εμφανίζεται δυο-τρεις φορές στην κλασική γραμματεία· μετά, πάπαλα).

Το  Glossae Basilic. πάλι (όπου παραπέμπει ο Ντυκάνζ για το ρεμβός) είναι σχόλια στα Βασιλικά του Λέοντος του Σοφού, σε ένα έργο δηλαδή του 9ου αιώνα τα σχόλια του οποίου φτάνουν μέχρι τον 13ο. Με άλλα λόγια: ο Μέρσιος αποδελτιώνει μια λέξη (ρεμπιτός) σε κάποιο βυζαντινό κείμενο, και ο Ντυκάνζ ή αν προτιμάτε όχι ελληνοβαρβαριστί Δουκάγγιος αντιγράφει τον Μέρσιο και προσθέτει ότι η λέξη είναι παραφθορά του αρχαιότερου ρεμβός, για το οποίο παραπέμπει σε μεσοβυζαντινά σχόλια.

Πόσο παλιά θα πάνε αυτοί οι ρεμπέτες; Ή, αντίστροφα: τι μας λέει ότι πραγματικά αυτή η περίεργη λέξη, ρεμπιτός, ήταν σε χρήση τον 19ο αιώνα οπότε και θα εμφανίστηκαν (φαντάζομαι δεν υπάρχει αντίρρηση σ’ αυτό) οι πρώτοι ρεμπέτες, όπως και να τους λέγανε; Εδώ σκοντάφτουμε σε ένα εμπόδιο για την ώρα αξεπέραστο: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μερικά τραγούδια είναι κρίμα να ξεχνιούνται:

Δεν ξέρω τι είχε στο νου του ο -μάλλον αντιπαθής- Λευτέρης Παπαδόπουλος όταν έγραφε αυτούς τους στίχους, και η αλήθεια είναι πως ούτε θέλω να μάθω. Μερικές φορές σου αρκεί αυτή η ατμόσφαιρα, που θυμίζει όνειρο. Είναι κάτι τόσο αόριστο, που δεν μπορείς με τίποτα να εξηγήσεις· δεν είναι γεγονότα, δεν είναι ιστορία, δεν είναι παρά ένα αίσθημα απειλής ή συναρπαστικής (για ποιο λόγο;) σκοτεινιάς, κάτι που φέρνει στο μυαλό (συνοδεία Μερσέντες Σόσα) πάρκα του Μπουένος Άιρες -για κάποιο λόγο- και που μου βγαίνει με κάποια συγκεκριμένα ερεθίσματα. Με αυτό το τραγούδι του Λοΐζου, φερειπείν, με το πρώτο μέρος από το Περί ηρώων και τάφων του Σάμπατο, με μια ασπρόμαυρη γαλλική ταινία που είχα δει στην τηλεόραση και δεν μπόρεσα να ξαναθυμηθώ τον τίτλο της (ήταν άραγε το Πεθαίνοντας στα τριάντα; ), ή -πάλι άγνωστο γιατί- με μια φράση που είχα δει γραμμένη στον τοίχο ενός μπαρ στην Κωνσταντινούπολη, πάνε τώρα δεκάξι ή δεκαεφτά χρόνια: Ama generalim, yaşamım tepeden tırnağa bir aşktı; siz bunu anlayamadınız işte –«όμως στρατηγέ μου, εμένα η ζωή μου ήταν απ’ την κορφή ως τα νύχια ένας έρωτας, να τι δεν μπορέσατε να καταλάβετε».

Read Full Post »

Τριακόσια πενήντα χρόνια πριν φτάσει ο Δύτης στο Μπιτλίς, στην καρδιά του βόρειου Κουρδιστάν, την πόλη επισκεπτόταν ο Εβλιγιά Τσελεμπή, ο περιηγητής που γύρισε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την περιέγραψε σε δέκα ογκώδεις και απολαυστικούς τόμους. Το Μπιτλίς τότε, ήταν κάπως έτσι:

Τώρα είναι έτσι, και κατά τη γνώμη μου (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φανταστείτε έναν τριγωνικό, βραχώδη λόφο, από τη μια μεριά κοιλάδα με ποταμάκι, από την άλλη φαράγγι με τον κυρίως ποταμό, από την τρίτη ισχυρό τείχος. Τώρα, μόνο λίγοι τουρίστες, μυρμήγκια, σαύρες -και αγελάδες. Κάποτε, μια πόλη. Το Άνι, βυζαντινό Ανίον, και στα αρμενικά, βλέπω, Անի, και ο διάολος να με πάρει αν μπορώ να το διαβάσω. 

Πρωτεύουσα της αρμενικής δυναστείας Μπαγκρατουνί (που μου θυμίζει τον Μπαγκρατιόν του Πόλεμος και Ειρήνη) από το 961· έδρα της αρμενικής εκκλησίας από το 992· μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της ευρύτερης περιοχής τον 10ο και 11ο αιώνα: «η σαραντάπυλη πόλη», την έλεγαν, και «πόλη με τις χίλιες και μία εκκλησίες». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λοιπόν, κυρίες, κύριοι και αγαπητά μου παιδιά, το ταξίδι του Δύτη έλαβε τέλος! Πέρσυ τέτοιο καιρό (περίπου) δεν περίμενα ότι θάβλεπα κάτι εντυπωσιακότερο από τις κιργιζικές στέπες, να όμως που είδα. Η βορειοανατολική Τουρκία είναι ίσως ένα από τα πιο παραμυθένια ταξίδια που μπορεί να κάνει κανείς, αν έχει μια λόξα με τα ανατολίτικα τουλάχιστον. Εν ολίγοις, με δυο νοικιασμένα αυτοκίνητα κάναμε σε πέντε μέρες τον κύκλο Βαν-Ντογουμπαγιαζίτ-Καρς-Ερζερούμ-Μπιτλίς και πάλι Βαν… Τις άλλες πέντε, που είχαμε δουλειά στο Βαν, πήγαμε μόνο (μόνο…) στο κάστρο και την ερειπωμένη παλιά πόλη, στο περίφημο νησί Ακνταμάρ με την ολόγλυφη αρμένικη εκκλησία, και στο σελτζουκικό Αχλάτ, το ορμητήριο του Αλπ Αρσλάν, με το τεράστιο νεκροταφείο του στο οποίο ενδέχεται να θάφτηκαν και νεκροί του γειτονικού Μαντζικέρτ.

Για να μην πολυλογώ και επειδή μια εικόνα αξίζει κλπ κλπ, ορίστε κάποιες φωτογραφίες εδώ. Με πολύ κόπο διάλεξα μόνο διακόσιες από κάπου χίλιες τόσες φωτό, ελπίζω όμως ότι διάλεξα τις καλύτερες. Κοιτάξτε τις παράλληλα με τις επεξηγήσεις που ακολουθούν παρακάτω.

Σκοπεύω (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »