Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ταξιδεύοντας’

Όπως μάθαμε πρόσφατα, η Βαρκελώνη «είναι γνωστή για την εκεί δράση ανάλογων τρομοκρατικών οργανώσεων” και ως εκ τούτου μια επίσκεψη εκεί αποτελεί  πειστήριο τρομοκρατικής δράσης:

Επειδή ο Δύτης είναι γνωστός για τη φιλαλήθειά του, οφείλει να ενημερώσει το σεβαστό δικαστήριο ότι πλέον οι προτεραιότητες της διεθνούς τρομοκρατίας έχουν αλλάξει. Αυτή η φωτογραφία είναι από την Κε Μπρανλί των Παρισίων και τραβήχτηκε τον περασμένο Μάιο:

Αν δεν πιστεύετε, να και ο πύργος του Άιφελ (και δεύτερη επιγραφή!):

Παρακαλώ να ενημερωθεί το δικαστήριο. Εγώ πάντως, κύριε Πρόεδρε, βρέθηκα εκεί δικαιολογημένα αν και όχι εντελώς για αναψυχή. Πρέπει να παραδεχτώ ωστόσο ότι ίσως ακούμπησα τα κάγκελα της γέφυρας και ως εκ τούτου μπορεί και να έχει από το DNA μου.

Μα πώς έμπλεξα έτσι!

Read Full Post »

Πιστέψτε το ή όχι, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο Δύτης κλείνει σήμερα εφτά χρόνια ζωής. Κάπως να το γιορτάσουμε, είπα, μη γράψεις πάλι τα ίδια, πάλι ότι είμαστε στο ρελαντί αλλά εδώ, ευχές και τα λοιπά, έξι φορές μέχρι τώρα βαρέθηκε ο κόσμος. Και μετά σκέφτηκα ότι στο ξεκίνημά του ο Δύτης είχε βάλει σκοπό να κοινοποιήσει τα μικρά περίεργα των αγαπημένων του Οθωμανών: να όμως που ο έβδομος χρόνος πέρασε χωρίς ούτε ένα από αυτά τα minima orientalia. Ε, ιδού λοιπόν κάτι που βρήκα πρόσφατα:

Η ιστορία αρχίζει σα μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν, διότι ο Γκότφριντ Χάγκεν, ερευνητής που εξέταζε το αυτόγραφο κείμενο του Τζιχαν-νουμά, «καθρέφτη του κόσμου» ή αλλιώς της παγκόσμιας γεωγραφίας του σπουδαίου Κιατίπ Τσελεμπή, βρήκε ανάμεσα στα φύλλα του χειρογράφου ένα χαρτί. Εντάξει, δεν είχε τον κώδικα του Άρνε Σάκνουσεμ, είχε όμως κάτι άλλο: από τη μια μεριά, ένα πρόχειρο σκίτσο της λίμνης Αχρίδας, με την ομώνυμη πόλη, το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα και τις άλλες γύρω πόλεις. Το χάρτη συνόδευε ένα δίστιχο κάποιου ποιητή της Αχρίδας, του Αμπντουλαζίζ Τσελεμπή:

Τα δώρα της Αχρίδας είναι τρία, όπως έχουν πει άνθρωποι με γούστο

Η λίμνη, ένα, τα ψάρια, δύο, και τρία τα διάφορά της φρούτα.

800px-oxrida

Αυτά στο πίσω μέρος. Το χαρτί είχε χρησιμοποιηθεί σαν πρόχειρο, διότι από την άλλη πλευρά (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτός ο νεαρός στη φωτογραφία είναι ο Μαξ Καίμπερ.

 

Νεαρός μεταλλειολόγος, όπως στα βιβλία του Βερν, πήρε σα δώρο αποφοίτησης από την οικογένειά του (για το 1909 μιλάμε) ένα ταξίδι στην Αμερική. Ως μεταλλειολόγος θέλησε να δει τις περίφημες σπηλιές Μαμούθ, στο Κεντάκι (ω! Τομ Σώγερ! ω! Ίντζαν Τζο πεθαμένε από πείνα πίσω από το κλειστό άνοιγμα!). Ξεκίνησε για δυο βδομάδες, κι έμεινε για αρκετούς μήνες: με τη βοήθεια του Εντ Μπίσοπ, απόγονου αφρικάνων σκλάβων, εξερεύνησε τα ατέλειωτα σπήλαια (που τα λυμαίνονταν διάφορες οικογένειες, σε συνεχή πόλεμο μεταξύ τους: παραπλανητικές επιγραφές για τους τουρίστες, ψεύτικες πληροφορίες, ιστορίες Κυκλάδων σα να λέμε) και έφτιαξε ένα λεπτομερή χάρτη, της επιφάνειας συμπεριλαμβανομένης. Γύρισε στο Βερολίνο — το χάρτη τον εξαφάνισε η οικογένεια Κρόγκαν (αν το προφέρω σωστά). Παρεμπιπτόντως, δικός τους σκλάβος και κατόπιν απελεύθερος ήταν ο πραγματικός εξερευνητής των σπηλαίων, ο Στήβεν Μπίσοπ, υποθέτω πατέρας του οδηγού του Καίμπερ.

 

Κανείς δεν έμαθε τίποτα παραπάνω για τον Καίμπερ, όπως φαίνεται (ή σχεδόν). Δεν ταξίδεψε στο κέντρο της γης, μάλλον δεν πρόλαβε καν να δουλέψει σε μεταλλεία. Σε ένα όρυγμα ίσαμε δύο μέτρα, ένα χαντάκι λίγο πάνω απ’ το μπόι του–

 

στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου, στη μάχη του Σομ, σε μέρος πολύ ρηχό δέχτηκε τη μοιραία σφαίρα.

 

Read Full Post »

Να τι βρίσκει κανείς σχεδόν κατά τύχη: μικρούς άγνωστους κόσμους, μα τόσο απτούς που λες και μπορείς να τους φανταστείς. Εγώ που αγαπώ τις μικρογραφίες και που υπήρξα φιλοτελιστής πρόσφατα ανακάλυψα έναν Άγγλο (σχεδόν αναπόφευκτο αυτό, εννοώ ο εν λόγω να είναι Άγγλος), ο οποίος σχεδίαζε γραμματόσημα φανταστικών χωρών, σε μέγεθος γραμματοσήμου, με οδοντώσεις, σφραγίδες και όλα. Φανταστείτε: σχεδόν τέσσερις χιλιάδες γραμματόσημα από σαρανταδύο ανύπαρκτες χώρες, με χρονολογίες από το 1852 μέχρι το 1973 –και ποιος ξέρει πού θα έφτανε αν δεν πέθαινε μόλις τριανταδύο χρονών σε μια πυρκαγιά. Ντόναλντ Έβανς τον λέγανε, και αυτά τα γραμματόσημα ήταν για τον ίδιο, λέει, ένα είδος ημερολογίου. Ποιος ξέρει μετά από τι θα σοφίστηκε αυτή την όμορφη σειρά των τροπικών νησιών Amis et Amants:

Premières amours, Ami des beaux jours, Main dans la main και L’amour perdu οι τίτλοι κάθε γραμματοσήμου της σειράς ή, όπως θα έλεγαν οι φιλοτελιστές, κάθε τιμής. Και τι να του συνέβη άραγε για να εμπνευστεί τη Νήσο των Κωφών;

Για κάποιο περίεργο λόγο, η σειρά του «Κράτους του φαγητού» (Lo stato di Mangiare) εικονογραφείται με πολύ όμορφα ζέπελιν:

Εμένα όμως με ξέρετε. Η χώρα που ονειρεύομαι, ο αγριότοπος όπου καβαλάρηδες ψήνουν πίτες στην άμμο, είναι το Ατζουντάν. Κάπου προς την Υεμένη το κόβω: άνυδρες πεδιάδες, κοιλάδες με οάσεις, ψαράδες, καμηλιέρηδες, κάστρα –και αυτός ο παράξενος βράχος που σίγουρα κάτι ιερό θα κρύβει. Είναι λοιπόν σα να κάθομαι σε ένα καφενείο, με καλαμωτή για τον ανελέητο ήλιο, τις σκιές γύρω απότομες σαν γκρεμούς, και να σας γράφω αυτά τα γράμματα, σύντομες καρτ-ποστάλ με παραδοσιακές ατζουντανικές φορεσιές, απ’ όπου να ξεκολλάτε και να ταξινομείτε αυτά τα όμορφα γραμματόσημα.

adjoudan

Εκεί όπου, όπως έγραφε ο Μπρετόν, μια πρωινή εφημερίδα θα μου αρκεί πάντα για να μαθαίνω νέα μου.

(ντάνκε Ντόκτορ)

Read Full Post »

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Read Full Post »

   Περνώντας (και) αυτό το Πάσχα σε ένα μεγάλο νησί του εξωτικού ανατολικού Αιγαίου, ο Δύτης μπήκε σε διάφορες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες (για ευνόητους ή όχι λόγους δεν θα σας πω ποιες, όμως), και φωτογράφησε μερικές εικόνες που θα μοιραστεί μαζί σας.

Αυτό, λέω εξαρχής, είναι ένα ποστ ελαττωματικό. Οι φωτογραφίες δεν είναι καλές: φταίει το χρυσό φόντο, που έκανε αδύνατο για έναν ερασιτέχνη σαν εμένα να γλιτώσει από την αντανάκλαση του φωτός, και επιπλέον τις ανέβασα εδώ με τρόπο τέτοιο που να μου είναι πολύ δύσκολο να τις κουμαντάρω σε σχέση με το κείμενο. Ε, ας στέκονται λοιπόν εδώ καμαρωτά, και ας γράψω δυο λόγια με τη σειρά, θα καταλάβετε ποιο πάει πού (κλικ στις εικόνες για να μεγαλώσουν, ε;).

Αρχίζουμε με τις παλιότερες, που (μυρίζω τα νύχια μου και λέω ότι) πρέπει να χρονολογούνται στον 17ο ή τον 18ο αιώνα. Δείτε αυτήν εδώ τη Ζωοδόχο Πηγή, και προσέξτε τις λεπτομέρειες που ακολουθούν παρακάτω: τις λαϊκές μορφές που σκύβουν μπροστά στο σωρό –μεταξύ τους και ένας στρατιώτης με ωραίο μουστάκι– και, προπάντων, το παιδάκι που πίνει νερό από τη δεξαμενή. Ενδιαφέρον έχουν και οι πύργοι στην απεικόνιση της πόλης, που μοιάζουν με μιναρέδες.

Τι να πει όμως κανείς για την επόμενη, τον ένθρονο Χριστό με το στέμμα και τα κάπως μπαρόκ στολίδια στην πλάτη του θρόνου; Χάζευα το πρόσωπό του λίγο πριν το άρατε πύλας και μου φαινόταν πως αυτός ο βασιλεύς της δόξης είχε τα μούσια και το πρόσωπο ενός μπακάλη. Δεν έχω καμία πρόθεση να φανώ ασεβής, ωστόσο: ενός μπακάλη απ’ αυτούς που περιγράφει ο Κόντογλου, ή κάποιου σαν τον φουκαρά τον καφετζή που για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο. Και αναρωτιέμαι, αν το έκανε επίτηδες ο αγιογράφος, να δείξει δηλαδή τόσο ταπεινή την ενανθρώπιση –παρά το χρυσό φόντο και τις φιγούρες στον διάκοσμο του θρόνου.

Ταπεινοί Χριστοί, από τη μια –ταπεινοί και ταλαίπωροι αγιογράφοι (αν και το επίθετο μπορεί να είναι του δωρητή) από την άλλη. Αυτές οι τελευταίες εικόνες είναι πολύ πρόσφατες, ούτε δεκαπέντε χρονώ, και η τεχνοτροπία τους ξεφεύγει σε μεγάλο (γοητευτικό θα έλεγε κανείς) βαθμό από την κλασική βυζαντινή. Ναΐφ, θα έλεγε ένας ιστορικός της τέχνης με μια κάποια -ίσως- αφέλεια. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ κρατά στο χέρι του την ψυχή του νεκρού, φασκιωμένη σα μωρό –και ποδοπατάει το σώμα του, παρεκτός αν ο σταχτής γαμψομύτης είναι ο διάολος.

Καμαρώστε και την αγία Φωτεινή με τις μακριές, ξανθές κοτσίδες.

Ξέρω ότι κάτι θα έπρεπε να προσθέσω τώρα στο τέλος: κάτι βαθυστόχαστο, ξερωγώ, ή ποιητικό. Ε, δεν έχω –παρεκτός μια κάποια γαλήνη, να το πω έτσι, που αναβλύζει, και που (πώς να το κάνουμε) προσιδιάζει σε κάτι τέτοια.

Read Full Post »

Ότι στα αγγλικά έχουν κολλήσει μια σειρά από ινδικές λέξεις, οι περισσότερες περσικής προέλευσης (αλλά όχι μόνο), δεν είναι ούτε καινούριο ούτε παράξενο. Μια ωραία περίπτωση είναι το blighty ή «πατρίδα», αγνώριστο από το βιλαέτι· αλλού είχα γράψει πρόσφατα (παναπεί, όσο πρόσφατα επιτρέπουν πλέον οι ρυθμοί του Δύτη) για τους pandit ή pundit, έναν όρο που πια ενσωματώθηκε πλήρως ως συνώνυμο του talking head ή «ειδήμων». Εδώ θα βρείτε βεράντες και ανακόντα, καταμαράν και τζίντζερ, παρίες και κούληδες· εδώ μπανγκαλόου, ζούγκλες και γκουρού, πασμίνες, πυτζάμες και σαμπουάν· οι σανσκριτικές πάλι είναι κάπως λιγότερες και πιο, ας πούμε, ινδουιστικού χαρακτήρα, μαχαραγιάδες, γκουρού και τέτοια.

Έχετε όμως συναντήσει ποτέ τους Lascar; Ναι, αν διαβάζετε Κίπλινγκ ή Κόναν Ντόιλ· the rascally lascar, λέει κάπου ο Σέρλοκ Χολμς (The man with the twisted lip), αν και το rascal, «αλιτήριος» είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, ετυμολογικά εντελώς άσχετο (από το γαλλικό rascaille, λέει). Οι lascar όμως είναι ναύτες (ή, ενίοτε, στρατιώτες) από τη Νότια Ασία, και κυρίως την ινδική χερσόνησο, που υπηρετούσαν στο εμπορικό ναυτικό των ευρωπαϊκών χωρών και δη της Μεγάλης Βρετανίας από τον 16ο αιώνα (με τους Πορτογάλους) μέχρι τις αρχές του 20ού. Φαίνεται ότι οι Άγγλοι ναυτικοί ήταν ευάλωτοι στο σκορβούτο· λιποτακτούσαν στα νοτιοασιατικά λιμάνια· στρατολογούνταν για το πολεμικό ναυτικό. Οι λάσκαροι όμως (κάπως πρέπει να τους πω) είχαν ειδικά συμβόλαια, που επέτρεπαν στους πλοιοκτήτες να τους μετακινούν από το ένα καράβι στο άλλο και να τους κρατάνε στην υπηρεσία τους μέχρι και τρία χρόνια τη φορά. Θα τους έχετε συναντήσει στον Κόνραντ (το λέω με βεβαιότητα, αν και πρέπει να ξαναδιαβάσω τον Λόρδο Τζιμ για να σιγουρευτώ): βρίσκονταν σε κάθε καράβι που διέσχιζε τον Ινδικό Ωκεανό.

Βρίσκονταν επίσης και σε συμπαγείς οικισμούς σε ένα σωρό βρετανικά λιμάνια. Κάπου χίλιοι το χρόνο έφταναν στις αρχές του 19ου αιώνα· στα τέλη του, ο αριθμός είχε ανέβει σε δέκα με δώδεκα χιλιάδες το χρόνο. Σχεδόν πενηνταδύο χιλιάδες ζούσαν στην Αγγλία τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι αυτό (μεταφράζω από τη βίκι):

Μικτοί γάμοι ήταν αρκετά κοινοί στη Βρετανία ήδη από τον 17ο αιώνα, όταν η Βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών άρχισε να φέρνει χιλιάδες λόγιους από το Σιλέτ [στο Μπαγκλαντές], ναύτες (lascar) και εργάτες (κυρίως βεγγαλέζους μουσουλμάνους) στη Βρετανία· οι περισσότεροι παντρεύτηκαν ή συζούσαν με Αγγλίδες. Αυτό προκάλεσε ένα κάποιο ζήτημα, καθώς ένας δικαστικός της περιοχής Τάουερ Χάμλετς του Λονδίνου εξέφρασε το 1817 την «αηδία» του για το πώς οι Αγγλίδες της περιοχής παντρεύονταν και συζούσαν σχεδόν αποκλειστικά με ξένους ναυτικούς από την Ινδία. Ωστόσο, στη Βρετανία δεν υπήρχαν νομικοί περιορισμοί ενάντια στους «μικτούς» γάμους. Οικογένειες με Ινδούς πατεράδες και Εγγλέζες μητέρες δημιούργησαν τέτοιες μικτές κοινότητες στα βρετανικά λιμάνια. […] Ο αριθμός έγχρωμων γυναικών στη Βρετανία ήταν συχνά μικρότερος από εκείνο των «μισοϊνδών» κορών, γεννημένων από λευκές μητέρες και Ινδούς πατέρες.
Ενδιαφέρον δεν είναι; Εδώ και μια περήφανη ιστοσελίδα των απογόνων τους: http://www.lascars.co.uk/

Τι ξεχάσαμε; Α ναι, από πού βγαίνει η λέξη. Λοιπόν είναι περσική, και στην πραγματικότητα είναι συγγενής με το γνωστό μας ασκέρι: λεσκέρ, لشکر‎, στα περσικά είναι ο στρατός. Μας θυμίζει κάτι: ω ναι, πιθανότατα αυτή είναι η προέλευση του βυζαντινού ονόματος Λάσκαρις. Και για να κάνουμε έναν κύκλο, όταν οι Πορτογάλοι τον 16ο αιώνα γνωρίζανε τους ασιάτες ναυτικούς και τους ονόμαζαν lascarim, οι μεγάλοι τους αντίπαλοι στον Ινδικό Ωκεανό ήταν οι Οθωμανοί. Ε, αυτούς οι ντόπιοι σουλτάνοι τους ονόμαζαν Ρουμί –«Ρωμαίους», ή, αν προτιμάτε, Έλληνες. Το καλύτερο: έτσι ονομάζουν και τώρα το λατινικό αλφάβητο όταν το χρησιμοποιούν για τη μαλαισιανή γλώσσα.

(πρώτη δημοσίευση: για τα πεντάχρονα της Λεξιλογίας)

Read Full Post »

Older Posts »