Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ρεμπετολογίες’

Όταν -τώρα πια- την ακούω (όπως την άκουγα δεκαετίες τώρα μια και αυτό είναι από τα πρώτα τραγούδια που αγάπησα) να τραγουδά γιατί να κάθεσαι να λες / πως πια δε με γνωρίζεις είναι σα να ακούω γενιές, φωνές, εποχές ολόκληρες σχεδόν, να μας ρωτούν με παράπονο, με ένα είδος περήφανου παράπονου.

 

Read Full Post »

Ξεφυλλίζω τώρα ένα φοβερό βιβλιαράκι (συνοδεύεται από ένα σιντί με σπάνιες, συλλεκτικές παλιές ηχογραφήσεις), το Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι. Η ιστορία και η εξέλιξη του μπουζουκιού και οι πρώτες του ηχογραφήσεις 1926-1932 του Σταύρου Κουρούση. Το βιβλίο είναι εξαιρετικό, γραμμένο με μεράκι και πολύ ψάξιμο, και αξίζει να το διαβάσετε ακόμα και αν δεν έχετε ιδέα από έγχορδα και κουρδίσματα (ούτε εγώ έχω), όσο για το σιντί είναι ένα συλλεκτικό επίτευγμα.

Εδώ όμως θέλω να σταθώ σε κάτι που μόνο σε μια μικρή σημείωση του βιβλίου αναφέρεται (σελ. 67 σημ. 60), οπότε ας μη θεωρηθεί ότι τρέχω να γκρινιάξω! Πρόκειται για τη θεωρία ότι το ρεμπέτικο προήλθε από το αρχαίο ρ. ρέμβω και το μεσαιωνικό ρεμβός. Πριν από σχεδόν ένα χρόνο είχα κάπου την ίδια κουβέντα, οπότε μου φαίνεται καλή ιδέα να τη συνοψίσω εδώ (στην πραγματικότητα ξαναλέγοντας κάτι που έχει ξαναειπωθεί, με λίγες προσθήκες).

Η θεωρία για το ρέμβω εμφανίζεται χάρη σε μια αναφορά στον Δουκάγγιο ή για την ακρίβεια τον Charles du Fresne, sieur du Cange ή Ducange (1610-1688), συγγραφέα ενός περίφημου λεξικού των ελληνικών του Μεσαίωνα που θεωρείται απαρχή της λεξικογραφίας των νεότερων ελληνικών.

Σαρλ Ντυ Φρεν, κύριος Ντυ Κανζ

Σαρλ Ντυ Φρεν, κύριος Ντυ Κανζ

Εδώ λοιπόν, (Charles Du Cange, Glossarium ad Scriptores Mediae et Infimae Graecitatis, I-II, Λυών 1688, τόμος ΙΙ, σελ. 1289), διαβάζουμε:

ΡΕΜΠΈΤ, Rebet, Potus species. Vox Arabica. Assisae MSS. Regni Hierosol. cap. 297. το δίκεον του ρεμπέτ, &c. και απέ το κράσι το φέρνουν απέ το λεκίαν, &c.

Η λέξη δηλαδή καταγράφεται ως αραβική (vox Arabica) και σημαίνει potus species, δηλαδή είδος ποτού -τα παραδείγματα είναι από μεσαιωνικές ασίζες, νομικά κείμενα του σταυροφορικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Η επόμενη εγγραφή έχει περισσότερο ενδιαφέρον:

ΡΕΜΠΙΤΌΣ, Erro. Glossae Graecobarb. αλαός, ρεμπιτός, πλανημένος, τυφλός, μάταιος· pro Ρεμβός. Glossae Basilic. Ρεμβός, ο μικρός φυγάς, και εκ του εναντίου ο φυγάς μέγας, ρεμβός έστι· κυρίως ότι Ρεμβός εστιν ο συνεχώς αναιτίως πλανώμενος, και τους καιρούς εις ανόνητα δαπανών, και βραδέως εις τον οίκον αναστρέφων.

Α ναι, στην προηγούμενη σελίδα έχει και το ΡΕΜΒΌΣ (Vide Glossas Basilic.), του οποίου λέει «ελληνοβάρβαρη» παραφθορά είναι το ρεμπιτός. Το Glossae Graecobarb., στο οποίο παραπέμπει ο Ντυκάνζ, είναι το Glossarium graeco-barbarum. In quo vocabula quinque millia quadrigenta, officia atque dignitates imperii Constantino, tam in palatio, quam Ecclesia aut militia, explicantur & illustrantur (Λέιντεν 1614) του Johannes van Meurs ή Ioannes Meursius (1579-1639). Εκεί διαβάζουμε (σελ. 470):Ιωάννης Μέρσιος

Ρεμπιτός: Erro. Glossae Graecobarbarae. αλαός· ρεμπιτός· πλανημένος· τυφλός· μάταιος.

Προσέξτε, εδώ, ότι ο τίτλος του έργου του Μέρσιου δηλώνει ότι θα μιλήσει για τη γλώσσα «στην οποία μιλούσαν και έγραφαν εκκλησιαστικοί και στρατιωτικοί στην αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου» –αποδελτιώνει δηλαδή όχι καμιά σύγχρονή του γλώσσα, αλλά τις βυζαντινές πηγές: αυτά τα ελληνικά ονομάζει «ελληνοβάρβαρα», σε αντιδιαστολή, φαντάζομαι, με την αττική διάλεκτο (φανταστείτε ότι αλαός, τυφλός δηλαδή, είναι λέξη ομηρική που εμφανίζεται δυο-τρεις φορές στην κλασική γραμματεία· μετά, πάπαλα).

Το  Glossae Basilic. πάλι (όπου παραπέμπει ο Ντυκάνζ για το ρεμβός) είναι σχόλια στα Βασιλικά του Λέοντος του Σοφού, σε ένα έργο δηλαδή του 9ου αιώνα τα σχόλια του οποίου φτάνουν μέχρι τον 13ο. Με άλλα λόγια: ο Μέρσιος αποδελτιώνει μια λέξη (ρεμπιτός) σε κάποιο βυζαντινό κείμενο, και ο Ντυκάνζ ή αν προτιμάτε όχι ελληνοβαρβαριστί Δουκάγγιος αντιγράφει τον Μέρσιο και προσθέτει ότι η λέξη είναι παραφθορά του αρχαιότερου ρεμβός, για το οποίο παραπέμπει σε μεσοβυζαντινά σχόλια.

Πόσο παλιά θα πάνε αυτοί οι ρεμπέτες; Ή, αντίστροφα: τι μας λέει ότι πραγματικά αυτή η περίεργη λέξη, ρεμπιτός, ήταν σε χρήση τον 19ο αιώνα οπότε και θα εμφανίστηκαν (φαντάζομαι δεν υπάρχει αντίρρηση σ’ αυτό) οι πρώτοι ρεμπέτες, όπως και να τους λέγανε; Εδώ σκοντάφτουμε σε ένα εμπόδιο για την ώρα αξεπέραστο: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έχω πολύ καιρό τώρα υποσχεθεί ένα ποστ για τους αμανέδες. Στην πραγματικότητα η υπόσχεση είναι παραπλανητική· αυτό που είχα στο μυαλό μου ήταν ένα ποστ για τον οθωμανικό υπόκοσμο της Κωνσταντινούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού. Κάποτε είχα πει δυο λόγια για τα προβλήματα που παρουσιάζει η μελέτη των απαρχών του ελληνικού υπόκοσμου, και κυρίως των απαρχών του ρεμπέτικου. Όποιος έχει διαβάσει π.χ. τη Ρεμπετολογία του Πετρόπουλου, θα θυμάται τις αναφορές στους καπανταήδες της Πόλης, τους νταήδες και συνάμα ήρωες των φτωχών συνοικιών, από την αργκό των οποίων πήρε πολλά η αντίστοιχη αργκό της φυλακής και του τεκέ στην Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σε μια μεγάλη και ενδιαφέρουσα κουβέντα ήρθε ο λόγος (σχόλια #178, 231 κ.εξ.) για τους περίφημους Γιαγάδες ή Γιαγιάδες της Σάμου. Όχι, δεν μιλάω για γιαγιάδες, αλλά για τους αδελφούς Γιαγά/Γιαγιά (προφανώς από το οθωμανικό yaya, “πεζός [στρατιώτης]»). Πρώτη φορά τους άκουσα από ένα μάλλον προχειρογραμμένο και τσαπατσούλικο άρθρο, με τον τίτλο να συνοψίζει το περιεχόμενο: «Πώς οι διαβόητοι κακοποιοί αδελφοί Γιαγιά προσπάθησαν για λογαριασμό της Ιταλίας να αποσχίσουν τη Σάμο από την Ελλάδα» (και το οποίο ήταν η αφορμή για μια λίγο άλλα αντ’ άλλων συζήτηση στο Ιντιμέντια, την οποία βασικά πήρε στο λαιμό της το άρθρο δίνοντας αυτή την εντελώς παραπλανητική εικόνα). Λίγα χρόνια αργότερα πέτυχα σε ένα βιβλιοπωλείο του Καρλοβάσου (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πού να φανταζόμουν, όταν έγραφα τις προάλλες για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο, ότι μια βδομάδα μετά θα πέθαινε ο Ευγένιος Σπαθάρης. Κυριολεκτικά γεννημένος στον μπερντέ· ορίστε τι γράφει στα Απομνημονεύματά του ο πατέρας του, ο περίφημος Σωτήρης: Τον χειμώνα [του 1924]… άρχισα παραστάσεις στου Γιολντάση, στο Μαρούσι. Τότε μαζύ με τους καραγκιόζηδες περπάταγα και το παιδί μου τον Ευγένιο στο πανί. Ο Ευγένιος, διαβάζω, γεννήθηκε Ιανουάριο του ’24.

Και ορίστε και μια σκηνή από την παιδική του ηλικία, που είναι σα να βγήκε από παράσταση:

Όταν πήγα σπίτι (γράφει ο Σωτήρης Σπαθάρης) είχαμε γέλια, χαρές, κλάματα και ξεφαντώματα. Ο Ευγένιος δεν ερχότανε κοντά μου, γιατί δε γνώριζε τον μπαμπά του. Η μαμά του όλο τούλεγε: «Αυτός είναι ο μπαμπάς σου, παιδί μου». Στο τέλος ξεθάρρεψε και καθώς έπαιζε κοντά μου, λέει: «Μαμά, να ο μπαμπάς» και μ’ ένα σφυράκι με χτύπησε στο κούτελο απάνω στο δόξα πατρί. Εγώ νόμισα πως έπεσε όλο το ταβάνι επάνω μου. Όταν συνήλθα, είδα τον Ευγένιο με το σφυράκι στο χέρι να χτυπάη, και σε κάθε σφυριά έλεγε: «Να ο μπαμπάς».

Άλλο σκόπευα να γράψω, άλλο μου βγήκε. Η παράσταση έλαβε τέλος.

Read Full Post »

Ίσως η γενιά μου να ήταν η τελευταία που πρόλαβε παραστάσεις Καραγκιόζη σε καφενεία, έστω και της επαρχίας (θυμάμαι μια τέτοια στην Πλατάνα της Εύβοιας, μάλλον στο τέλος της δεκαετίας του ’70). Βλέπω τελευταία (με χαρά) ότι ο κάποτε περιφρονημένος αστικός λαϊκός προπολεμικός πολιτισμός, για να το πω έτσι, που γνώρισε διάφορες περιόδους διωγμού αλλά και συρμού από τότε, ξανάρχεται για άλλη μια φορά στη μόδα. Τα «Νέα» ετοιμάζουν λεύκωμα για τον Σπαθάρη (τον Ευγένιο, γιατί τον Σωτήρη δεν βλέπω να τον θυμάται κανείς) και τον Καραγκιόζη, μια άλλη εφημερίδα δίνει (για πολλοστή φορά) σιντί με τα «Απαγορευμένα ρεμπέτικα». Εντάξει, αυτό το τελευταίο δεν το πολυπιάνω, λες και έχει σημασία να ακούς μόνο τα «Πέριξ» ή τον «Συνάχη» και όχι την «Κλωστηρού» ή τα «Μπλε παράθυρα», αλλά καταλαβαίνω γιατί ό,τι απαγορευμένο (έστω και προ αμνημονεύτων δεκαετιών) πουλάει περισσότερο κάπου-κάπου. Περιμένω τη στιγμή που θα ξαναεκδοθεί η συναρπαστική Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη, και ο κόσμος θα τη διαβάζει αντί να μαθαίνει για τη ζωή του από τον Σκαμπαρδώνη, όπως είχε επανεκδοθεί η αυτοβιογραφία του Σπαθάρη (δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει ακόμα στο εμπόριο, όμως). Ξέρω ότι είναι αρκετά πιο εύκολο να βρεις κομπανία με ρεμπέτικα σε κάποιο μαγαζί, σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, κι αυτό επίσης με ενθουσιάζει. Αυτό που δεν ξέρω, είναι πόσο όλο αυτό το ευπρόσδεκτο κοινό ξέρει τι ακριβώς ξέρουμε για αυτά τα θέματα, ή επαναπαύεται σε προφορικές μαρτυρίες και ανέλεγκτες διαπιστώσεις για την ιστορία και την προϊστορία αυτής της παράδοσης. Θα μου πείτε, και τι σε πειράζει; Δεν με πειράζει, αλλά πάλι, ε, ιστορικός είμαι, και όταν άρχισα να αναρωτιέμαι για κάποια σχετικά, κατάλαβα πόσο μεγάλα κενά πληροφόρησης έχουμε.

Για παράδειγμα, τι ξέρουμε για το ρεμπέτικο πριν από το ’22; Από ποια κανάλια ήρθε η ορολογία του κωνσταντινοπολίτικου υπόκοσμου στην Αθήνα του 1900 ή του ’10, ή ακόμα πιο πριν (και πότε ακριβώς); Πώς εξηγείται το ενδιαφέρον γεγονός ότι η ελληνική αργκό είναι κυρίως τούρκικη, ενώ μια σύντομη περιήγηση σε ένα καλό τουρκικό λεξικό δείχνει ότι η τουρκική αργκό (της Πόλης, ε;) είναι κυρίως ελληνική; [προφανώς, για να μην καταλαβαίνουν οι αστυνόμοι]. Τι συνέβαινε την ίδια εποχή στην Πάτρα, ή στο Ηράκλειο, ή στα Γιάννινα; Τι μουσική άκουγε το εβραϊκό περιθώριο στη Σαλονίκη; Γιατί κανείς ρεμπετολόγος (απ’όσο μπορώ να σκεφτώ τώρα) δεν μπήκε στον κόπο να ψάξει παλιές εφημερίδες; Γιατί ο πολύς κόσμος νομίζει ακόμα ότι η πρώτη επαφή των Αθηναίων με τον αμανέ ήρθε μαζί με τους πρόσφυγες;

(περισσότερα…)

Read Full Post »