Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ποίηση’

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

Read Full Post »

Αυτή είναι η βιογραφία του ποιητή Χασμπί, που έζησε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, όπως τη διηγείται ο ιστορικός (και όχι μόνο) Μουσταφά Άλη από την Καλλίπολη:

Κατάγεται από την πόλη Γκεντούς [κοντά στην Κιουτάχεια] του βιλαετιού της Ανατολής. Αδελφός του Κεσφί, από τους παλιούς· καθώς ανήκε στους μέθυσους και αλιτήριους του καιρού του, μπλέχτηκε σε κάτι ταραχές, στις αρχές της βεζιρείας του μακαρίτη [μεγάλου βεζίρη, Πάργαλη] Ιμπραήμ Πασά και παραδόθηκε στον σούμπαση [αρχιαστυνόμο] της Πόλης για να ριχτεί στη φυλακή και μάλιστα με την οδηγία να βασανιστεί. Την ίδια νύχτα τον έδεσαν και τον κρέμασαν από τα χέρια, για να βασανιστεί σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Ο Χασμπί αυτοσχεδίασε τους παρακάτω στίχους, και ο σούμπασης, όντας λίγο πολύ μαλακός απ’ τη φύση του, τον συμπόνεσε. Να οι στίχοι:

Τον πόνο του βουνού της αγάπης, που δεν αντέχει ούτε το Καφ* / αυτή η ανήμπορη καρδιά μου τον αντέχει, λυπήσου την

Κατά σύμπτωση, το ίδιο βράδυ μια κόρη του σούμπαση πέθανε ξαφνικά· αυτό του φάνηκε σαν σημάδι για την αθωότητα του Χασμπί. Την άλλη μέρα εμφανίστηκε στο συμβούλιο του βεζίρη και τον προστάτευσε, λέγοντας ότι όσα βασανιστήρια και αν του έκανε εκείνος δεν ομολόγησε την ενοχή του. Κατά τύχη, την ώρα που τον έφερναν, το μάτι του Χασμπί χτυπήθηκε σε ένα κλαδί και τραυματίστηκε. Ο Πασάς το πρόσεξε και τον ρώτησε:

«Ε, μολλά Χασμπί, τι έπαθε το μάτι σου;»

Εκείνος απάντησε:

«Δεν του άρεσε η θέση του και θέλει να φύγει, πασά μου»**.

Του σκληρόκαρδου βεζίρη του κακοφάνηκε να αστειεύεται σε τέτοια θέση, και είπε:

«Έχει να δει πολλά ακόμα το μάτι σου».

Τον έστειλε και πάλι φυλακισμένο σε ένα μικρό κάστρο, ανάμεσα στην Πόλη και το Σκούταρι, το λεγόμενο Κεταγιούν Σαράι [τον πύργο του Λέανδρου;]· δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε εκεί, και το προσωνύμι του από Χασμπί έγινε Χαμπσί [«της φυλακής», θυμηθείτε το τραγούδι του Λοΐζου: κι όλους τους ρίχνω μες στη χάψη]. […] Από τους παλιούς ποιητές, ο Μπασιρί, ο Ζατί, ο [αδελφός του Χ.] Κεσφί και ο Καντί*** πήγαν στον βεζίρη και παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει· κι ενώ εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται, κάποιοι του βάλαν λόγια, ότι τάχα μου οι ποιητές θέλουν να δείξουν ότι με τη σάτιρα σε αποδυναμώνουν, και έτσι ο Χασμπί έμεινε Χαμπσί: του έμεινε μόνο να λέει, «Για μένα αρκεί μόνο ο Θεός». Μόνο την ημέρα της εκτέλεσης του Πασά ελευθερώθηκε ο ποιητής από [τη φυλακή και το αντίστοιχο] προσωνύμι του. Με λίγα λόγια, ήταν λαϊκός τύπος, ελαφρόμυαλος και αγαπούσε το κρασί· δεν πρόσεχε και έλεγε ό,τι του ερχόταν στη γλώσσα. Μάλιστα, ενόσω ήταν φυλακισμένος έβγαλε το παρακάτω τετράστιχο, που εντυπωσίασε κάποιους από τους κοινούς ανθρώπους και συζητήθηκε:

Πάλι αχ πείτε, ας κλάψουν οι ουρανοί που γυρνάνε / ο θρήνος μου ας βγει στο στερέωμα, η ουράνια σφαίρα ας κλάψει

Ας δει τα δάκρυα των ματιών μου ο ωκεανός κι ας κλάψει / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

Το ποτήρι μόλις μου έδωσε του χωρισμού ο πικρός κεραστής / το χιόνι σκέπασε τον κόσμο, βλέποντάς με η νύχτα ας κλάψει

Αχ, οι μέρες του αποχωρισμού πώς με σκότωσαν τον άμοιρο / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

 

Δεν ξέρω ποιον ενδιαφέρει σήμερα μια ιστορία σαν αυτή. Ωστόσο, κάποιος πρέπει να θυμάται τους φυλακισμένους, ποιητές ή όχι.

*

* Το μυθικό βουνό στην άκρη του κόσμου (για το οποίο ελπίζω να γράψω κάτι εκτενέστερο σύντομα).

**Βρήκα εδώ μια ερμηνεία της φράσης που δίνει μια αμφισημία, σα να έλεγε «δεν του άρεσε αυτό που βλέπει». Αυτό εξηγεί ακόμα περισσότερο το θυμό του Πάργαλη.

*** Αυτοί όλοι ήταν ο λεγόμενος κύκλος του Ζατί, ενός ποιητή παλιότερης γενιάς που στο μαγαζάκι του (ήτανε γεωμάντης) μαζεύονταν, γράφανε, κρίνανε, αλληλοκλέβονταν και κουτσομπολεύανε όλοι οι ποιητές της εποχής. Στον Κεσφί, τον αδερφό του φίλου μας, αποδίδεται το εξής δίστιχο προς τον Ζατί: δεν δέχτηκαν να τον κάνουν ιμάμη / Ω Ζατί, γαμώ την κοινωνία τους. Αναρωτιέμαι αν μεταφράζω σωστά βέβαια (sikeyin Zâtîyâ cemâ’atini), συν τοις άλλοις ίσως χάνω το λογοπαίγνιο, μια και «κοινωνία» (cema’at) σημαίνει, βλέπω, και έναν όρο στη γεωμαντεία. 

Πηγή: Mustafa İsen (επιμ.), Künhü’l-ahbâr’ın tezkire kısmı, Άγκυρα 1994, σελ. 207-8 (για τον Χασμπί) και 264-5 (για τον αδερφό του).

Read Full Post »

Αν δεν περνούσα από ένα αεροδρόμιο δεν θα έπαιρνα χαμπάρι ότι, σχεδόν αμέσως μετά την περιώνυμη συναυλία, η Λένα Πλάτωνος έβγαλε το σιντί του Καβάφη. Ότι το περίμενα, δεν είναι μυστικό για όσους με ξέρετε. Το ακούω τώρα τρίτη φορά και προσπαθώ να βγάλω το συμπέρασμά μου.

Η πρώτη μου εντύπωση από τα διάφορα κλιπάκια που είχαν κυκλοφορήσει είναι ότι θύμιζε τον αξεπέραστο Καρυωτάκη. Κι αυτό μ’ άρεσε. Και πράγματι, πρέπει να πω, τα τρία πρώτα κομμάτια έχουν κάτι από εκείνη που θα ονόμαζα αβίαστα την καλύτερη μελοποίηση ποίησης που έγινε ποτέ -στην Ελλάδα τουλάχιστον. Τα τελευταία επίσης, κάπως. Η μέση του σιντί, πάλι, ακολουθεί ας πούμε τη γραμμή «Ημερολόγια»: παναπεί, κιθάρες και μπιτάκια και ηλεκτρονικά τοπία τοποθετημένα με ευφυία μεν, αλλά κάτι μου λείπει. Νομίζω κατάλαβα τι.

Αντίθετα με τον Καρυωτάκη, ή το Σαμποτάζ, ή τις Μάσκες Ηλίου και το Γκάλοπ, ο Καβάφης αυτός δεν τραγουδιέται. Μοιάζει με απαγγελία σε ένα ιδιοφυές ενίοτε μουσικό χαλί -κι είναι κρίμα, γιατί ο Χατζιδάκις με τις Μέρες του 1903 (πιθανόν το καλύτερο κομμάτι του «Μεγάλου Ερωτικού») έδειξε πως ο Καβάφης μπορεί να τραγουδηθεί. Τα καλύτερα κομμάτια της Πλάτωνος, ακόμα και όταν βασίζονται στις ακροβατικές φωνητικές ικανότητες του Παλαμίδα ή της Γιαννάτου, μπορούν να τραγουδηθούν επίσης -ή, αν όχι, δημιουργούν μια επιθυμία για τραγούδι· θέλω να πω, έστω αυτό που επιχειρεί κανείς όταν ακούει μόνος του κάτι που του αρέσει. Κάτι είχε γράψει ο Χατζιδάκις επ’ αυτού, που δεν μπορώ να ψάξω τώρα.

Θα μου πεις, θα ήθελες να είχε κολλήσει η Πλάτωνος στη λεγόμενη μανιέρα της που τόσο φώτισε τη δύσθυμη δεκαετία του ’80; Θα απαντήσω, ναι, θα ήθελα να είχε μείνει στη μανιέρα της. Όπως τόσοι και τόσοι άλλοι μεγάλοι –δική της μανιέρα ήταν, γιατί να μην κολλήσει; Γιατί να μην μπορέσουμε ούτε τώρα, εκατό χρόνια μετά, να τραγουδήσουμε Καβάφη;

Α, ωστόσο, για να μην παρεξηγούμαι, είναι καλός δίσκος, και μάλιστα όσο τον ακούω τόσο περισσότερο μ’ αρέσει. Ακούστε αυτό ας πούμε:

Read Full Post »

Τόνισα αργά τον περίφημο στίχο, «L’hydre-univers tordant son corps écaillé d’astres». Αισθάνθηκα το σχεδόν έντρομο δέος του.

Χ. Λ. Μπόρχες, Το βιβλίο της άμμου, μετάφρ. Σ. Τσακνιάς, Αθήνα 1982, σελ. 18)

(σε μετάφραση του ιδίου ο στίχος, του Ουγκώ: «Το σύμπαν-ύδρα συστρέφοντας το αστροφόρο σώμα του»)

.

.

Έλεγα να το φυλάξω για όταν έχει ξαστεριά, αλλά μια και θα λείπω την επόμενη βδομάδα στο εξωτικό Καρλόβασι (κάποιοι ξέρατε για πιο εξωτικά μέρη, αλλάξαν τα σχέδια) είπα να μη σας αφήσω με τα λυπημένα χριστούγεννα. Παρεμπιπτόντως, θυμήθηκα ότι το σύμπαν-ύδρα μυρίζει μπαρούτι. Καλή μας χρονιά παιδιά, θα το παλέψουμε και φέτος!

ΥΓ. Τις προάλλες στον ηλεκτρικό πέτυχα δύο πιτσιρίκια του Γυμνασίου να συζητούν με εφηβική σοβαρότητα ζητήματα γνωσιολογίας, όπως διαβάζουμε στα γερμανικά μυθιστορήματα. Λίγο μετά άλλαξα τραίνο και έκατσα απέναντι σε άλλον έναν έφηβο όχι πάνω από δεκάξι, με κουκούλα και όλα, που διάβαζε με προσήλωση τον Φάουστ του Γκαίτε. Μπα; θα πείτε. Αυτό είπα κι εγώ. Δεν βγάζω κανένα συμπέρασμα, αλλά μου φάνηκε αξιοπρόσεκτο.

Read Full Post »

Θυμάστε ότι πέρασαν δύο χρόνια από τα χριστούγεννα της Κούνεβα;  

Θυμάστε ότι η διαλεύκανση της υπόθεσής της ήταν ζήτημα τιμής για την αστυνομία;

Αλλά δεν είναι καιροί αυτοί για να αποθαρρύνεις έναν εργοδότη να επιβάλει τις ελαστικές σχέσεις εργασίας -χρειαζόμαστε ανάπτυξη.

Κατά τα άλλα.

 

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

 Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987

εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…

Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

                                                   ὁ Διονύσιος Σολωμὸς

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

                                                 ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

                                                 ὁ Μπουζιάνης

πόσα ὁ Σκλάβος

πόσα ὁ Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

                                               πέρασε ὁ Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν.

(Μίλτος Σαχτούρης, καταβύθιση, Αθήνα 1990)

Read Full Post »

Το μπλογκίζειν προσφέρει μερικές ανέλπιστες χαρές. Μία είναι όταν γνωρίζεις από κοντά ανθρώπους που πρώτα εκτίμησες ως, ας πούμε, ιντερνετικές περσόνες· μία ακόμα είναι όταν απροσδόκητα έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους που ήξερες μεν, αλλά δεν περίμενες ποτέ πως θα μιλήσεις μαζί τους. Χάρη σε ένα παλιό λινκάκι, άρχισε να συχνάζει εδώ ο Βασίλης Νικολαΐδης· χάρη σε μια πρόσφατη κουβέντα, μου έστειλε ένα αδημοσίευτο τραγούδι, δυστυχώς χωρίς τη μουσική του, γιαυτό και βάζω άλλο ως μουσική υπόκρουση. Δυστυχώς δεν βρήκα ένα από τα αγαπημένα μου, αυτό για τις γυναίκες (γιατί έχουν χίλιους τρόπους για να μας σκοτώνουν / το μυαλό να μας τινάζουν με μια σφαίρα / μ’ ένα χαμόγελο με μία καλησπέρα / ακόμα με τον ήχο ενός βιολιού),* αλλά δεν πειράζει:

Φλυαρώ όμως. Ορίστε, σε παγκόσμια πρεμιέρα, ο Δύτης των Νιπτήρων παρουσιάζει Βασίλη Νικολαΐδη:

Οι Θεσσαλονικείς

Την άνοιξη ανθεί στις καταιγίδες.

Κατεβάζει τα βλέφαρά της φορτωμένα ηλεκτρισμό

μισανοίγοντας τα σύννεφα, εκεί δυτικά, στο Λιμάνι

να γεμίσει ένα δειλινό τριαντάφυλλα τα βρώμικα νερά.

Η αστραπή διαρκεί μια στιγμή

όσο κι’ η διαύγεια του μεθυσμένου την νύχτα

κι΄ όση λαδομπογιά έχει στους τοίχους

βαφτισμένη στο τηγανόλαδο κάθησε στο παλτό τους

από την παιδική τους κιόλας ηλικία.

 

Κι έτσι μετράνε τον χρόνο: σε στρώματα

όπως οι αρχαιολόγοι τους αιώνες

ανασκαφές και αναπαλαιώσεις

σ΄ ό,τι συνέβη και δεν συνέβη, εδώ, αλλού

εκκλησίες, τζαμιά, τεκέδες, μνημεία

αλλάζαν χρήση με τον καιρό, τραίνα, καράβια, βιομηχανίες

αδιανόητες δονήσεις, ένα κοιμητήριο χάθηκε από προσώπου Γης

χιλιάδες τσιρίδες ανθρώπινες, σκληρίσματα

οι ερπύστριες της μπουλντόζας στα σπασμένα μάρμαρα.

 

Τις πολυκατοικίες που χτίσαν μετά δεν έχουν θέρμανση

μονάχα όμορφα χρώματα, τυρκουάζ και ροζ και κίτρινο και γαλανό

ακουμπούν μεταξύ τους ν’ αφουγκραστούν τους καινούργιους ενοίκους

κρατάνε πάντα μια πόρτα ανοιχτή, με τα κλειδιά όπως παλιά

στην απέξω κλειδαριά, ακόμη κι’ αν πικράνουν και κάνουν τον αδιάφορο.  

Κι’ όταν μιλούν με υπαινιγμούς, ή δεν μιλούν καθόλου

κι’  όταν γενικεύουν, και τους φταίνε οι άλλοι, είτε φύγουν είτε μείνουν

σαν παιδιά πεισματάρικα είναι, που θύμωσαν με την μάνα τους.

Γιατί το οιδιπόδειο που τους δέρνει σ’ αυτή την  πόλη

απολύτως αυτονόητο, σαν ρεφρέν με μινουΐτες:

 

Δεν ειν’ οι στάλες της βροχής

ούτε που νύχτωσε νωρίς

κι’ είναι το βήμα τους αργό κι’ είναι βαρείς

κι’ αμετανόητοι, οι Θεσσαλονικείς. 

Ευχαριστώ, Βασίλη.

*Edit: χάρη στον Stazybo Horn, ορίστε (μερσί Στάζυμπε!):

Και, μια και έγινε πολλή κουβέντα, το αγαπημένο μου Δελφίνι:

Read Full Post »

Όταν άρχισα να πηγαινοέρχομαι τακτικά στην Τουρκία, το ’96, ο φίλος μου ο Οκτάι, καλή του ώρα, μου έμαθε τον Τζεμ Καρατζά. Μαζί αξιωθήκαμε και να τον ακούσουμε ζωντανά σε ένα μικρό κλαμπάκι στο Μπέγιογλου, λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Το τραγούδι που ακολουθεί, σε στίχους Ναζίμ Χικμέτ, είναι από τον κατά κοινή ομολογία καλύτερο δίσκο του (1987).

Είμαι πολύ κουρασμένος

μην με περιμένεις, καπετάνιε.

Ας γράφει άλλος τα ημερολόγια του πλοίου.

Ένα γαλάζιο λιμάνι, με πλατάνια και θόλους·

σ’ αυτό το λιμάνι, εμένα δεν μπορείς να με βγάλεις.

Read Full Post »

Older Posts »