Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μπόρχες’

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Read Full Post »

Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ίσως ο μεγαλύτερος πλαστογράφος του 19ου αιώνα. Γεννημένος γύρω στο 1820 στη Σύμη, έζησε στο Άγιο Όρος απ’ όπου βγήκε εξοπλισμένος με διάφορα σπανιότατα χειρόγραφα, μια πολύ καλή γνώση της αρχαίας και βυζαντινής γλώσσας και παλαιογραφίας, και το απίστευτο θράσος των είκοσι χρόνων του: τόσο ώστε να αρχίσει την καριέρα του, το 1849, με μια απίθανη δημοσίευση ενός έργου του 13ου αιώνα, σχετικού με την πατρίδα του τη Σύμη, και ψεύτικου από την αρχή ως το τέλος. Είναι η

Συμαΐς, η ιστορία της ανύπαρκτης Απολλωνιάδος σχολής, ιδρυθείσας τω 377 έτει μ. Χ., όπου εφευρέθησαν τα πάντα –και προηγείται ως προλεγόμενο μια εξίσου ανύπαρκτη ιστορία της Σύμης, όπου φιγουράρει ακόμα και μια «πελασγική επιγραφή» με τη μεταγραφή και τη μετάφρασή της (δείτε την εδώ, στη σελ. 15). Υπάρχουν εφευρέσεις, μάχες, ίντριγκες, ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους –ένα βιβλίο που αξίζει να επανεκδοθεί και να διαβάζεται τις μακριές νύχτες του χειμώνα, καταπώς λένε. Εκατόν ογδόντα σελίδες φαντασίας, χώρια τα προλεγόμενα, όχι αστεία. Να, για παράδειγμα, η μυστηριώδης αποδημία του οικιστή της Σύμης Γλαύκου, «τω 1364 Π.Χ.» (σελ. ιβ’-ιγ΄):

…ενδεδυμένος στολήν πάντη τερατώδη, εκ δερμάτων δελφίνων κατασκευασμένην, και αγιάσας τους ιερείς και τον λαόν τους εν των ναώ δια του αίματος της θυσίας, απήλθε την τρίαιναν φέρων εις χείρας… [Α]φού δε επλησίασαν εις την θάλασσαν, ο μεν Γλαύκος εισήλθεν εντός αυτής και λαβών ύδωρ δια της χειρός, ερράντισε το πλήθος επτάκις… Ο Γλαύκος, πλέων επί της θαλάσσης, αφανής εγένετο από των οφθαλμών του πλήθους.

Και μερικές από τις καταπληκτικές εφευρέσεις των διδασκάλων της Απολλωνιάδος: ο Σεβαστινός χάρτης, το χαρτί δηλαδή, έργο του ίδιου εκείνου Σεβαστού του Συμαίου που απέπλευσε δια Ρόδον με τρεις εκ των συναδελφών του, άνευ ιστών και κοπών, αλλά δι’ υδραργύρου και ατμού· το θαυμαστό αυτό πλοίο ως άροτρον γεωργού διέσχιζε την θάλασσαν, και τείχη θαλάσσια υψούντο εξ ενός και άλλου μέρους· το δε σκάφος ως κεραυνός ριπτόμενον, και κατά των ανέμων αντιτασσόμενον, εν ροπή (sic) οφθαλμού ελιμενίζετο, όπου ο κυβερνήτης ήθελε (σελ. 18). Και όχι μόνο: από σύμπωσιν τινά των καυστικών υλών οδηγούμενος, επενόησε την κατασκόπευσιν των μακράν αυτού ευρισκομένων αντικειμένων, δια μείζονος σύριγγος και κρυστάλλων κυκλοειδών, ό και τηλεσκόπιον επωνόμασεν. Μάλιστα ο Σεβαστός αυτός έγινε θύμα των εφευρέσεών του, κατακαείς υπό ηλιακών ακτίνων, ότε εζήτει δια πειραματικής εργασίας να εξυχνιάση εις τι συνίσταται η του ηλίου καύσις (όλο το παράξενο πείραμα στις σελ. 21-22). Οι Συμαίοι φαίνεται να είχαν ιδιαίτερες επιδόσεις στα ναυτιλιακά, καθώς οι απίστευτες εφευρέσεις πλοίων αντάξιων του Ροβύρου του Κατακτητή επανέρχονται διαρκώς στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα το σκάφος που και την θάλασσαν διέσχιζε και την γην, και την θάλασσαν έπλεε, και την ξηράν διέτρεχεν (σελ. 103). Ας πούμε και δυο λόγια για τον Ιωάννη τον Δημητρίου, ο οποίος ανακάλυψε τρόπον απίστευτον, του μεταβάλλειν τα μάρμαρα εις ύλην ρευστήν (σελ. 117).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, μπορεί να πει κανείς, ότι μεγάλο μέρος των θαυμάτων της Απολλωνιάδος αφορούν τη ζωγραφική: πίνακες τόσο τεχνικά φτιαγμένοι, που τους έπαιρνες για αληθινούς. Σαν τις πλαστογραφίες του ίδιου του Σιμωνίδη δηλαδή. Ο οποίος, στο τέλος των Προλεγομένων του, ξιφουλκεί εναντίον όσων υπαινίσσονται τέτοιες κακοήθειες, απευθυνόμενος σε κανέναν άλλο παρά στον εαυτό του:

Ησύχασον τώρα και καταφρόνει αυτούς, διότι οι λόγοι αυτών φθόνου όζουσι και αμαθίας· αντίγραφε, δημοσίευε και ο καιρός πλησιάζει, ίνα επ’ αυτών επιπέσης ως πέλεκυς. Τα δε συγγράμματα ημών τα παρ’ υμών δημοσιευόμενα [φωνάζουν τόσοι άλλοι συγγραφείς ανέκδοτοι, ους ηυτύχησα να έχω επί τοις κοίτης μου] δικαιούσαι να οικειοποιηθής, διότι κατά το λέγειν των λογίων υμών συ ο συγγραφεύς και ουχί ημείς, και γέλα εις την ασύγγνωστον ανοησίαν αυτών […] Συ διερμηνεύς των Ιερογλυφικών γραμμάτων, και των Πελασγικών, συ Ιατρός, Γεωγράφος, Ιστορικός, Αρχαιολόγος, Νομικός, κτλ. […] Προς δε τους ειπόντας καθηγητάς έξεστι Σιμωνίδη αναγινώσκειν τα δυσανάγνωστα και κατανοείν τα ακατανόητα ευχαρίστησον, και ειπέ αυτοίς· λοιπόν καλόν έστιν υμίν μαθητεύσαι παρά τω Σιμωνίδη· πρόσθες δε και το, τω μεν Σιμωνίδη έξεστι ταύτα, τοις δε δοκησισόφοις έξεστιν φαυλουργείν, προδίδειν τα πάτρια, και τα πάντα ποιείν, την του έθνους εξαλλοτρίωσιν μηχανώμενοι σκαιώς οι πέπονες χάριν των εχθρών αυτού.

Δεν θυμάμαι να έχω ξανασυναντήσει τον ωραίο υβριστικό χαρακτηρισμό πέπονες να εκτοξεύεται με τόση σοβαρότητα. Παρόμοιας φύσης και επινοητικότητας, η ιστορία και περιγραφή της Αιγύπτου γραμμένη από κάποιον Ουράνιο: τόσο, που ξεγελά ακόμα και τον πολύ Βίλχελμ Ντίντορφ, ο οποίος την εκδίδει με το όνομά του, και νάτην, απολαύστε την: Uranii Alexandrini de regibus Aegyptiorum libri tres, Οξφόρδη 1856. Κάπως μικρότερο, δεκατέσσερις σελίδες, αλλά οπωσδήποτε πιο καλοφτιαγμένο (εδώ η αποκάλυψη της απάτης από άλλο ένα πατριωτάκι, τον Αλέξανδρο Λυκούργο, με λεπτομερέστατη περιγραφή της ζωής και των έργων του ήρωά μας). Ας αρκεστούμε να παραθέσουμε ένα απόσπασμα με χαρακτηριστικά «αιγυπτιακά» ονόματα (αν και δεν είναι όλα επινόηση του Σιμωνίδη, θαρρώ, όπως καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας τον πρόλογο του Ντίντορφ):

…ούτος δε γήμας Σχάμμην την θυγατέρα Λαφώθ την πρεσβυτέραν, του τας πόλεις Αράβων τας τρεις τας ωγυγίας και ήκιστα επιμάχους, Βόστραν τε και Λεχάραν, και Θούρχθην, καταστρέψαντος, Χνεμάχοθιν εγέννησε και Μάσχουφιν και Σφθάχεφιν […] Ήσαν δε οι μεν ηγεμόνες του στρατού οίδε, Άπις, Μνέφις, Χνούφις, Φρέσωθις, Άνουβις, Θώχεμ, Χαρωούρης, Ραφώχ, Ύσσανθις, Ούχαμφις, Μάρσαφις, Σατεθθώ, Ταχόμμης, Πετεσεφώ, Ανουκεμμώ, Παιτνούφις, Θώθουσχις, Πετενσέτις, Σαβέκωθ, Σχόνις, Σόνεφις, Πνέφχθης, Χαπεμώ, Θένις, Χάρχης, Θμεράχομμις, Τχόφη, Χάρσουρις, Θούπφεχις, Νεφθυραμμώ, Αμανθώ, Τοχουνέονις, Αμόχεμφις, Πίσσουσφις, Σμούθης, Χέπφης, οι πάντες εξ και τριάκοντα.

Αναρωτιέμαι με ποιο μηχανισμό φανταζόταν όλα αυτά τα ονόματα (και αντιπαρέρχομαι τον πειρασμό να πω ότι ο Ανουκεμμώ μου θυμίζει την Ανούκ Αιμέ, που άλλωστε ως γνωστόν έζησε αρκετά μετά τον Σιμωνίδη: ούτε καν στη Συμαΐδα δεν αναφέρεται εφεύρεση της χρονομηχανής…)· μου θυμίζουν παρόμοιες ιστορίες φανταστικών πόλεων που έγραφα μικρός, και στις οποίες εμφανιζόταν για παράδειγμα ο βασιλιάς Αίβυσος, όνομα που δεν είναι παρά η επιγραφή ΣΩΣΙΒΙΑ (από κάποιο φέρι-μποτ) διαβασμένη ανάποδα.

 Και άλλα, και άλλα. Δεν υπήρξε μόνο απατεώνας, πούλησε και εξέδωσε και γνήσια χειρόγραφα. Το 1862 φαίνεται να έκανε και τη μεγάλη ανατροπή, αφού δήλωσε ότι ο περίφημος Σιναϊτικός κώδικας, που είχε κλέψει και δημοσιεύσει ο μεγάλος του αντίπαλος Τίσεντορφ, δεν ήταν παρά μια δική του πλαστογραφία. Ισχυρισμός που αντικρούστηκε κλπ. κλπ., αλλά τι ευφυής, τι απροσδόκητος! Αυτός ο Μπόρχες πριν τον Μπόρχες, ο επινοητής δικών του κόσμων, προσπάθησε σα να λέμε να βγάλει πλαστό και τον κόσμο τον ίδιο.

Ας μη γράψω περισσότερες λεπτομέρειες. Αυτό είναι το λήμμα της αγγλικής βίκι (ελληνικό δεν υπάρχει!), μπορείτε δε να διαβάσετε και ένα σχετικό βιβλίο, δυστυχώς αρκετά απογοητευτικό (Γερμανός που γράφει σε γαλλικό στυλ: πολύ φιοριτούρα, ασκήσεις λογοτεχνικότητας, ευρεία χρήση ιστορικού ενεστώτα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπέρ το δέον προσπάθεια να γεμιστούν τα κενά: αρχίζει με ένα επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου ίσα για να είναι στη μόδα, χωρίς καμία τεκμηρίωση, και τελειώνει με την υπόθεση ότι αυτό που σε μια επιστολή του ο Σιμωνίδης αναφέρει ως «Αλβανία» θα μπορούσε να είναι τα Μετέωρα…).

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Αξίζει όμως να διαβάσετε αυτή την πολύ ωραία βιβλιοπαρουσίαση, όπου εκτίθενται πολύ καλύτερα τα συναρπαστικά γεγονότα της ζωής του Σιμωνίδη. Εδώ και ένα άρθρο που συνοψίζει το ζήτημα του πλαστού (;) Αρτεμίδωρου, για το οποίο (ελπίζω) περισσότερα στα σχόλια.

Θέλω μόνο να σημειώσω, ότι δεν μπόρεσα πουθενά να βρω κάποια φωτογραφία του. Μου έκανε εντύπωση πόσο δυσεύρετη ήταν η μία φωτογραφία του που παραθέτω στην αρχή του ποστ, πόσο δύσκολα βρήκα κάποιες (και δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα) φωτογραφίες από τις πλαστογραφίες του: μερικές εικόνες από τον ψευδοΑρτεμίδωρο, μία από το Κατά Ματθαίον (πάπυρος «γραμμένος δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη»), αβέβαια πράγματα.

***

Ισλάμ Αχούν. Ο ομόλογος του Σιμωνίδη στην Κεντρική Ασία: Ουιγούρος από το Χοτάν, στο κινεζικό Τουρκεστάν ή Σινκιάνγκ, άρχισε το 1895 να προσφέρει για πούλημα, μαζί με έναν συνέταιρό του, αρχαία χειρόγραφα στους διάφορους Άγγλους και Ρώσους πρόξενους της περιοχής. Τα χειρόγραφα προκάλεσαν εξαιρετική σύγχυση στον ανερχόμενο κλάδο των ασιανολόγων: οι διάφορες γραφές που εφεύρισκαν οι δύο συνέταιροι έμοιαζαν άλλοτε με ινδικά, άλλοτε με κινέζικα, άλλοτε με ουιγουρικά ρουνικά, μέχρι που είχαν ενσωματώσει και κυριλλικά στοιχεία προς μεγάλη απορία των μελετητών. Οι αθεόφοβοι, μάλιστα, όταν αυξήθηκε η ζήτηση για χειρόγραφα είχαν φτιάξει ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία, πάλι από ανύπαρκτες γραφές, για να αυξήσουν την παραγωγή. Αλλά να, όσες αμφισβητήσεις προέκυπταν σκόνταφταν στο πολύ ευρωπαϊκό ερώτημα:

Πώς γίνεται ο Ισλάμ Αχούν και οι σχετικά αγράμματοι συνεργάτες του να πιστωθούν με την όχι λίγη επινοητικότητα που θα απαιτούσε η κατασκευή αυτών των γραφών;

(Hoernle, A. F. Rudolf (1899). «A collection of Antiquities from Central Asia, Part I.». Journal of the Asiatic Society of Bengal: 62 –από βίκι).

Εκείνος που τελικά τον υποψιάστηκε ήταν ο σπουδαίος Αυρήλιος Στάιν, μια και στα τόσα χειρόγραφα που ο ίδιος ανακάλυψε στις θαμμένες πόλεις του Ταρίμ δεν συνάντησε ούτε ένα με τις παράξενες γραφές που ανακάλυπτε ο Ισλάμ Αχούν. Τον συνάντησε λοιπόν και τον ανάγκασε τελικά να του αποκαλύψει την απάτη. Ο Στάιν χαρακτηρίζει τον Ισλάμ a very clever rascal, with a good deal of humour -αυτό μπορεί να το φανταστεί κανείς άλλωστε. Μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων του, μία θυμίζει τους τυχοδιώκτες στον Άνθρωπο που θα γινόταν βασιλιάς του Κίπλινγκ: μεταμφιεζόταν σε Άγγλο πράκτορα που έψαχνε τάχα για παράνομους σκλάβους, ώστε να εκβιάζει τους ντόπιους.

Μετά την, ας πούμε, ανάκρισή του από τον Στάιν, ο Ισλάμ Αχούν του ζήτησε να τον πάρει μαζί του στην Ευρώπη. Τι να σκεφτόταν άραγε; Να ετοίμαζε μια καριέρα στο Βερολίνο και το Λονδίνο εφάμιλλη του Σιμωνίδη, σαράντα χρόνια πριν; Εν πάση περιπτώσει ο Στάιν αρνήθηκε· και δεν ξέρουμε τίποτε άλλο για τον Ισλάμ Αχούν.

Έχουμε όμως τη φωτογραφία του, και μπορούμε να δούμε τις δικές του τουλάχιστον πλαστογραφίες.

***

Κλείνοντας, ας μην αφήσουμε να εννοηθεί ότι μόνο τριτοκοσμικοί Βαλκάνιοι και Κεντρασιάτες προσπαθούσαν να ξεγελάσουν την, χμ, επιστημονική κοινότητα. Να για παράδειγμα ο άνθρωπος του Πίλτντάουν (να μείνει η Αλβιών χωρίς προϊστορικό άνθρωπο; Never!) και ένα σωρό άλλα. Επιτρέψτε μου όμως να προτιμάω τον Ισλάμ Αχούν, τον επινοητή των γραφών, και ακόμα περισσότερο τον Σιμωνίδη, τον επινοητή κόσμων.

Υ.Γ. Κάντε τον κόπο να δείτε και τη συνεισφορά του φίλου Alfred E. Newman σχετικά με άλλον ένα καταπληκτικό πλαστογράφο, τον Πρίγκηπα Ροδοκανάκι. Εδώ το κείμενο, και εδώ μια φωτογραφία. Α! και εδώ το magnum opus του, η (ψευδο)ιστορία των Ιουστινιάνηδων της Χίου.

Read Full Post »

Τι καλύτερο δώρο για έναν Βιβλιοθηκάριο που έχει γενέθλια, από μια εισαγωγή σε βιβλιοθήκες με βιβλία που ποτέ δεν γράφτηκαν αλλά που μπορούμε να τα φανταστούμε; Ορίστε λοιπόν –και χρόνια πολλά, Γιώργο!

*****

Ο Μπόρχες έγινε διάσημος για το τέχνασμά του να παρουσιάζει περιλήψεις βιβλίων, αντί να τα γράφει. Ο ίδιος μας λέει, στον πρόλογό του στον Κήπο με τα διακλαδωτά μονοπάτια (Μυθοπλασίες, μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη):

Τι κοπιώδης και εκφυλιστική που ‘ναι κι αυτή η μανία να συνθέτουν τεράστια βιβλία, να αναπτύσσουν σε πεντακόσιες σελίδες μια ιδέα, η τέλεια προφορική έκθεση της οποίας δεν θα ‘παιρνε παραπάνω από λίγα λεπτά! Προτιμητέο είναι να φαντάζεσαι πως αυτά τα βιβλία υπάρχουν ήδη και να προσφέρεις μια περίληψή τους, ένα σχόλιο. Αυτή τη μέθοδο ακολούθησε ο Καρλάιλ στο Sartor Resartus· το ίδιο και ο Μπάτλερ στο The Fair Haven· πρόκειται για έργα που κι αυτά έχουν την ατέλεια να ‘ναι βιβλία, να ‘ναι εξίσου ταυτολογικά με όλα τα άλλα. Πιο λογικός, πιο ανίκανος, πιο φυγόπονος, ο υπογράφων προτίμησε να γράψει σημειώσεις πάνω σε φανταστικά βιβλία.

Ιδού λοιπόν, σκέφτηκα να επιχειρήσω μια γενεαλογία αυτών των φανταστικών, τεμπέλικων βιβλίων. Να ξεκινήσω από το διαβόητο Νεκρονομικόν του Λάβκραφτ; Ή από τα Εφήμερα του δεν-θυμάμαι-πώς-τον-λένε, του φίλου του ομώνυμου ήρωα στον Μάρτιν Ήντεν του Τζακ Λόντον, το υπέροχο ποίημα που τον κάνει να σιχαθεί τα δικά του και συνάμα όλο τον κόσμο; Τον ίδιο αιώνα (φαίνεται ήταν της μόδας): οι πραγματείες του Σέρλοκ Χολμς, όπως εκείνη για τα διάφορα είδη στάχτης καπνού ή λάσπης· μισό αιώνα αργότερα, το μυθιστόρημα του Μαιτρ, στον Μαιτρ και Μαργαρίτα (αν και αυτό μπορούμε κάπως να το φανταστούμε μια και ο Μπουλγκάκοφ ουσιαστικά παρεμβάλλει τα αποσπάσματά του με τον Πόντιο Πιλάτο)· στο τέλος του περασμένου πια αιώνα, τη σειρά των «Φίλων της τύχης» από το Ενάντια στη μέρα του Πύντσον. Μια λίγο διαφορετική περίπτωση είναι τα μουσικά έργα, συχνά με τα λιμπρέτα τους, που συνθέτει ο Άντριαν Λέβερκυν στον Δόκτορα Φάουστους του Τόμας Μαν και που περιγράφονται καταλεπτώς.

Εδώ κάπου λοιπόν η μνήμη μου με εγκαταλείπει (θυμάμαι αμυδρά ότι πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια είχα σκεφτεί ένα σχετικό δοκίμιο με πάμπολλα παραδείγματα, αλλά…). Προσφεύγω στο αντίστοιχο άρθρο της Βίκι, που μου δίνει διάφορα δείγματα τα οποία δεν γνωρίζω (αν και ναι, είχα ξεχάσει τα έργα του Μπένο φον Αρτσιμπόλντι στο 2666 του Μπολάνιο), μεταξύ των οποίων, προς μεγάλη μου χαρά, άγνωστά μου έργα του Στάνισλαφ Λεμ. Βρήκα και έναν τεράστιο κατάλογο, για όποιον ενδιαφέρεται.

Κάπου στην ίδια συλλογή του Μπόρχες γίνεται λόγος για έναν μικροσκοπικό λαβύρινθο… έναν λαβύρινθο από φίλντισι. Να, αυτά τα φανταστικά βιβλία, σκέφτομαι, είναι σαν μικρές-μικρές φιλντισένιες μακέτες (και εδώ θυμάμαι μια παρομοίωση του Κούντερα, που λέει -αντίθετα- ότι Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ είναι σαν ένας τεράστιος πύργος που είναι αδύνατον να τον συλλάβει ολόκληρο το μάτι): βλέπουμε το περίγραμμα, μπορούμε σχεδόν να δούμε κάποιες λεπτομέρειες –όσο για το εσωτερικό, τον τεράστιο θόλο, τα ψηφιδωτά, το πώς παιχνιδίζει το φως από τα μικρά παράθυρα, τα σκαλιστά σχέδια στα κιονόκρανα, αυτά μόνο να τα φανταστούμε μπορούμε. Μερικές φορές, όντως, ίσως είναι καλύτερα έτσι.

Piranesi

Και να λοιπόν, αυτά είχα να πω. Δεν ξέρω αν έχετε να προσθέσετε κάτι –είμαι σίγουρος ότι ξεχνάω κάτι ουσιώδες από την αρχαία ελληνορωμαϊκή γραμματεία, ή από τον μεσαίωνα, ξερωγώ. Έχω γράψει όμως περισσότερες λεπτομέρειες στο βιβλίο μου, Βιβλία σε συμπίεση: μια επισκόπηση φανταστικής βιβλιογραφίας, που σίγουρα θα έχετε δει στα βιβλιοπωλεία. Αυτό που διαβάσατε, ήταν μόνον η περίληψη.

(πρώτη δημοσίευση μιας πρώτης μορφής)

(Κατσαμάκεια 2013: ερυθρό καγκουρώ, Deva Aleema, σελιτσάνος, kizil kum, αναγεννημένη, silentcrossing, το κόκκινο μπαλόνι, Εξεγερμένο το 2009, το καγκουρώ, το σημειωματάριο, η Ντίνα Βιτζηλαίου, η nefosis και το roubinakiM, η Πολυάννα, τα κουπέπκια, το ψαροκόκκαλο, ο μούργος , η Anna Silia, ο ήχος του ανέμου / Εύη Βουλγαράκη, ο κυνοκέφαλος Γρηγόρης και ο Τσαλαπετεινός.

Read Full Post »

Στην υπέροχη ανθολογία με Σύντομες και παράξενες ιστορίες, ο Μπόρχες και ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες παραθέτουν μια ιστοριούλα του Μάρτιν Μπούμπερ, παλιού μας γνώριμου μια και μας είχε προμηθεύσει με την εβραϊκή-εσκεναζίμ εκδοχή της ιστορίας των δύο που ονειρεύτηκαν. Είναι η εξής:

Μια φορά κι έναν καιρό, στη Βιέννη, ο αυτοκράτορας έβγαλε ένα διάταγμα, που χειροτέρευε ακόμα πιο πολύ την ήδη άθλια κατάσταση των Εβραίων στη Γαλικία. Για κάμποσα χρόνια, ένας σοβαρός και σπουδαγμένος άνθρωπος, που τον έλεγαν Φάιβελ, ζούσε στο Σπουδαστήριο του Ραβίνου Ελιμελέκ. Μια νύχτα σηκώθηκε, μπήκε στο δωμάτιο του ραβίνου και του είπε:

«Δάσκαλε, θέλω να υποβάλω μήνυση στον Θεό».

Δεν πρόλαβε να το πει, και τα ίδια του τα λόγια τού ‘φεραν τρόμο.

«Εντάξει», του είπε ο ραβίνος, «αλλά το δικαστήριο δεν συνεδριάζει απόψε».

Την άλλη μέρα, κατέφθασαν στο Λιζένσκ δύο δάσκαλοι, ο Ισραήλ από το Κόζνιτς και ο Ιάκωβος Γιτζάκ απ’ το Λουμπλίν, που κατέλυσαν στο σπίτι του Ελιμελέκ. Το απογευματάκι, ο ραβίνος κάλεσε τον άνθρωπο που τού ‘χε μιλήσει και του είπε:

«Εξήγησέ μας τώρα το αίτημά σου».

«Τώρα δεν έχω τη δύναμη να το κάνω», ψέλλισε ο Φάιβελ.

«Σου δίνω εγώ τη δύναμη», είπε ο ραβίνος.

Τότε ο Φάιβελ άρχισε να μιλά:

«Γιατί μας έχουν σκλάβους σ’ αυτό τον τόπο; Δεν λέει ο Θεός στην Πεντάτευχο: Οι υιοί του Ισραήλ είναι οι υπηρέτες μου; Μας ξαπόστειλε σε ξένους τόπους, αλλά πρέπει να μας ελευθερώσει, αν θέλει να τον υπηρετούμε».

Και ο ραβίνος του απάντησε:

«Τώρα ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος πρέπει να βγουν απ’ την αίθουσα του δικαστηρίου, όπως ορίζει ο Νόμος, για να μην επηρεάζονται οι κριτές. Αποσυρθείτε λοιπόν, ραβίνε Φάιβελ. Όσο για σένα, Κύριε, δεν μπορούμε να Σου ζητήσουμε να βγεις, γιατί η δόξα Σου τη γη γεμίζει, και χωρίς την παρουσία Σου δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε ούτε μια στιγμή. Ωστόσο, Κύριε, δεν θα Σ’ αφήσουμε να μας επηρεάσεις».

Οι τρεις τους συσκέφθηκαν σιωπηλοί, με κλειστά τα μάτια. Το σούρουπο κάλεσαν τον Φάιβελ και του ανακοίνωσαν την ετυμηγορία τους: η μήνυσή του ήταν δίκαιη. Την ίδια στιγμή, ο αυτοκράτορας ανακάλεσε το διάταγμα.

Δεν ξέρω αν αυτή η παράτολμη απόγνωση είναι ίδιον του κεντροευρωπαϊκού εβραϊσμού ή της Μεσευρώπης γενικότερα. Διότι ανοίγω το βιβλιαράκι για να αντιγράψω εδώ την ιστορία (μετάφραση του διδύμου Καλοκύρη-Κυριακίδη, αγορασμένο κάπου γύρω στο ’91), και πέφτει στα γόνατά μου ένα μικρό χαρτάκι· ένα απόκομμα εφημερίδας, Ελευθεροτυπία της 19ης Οκτωβρίου 2005. Λέει τα εξής:

ΠΑΒΕΛ Μ., Ρουμάνος κρατούμενος, που εκτίει ποινή φυλάκισης 20 χρόνων στην πόλη Τιμισοάρα για ληστείες με απόπειρα φόνου, βγήκε τώρα στην αντεπίθεση και κατέθεσε μήνυση εναντίον του Θεού, «κατοίκου του Παραδείσου και εκπροσωπούμενου από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας», επειδή, όπως αναφέρει στη μηνυτήρια αναφορά του ο 17χρονος κρατούμενος δεν τον προστάτευσε από τις κακές πράξεις. «Όταν βαφτίστηκα -γράφει- συνήψα ένα συμβόλαιο με το Θεό και εκείνος υποσχέθηκε να με προστατεύει από τις κακές πράξεις. Έλαβε από μένα διάφορα αγαθά και προσευχές , με αντάλλαγμα τη συγχώρεση και την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Με απογοήτευσε!». Ο δικαστής, ως όφειλε, ανέγνωσε όλη την αναφορά στο δικαστήριο και ανακοίνωσε μετά από λίγη σκέψη ότι η μήνυση απορρίπτεται, καθώς «η προσαγωγή του Θεού ενώπιον της Δικαιοσύνης είναι πρακτικώς αδύνατη»!

Λιγότερο τολμηρός λοιπόν ο Ρουμάνος δικαστής -ή, ίσως, λιγότερο απεγνωσμένος: δεν καιγόταν το δικό του τομάρι, όπως των σοφών ραβίνων. Είναι πολλές πάντως αυτές οι ιστορίες –εδώ θα βρείτε και τον Ρουμάνο, και άλλους. Ένα θεατρικό έργο του Έλι Βίζελ, μάλιστα, μοιάζει εξαιρετικά με την ιστορία του Μπούμπερ, κι ας μην την αναφέρει.

Αξιοσημείωτο είναι, θα έλεγα, ότι πολύ λιγότεροι μήνυσαν τον Διάβολο, για την ακρίβεια ένας, όπως φαίνεται. Ο Διάβολος προστατεύει τον εαυτό του, μπορεί να πει κανείς.

Read Full Post »

Έγραφα τις προάλλες για Το αυγό του φιδιού, μια μη-μπεργκμανική ταινία του Μπέργκμαν που μιλά, κατά κάποιο τρόπο, για πειραματισμούς πάνω στη συμπεριφορά του ανθρώπου σε ακραίες καταστάσεις. Όσο και αν είναι τραγικά επίκαιρη, δεν θέλω να μιλήσω για αυτό τώρα. Το 1969 ο αργεντινός σκηνοθέτης Ούγο Σαντιάγκο γύρισε μια ταινία σε σενάριο του Μπόρχες και του Μπιόι Κασάρες, την Εισβολή. Μπορείτε να τη δείτε εδώ, σε δώδεκα κομμάτια (πληροφοριακό υλικό εδώ και εδώ, επίσης). Είναι μια πόλη, ένα ονειρικό σχεδόν Μπουένος Άιρες που δεν είναι το Μπουένος Άιρες – είναι μια εισβολή που κάποιοι (ποιοι;) ετοιμάζουν (γιατί;) – είναι μια χούφτα άνθρωποι, πέντε ή έξι, που με την καθοδήγηση ενός γέρου προσπαθούν να τους εμποδίσουν – είναι ότι ξέρουν ότι ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος, κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε – είναι ότι οι υπόλοιποι (όλοι δηλαδή) οι κάτοικοι της πόλης αγνοούν εντελώς το τι συμβαίνει, την απειλή, τον ηρωισμό –

Ε να, κάπως έτσι αισθάνομαι αυτό τον καιρό. Θυμάμαι μια παλιά κουβέντα, όπου ισχυριζόμουν ότι όσο και να είναι προδιαγεγραμμένη η καταστροφή υπάρχουν, όπως έλεγε εκείνος ο παλιός εβραϊκός μύθος (ή, αντίστοιχα, κάποιες δοξασίες δερβίσηδων), οι πέντε δίκαιοι που σώζουν τον κόσμο: είναι οι φίλοι μας, το αλάτι της γης. Δεν ξέρω πού αλλού μπορεί να στραφεί κανείς αυτή τη στιγμή· ή μάλλον ξέρω, αλλά δεν ελπίζω. Και όπως ο γέρος της ταινίας, νιώθω σα να μιλάω με ένα μαύρο γάτο περιμένοντας το τέλος του κόσμου μας.

Η μιλόνγκα που ακολουθεί, σε στίχους του Μπόρχες (εδώ:ο Μανουέλ Φλόρες πρόκειται να πεθάνει […] να πεθαίνεις, σημαίνει πως έχεις γεννηθεί) είναι του μεγάλου Ανίβαλ Τρόιλο. Βλέπετε τους φίλους, που σε λίγο πρόκειται να πεθάνουν, με πρώτο τον τραγουδιστή:

Αλλά θέλω να τελειώσω με κάτι πιο, ας πούμε, αισιόδοξο, μια και όπως ξέρετε είμαι χαρούμενος άνθρωπος. Ε, ορίστε λοιπόν, το βυτίο μας θυμίζει τη μητρική γλώσσα: εδώ.

(κατά τα άλλα, δεν ξέρω αν έχω να προσθέσω κάτι σε όσα έλεγα εδώ και εδώ)

Read Full Post »

Κάνατε ποτέ το λάθος να διαβάσετε τον διαβόητο Αλχημιστή του Κοέλιο; Εγώ το είχα κάνει, αλλά στην πρώτη έκδοσή του, πριν γίνει ακριβώς διάσημος. Πρέπει να ήταν γύρω στο ’93 ή κάπου τότε. Δεν μου είχε κάνει ούτε καλή ούτε κακή εντύπωση, μόνο που η βασική του ιδέα -και δεν εννοώ εκείνη με το σύμπαν που συνωμοτεί κλπ., εννοώ το πώς ψάχνεις σε όλο τον κόσμο τον θησαυρό που τελικά είναι στην αυλή σου- μου ήταν ήδη γνωστή. Όντως, Χόρχε Λουΐς Μπόρχες, Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, Αθήνα 1985, σελ. 91-92, πριν το αγοράσω το είχα δανειστεί από τη ΧΑΝΘ, τον πρώτο-πρώτο καιρό της φοιτητικής μου ζωής στη Σαλονίκη: παραπομπή στις Χίλιες και μια νύχτες, 351η νύχτα, ο φτωχός στο Κάιρο βλέπει στον ύπνο του ότι η τύχη του είναι στο Ισπαχάν. Πάει με χίλια ζόρια στο Ισπαχάν, τον πιάνει ο αστυνόμος, ο φουκαράς λέει την ιστορία του, ο αστυνόμος γελάει: «Χα χα, κι εγώ στον ύπνο μου βλέπω ένα θησαυρό σε μιαν αυλή στο Κάιρο μ’ ένα περιβόλι στο βάθος και μες στο περιβόλι ένα ρολόι ηλιακό και πίσω απ’ το ηλιακό ρολόι μια συκιά και κάτω απ’ τη συκιά μια βρύση και κάτω από τη βρύση ένα θησαυρό. Δεν πίστεψα ούτε στιγμή στο ψέμα αυτό». Φυσικά ο άνθρωπος γυρίζει στο Κάιρο, διότι το σπίτι με το περιβόλι ήταν το δικό του, και βρίσκει το θησαυρό. Το σύμπαν συνωμότησε ώστε να είναι ο Κοέλιο, και όχι ο Μπόρχες ούτε ο ανώνυμος Άραβας παραμυθάς, που έγινε διάσημος με τούτη την ιστορία.

Γιατί για μια φορά ο Μπόρχες έγραφε την αλήθεια: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Είναι τέτοιες οι μέρες (για καλό, μην ανησυχείτε) που δύσκολα προλαβαίνω να γράψω και ποστ. Είχα υποσχεθεί να γράψω χτες για την οθωμανική ποίηση, μέρα που ήταν, αλλά θέλει δουλειά και ψάξιμο. Έχω υποσχεθεί να γράψω για τους οθωμανούς παραμυθάδες, ούτε αυτό πρόλαβα. Είπα να γράψω κάτι για τη Λιβύη, έχοντας σκορπίσει κάποιες απόψεις από δω κι από κει. Σκέφτηκα ότι ψαχουλεύοντας στο δίκτυο, και με τη βοήθεια διαφόρων και ιδίως της Μαρίας και του Τάλω, έχω αρχίσει να σχηματίζω μια εικόνα. Ύστερα ένιωσα κάπως σαν τον Μπόρχες στην Αναζήτηση του Αβερρόη, που συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι περιγράφει κάποιον για τον οποίο, στην πραγματικότητα, δεν ξέρει τίποτα και ο Αβερρόης του διαλύεται μπροστά στον καθρέφτη. Είπα, αρκετά βάσανα έχει η Λιβύη, μη διαλυθεί και μέσα στο νιπτήρα του Δύτη.

Μετά σκέφτηκα να γράψω κάτι για τον Ιμπν Χαλντούν, το μέγιστο Τυνήσιο ιστορικό και πολιτικό στοχαστή του 14ου αιώνα, και τη θεωρία του (ανάμεσα σε άλλα επίκαιρα) για τη φυλετική αλληλεγγύη, τα νομαδικά κράτη και το πώς μετατρέπονται σε εγκατεστημένα και παρακμάζουν μετά από τρεις γενιές· σκέφτηκα όμως, πάλι οριενταλιστή θα με πουν, ή ίσως ημιοριενταλιστή που είναι μάλλον χειρότερο.

Και λέγοντας «οριενταλιστή» θυμήθηκα τις Nouvelles orientales, τα (αφιερωμένα στον Ανδρέα Εμπειρίκο) «Διηγήματα της Ανατολής» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ που ξαναδιάβασα προχτές, και εκείνο το υπέροχο, μοναδικό θλιμμένο διαμάντι, την Χαριστική βολή… Σκέφτομαι ότι η Άβυσσος, που ξαναδιαβάζω αυτές τις μέρες, με όλη της την προσεκτική ανασύσταση της ταραγμένης και ανήσυχης εποχής της Μεταρρύθμισης, ή αντίστοιχα ο Αδριανός, δεν μου προκαλούν τέτοια συγκίνηση όσο εκείνες οι μικρές νουβέλες. Τα έχω διαβάσει από δύο φορές και το μόνο που θυμάμαι καθαρά είναι οι επίλογοι ή τα δοκίμια, όπου η Γιουρσενάρ διηγόταν την ιστορία της συγγραφής τους. Από την Άβυσσο, μου έχουν έτσι μείνει στο μυαλό τα πρακτικά της ανάκρισης του Τομάζο Καμπανέλα· από τον Αδριανό, το πώς η Γιουρσενάρ, σε κάποια μετακόμιση της ώριμης ηλικίας, ανακαλύπτει σε ένα σεντούκι ένα χειρόγραφο που αρχίζει Αγαπητέ μου Μάρκο. Άρχισα να σκέφτομαι, λέει, ποιος ξεχασμένος φίλος ή εραστής ήταν αυτός,  και μετά συνειδητοποίησα πως ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος, και το χειρόγραφο η ξεχασμένη αρχή του μυθιστορήματος που είχα ξεκινήσει στα νιάτα μου, γράφει.

Να, αυτή ήταν μια ωραία ιστορία.

Read Full Post »

Older Posts »