Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μιχάλης Σιγανίδης’

Αυτό το ποστ το έχω υποσχεθεί πολύ καιρό τώρα, και από την πολλή υπόσχεση θα κακοφορμίσει, φοβάμαι. Γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τι να γράψω για τον Σαββόπουλο.

Μικρός όταν ήμουν (περισσότερα…)

Advertisements

Read Full Post »

Μερικές φορές, όπως είναι φυσικό, λυπάμαι που δεν είμαι στην Αθήνα. Το ότι η Λένα Πλάτωνος θα εμφανίζεται στο «Κύτταρο» το ήξερα ήδη· τώρα βλέπω ότι οι Αθηναίοι μπορούν να ακούσουν και τον Μιχάλη Σιγανίδη (ιδού). Τι να κάνουμε· ας θυμάμαι εγώ τις δύο περσινές συναυλίες…  Εύχομαι σε όσους φίλους έχουν την τύχη, να μην ξενερώσουν από το εναλλακτικό κοινό που φαντάζομαι θα σπεύσει επίσης· χαλάλι.

Μερικές φορές, νιώθεις σαν εξόριστος που μόνο κάποια καλώδια σε συνδέουν με τον κόσμο. Από την άλλη, αυτά τα καλώδια μπορούν να σε συνδέσουν με πάρα πολλά πράγματα, δεν γκρινιάζω. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως προτιμώ να περάσω δυο ή τρεις ώρες αλλάζοντας σιντί στο μηχάνημα, από το να πάω σε μια συναυλία· τέλος πάντων, όχι προτιμώ (φυσικά!), δεν μου κάνει μεγάλη διαφορά. (Στην ουσία: παρηγοριά στον άρρωστο…).

Καλή ακρόαση λοιπόν!

(οι καινούργιοι στο μπλογκ, μπορείτε -αν θέλετε δηλαδή- να δείτε σχετικά ποστ εδώ, για την Πλάτωνος, και εδώ για το Σιγανίδη).

Read Full Post »

Είναι όμοια και όμως διαφέρουν

Θυμάμαι ακόμα τη θολή τη βροχερήν ημέρα που ανέβαινες την Πλάτωνος μα σου’ λειπεν ο τόνος της παλαιάς εκστατικής κι ηρωικής εξόδου που αυθόρμητα επεχείρησες μεσ’ από το κουρείο του Τάσου -λένε- εραστού τότε της Ασπασίας και τώρα στην Αμερική νομίζω μετανάστου·

σειρήνα όταν άκουσες της Πυροσβεστικής πετάχτηκες μισός γουλί «μισός διαδρομή» με μπέρτα που ανέμιζε σαν το ζουρλομανδύα του Τάσου την πετσέτα.

Εγώ οδηγούσα φορτηγό σαν κάποιος βιοτέχνης που διανέμει το κενό στην πόλης το συνωστισμό κι όταν σε είδα απέσυρα το κάλεσμα του βλέμματος, έτσι παρακολούθησα όπως μικρός, αθέατος: τις περιπτύξεις, τα πουλιά «στου πάρκου την πλατεία» που Αχειροποίητη τραβά την ίδια πελατεία (σκυλιά και Ρωσσοπόντιοι, μια φωτισμένη αλάνα, αυτή είναι τώρα η αγκαλιά που ανοίγει η φτωχομάνα).

Όχι όπως τότε που ‘παιρνες χωνάκι απ’ το Βασδέκη με ένα φράγκο παγωτό κι οι υπηρέτριες πιο κει παίζανε με το Ναυτικό, μα εσύ δεν καταλάβαινες χαμένος μεσ’ τους θησαυρούς της πατριδογνωσίας και πάντα ταυτιζόμενος ωσάν τον Γκουρντουλού -ήρωα του Καλβίνο- με όλα τα επιστητά, θαυμάζοντας κι αφήνοντας να ρέουν σαν τον οίνο που αργότερα εσυνήθισες κατά την εφηβεία και νόμισες πως ξέφευγες από την εποπτεία μίας μητρός ελεγκτικής κι ενός πατρός φυτού μέλη ντουέτου ιστορικού, κωμικοτραγικού (Un soir Μιχαλάκης ήτο μόνος à sept heures et Marie του υπεσχέθη πως θα έρθει à neuf heures. Αι neuf heures είχον παρέλθει και Marie ne pas venue, oûvre la fenêtre Μιχαλάκης et regarde à la rue).

Νύχτες της Πόλυς, λευκός Σεΐχης το Zastava έγινε μετεωρίτης στην Ουρανούπολη, στο Αρσακλί όλοι αγαπήσανε το μερακλή: είναι ο Κούσουλας κι ο Τομανάς και στα πατάρια μας ψάχνει ο Θωμάς μεσ’ την κουζίνα μας είναι ο Ακύλας, ο Ζήσης έφυγε σα Φαντομάς. Μέρες ευφρόσυνες αυτής της βίλλας, των υποσχέσεων της κατρακύλας, στιγμές αιώνιες, ίδια η φωνή στου τηλεφώνου τη συσκευή.

……………………………..       …………………………….

Αυτοί είναι οι στίχοι από ένα κομμάτι του Μιχάλη Σιγανίδη από τις «Μικρές Αγγελίες» (1999). Το έκοψα σε παραγράφους για να φαίνεται κάπως καλύτερα η τραγουδιστική δομή του, αλλά είπα να μην το διαλύσω παραπέρα. Δεν ξέρω για σας, εγώ όμως πολύ θα ήθελα να μπορούσα να υπογράψω ένα τέτοιο κείμενο. Προσπαθώ να θυμηθώ πότε πρωτάκουσα το Σιγανίδη, εννοώ εκτός Χειμερινών Κολυμβητών· νομίζω ήταν μια φορά στο Πεδίο του Άρεως πριν από δέκα χρόνια και βάλε, μαζί με τον Φλώρο Φλωρίδη, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Θυμάμαι πάντως πολύ καλά την τελευταία, το περασμένο Πάσχα στην Αθήνα: μαζί με εκείνη της Πλάτωνος, ανάμεσα στις καλύτερες που έχω πάει πρόσφατα. Κράτησε από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις ή τεσσεράμισυ το πρωί και περιείχε κάτι λιγότερο από τα άπαντά του. Ήθελα να πάω να του μιλήσω, τελικά ντράπηκα όπως συνήθως, και έτσι τώρα στέλνω ένα μήνυμα θαυμασμού και εκτίμησης που μάλλον δεν θα διαβάσει ποτέ. Οι δίσκοι του Σιγανίδη με κάνουν να θέλω να ήμουν κι εγώ ένας από τους μουσικούς ή έστω αυτούς που εν αγνοία τους ή όχι συνεισφέρουν με φράσεις που συνεχώς ακούμε αλλά ποτέ δεν προσέχουμε. Και επειδή δεν είμαι μουσικός, δεν μπορώ να πω πολλά για τη μουσική, πέρα από το ότι μοιάζει δύσκολη ή τυχαία αλλά είναι λεπτομερέστατα δομημένη με πολλή προσοχή (μου φαίνεται), ούτως ώστε ακόμα και ένα κολάζ ήχων, φράσεων και θορύβων να καταλήγει μουσική. Όσο για τους στίχους, ή το υλικό λόγου να το πω έτσι (γιατί δεν μιλάμε πάντα για στίχους), αυτό που παρέθεσα παραπάνω δείχνει ίσως με τι οξυδέρκεια ο Σιγανίδης χειρίζεται τις λέξεις, τις απλές λέξεις που κολλάνε μεταξύ τους τυχαία φαινομενικά, βάσει παρήχησης ή ομοιότητας ή απλής ρίμας, αλλά όταν βλέπουμε το αποτέλεσμα καταλαβαίνουμε ότι κάθε άλλο παρά του λείπει η συνοχή. Ο μόνος στιχουργός με τον οποίο μπορώ αυτή τη στιγμή να συγκρίνω το Σιγανίδη, από αυτή την άποψη, είναι η Λένα Πλάτωνος, και ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (Μάσκες Ηλίου ή Λεπιδόπτερα, ας πούμε).

Και βέβαια ξαναδιαβάζω όσα έγραψα και μου μοιάζουν ήδη νεκρά· κανονικά θα έπρεπε να τα διαγράψω και να κρατήσω μόνο τους στίχους. Σκέφτομαι όμως ότι κάτι δικό μου τέλος πάντων πρέπει να υπάρχει στο ιστολόγιο, αλλιώς θα ήταν ανθολόγιο. Μπορείτε λοιπόν απλά να τα αγνοήσετε, και να μείνετε στους στίχους, ή ακόμα καλύτερα να ακούσετε τους δίσκους. Και όπως λέει πάλι ο Σιγανίδης,

αν δεν υπήρχε ο θεριστής θα ‘μουνα παραθεριστής

ή

θέλω να είμαι κωλόπαιδο / όσο και να μ’ αγαπάς (σε ρυθμό κλασικού δωδεκάμετρου).

Read Full Post »