Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μικρή επικαιρότητα’

Ότι τον εμφύλιο τον ξεκίνησε το ΕΑΜ ήδη πριν από την Απελευθέρωση το έχουμε εμπεδώσει, ότι οι Χίτες ήταν αγνοί χωρικοί που κάπως έπρεπε να αντιδράσουν στην κόκκινη τρομοκρατία παρομοίως, τελευταία εμπεδώνουμε και ότι καλύτερα να είχαν κάτσει όλοι στ’ αυγά τους και να αποφεύγαμε αναίτιες θυσίες όπως το Δίστομο ή την Καισαριανή. Χτες έμαθα και κάτι άλλο και το αντιγράφω για να το εμπεδώσουμε κι αυτό: η Αθήνα καταστράφηκε από τις πυρηνικές κεφαλές τους όλμους και τις ανατινάξεις του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Πού; Φυσικά στην αγαπημένη μας Καθημερινή. Απολαύστε:

Ενα τεράστιο τμήμα του κτιριακού αποθέματος της Αθήνας καταστράφηκε ολοσχερώς ή μερικώς, κυρίως από ανατινάξεις εκ μέρους του ΕΛΑΣ. Η περιοχή γύρω από την Ομόνοια, η Νεάπολη, τα Εξάρχεια, η Πατησίων, η Κυψέλη, του Μακρυγιάννη και πολλά ακόμη κεντρικά σημεία της Αθήνας γέμισαν με ερείπια και χαλάσματα και μαζί με τα θύματα και από τις δύο πλευρές και τις απαγωγές ή την ομηρεία αμάχων από τους αντάρτες, η Αθήνα είχε τραυματικές απώλειες στον οικοδομικό ιστό της, γεγονός που επιτάχυνε την ανάγκη ανοικοδόμησης (προτού ακόμη τελειώσει ο Εμφύλιος). Και επιπλέον παραμένουν ανοικτά τα ερωτήματα για την ψυχολογική επίπτωση που είχε στον γενικό πληθυσμό η βία που ήρθε και εγκαταστάθηκε στον πυρήνα άλλοτε φιλήσυχων περιοχών. Οι Αθηναίοι άρχισαν να βλέπουν αλλιώς την πόλη τους. […]

Η καταστροφή οικιστικού ιστού στην Αθήνα και η στοχευμένη, εκ μέρους του ΕΛΑΣ, ανατίναξη ή πυρπόληση εμβληματικών κτιρίων για την ιστορία του αστικού πολιτισμού στην πόλη, όπως η ιστορική Βαρβάκειος ή η έπαυλη Θων στους Αμπελοκήπους (έργο Τσίλλερ) δημιούργησε χάσματα συνέχειας και μνήμης. Από τα Δεκεμβριανά κληρονομήσαμε σε επιτάχυνση και όξυνση δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, η απαξίωση της παλαιάς μορφής της πόλεως κέρδισε έδαφος και οπαδούς, όχι μόνο μέσα από τη διεθνή, τότε, τάση για αστική ανανέωση, αλλά και μέσα από μία ιδεοληπτική αποξένωση από την εικονογραφία των ιστορικών ρυθμών ως προϊόντων της αστικής τάξης. Και δεύτερον, η άτυπη πρόσκληση σε καιροσκόπους και κερδοσκόπους στη διαμόρφωση της τύχης των νέων Αθηνών.

Μάθαμε ότι η εξαίρετη βρετανική τεχνολογία είχε ήδη από το ’44 εφεύρει τα τανκς και τα Σπιτφάιαρ ειδικής σύνθεσης, που όπως και η βόμβα νετρονίου σκότωναν μόνο χωρίς να γκρεμίζουν (υπάρχει βέβαια και η περίπτωση, δεν ξέρω, να βομβάρδιζαν εξίσου στοχευμένα μόνο κάτι κιτσάτα, λαϊκά κτίρια στο πλαίσιο μιας παρόμοιας αισθητικής παρέμβασης)· ότι οι ΕΛΑΣίτες των Δεκεμβριανών είχαν τέτοια καταπληκτική στρατηγική βάθους ώστε να βρουν χρόνο να στοχεύσουν στο συμβολικό πεδίο· ότι, βέβαια, η ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς απέκτησε τέτοιες ρίζες ώστε λίγες δεκαετίες μετά κοτζάμ Καραμανλής να υποκύψει και να εγκρίνει αυτό το εξισωτικό, αναδιανεμητικό και εναντίον-της-αριστείας μέτρο της αντιπαροχής.

Το καλύτερο, ίσως, είναι η εικονογράφηση: το ανατιναγμένο από τον ΕΛΑΣ κτίριο της Γενικής Ασφάλειας δίπλα στο Πολυτεχνείο (ένα κτίριο από μπετόν αρμέ, όχι ακριβώς εμβληματικό — αλλά πάλι, γιατί, τι τους έφταιξε η Γενική Ασφάλεια;) και, δίπλα δίπλα, το μισοκαμμένο ή μάλλον καπνισμένο νεοκλασικό της Σταδίου «κατεστραμμένο από το 2012». Καμία αμφιβολία για το τι θέλουν να πουν οι ποιητές.

 

Advertisements

Read Full Post »

Ή αλλιώς «η μανία με τα έιτιζ», για να παραφράσω ένα παλιό (εκείνης της εποχής δηλαδή πάνω-κάτω) αστυνομικό που έχει κάποια σχέση με αυτό που θέλω να γράψω: cui bono, ποιον ωφελεί ή τέλος πάντων τι έχουν πάθει όλοι και ασχολούνται με αυτή τη δεκαετία. Υπάρχουν  λοιπόν αυτοί που νοσταλγούν την παιδική τους ηλικία, από τη μια, η οποία (όπως συνέβη και στην περίπτωσή μου) συνέπεσε με το ’80: αν το σκεφτεί κανείς και μόνο με όρους σινεμά, η δεκαετία του ’80 νοσταλγούσε εκείνη του ’50 (βλ. π.χ. το Νικολαΐδη), εκείνη του ’90 το ’60 (Τέλος εποχήςΠέπερμιντ και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι), του 2000 το ’70 (οι αποχρωματισμένες σκηνές στη Χώρα προέλευσης), ε, τώρα ήρθε η σειρά του ’80. Κολακεύομαι να σκέφτομαι ότι το συμπέρασμα είναι πως οι σαραντάρηδες ή σαρανταφεύγα είμαστε η πιο δημιουργική ηλικία, αλλά στο θέμα μας η ουσία είναι ότι υπάρχει αυτή η νοσταλγική αναδρομή σε μια ηλικία της αθωότητας και μας αρέσει να κοιτάμε τις παλιές φωτογραφίες με τις αλάνες, τα κοντά παντελονάκια και τα ποδήλατα, τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις και τις τώρα γερασμένες θείες και θείους εν πλήρη ακμή. Να θυμόμαστε τη ντίσκο και τις βιντεοταινίες (αλλά όχι την Πλάτωνος, ούτε καν τους Κατσιμιχαίους), λες και η αθωότητα κάθε παιδικής ηλικίας έχει δεκαετία (είναι τυχαία η μανία με τα ρετρό κινούμενα σχέδια ή τις διαφημίσεις του ’80, ενώ κανείς δεν θυμάται πόσες ωραίες ταινίες προλόγιζε ο Μπακογιαννόπουλος τα Σάββατα;). Να ξεχνάμε αντίστοιχα διάφορα μη-αθώα πράγματα που ίσως θυμούνται οι μεγαλύτεροι: τι μπορεί να σήμαινε η Αθήνα του ’80, πόσο μπορεί να ήταν (έγραφα παλιά) μια εχθρική Αθήνα, γεμάτη ψυχιατρεία φυλακές και ζόμπι, γουρούνια του σαμπουάν και το τραίνο, το λένε χάπιεντ εξπρές για καμουφλάζ Όσο για την επαρχία της ίδιας εποχής, από παρόμοιες απόψεις άσε καλύτερα. (Και κανέναν (σχεδόν) δεν είδα να νοσταλγεί την μαθητική πολιτικοποίηση που εγώ θυμάμαι τόσο ευχάριστα).

Εδώ λοιπόν παρεμβαίνουν οι φωτογραφίες με τις τρυφερές πόζες σε μπαλκόνια με σημαίες του ΠΑΣΟΚ, και εδώ πάμε στη δεύτερη ομάδα που μας ζαλίζει με τη δεκαετία του ’80. Υποτίθεται λοιπόν ότι είναι η δεκαετία όπου ξεκίνησε η κατρακύλα: οι σχολιαστές αυτοί φρίττουν με τα δασύτριχα ανοιχτά πουκάμισα, τους μουστακαλήδες τσιφτετέλληνες, τα σκυλάδικα και όλα όσα σηματοδοτούν μια εποχή που αρχίσαμε να καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε. Γνωστά πράγματα, δηλαδή, που έχουμε φάει με το κουτάλι τα τελευταία χρόνια. Αυτό που ξεχνάνε τέτοιοι κατήγοροι μέσα σε κάτι σαν σουσουδισμό χωρίς καμία αθωότητα είναι δύο πράγματα: το πρώτο, ότι σε οποιοδήποτε τομέα της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής η δεκαετία του ’80 ήταν δραματικά καλύτερη από εκείνη που προηγήθηκε (προκαλώ οποιονδήποτε να αποδείξει ή έστω να υποδείξει το αντίθετο): ο Καραμανλής τους μπορεί να έπινε καφέ με τον Χατζιδάκι, μετρά όμως και δυο νεκρούς σε διαδήλωση. Και το δεύτερο, ότι οι εικόνες συλλογικού πλούτου και ανέμελης ευμάρειας που τα κακομαθημένα αυτά παιδιά ταυτίζουν με τη δεκαετία του ’80 ανήκουν, στην πραγματικότητα, στην επόμενη και μεθεπόμενη δεκαετία, στον διαβόητο εκσυγχρονισμό που μας τα έπρηξε με τους (και καλά όχι νεόπλουτους αλλά) νεοαστούς, δυναμικούς και μορφωμένους αλλά και ακομπλεξάριστους (μια και τα σπάγανε στη Βίσση και όχι στη Σακελλαρίου), και με το ευρωπαϊκό όραμα που ταυτίστηκε (για να χρησιμοποιήσω την αφελέστατη διατύπωση ενός γνωστού, ας πούμε, διανοητή) με το Σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη για ψώνια — άσχετα αν κανείς μας δεν γνώρισε αυτούς τους μυθικούς τύπους.

Συμφέρει όμως να αποδίδεις την ανέμελη ευμάρεια όχι στην εποχή της επιχειρηματικότητας, του εκσυγχρονισμού και του ευρωπαϊσμού αλλά σε εκείνη που έκανε την πλέμπα να πιστέψει ότι έχει δικαίωμα στην καλοπέραση (και λόγο στις αποφάσεις). Αν η νοσταλγική εξιδανίκευση της παιδικής ηλικίας από τους σημερινούς σαραντάρηδες έχει κάποιο άλλοθι, το κατηγορώ των πολιτισμένων μη-μου-άπτου δεν έχει κανένα. Απ’ την άλλη, τα δυο άκρα κάπως συναντιώνται, μια και το ηθικό δίδαγμα από την πτωχή πλην τιμία δεκαετία είναι τελικά ότι η Ελλάς πρέπει να παραμείνει πτωχή για να είναι τιμία. (Κάτι που ενδεχομένως ισχύει, αλλά τότε ισχύει για όλους: η πλουσία Ευρώπη έχει τόσο λερωμένη τη φωλιά της που μόνο τίμια δεν θα την πεις).

Read Full Post »

Αυτή είναι η βιογραφία του ποιητή Χασμπί, που έζησε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, όπως τη διηγείται ο ιστορικός (και όχι μόνο) Μουσταφά Άλη από την Καλλίπολη:

Κατάγεται από την πόλη Γκεντούς [κοντά στην Κιουτάχεια] του βιλαετιού της Ανατολής. Αδελφός του Κεσφί, από τους παλιούς· καθώς ανήκε στους μέθυσους και αλιτήριους του καιρού του, μπλέχτηκε σε κάτι ταραχές, στις αρχές της βεζιρείας του μακαρίτη [μεγάλου βεζίρη, Πάργαλη] Ιμπραήμ Πασά και παραδόθηκε στον σούμπαση [αρχιαστυνόμο] της Πόλης για να ριχτεί στη φυλακή και μάλιστα με την οδηγία να βασανιστεί. Την ίδια νύχτα τον έδεσαν και τον κρέμασαν από τα χέρια, για να βασανιστεί σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Ο Χασμπί αυτοσχεδίασε τους παρακάτω στίχους, και ο σούμπασης, όντας λίγο πολύ μαλακός απ’ τη φύση του, τον συμπόνεσε. Να οι στίχοι:

Τον πόνο του βουνού της αγάπης, που δεν αντέχει ούτε το Καφ* / αυτή η ανήμπορη καρδιά μου τον αντέχει, λυπήσου την

Κατά σύμπτωση, το ίδιο βράδυ μια κόρη του σούμπαση πέθανε ξαφνικά· αυτό του φάνηκε σαν σημάδι για την αθωότητα του Χασμπί. Την άλλη μέρα εμφανίστηκε στο συμβούλιο του βεζίρη και τον προστάτευσε, λέγοντας ότι όσα βασανιστήρια και αν του έκανε εκείνος δεν ομολόγησε την ενοχή του. Κατά τύχη, την ώρα που τον έφερναν, το μάτι του Χασμπί χτυπήθηκε σε ένα κλαδί και τραυματίστηκε. Ο Πασάς το πρόσεξε και τον ρώτησε:

«Ε, μολλά Χασμπί, τι έπαθε το μάτι σου;»

Εκείνος απάντησε:

«Δεν του άρεσε η θέση του και θέλει να φύγει, πασά μου»**.

Του σκληρόκαρδου βεζίρη του κακοφάνηκε να αστειεύεται σε τέτοια θέση, και είπε:

«Έχει να δει πολλά ακόμα το μάτι σου».

Τον έστειλε και πάλι φυλακισμένο σε ένα μικρό κάστρο, ανάμεσα στην Πόλη και το Σκούταρι, το λεγόμενο Κεταγιούν Σαράι [τον πύργο του Λέανδρου;]· δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε εκεί, και το προσωνύμι του από Χασμπί έγινε Χαμπσί [«της φυλακής», θυμηθείτε το τραγούδι του Λοΐζου: κι όλους τους ρίχνω μες στη χάψη]. […] Από τους παλιούς ποιητές, ο Μπασιρί, ο Ζατί, ο [αδελφός του Χ.] Κεσφί και ο Καντί*** πήγαν στον βεζίρη και παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει· κι ενώ εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται, κάποιοι του βάλαν λόγια, ότι τάχα μου οι ποιητές θέλουν να δείξουν ότι με τη σάτιρα σε αποδυναμώνουν, και έτσι ο Χασμπί έμεινε Χαμπσί: του έμεινε μόνο να λέει, «Για μένα αρκεί μόνο ο Θεός». Μόνο την ημέρα της εκτέλεσης του Πασά ελευθερώθηκε ο ποιητής από [τη φυλακή και το αντίστοιχο] προσωνύμι του. Με λίγα λόγια, ήταν λαϊκός τύπος, ελαφρόμυαλος και αγαπούσε το κρασί· δεν πρόσεχε και έλεγε ό,τι του ερχόταν στη γλώσσα. Μάλιστα, ενόσω ήταν φυλακισμένος έβγαλε το παρακάτω τετράστιχο, που εντυπωσίασε κάποιους από τους κοινούς ανθρώπους και συζητήθηκε:

Πάλι αχ πείτε, ας κλάψουν οι ουρανοί που γυρνάνε / ο θρήνος μου ας βγει στο στερέωμα, η ουράνια σφαίρα ας κλάψει

Ας δει τα δάκρυα των ματιών μου ο ωκεανός κι ας κλάψει / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

Το ποτήρι μόλις μου έδωσε του χωρισμού ο πικρός κεραστής / το χιόνι σκέπασε τον κόσμο, βλέποντάς με η νύχτα ας κλάψει

Αχ, οι μέρες του αποχωρισμού πώς με σκότωσαν τον άμοιρο / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

 

Δεν ξέρω ποιον ενδιαφέρει σήμερα μια ιστορία σαν αυτή. Ωστόσο, κάποιος πρέπει να θυμάται τους φυλακισμένους, ποιητές ή όχι.

*

* Το μυθικό βουνό στην άκρη του κόσμου (για το οποίο ελπίζω να γράψω κάτι εκτενέστερο σύντομα).

**Βρήκα εδώ μια ερμηνεία της φράσης που δίνει μια αμφισημία, σα να έλεγε «δεν του άρεσε αυτό που βλέπει». Αυτό εξηγεί ακόμα περισσότερο το θυμό του Πάργαλη.

*** Αυτοί όλοι ήταν ο λεγόμενος κύκλος του Ζατί, ενός ποιητή παλιότερης γενιάς που στο μαγαζάκι του (ήτανε γεωμάντης) μαζεύονταν, γράφανε, κρίνανε, αλληλοκλέβονταν και κουτσομπολεύανε όλοι οι ποιητές της εποχής. Στον Κεσφί, τον αδερφό του φίλου μας, αποδίδεται το εξής δίστιχο προς τον Ζατί: δεν δέχτηκαν να τον κάνουν ιμάμη / Ω Ζατί, γαμώ την κοινωνία τους. Αναρωτιέμαι αν μεταφράζω σωστά βέβαια (sikeyin Zâtîyâ cemâ’atini), συν τοις άλλοις ίσως χάνω το λογοπαίγνιο, μια και «κοινωνία» (cema’at) σημαίνει, βλέπω, και έναν όρο στη γεωμαντεία. 

Πηγή: Mustafa İsen (επιμ.), Künhü’l-ahbâr’ın tezkire kısmı, Άγκυρα 1994, σελ. 207-8 (για τον Χασμπί) και 264-5 (για τον αδερφό του).

Read Full Post »

Γράφει ένας αναγνώστης στο London Review of Books, τ. 35 αρ. 24, 19 Δεκεμβρίου 2013, για τη δίκη και καταδίκη ενός αγάλματος της Παρθένου Μαρίας, που έλαβε χώρα στο ουαλικό χωριό Χάρντεν το 946:

Σύμφωνα με ένα σαξονικό χειρόγραφο, η ιστορία διηγείται πως το άγαλμα, στημένο στο υπερώο της εκκλησίας, έπεσε στο κεφάλι της Πυργοδέσποινας του χωριού ενώ εκείνη προσευχόταν –και τη σκότωσε. Το άγαλμα συνελήφθη· κατηγορήθηκε για φόνο· παρουσιάστηκε ενώπιον ενόρκων· κρίθηκε ένοχο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ωστόσο, καθώς επρόκειτο για την Παρθένο, οι χωρικοί αποφάσισαν να μην την κρεμάσουν, παρά να την αφήσουν στις όχθες του ποταμού Ντη «απ’ όπου θα μπορούσαν να δουν τι θα απογίνει, όπως και συνέβη· λίγο αργότερα, η παλίρροια ήρθε και παρέσυρε το εν λόγω είδωλο στα ρηχά… όπου και βρέθηκε την επόμενη μέρα, πνιγμένο και νεκρό».

Εντάξει, κάποιος άλλος ευσυνείδητος αναγνώστης παρατηρεί στο μεθεπόμενο τεύχος ότι «για να υπάρχει πυργοδέσποινα, θα πρέπει να υπάρχει πύργος», και κανένας πύργος δεν υπήρξε στη Βρετανία πριν από τα μέσα του 11ου αιώνα (μολονότι, βλέπω εδώ, είναι αδιευκρίνιστες οι απαρχές του κάστρου του Χάρντεν, ενδεχομένως από την εποχή του Σιδήρου). Αλλού διαβάζει κανείς πως αν η ιστορία ισχύει, πρόκειται για την πρώτη εμφάνιση ενόρκων στα βρετανικά νησιά.

Το κάστρο του Χάρντεν

Η αλήθεια είναι ότι η παλαιότερη και πιο περιεκτική πηγή που μπόρεσα να βρω, ένα άρθρο στο Archaeologia Cambrensis του 1873 (υπάρχει και μια σύνοψη εδώ), αναφέρεται μόνο σε μια ιστορία «που σώζεται στην ενορία από αμνημονεύτων χρόνων και λέγεται ότι αποτελεί μετάφραση ενός αρχαίου σαξονικού χειρογράφου». Από το άρθρο αυτό μαθαίνουμε το όνομα της πυργοδέσποινας (Lady Trawst, whose husband’s name was Seisyllt or Sitsyllt, a nobleman, and governor of Hawarden Castle), για την οποία ο συγγραφέας κάνει διάφορες υποθέσεις, καθώς και των ενόρκων. Μαθαίνουμε επίσης ότι το άγαλμα κρίθηκε επίσης ένοχο «μη ανταπόκρισης σε πολλά αιτήματα»· μάλιστα ένας ένορκος πρότεινε να το πνίξουν, «μια και ήθελαν βροχή».

Ναι, οι χωρικοί του ουαλικού χωριού δεν φτάνουν τους Εβραίους της Γαλικίας ή έστω εκείνον τον φουκαρά Ρουμάνο ληστή που μήνυσαν κοτζάμ Θεό (αν θυμάστε). Διακρίνει κανείς κάποιον απόηχο παγανισμού, να το πούμε έτσι· και όμως, παραμένει πάντα η πίστη σε κάποιου είδους συμβόλαιο, μια διαθήκη την οποία πρέπει να τηρούν αμφότερα τα μέρη. Η πίστη σε μια πρωτόγονη ελευθερία, τέλος πάντων.

Read Full Post »

Εκείνοι που ποζάρουν ως Έλληνες διανοούμενοι αρέσκονται –νομίζω– να θεωρούν τους εαυτούς τους κάτι σαν Τόμας Μπέρνχαρντ της Ελλάδας. Και πράγματι δεν έχουν πιο ευχάριστο σπορ από το να κατηγορούν τους Έλληνες/Ελληνάρες/Ελ/Βαλκάνιους υπανάπτυκτους (δεν το βγάζω απ’ το μυαλό μου αυτό) για, ας πούμε, ακριβώς αυτό: υπανάπτυξη. Για το ότι δεν είναι αρκετά Ευρωπαίοι (ή Αμερικάνοι, για κάποιους ή κάποιες εξ αυτών). Και ναι, το κάνουν με ενοχλητικό τρόπο, χωρίς να κολακεύουν το λαό, ίσως όπως ο Μπέρνχαρντ για τον οποίο άκουσα έναν αυστριακό να λέει  «αφού δεν του άρεσε η χώρα μας, γιατί δεν έφευγε», ωστόσο υπάρχει μια διαφορά που μπορεί κανείς να την πει ουσιώδη, ότι δηλαδή  ο Μπέρνχαρντ με την ομιλία του όταν παρέλαβε ένα βραβείο έκανε τον υπουργό να αποχωρήσει, ενώ οι δικοί μας τον κάνουν να συμφωνήσει με ενθουσιασμό. Καταφέρνουν, μ’ άλλα λόγια, να ενοχλούν τους πάντες, όχι όμως την εξουσία, ποτέ την εξουσία.

(Πάνε κάπου είκοσι χρόνια, αντίθετα, που δύο άνθρωποι παραλίγο να πάνε φυλακή επειδή μίλησαν ευνοϊκά για το κάψιμο μιας σημαίας. Γιώργος Ρούσης και Βασίλης Διαμαντόπουλος, ας το θυμόμαστε).

Να η λυδία λίθος που τεχνηέντως καλύπτουν λέγοντάς με τώρα λαϊκιστή, φερειπείν. Τους βλέπουμε έτσι να μιλούν για «τον φασίστα μέσα μας», χωρίς να έχουν τίποτα να πουν για τις Αμυγδαλέζες ή τη χυδαία διαπόμπευση των οροθετικών. Να εξανίστανται για τον δημόσιο θηλασμό μιας τσιγγάνας «που γεννοβολά σαν κουνέλα», αλλά τώρα να μην έχουν τίποτα να πουν για τον Τσιγγάνο που ανώδυνα και σιωπηρά μετατρέπεται στο νέο Εβραίο της Ευρώπης.

Ποιος κολακεύει ποιον, τελικά;

Read Full Post »

Όταν -τώρα πια- την ακούω (όπως την άκουγα δεκαετίες τώρα μια και αυτό είναι από τα πρώτα τραγούδια που αγάπησα) να τραγουδά γιατί να κάθεσαι να λες / πως πια δε με γνωρίζεις είναι σα να ακούω γενιές, φωνές, εποχές ολόκληρες σχεδόν, να μας ρωτούν με παράπονο, με ένα είδος περήφανου παράπονου.

 

Read Full Post »

Το παραμυθάκι που ακολουθεί το κατέγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο Γ. Δρέττας σ’ ένα χωριό κοντά στην Αριδαία, στην τοπική (σλαβομακεδόνικη) διάλεκτο: G. Drettas, “Questions de vampirisme”, Etudes rurales 97-98 (1985), σελ. 215· το βρήκα μεταφρασμένο από την Αριάδνη Γερούκη, «Οι μεταφυσικοί φόβοι και η διαχείρισή τους: αφορισμένοι – βρυκόλακες», στο Σ. Ασδραχάς επιμ., Οι συλλογικοί φόβοι στην Ιστορία, Αθήνα: ΕΙΕ 2000, σελ. 29-30.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΟΤΑΝ

Ένα νεαρό αγόρι, που είχε πατέρα και μητέρα, δεν γνώριζε το φόβο. Συζήτησε με τη μητέρα του και αποφάσισε να ταξιδέψει. Η μητέρα δεν ξέρει τι να του δώσει να φάει και του βάζει, σαν προμήθεια για το ταξίδι, ένα περιστέρι μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί. Το αγόρι φεύγει και φτάνει το βράδυ σ’ ένα χωριό. Βλέπει ότι όλοι οι κάτοικοι φεύγουν τρέχοντας. Σταματάει τον παπά στο δρόμο και τον ρωτάει. Αυτός του λέει ότι κάθε βράδυ, το χωριό γεμίζει βρυκόλακες. Το άφοβο αγόρι αποφασίζει να μείνει. Ο παπάς του δίνει το ωμοφόρι του και τα κλειδιά του σπιτιού του και του λέει να φάει ό,τι θέλει. Το αγόρι εγκαταστάθηκε στο σπίτι του παπά και βάζει να ψήσει μια κότα.

Οι βρυκόλακες έρχονται, προσπαθούν να τον τρομάξουν πετώντας του διάφορα κομμάτια από ανθρώπινο σώμα: ένα χέρι, ένα κεφάλι. Αυτός, ενοχλημένος, γυρνάει και αρπάζει με το ωμοφόριο τον αρχηγό των βρυκολάκων: τότε αυτοί φοβούνται. Και τότε ο νεαρός κάνει μαζί τους μια συμφωνία: θ’ απελευθερώσει τον αρχηγό τους, αλλά αυτοί δεν θα ξαναπατήσουν στο χωριό. Οι χωρικοί τον γεμίζουν δώρα και το αγόρι ξαναφεύγει. Μόλις ξεκινάει, το περιστέρι κουνιέται μέσα στο κουτί. Το αγόρι ξαφνικά τινάζεται με τρόμο: έτσι έμαθε το φόβο.

Read Full Post »

Older Posts »