Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κυνοκέφαλοι και άλλοι’

Να τι βρίσκει κανείς σχεδόν κατά τύχη: μικρούς άγνωστους κόσμους, μα τόσο απτούς που λες και μπορείς να τους φανταστείς. Εγώ που αγαπώ τις μικρογραφίες και που υπήρξα φιλοτελιστής πρόσφατα ανακάλυψα έναν Άγγλο (σχεδόν αναπόφευκτο αυτό, εννοώ ο εν λόγω να είναι Άγγλος), ο οποίος σχεδίαζε γραμματόσημα φανταστικών χωρών, σε μέγεθος γραμματοσήμου, με οδοντώσεις, σφραγίδες και όλα. Φανταστείτε: σχεδόν τέσσερις χιλιάδες γραμματόσημα από σαρανταδύο ανύπαρκτες χώρες, με χρονολογίες από το 1852 μέχρι το 1973 –και ποιος ξέρει πού θα έφτανε αν δεν πέθαινε μόλις τριανταδύο χρονών σε μια πυρκαγιά. Ντόναλντ Έβανς τον λέγανε, και αυτά τα γραμματόσημα ήταν για τον ίδιο, λέει, ένα είδος ημερολογίου. Ποιος ξέρει μετά από τι θα σοφίστηκε αυτή την όμορφη σειρά των τροπικών νησιών Amis et Amants:

Premières amours, Ami des beaux jours, Main dans la main και L’amour perdu οι τίτλοι κάθε γραμματοσήμου της σειράς ή, όπως θα έλεγαν οι φιλοτελιστές, κάθε τιμής. Και τι να του συνέβη άραγε για να εμπνευστεί τη Νήσο των Κωφών;

Για κάποιο περίεργο λόγο, η σειρά του «Κράτους του φαγητού» (Lo stato di Mangiare) εικονογραφείται με πολύ όμορφα ζέπελιν:

Εμένα όμως με ξέρετε. Η χώρα που ονειρεύομαι, ο αγριότοπος όπου καβαλάρηδες ψήνουν πίτες στην άμμο, είναι το Ατζουντάν. Κάπου προς την Υεμένη το κόβω: άνυδρες πεδιάδες, κοιλάδες με οάσεις, ψαράδες, καμηλιέρηδες, κάστρα –και αυτός ο παράξενος βράχος που σίγουρα κάτι ιερό θα κρύβει. Είναι λοιπόν σα να κάθομαι σε ένα καφενείο, με καλαμωτή για τον ανελέητο ήλιο, τις σκιές γύρω απότομες σαν γκρεμούς, και να σας γράφω αυτά τα γράμματα, σύντομες καρτ-ποστάλ με παραδοσιακές ατζουντανικές φορεσιές, απ’ όπου να ξεκολλάτε και να ταξινομείτε αυτά τα όμορφα γραμματόσημα.

adjoudan

Εκεί όπου, όπως έγραφε ο Μπρετόν, μια πρωινή εφημερίδα θα μου αρκεί πάντα για να μαθαίνω νέα μου.

(ντάνκε Ντόκτορ)

Read Full Post »

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Read Full Post »

   Περνώντας (και) αυτό το Πάσχα σε ένα μεγάλο νησί του εξωτικού ανατολικού Αιγαίου, ο Δύτης μπήκε σε διάφορες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες (για ευνόητους ή όχι λόγους δεν θα σας πω ποιες, όμως), και φωτογράφησε μερικές εικόνες που θα μοιραστεί μαζί σας.

Αυτό, λέω εξαρχής, είναι ένα ποστ ελαττωματικό. Οι φωτογραφίες δεν είναι καλές: φταίει το χρυσό φόντο, που έκανε αδύνατο για έναν ερασιτέχνη σαν εμένα να γλιτώσει από την αντανάκλαση του φωτός, και επιπλέον τις ανέβασα εδώ με τρόπο τέτοιο που να μου είναι πολύ δύσκολο να τις κουμαντάρω σε σχέση με το κείμενο. Ε, ας στέκονται λοιπόν εδώ καμαρωτά, και ας γράψω δυο λόγια με τη σειρά, θα καταλάβετε ποιο πάει πού (κλικ στις εικόνες για να μεγαλώσουν, ε;).

Αρχίζουμε με τις παλιότερες, που (μυρίζω τα νύχια μου και λέω ότι) πρέπει να χρονολογούνται στον 17ο ή τον 18ο αιώνα. Δείτε αυτήν εδώ τη Ζωοδόχο Πηγή, και προσέξτε τις λεπτομέρειες που ακολουθούν παρακάτω: τις λαϊκές μορφές που σκύβουν μπροστά στο σωρό –μεταξύ τους και ένας στρατιώτης με ωραίο μουστάκι– και, προπάντων, το παιδάκι που πίνει νερό από τη δεξαμενή. Ενδιαφέρον έχουν και οι πύργοι στην απεικόνιση της πόλης, που μοιάζουν με μιναρέδες.

Τι να πει όμως κανείς για την επόμενη, τον ένθρονο Χριστό με το στέμμα και τα κάπως μπαρόκ στολίδια στην πλάτη του θρόνου; Χάζευα το πρόσωπό του λίγο πριν το άρατε πύλας και μου φαινόταν πως αυτός ο βασιλεύς της δόξης είχε τα μούσια και το πρόσωπο ενός μπακάλη. Δεν έχω καμία πρόθεση να φανώ ασεβής, ωστόσο: ενός μπακάλη απ’ αυτούς που περιγράφει ο Κόντογλου, ή κάποιου σαν τον φουκαρά τον καφετζή που για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο. Και αναρωτιέμαι, αν το έκανε επίτηδες ο αγιογράφος, να δείξει δηλαδή τόσο ταπεινή την ενανθρώπιση –παρά το χρυσό φόντο και τις φιγούρες στον διάκοσμο του θρόνου.

Ταπεινοί Χριστοί, από τη μια –ταπεινοί και ταλαίπωροι αγιογράφοι (αν και το επίθετο μπορεί να είναι του δωρητή) από την άλλη. Αυτές οι τελευταίες εικόνες είναι πολύ πρόσφατες, ούτε δεκαπέντε χρονώ, και η τεχνοτροπία τους ξεφεύγει σε μεγάλο (γοητευτικό θα έλεγε κανείς) βαθμό από την κλασική βυζαντινή. Ναΐφ, θα έλεγε ένας ιστορικός της τέχνης με μια κάποια -ίσως- αφέλεια. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ κρατά στο χέρι του την ψυχή του νεκρού, φασκιωμένη σα μωρό –και ποδοπατάει το σώμα του, παρεκτός αν ο σταχτής γαμψομύτης είναι ο διάολος.

Καμαρώστε και την αγία Φωτεινή με τις μακριές, ξανθές κοτσίδες.

Ξέρω ότι κάτι θα έπρεπε να προσθέσω τώρα στο τέλος: κάτι βαθυστόχαστο, ξερωγώ, ή ποιητικό. Ε, δεν έχω –παρεκτός μια κάποια γαλήνη, να το πω έτσι, που αναβλύζει, και που (πώς να το κάνουμε) προσιδιάζει σε κάτι τέτοια.

Read Full Post »

Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ίσως ο μεγαλύτερος πλαστογράφος του 19ου αιώνα. Γεννημένος γύρω στο 1820 στη Σύμη, έζησε στο Άγιο Όρος απ’ όπου βγήκε εξοπλισμένος με διάφορα σπανιότατα χειρόγραφα, μια πολύ καλή γνώση της αρχαίας και βυζαντινής γλώσσας και παλαιογραφίας, και το απίστευτο θράσος των είκοσι χρόνων του: τόσο ώστε να αρχίσει την καριέρα του, το 1849, με μια απίθανη δημοσίευση ενός έργου του 13ου αιώνα, σχετικού με την πατρίδα του τη Σύμη, και ψεύτικου από την αρχή ως το τέλος. Είναι η

Συμαΐς, η ιστορία της ανύπαρκτης Απολλωνιάδος σχολής, ιδρυθείσας τω 377 έτει μ. Χ., όπου εφευρέθησαν τα πάντα –και προηγείται ως προλεγόμενο μια εξίσου ανύπαρκτη ιστορία της Σύμης, όπου φιγουράρει ακόμα και μια «πελασγική επιγραφή» με τη μεταγραφή και τη μετάφρασή της (δείτε την εδώ, στη σελ. 15). Υπάρχουν εφευρέσεις, μάχες, ίντριγκες, ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους –ένα βιβλίο που αξίζει να επανεκδοθεί και να διαβάζεται τις μακριές νύχτες του χειμώνα, καταπώς λένε. Εκατόν ογδόντα σελίδες φαντασίας, χώρια τα προλεγόμενα, όχι αστεία. Να, για παράδειγμα, η μυστηριώδης αποδημία του οικιστή της Σύμης Γλαύκου, «τω 1364 Π.Χ.» (σελ. ιβ’-ιγ΄):

…ενδεδυμένος στολήν πάντη τερατώδη, εκ δερμάτων δελφίνων κατασκευασμένην, και αγιάσας τους ιερείς και τον λαόν τους εν των ναώ δια του αίματος της θυσίας, απήλθε την τρίαιναν φέρων εις χείρας… [Α]φού δε επλησίασαν εις την θάλασσαν, ο μεν Γλαύκος εισήλθεν εντός αυτής και λαβών ύδωρ δια της χειρός, ερράντισε το πλήθος επτάκις… Ο Γλαύκος, πλέων επί της θαλάσσης, αφανής εγένετο από των οφθαλμών του πλήθους.

Και μερικές από τις καταπληκτικές εφευρέσεις των διδασκάλων της Απολλωνιάδος: ο Σεβαστινός χάρτης, το χαρτί δηλαδή, έργο του ίδιου εκείνου Σεβαστού του Συμαίου που απέπλευσε δια Ρόδον με τρεις εκ των συναδελφών του, άνευ ιστών και κοπών, αλλά δι’ υδραργύρου και ατμού· το θαυμαστό αυτό πλοίο ως άροτρον γεωργού διέσχιζε την θάλασσαν, και τείχη θαλάσσια υψούντο εξ ενός και άλλου μέρους· το δε σκάφος ως κεραυνός ριπτόμενον, και κατά των ανέμων αντιτασσόμενον, εν ροπή (sic) οφθαλμού ελιμενίζετο, όπου ο κυβερνήτης ήθελε (σελ. 18). Και όχι μόνο: από σύμπωσιν τινά των καυστικών υλών οδηγούμενος, επενόησε την κατασκόπευσιν των μακράν αυτού ευρισκομένων αντικειμένων, δια μείζονος σύριγγος και κρυστάλλων κυκλοειδών, ό και τηλεσκόπιον επωνόμασεν. Μάλιστα ο Σεβαστός αυτός έγινε θύμα των εφευρέσεών του, κατακαείς υπό ηλιακών ακτίνων, ότε εζήτει δια πειραματικής εργασίας να εξυχνιάση εις τι συνίσταται η του ηλίου καύσις (όλο το παράξενο πείραμα στις σελ. 21-22). Οι Συμαίοι φαίνεται να είχαν ιδιαίτερες επιδόσεις στα ναυτιλιακά, καθώς οι απίστευτες εφευρέσεις πλοίων αντάξιων του Ροβύρου του Κατακτητή επανέρχονται διαρκώς στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα το σκάφος που και την θάλασσαν διέσχιζε και την γην, και την θάλασσαν έπλεε, και την ξηράν διέτρεχεν (σελ. 103). Ας πούμε και δυο λόγια για τον Ιωάννη τον Δημητρίου, ο οποίος ανακάλυψε τρόπον απίστευτον, του μεταβάλλειν τα μάρμαρα εις ύλην ρευστήν (σελ. 117).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, μπορεί να πει κανείς, ότι μεγάλο μέρος των θαυμάτων της Απολλωνιάδος αφορούν τη ζωγραφική: πίνακες τόσο τεχνικά φτιαγμένοι, που τους έπαιρνες για αληθινούς. Σαν τις πλαστογραφίες του ίδιου του Σιμωνίδη δηλαδή. Ο οποίος, στο τέλος των Προλεγομένων του, ξιφουλκεί εναντίον όσων υπαινίσσονται τέτοιες κακοήθειες, απευθυνόμενος σε κανέναν άλλο παρά στον εαυτό του:

Ησύχασον τώρα και καταφρόνει αυτούς, διότι οι λόγοι αυτών φθόνου όζουσι και αμαθίας· αντίγραφε, δημοσίευε και ο καιρός πλησιάζει, ίνα επ’ αυτών επιπέσης ως πέλεκυς. Τα δε συγγράμματα ημών τα παρ’ υμών δημοσιευόμενα [φωνάζουν τόσοι άλλοι συγγραφείς ανέκδοτοι, ους ηυτύχησα να έχω επί τοις κοίτης μου] δικαιούσαι να οικειοποιηθής, διότι κατά το λέγειν των λογίων υμών συ ο συγγραφεύς και ουχί ημείς, και γέλα εις την ασύγγνωστον ανοησίαν αυτών […] Συ διερμηνεύς των Ιερογλυφικών γραμμάτων, και των Πελασγικών, συ Ιατρός, Γεωγράφος, Ιστορικός, Αρχαιολόγος, Νομικός, κτλ. […] Προς δε τους ειπόντας καθηγητάς έξεστι Σιμωνίδη αναγινώσκειν τα δυσανάγνωστα και κατανοείν τα ακατανόητα ευχαρίστησον, και ειπέ αυτοίς· λοιπόν καλόν έστιν υμίν μαθητεύσαι παρά τω Σιμωνίδη· πρόσθες δε και το, τω μεν Σιμωνίδη έξεστι ταύτα, τοις δε δοκησισόφοις έξεστιν φαυλουργείν, προδίδειν τα πάτρια, και τα πάντα ποιείν, την του έθνους εξαλλοτρίωσιν μηχανώμενοι σκαιώς οι πέπονες χάριν των εχθρών αυτού.

Δεν θυμάμαι να έχω ξανασυναντήσει τον ωραίο υβριστικό χαρακτηρισμό πέπονες να εκτοξεύεται με τόση σοβαρότητα. Παρόμοιας φύσης και επινοητικότητας, η ιστορία και περιγραφή της Αιγύπτου γραμμένη από κάποιον Ουράνιο: τόσο, που ξεγελά ακόμα και τον πολύ Βίλχελμ Ντίντορφ, ο οποίος την εκδίδει με το όνομά του, και νάτην, απολαύστε την: Uranii Alexandrini de regibus Aegyptiorum libri tres, Οξφόρδη 1856. Κάπως μικρότερο, δεκατέσσερις σελίδες, αλλά οπωσδήποτε πιο καλοφτιαγμένο (εδώ η αποκάλυψη της απάτης από άλλο ένα πατριωτάκι, τον Αλέξανδρο Λυκούργο, με λεπτομερέστατη περιγραφή της ζωής και των έργων του ήρωά μας). Ας αρκεστούμε να παραθέσουμε ένα απόσπασμα με χαρακτηριστικά «αιγυπτιακά» ονόματα (αν και δεν είναι όλα επινόηση του Σιμωνίδη, θαρρώ, όπως καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας τον πρόλογο του Ντίντορφ):

…ούτος δε γήμας Σχάμμην την θυγατέρα Λαφώθ την πρεσβυτέραν, του τας πόλεις Αράβων τας τρεις τας ωγυγίας και ήκιστα επιμάχους, Βόστραν τε και Λεχάραν, και Θούρχθην, καταστρέψαντος, Χνεμάχοθιν εγέννησε και Μάσχουφιν και Σφθάχεφιν […] Ήσαν δε οι μεν ηγεμόνες του στρατού οίδε, Άπις, Μνέφις, Χνούφις, Φρέσωθις, Άνουβις, Θώχεμ, Χαρωούρης, Ραφώχ, Ύσσανθις, Ούχαμφις, Μάρσαφις, Σατεθθώ, Ταχόμμης, Πετεσεφώ, Ανουκεμμώ, Παιτνούφις, Θώθουσχις, Πετενσέτις, Σαβέκωθ, Σχόνις, Σόνεφις, Πνέφχθης, Χαπεμώ, Θένις, Χάρχης, Θμεράχομμις, Τχόφη, Χάρσουρις, Θούπφεχις, Νεφθυραμμώ, Αμανθώ, Τοχουνέονις, Αμόχεμφις, Πίσσουσφις, Σμούθης, Χέπφης, οι πάντες εξ και τριάκοντα.

Αναρωτιέμαι με ποιο μηχανισμό φανταζόταν όλα αυτά τα ονόματα (και αντιπαρέρχομαι τον πειρασμό να πω ότι ο Ανουκεμμώ μου θυμίζει την Ανούκ Αιμέ, που άλλωστε ως γνωστόν έζησε αρκετά μετά τον Σιμωνίδη: ούτε καν στη Συμαΐδα δεν αναφέρεται εφεύρεση της χρονομηχανής…)· μου θυμίζουν παρόμοιες ιστορίες φανταστικών πόλεων που έγραφα μικρός, και στις οποίες εμφανιζόταν για παράδειγμα ο βασιλιάς Αίβυσος, όνομα που δεν είναι παρά η επιγραφή ΣΩΣΙΒΙΑ (από κάποιο φέρι-μποτ) διαβασμένη ανάποδα.

 Και άλλα, και άλλα. Δεν υπήρξε μόνο απατεώνας, πούλησε και εξέδωσε και γνήσια χειρόγραφα. Το 1862 φαίνεται να έκανε και τη μεγάλη ανατροπή, αφού δήλωσε ότι ο περίφημος Σιναϊτικός κώδικας, που είχε κλέψει και δημοσιεύσει ο μεγάλος του αντίπαλος Τίσεντορφ, δεν ήταν παρά μια δική του πλαστογραφία. Ισχυρισμός που αντικρούστηκε κλπ. κλπ., αλλά τι ευφυής, τι απροσδόκητος! Αυτός ο Μπόρχες πριν τον Μπόρχες, ο επινοητής δικών του κόσμων, προσπάθησε σα να λέμε να βγάλει πλαστό και τον κόσμο τον ίδιο.

Ας μη γράψω περισσότερες λεπτομέρειες. Αυτό είναι το λήμμα της αγγλικής βίκι (ελληνικό δεν υπάρχει!), μπορείτε δε να διαβάσετε και ένα σχετικό βιβλίο, δυστυχώς αρκετά απογοητευτικό (Γερμανός που γράφει σε γαλλικό στυλ: πολύ φιοριτούρα, ασκήσεις λογοτεχνικότητας, ευρεία χρήση ιστορικού ενεστώτα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπέρ το δέον προσπάθεια να γεμιστούν τα κενά: αρχίζει με ένα επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου ίσα για να είναι στη μόδα, χωρίς καμία τεκμηρίωση, και τελειώνει με την υπόθεση ότι αυτό που σε μια επιστολή του ο Σιμωνίδης αναφέρει ως «Αλβανία» θα μπορούσε να είναι τα Μετέωρα…).

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Αξίζει όμως να διαβάσετε αυτή την πολύ ωραία βιβλιοπαρουσίαση, όπου εκτίθενται πολύ καλύτερα τα συναρπαστικά γεγονότα της ζωής του Σιμωνίδη. Εδώ και ένα άρθρο που συνοψίζει το ζήτημα του πλαστού (;) Αρτεμίδωρου, για το οποίο (ελπίζω) περισσότερα στα σχόλια.

Θέλω μόνο να σημειώσω, ότι δεν μπόρεσα πουθενά να βρω κάποια φωτογραφία του. Μου έκανε εντύπωση πόσο δυσεύρετη ήταν η μία φωτογραφία του που παραθέτω στην αρχή του ποστ, πόσο δύσκολα βρήκα κάποιες (και δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα) φωτογραφίες από τις πλαστογραφίες του: μερικές εικόνες από τον ψευδοΑρτεμίδωρο, μία από το Κατά Ματθαίον (πάπυρος «γραμμένος δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη»), αβέβαια πράγματα.

***

Ισλάμ Αχούν. Ο ομόλογος του Σιμωνίδη στην Κεντρική Ασία: Ουιγούρος από το Χοτάν, στο κινεζικό Τουρκεστάν ή Σινκιάνγκ, άρχισε το 1895 να προσφέρει για πούλημα, μαζί με έναν συνέταιρό του, αρχαία χειρόγραφα στους διάφορους Άγγλους και Ρώσους πρόξενους της περιοχής. Τα χειρόγραφα προκάλεσαν εξαιρετική σύγχυση στον ανερχόμενο κλάδο των ασιανολόγων: οι διάφορες γραφές που εφεύρισκαν οι δύο συνέταιροι έμοιαζαν άλλοτε με ινδικά, άλλοτε με κινέζικα, άλλοτε με ουιγουρικά ρουνικά, μέχρι που είχαν ενσωματώσει και κυριλλικά στοιχεία προς μεγάλη απορία των μελετητών. Οι αθεόφοβοι, μάλιστα, όταν αυξήθηκε η ζήτηση για χειρόγραφα είχαν φτιάξει ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία, πάλι από ανύπαρκτες γραφές, για να αυξήσουν την παραγωγή. Αλλά να, όσες αμφισβητήσεις προέκυπταν σκόνταφταν στο πολύ ευρωπαϊκό ερώτημα:

Πώς γίνεται ο Ισλάμ Αχούν και οι σχετικά αγράμματοι συνεργάτες του να πιστωθούν με την όχι λίγη επινοητικότητα που θα απαιτούσε η κατασκευή αυτών των γραφών;

(Hoernle, A. F. Rudolf (1899). «A collection of Antiquities from Central Asia, Part I.». Journal of the Asiatic Society of Bengal: 62 –από βίκι).

Εκείνος που τελικά τον υποψιάστηκε ήταν ο σπουδαίος Αυρήλιος Στάιν, μια και στα τόσα χειρόγραφα που ο ίδιος ανακάλυψε στις θαμμένες πόλεις του Ταρίμ δεν συνάντησε ούτε ένα με τις παράξενες γραφές που ανακάλυπτε ο Ισλάμ Αχούν. Τον συνάντησε λοιπόν και τον ανάγκασε τελικά να του αποκαλύψει την απάτη. Ο Στάιν χαρακτηρίζει τον Ισλάμ a very clever rascal, with a good deal of humour -αυτό μπορεί να το φανταστεί κανείς άλλωστε. Μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων του, μία θυμίζει τους τυχοδιώκτες στον Άνθρωπο που θα γινόταν βασιλιάς του Κίπλινγκ: μεταμφιεζόταν σε Άγγλο πράκτορα που έψαχνε τάχα για παράνομους σκλάβους, ώστε να εκβιάζει τους ντόπιους.

Μετά την, ας πούμε, ανάκρισή του από τον Στάιν, ο Ισλάμ Αχούν του ζήτησε να τον πάρει μαζί του στην Ευρώπη. Τι να σκεφτόταν άραγε; Να ετοίμαζε μια καριέρα στο Βερολίνο και το Λονδίνο εφάμιλλη του Σιμωνίδη, σαράντα χρόνια πριν; Εν πάση περιπτώσει ο Στάιν αρνήθηκε· και δεν ξέρουμε τίποτε άλλο για τον Ισλάμ Αχούν.

Έχουμε όμως τη φωτογραφία του, και μπορούμε να δούμε τις δικές του τουλάχιστον πλαστογραφίες.

***

Κλείνοντας, ας μην αφήσουμε να εννοηθεί ότι μόνο τριτοκοσμικοί Βαλκάνιοι και Κεντρασιάτες προσπαθούσαν να ξεγελάσουν την, χμ, επιστημονική κοινότητα. Να για παράδειγμα ο άνθρωπος του Πίλτντάουν (να μείνει η Αλβιών χωρίς προϊστορικό άνθρωπο; Never!) και ένα σωρό άλλα. Επιτρέψτε μου όμως να προτιμάω τον Ισλάμ Αχούν, τον επινοητή των γραφών, και ακόμα περισσότερο τον Σιμωνίδη, τον επινοητή κόσμων.

Υ.Γ. Κάντε τον κόπο να δείτε και τη συνεισφορά του φίλου Alfred E. Newman σχετικά με άλλον ένα καταπληκτικό πλαστογράφο, τον Πρίγκηπα Ροδοκανάκι. Εδώ το κείμενο, και εδώ μια φωτογραφία. Α! και εδώ το magnum opus του, η (ψευδο)ιστορία των Ιουστινιάνηδων της Χίου.

Read Full Post »

Το παραμυθάκι που ακολουθεί το κατέγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο Γ. Δρέττας σ’ ένα χωριό κοντά στην Αριδαία, στην τοπική (σλαβομακεδόνικη) διάλεκτο: G. Drettas, “Questions de vampirisme”, Etudes rurales 97-98 (1985), σελ. 215· το βρήκα μεταφρασμένο από την Αριάδνη Γερούκη, «Οι μεταφυσικοί φόβοι και η διαχείρισή τους: αφορισμένοι – βρυκόλακες», στο Σ. Ασδραχάς επιμ., Οι συλλογικοί φόβοι στην Ιστορία, Αθήνα: ΕΙΕ 2000, σελ. 29-30.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΟΤΑΝ

Ένα νεαρό αγόρι, που είχε πατέρα και μητέρα, δεν γνώριζε το φόβο. Συζήτησε με τη μητέρα του και αποφάσισε να ταξιδέψει. Η μητέρα δεν ξέρει τι να του δώσει να φάει και του βάζει, σαν προμήθεια για το ταξίδι, ένα περιστέρι μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί. Το αγόρι φεύγει και φτάνει το βράδυ σ’ ένα χωριό. Βλέπει ότι όλοι οι κάτοικοι φεύγουν τρέχοντας. Σταματάει τον παπά στο δρόμο και τον ρωτάει. Αυτός του λέει ότι κάθε βράδυ, το χωριό γεμίζει βρυκόλακες. Το άφοβο αγόρι αποφασίζει να μείνει. Ο παπάς του δίνει το ωμοφόρι του και τα κλειδιά του σπιτιού του και του λέει να φάει ό,τι θέλει. Το αγόρι εγκαταστάθηκε στο σπίτι του παπά και βάζει να ψήσει μια κότα.

Οι βρυκόλακες έρχονται, προσπαθούν να τον τρομάξουν πετώντας του διάφορα κομμάτια από ανθρώπινο σώμα: ένα χέρι, ένα κεφάλι. Αυτός, ενοχλημένος, γυρνάει και αρπάζει με το ωμοφόριο τον αρχηγό των βρυκολάκων: τότε αυτοί φοβούνται. Και τότε ο νεαρός κάνει μαζί τους μια συμφωνία: θ’ απελευθερώσει τον αρχηγό τους, αλλά αυτοί δεν θα ξαναπατήσουν στο χωριό. Οι χωρικοί τον γεμίζουν δώρα και το αγόρι ξαναφεύγει. Μόλις ξεκινάει, το περιστέρι κουνιέται μέσα στο κουτί. Το αγόρι ξαφνικά τινάζεται με τρόμο: έτσι έμαθε το φόβο.

Read Full Post »

Σκαλίζοντας ως συνήθως έπεσα σε μια οθωμανική συλλογή ιστοριών, ανεκδότων και αξιοπερίεργων με το όνομα «Θαυμαστά έργα», γραμμένη από τον ποιητή Τζινανί που πέθανε το 1595 [Osman Ünlü επιμ., Cinânî: Bedâyiü’l-âsâr, 2 τόμοι, Χάρβαρντ 2009 (Sources of Oriental Languages and Literatures 93)]. Τέτοιος θησαυρός είναι φτιαγμένος για τον Δύτη και τους αναγνώστες του, σκέφτηκα αμέσως: από παραμύθια στυλ Χιλίων και Μιας Νυχτών μέχρι διηγήματα και νουβέλες, ενώ δεν λείπει στο τέλος και ένας κατάλογος «παράξενων» που θυμίζουν αντίστοιχα της μεσαιωνικής Δύσης. Λοιπόν, ελπίζω στο μέλλον να καταπιαστώ σοβαρά και να σας φιλοδωρήσω με μερικά τέτοια παραμυθάκια· για την ώρα είναι πιο εύκολο (είναι πιο σύντομα!) να ανθολογήσω κάποια από τα παράξενα, τα mirabilia τέλος πάντων, που μοιάζουν με τις ιστοριούλες του Μάντεβιλ (βλέπε προηγούμενο). Του στυλ, δέντρα που πέφτουν ή καίγονται και ξαναστήνονται μόνα τους θαυματουργώ τω τρόπω· μια πηγή που όταν, λέει, δεν έβγαζε νερό (τρεις μήνες, κάθε καλοκαίρι) έβγαζε ήχους από νταούλια και ζουρνάδες (στη Λόφτσα ή Λόβετς, στη Βουλγαρία)· μια άλλη πηγή, που βγάζει άσπρο νερό, το οποίο όμως βάφει τα υφάσματα μαύρα (στις Θείρες της Μικρασίας)· ένας θόλος με δύο στρογγυλές εισόδους σα μάτια, στην Ταυρίδα, που ήταν κάποτε ανθρώπινο κρανίο (λέγεται)· και λίγες ιστορίες φαντασμάτων, από τις οποίες διαλέγω δύο, αρκούντως ανατριχιαστικές νομίζω. Ως εξής:

17. Κάποιος Αχμέτ Τσαούς διηγείται ότι: στο κάστρο Ντιράτς [Δυρράχιο] του βιλαετιού της Αλβανίας, όταν κάποιος -μουσουλμάνος ή άπιστος- είναι σοβαρά άρρωστος χάνει το μυαλό του, και χωρίς να το καταλαβαίνει (και με διαταγή του Θεού) η ψυχή κάποιου πούχει πεθάνει μπαίνει στο σώμα του και αρχίζει να μιλά. Για παράδειγμα λέει «Ε, τύραννοι, γιατί δεν ψάχνετε την υπόθεσή μου; Είμαι ο Τάδε γιος του Δείνα και με βασανίζουν στον άλλο κόσμο. Εγώ έκανα τις τάδε αμαρτίες, τώρα με βασανίζουν υπέρμετρα γιατί κάθεστε σπίτι μου, φοράτε τα ρούχα μου και ξοδεύετε τους παράδες μου· γιατί δεν λέτε προσευχές και δεν κάνετε ελεημοσύνες για την ψυχούλα μου;» -αυτά διηγούνται όσοι ξέρουν. Μια φορά μάλιστα ένας άρρωστος ψυχορραγούσε δίπλα μου· στο σώμα του μπήκε ένας νεκρός και άρχισε να μιλά: «Εγώ είμαι η γυναίκα του Τάδε τσαούση. Όσο ζούσα μοιχευόμουν με κάποιον. Τώρα εκεί πέρα που είμαι όλο με βασανίζουν. Έχω καταστραφεί. Τόσα ρούχα και χρήματά μου τρώνε, γιατί οι κληρονόμοι μου δεν με καταλαβαίνουν;» -κι έτσι θρηνούσε. Λίγο αργότερα το μυαλό του αρρώστου ήρθε στο κεφάλι του. Ρωτήσαμε, δεν θυμόταν ούτε ήξερε τίποτα. (…) Αν [ο άρρωστος] είναι μουσουλμάνος, φέρνουν κάποιον ουλεμά, που διαβάζει λίγο από το Κοράνι και εμποδίζει το πνεύμα [του νεκρού]· αν είναι άπιστος, φέρνουν έναν παπά και διαβάζει το Ευαγγέλιο. (…)

19. Κάποιος Μεβλανά Σεγίτ Μουχιντίν, που είναι τώρα καδής στο Μοριά, διηγείται τα εξής: Κάποτε πέθανε κάποιος στο βιλαέτι του Μοριά. Όπως συνηθίζεται εκεί, είχε μια δούλα (orfana). Τρεις-τέσσερις μήνες αφότου πέθανε αυτός, μια μέρα η δούλα του άρχισε να φωνάζει: «Ο αφέντης μου ήρθε, όπως έκανε όσο ζούσε ήρθε στο κρεβάτι μου και μ’ έκανε δική του». Όσοι το άκουσαν γέλασαν και δεν την πίστεψαν. Η καημένη η δούλα έλεγε «Ο αφέντης μου κάθε βράδυ έρχεται και σμίγει μαζί μου, σκίζει το άνθος μου. Μα δεν με πιστεύετε…» Τέλος έφυγε από το σπίτι, πήγε σε ένα άλλο και κοιμόταν δίπλα σε μερικούς ανθρώπους [για ασφάλεια]. Αλλά μόλις έμενε μόνη της [ο νεκρός] ερχόταν και πάλι και την έκανε δικιά του, δεν μπορούσε να βρει σωτηρία. Υπήρχε εκεί ένας ουλεμάς, ο Πιρί Ντεντέ με τ’ όνομα. Η γυναίκα πήγε και τον βρήκε και του εξιστόρησε το χάλι της. Ο αφηγητής λέει: Αυτός ο Πιρί Ντεντέ μου είπε τα εξής, «όταν ήρθε η γυναίκα δεν την πίστεψα, έκανε όμως φοβερούς όρκους, έτσι σκέφτηκα να πάω επί τόπου και να παραμονέψω. (…) Ήρθε ο σπιτονοικοκύρης και πήγαμε μαζί στο σπίτι. Περιμέναμε και οι δυο έξω, σε έναν σοφά· στείλαμε τη γυναίκα μέσα. Ήταν απόγευμα, κι ήταν ακόμα μέρα· η γυναίκα άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια, ήρθε ο αφέντης μου!» Σηκωθήκαμε και τρέξαμε μέσα. Μα την αλήθεια του Θεού που δημιούργησε με τη δύναμή Του τον κόσμο, είδα τον άνθρωπο όπως τον ήξερα εν ζωή -είχε μπει ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας, έσμιγε μαζί της, όπως έκανε όσο ήταν ζωντανός. Μόλις τον είδαμε εμείς ορμήσαμε πάνω του· είπαμε να τον χτυπήσουμε με κάποιο σπαθί ή μαχαίρι, μα δεν είχαμε πρόχειρο. Ψάξαμε πίσω απ’ την πόρτα, βρήκαμε μια σούβλα, αλλά μόλις την αρπάξαμε και ορμήσαμε εκείνος εξαφανίστηκε: δεν βλέπαμε πια κανέναν. Αλλά ήταν φανερό τι είχε πάθει η γυναίκα. Δέκα μέρες μετά πέθανε κι αυτή. Την έθαψαν δίπλα στον άντρα της. Αλήθεια τούτη την ιστορία την είδα με τα μάτια μου.» Ποια είναι η αλήθεια, δεν ξέρει κανείς παρά ο Θεός, διηγήθηκε [ο καδής].

Προσθέστε τις ιστορίες με τους οθωμανούς βρυκόλακες, και μπορούμε πια να φανταστούμε μια οθωμανική ταινία τρόμου. Εγώ βρήκα τον Ανατολίτη Πόε μου, πάντως.

Read Full Post »

Συνειδητοποιώ ότι κάθε πέντε χρόνια περίπου ξαναδιαβάζω τα ίδια βιβλία. Έτσι ξανάπιασα στα χέρια μου τη μετάφραση των Ταξιδιών του Τζον Μάντεβιλ (Σερ Τζον Μάντεβιλ, Τα ταξίδια, με μια εισαγωγή από τον C. W. R. D. Moseley, μετάφρ. Μάρω Φιλίππου, Αθήνα: Κέδρος 2005), μια επιτομή των τερατολογιών του Μεσαίωνα, μπορεί να πει κανείς, που είχα υποσχεθεί να παρουσιάσω στο ξεκίνημα των καταδύσεων το Μάρτη του ’09. Για να μην αδικούμε τον Μεσαίωνα και παρεξηγηθεί κάποια ψυχή 🙂 πρόκειται για ένα κατ’ ουσία λογοτεχνικό κείμενο, που όμως το είχε μαζί του μέχρι και ο Κολόμβος όταν έψαχνε την Αμερική τις Ινδίες. Για τον μυστηριώδη συγγραφέα του, που δεν ήταν Άγγλος παρά Γάλλος ή Φλαμανδός, μπορείτε να διαβάσετε π.χ. εδώ· μια μετάφραση ονλάιν στα αγγλικά μπορείτε να βρείτε εδώ· και, το καλύτερο, εδώ μπορείτε να δείτε μια υπέροχη εικονογραφημένη γερμανική μετάφραση του 15ου αιώνα και να χαζεύετε τις μινιατούρες ώρες και ώρες.

Εν συντομία, ο Μάντεβιλ (ή όποιος ήταν τέλος πάντων) ξεκινάει να γράψει το δρόμο για το προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, και καταλήγει να γράψει ό,τι κυκλοφορούσε στην Ευρώπη, μετά και τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο (και άλλων), για τη μακρινή Ανατολή. Διότι, όπως λέει, Σας μίλησα για τον μακρύτερο και απώτερο δρόμο που οδηγεί στην Ιερουσαλήμ δια μέσου της Βαβυλώνας και του όρους Σινά… Θα σας μιλήσω τώρα για τον πιο σύντομο και γρήγορο δρόμο προς την Ιερουσαλήμ. Διότι ορισμένοι δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τον άλλο δρόμο –είτε επειδή δεν έχουν αρκετά χρήματα, είτε επειδή δεν βρίσκουν αρκετούς να πάνε μαζί τους, είτε επειδή δεν αντέχουν τα μακρινά ταξίδια, είτε επειδή φοβούνται τους κινδύνους των ερημικών εκτάσεων, είτε επειδή θέλουν να επιστρέψουν γρήγορα στα σπίτια τους για να δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, είτε και για κάποια άλλη λογική αιτία για την οποία πρέπει να γυρίσουν σύντομα πίσω (κεφ. 14).  Όπως θα περίμενε κανείς, τα πράγματα παραξενεύουν όλο και περισσότερο όσο προχωρά κανείς ανατολικά. Πράγμα φυσικό, άλλωστε, αφού ο άνθρωπος θα έπρεπε να έχει ένα διαμάντι στην αριστερή πλευρά του∙ γιατί έτσι η αξία του είναι μεγαλύτερη από το να το έχει στα δεξιά, αφού η φυσική κλίση της ανάπτυξής του είναι προς τον Βορρά, που είναι η αριστερή μεριά του κόσμου και η αριστερή μεριά του ανθρώπου όταν στρέφει για ν’ αντικρύσει την Ανατολή (κεφ. 17).

Μερικές ιστορίες είναι πραγματικά τρομακτικές, σαν πρόδρομοι του γοτθικού φανταστικού διηγήματος στυλ Βαθέκ (και ελληνικά): …μια ωραία πολιτεία, την οποία ονόμαζαν Αττάλεια. Και όλη εκείνη η χώρα χάθηκε από την τρέλα ενός νεαρού άνδρα. Γιατί εκεί ζούσε μια όμορφη κοπέλα την οποία αγαπούσε πολύ∙ αυτή όμως πέθανε ξαφνικά και την έβαλαν σ’ ένα μαρμάρινο τάφο. Από τον μεγάλο του έρωτα για κείνην, πήγε μια νύχτα στο μνήμα της, το άνοιξε, ξάπλωσε μαζί της κι ύστερα έφυγε. Όταν πέρασαν εννέα μήνες, μια φωνή ακούστηκε που του είπε μέσα στη νύχτα: «Πήγαινε στο μνήμα εκείνης της γυναίκας και άνοιξέ το, και πάρε αυτό που απέκτησες μαζί της. Αν δεν το κάνεις, θα γνωρίσεις μεγάλο κακό και θα υποφέρεις πολύ». Έτσι λοιπόν πήγε και άνοιξε το μνήμα απ’ όπου πετάχτηκε ένα τρομερό κεφάλι, αποκρουστικό στην όψη, που πέταξε πάνω από την πόλη∙ και αμέσως όλη η πόλη βούλιαξε και μαζί της όλος ο τόπος τριγύρω (κεφ. 5).

Άλλες περιγραφές πάλι είναι εφιαλτικές χωρίς να το επιδιώκουν: Αυτός ο άρχοντας περνά θαυμάσια ζωή. Διότι διαθέτει πενήντα κοπέλες που τον υπηρετούν καθημερινά στα γεύματα και στο κρεβάτι του και κάνουν ό,τι αυτός επιθυμεί. Και όταν καθίσει να φάει, του φέρνουν πάντα πέντε πιάτα μονομιάς∙ και ενώ του τα φέρνουν, του τραγουδούν ένα όμορφο τραγούδι. Κόβουν δε το κρέας μπροστά του και το βάζουν στο στόμα του σαν να είναι παιδί∙ γιατί εκείνος ούτε κόβει ούτε αγγίζει με τα χέρια του τα οποία έχει πάντα μπροστά του πάνω στο τραπέζι. Έχει άλλωστε τόσο μακριά νύχια στα δάχτυλά του που του είναι αδύνατον να κρατήσει οτιδήποτε. (…) Μόλις φάει αρκετά από το πρώτο φαγητό, του φέρνουν μπροστά του άλλα πέντε πιάτα ενώ τραγουδούν συνεχώς∙ πράγμα που κάνουν ως το τέλος του γεύματος (κεφ. 34).

Οι πιο πολλές σελίδες όμως είναι απλά απολαυστικές, χωρίς τρόμο ή εφιάλτη, σαν χρωματιστές μικρογραφίες. Όπως ο ποταμός Σαμπατορί, ο οποίος τα Σάββατα κυλά γρήγορα, αλλά τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας είτε μένει ακίνητος και δεν κυλά καθόλου είτε κυλά πολύ αργά (κεφ. 14), ή, βέβαια, οι άντρες και οι γυναίκες αυτού του νησιού [που] έχουν κεφάλια σαν σκυλιά και ονομάζονται Κυνοκέφαλοι. Αυτοί οι άνθρωποι, παρά την εμφάνισή τους, είναι απόλυτα λογικοί και έξυπνοι. Λατρεύουν σαν θεό τους ένα βόδι (κεφ. 21). Να μια χαρίεσσα περιγραφή ενός κινεζικού νανοβασιλείου: Αυτός ο ποταμός, ο Γιανγκτσέ, διασχίζει το κέντρο της χώρας των Πυγμαίων που έχουν μικρό ανάστημα, μόλις τρεις σπιθαμές. Είναι όμως πολύ ωραίοι και με καλές αναλγίες. Παντρεύονται όταν φτάσουν στην ηλικία του ενάμιση χρόνου και αποκτούν παιδιά∙ συνήθως ζουν εφτά ή οχτώ χρόνια. Αν ζήσουν ως τα εννιά, θεωρούνται εξαιρετικά γέροι. Αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι κάνουν θαυμάσια δουλειά με το μετάξι και το βαμβάκι, αλλά και άλλες τέτοιες λεπτές εργασίες, πολύ λεπτότερες από εκείνες που κάνουν άλλοι άνθρωποι. Παλεύουν συχνά με γερανούς με τους οποίους βρίσκονται πάντα σε πόλεμο∙ και όταν καταφέρουν να σκοτώσουν ένα γερανό, τον τρώνε. Δεν οργώνουν τη γη, ούτε κάνουν άλλες βαριές δουλειές∙ έχουν ανάμεσά τους ανθρώπους με το δικό μας ανάστημα που οργώνουν τη γη και καλλιεργούν αμπέλια και κάνουν όλες τις απαραίτητες βαριές δουλειές. Και αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι περιφρονούν τους ψηλούς και τους βρίσκουν παράδοξους όπως βρίσκουμε εμείς τους γίγαντες (κεφ. 22). Κοιτάξτε και εδώ, πώς ένα θεϊκό προϊόν καταλήγει να έχει πολύ πεζές χρήσεις: Μάννα ονομάζεται το ψωμί των αγγέλων∙ είναι πολύ άσπρο και με γλυκιά γεύση… Έρχεται από τη δροσιά του Ουρανού που πέφτει στο χορτάρι, πήζει και γίνεται κατάλευκο. Οι άνθρωποι το χρησιμοποιούν σε φάρμακα για τους πλούσιους, για τη δυσκοιλιότητα και τον καθαρισμό του πολύ πηχτού αίματος (κεφ. 17).

Με ξετρελαίνει, επίσης, το απαράμιλλο στυλ του συγγραφέα, που με κάνει μερικές φορές να αναρωτιέμαι μπας και με δουλεύει συνειδητά. Γράφει, για παράδειγμα, για τους γρύπες: Ορισμένοι διατείνονται ότι το μπροστινό μέρος του σώματός τους έχει την όψη αετού ενώ το πίσω λιονταριού∙ και έτσι είναι στην πραγματικότητα (κεφ. 29). Ή, δείτε πώς τελειώνει αυτή την κάπως ανησυχαστική περιγραφή: …μια μεγάλη πεδιάδα όλο άμμο και χαλίκια όπου, απ’ ό,τι φαίνεται, υπάρχουν δέντρα που όταν ανατείλει ο ήλιος αρχίζουν να μεγαλώνουν και βγάζουν έναν καρπό∙ μεγαλώνουν ως το μεσημέρι και ύστερα αρχίζουν να μικραίνουν και ξαναγυρνούν στο χώμα έτσι που, ως τη δύση, να μην φαίνεται πια τίποτα∙ αυτό γίνεται καθημερινά. Κανείς δεν τολμά να φάει από τον καρπό ή να τον πλησιάσει, γιατί μοιάζει με απατηλό φάντασμα. Αυτό συγκαταλέγεται στα θαυμαστά πράγματα και πιθανόν έτσι να είναι (κεφ. 30). Αυτή δε η αναφορά είναι ίσως η κορυφαία: Για τον Παράδεισο μου είναι δύσκολο να μιλήσω γιατί δεν έχω πάει∙ και πραγματικά λυπάμαι γι’ αυτό (κεφ. 33).

Ας τελειώνουμε, καθώς και κάθε ταξίδι πρέπει να τελειώνει (όπως προσφυώς εξήγησε ο Μάντεβιλ στο πρώτο απόσπασμα που παρέθεσα). Υπάρχει πάντα ένα όριο στα ταξίδια, εξάλλου: Ανάμεσα σε άλλα, υπάρχει μια απέραντη θάλασσα από χαλίκι και άμμο χωρίς στάλα νερό. Αυτή αποτραβιέται και πάλι ξανάρχεται, όπως γίνεται με την άμπωτη και την πλημμυρίδα στον ωκεανό άλλων χωρών, και σηκώνει μάλιστα τεράστια κύματα∙ ποτέ δεν παραμένει γαλήνια και ατάραχη. Κανείς δεν μπορεί να διασχίσει αυτή τη θάλασσα με καράβι ή άλλο μέσο∙ και έτσι, είναι άγνωστο τι είδους τόπος ή χώρα είναι από την άλλη μακρινή μεριά (κεφ. 30). Και όμως, τέτοιους τόπους περιγράφει ο φίλος.

Σαν τον ωραίο χάρτη του Φρα Μάουρο, που μπορείτε να μελετήσετε με λεπτομέρεια εδώ. Α, πόσο θα ήθελες να χαθείς ταξιδεύοντας ανάμεσα στις μικρογραφημένες πόλεις του Κατάι και των Ινδιών -ε, υποκριτή αναγνώστη, mon semblable, mon frère, έτσι δεν είναι;

Read Full Post »

Older Posts »