Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κορτάσαρ’

Αντιγράφω από μια συνέντευξη του Χούλιο Κορτάσαρ, του 1982 (μετάφραση Ελένης Χαρατσή, από το σημείωμα στο τέλος των Ιστοριών των Κρονόπιο και των Φάμα, Αθήνα 1983):

Λένε πως υπήρχαν πράγματα που σας ενοχλούσαν στην Αργεντινή όταν φύγατε…

Ναι. Τότε χωρίς να έχω ακόμα καμία πολιτική συμμετοχή κάπου, το κίνημα των περονιστών με ενοχλούσε βαθύτατα. Εγώ αισθάνομαι πολέμιός του για αισθητικούς λόγους. Έχω κάνει γι’ αυτό μια σκληρή αυτοκριτική και δεν έχω κανένα πρόβλημα στο να την επαναλάβω. Ήμουν ένας μικροαστός ευρωπαΐζων νέος που το κύμα του περονισμού εκείνης της εποχής τον ενοχλούσε ιδιαίτερα και το θεωρούσε βαθύτατα χυδαίο, κύμα που εισέβαλε στο Μπουένος Άιρες όταν ο κόσμος που ζούσε στο εσωτερικό της χώρας, ξεσηκωμένος απ’ το κίνημα που προκάλεσε ο Περόν, κατέκλυσε την πόλη. […] Έχω ένα διήγημα εκείνης της εποχής […] όπου κάνω μια πολύ μειωτική περιγραφή για τους αγρότες, πράγμα που ποτέ δεν θα έκανα σήμερα, γιατί πια τους γνωρίζω και έμαθα να είμαι κοντά τους […] Έτσι, αν συνδέσεις τις αιτίες αυτές της εχθρότητας, που σου είπα, με την επιθυμία μου να πάω στην Ευρώπη για ό,τι αυτή μπορούσε να μου προσφέρει θα καταλάβεις ότι το να φύγω ήταν πολύ εύκολο: αρκούσε μόνο να πουλήσω ό,τι είχα, που ήταν ελάχιστο, και να πηδήξω στο καράβι.

Το περίεργο είναι ότι αυτό το πήδημα […] πέρασε σιγά σιγά σε αντίθετες ιδεολογικές θέσεις.

– Όχι πολύ σιγά. Εγώ θα έλεγα, παρόλο που ίσως φανεί λογοτέχνημα ή ναρκισσισμός ότι με τον τρόπο μου, με τον δικό μου ταπεινό τρόπο, διένυα την πορεία μου προς τη Δαμασκό. Δεν θυμάμαι πολύ καλά τι έγινε σ’ αυτήν την πορεία, νομίζω πως ο Σαούλ έπεσε απ’ το άλογο κι έγινε Παύλος, δεν είν’ έτσι; Λοιπόν, κι εγώ έπεσα απ’ το άλογο, κι αυτό συνέβη με την κουβανέζικη επανάσταση. […] Γιατί, για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις των περονιστών στο Μπουένος Άιρες με αηδίαζαν. Κλεινόμουνα στο σπίτι κι άκουγα μια σονάτα του Μότσαρτ ενώ έξω φώναζαν: «Περόν, Περόν, Εβίτα, Εβίτα!». Όμως, ξαφνικά, στην Αβάνα, παραβρέθηκα σε μια τεράστια διαδήλωση – κι όταν λέω τεράστια είναι φανερό ότι εννοώ τεράστια – όπου ο Φιντέλ έβγαζε ένα λόγο, κι εκεί ένιωσα βαθύτατα ευτυχισμένος σ’ εκείνη την -ας πούμε- θεία κοινωνία. Κι είπα στον εαυτό μου: η κατάσταση στο Μπουένος Άιρες σου προκαλούσε αηδία, αυτή η συγκέντρωση των ανθρώπων απ’ τα χωριά σε κάνει να ταυτίζεσαι μαζί τους. Απ’ αυτό το σημείο και μετά η αυτοκριτική μου συνεχίστηκε αμείωτη.

Advertisements

Read Full Post »

…τίποτα δεν έχει χαθεί αν έχουμε επιτέλους την τόλμη να διακηρύξουμε πως τα πάντα έχουν χαθεί και πως πρέπει να αρχίσουμε εκ νέου, όπως οι περίφημοι εργάτες που στα 1907 μιαν αυγουστιάτικη μέρα πήραν είδηση πως η σήραγγα που άνοιγαν απ’ τη μεριά του όρους Μπράσκο είχε χαραχτεί λάθος και πως στο τέλος θα έβγαιναν σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων από τη σήραγγα που έσκαβαν οι γιουγκοσλάβοι εργάτες απ’ τη μεριά της Ντουμπλίβνα. Τι έκαναν οι περίφημοι εργάτες; Οι περίφημοι εργάτες άφησαν τη σήραγγα έτσι όπως ήταν, βγήκαν στην επιφάνεια και μετά από αρκετές μέρες και νύχτες συζητήσεων σε διάφορες ταβέρνες του Πιεμόντε, άρχισαν να σκάβουν και πάλι, αλλά αυτή τη φορά με δική τους ευθύνη και κίνδυνο σε μιαν άλλη πλευρά του όρους Μπράσκο και συνέχισαν έτσι χωρίς να ενδιαφέρονται για το τι έκαναν οι Γιουγκοσλάβοι εργάτες και έφτασαν ύστερα από τέσσερις μήνες και πέντε μέρες στα νότια της Ντουμπλίβνα, προς μεγάλη έκπληξη ενός συνταξιούχου δάσκαλου που τους είδε να εμφανίζονται στο αποχωρητήριο του σπιτιού του. Αξιέπαινο παράδειγμα, που θα έπρεπε να το είχαν ακολουθήσει κι οι γιουγκοσλάβοι εργάτες απ’ τη μεριά τους (παρόλο που πρέπει να παραδεχτούμε πως οι περίφημοι εργάτες δεν τους είχαν πληροφορήσει για τις προθέσεις τους), αντί να επιμένουν να συνδεθούν με μια ανύπαρκτη σήραγγα, πράγμα που συμβαίνει και με ορισμένους ποιητές που σκύβουν επικίνδυνα απ’ το παράθυρο του σαλονιού τους στη μέση της νύχτας.

(Χούλιο Κορτάσαρ, Το κουτσό, κεφ. 71, μετάφρ. Κώστας Κουντούρης)

(bonus track)

Read Full Post »

O Silezukuk επισήμανε ότι σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του Χούλιο Κορτάσαρ.

Για να μη γράψω πολλά (κλικ στο tag Κορτάσαρ από κάτω, έχω γράψει περισσότερα), αντιγράφω κάποιες αναμνήσεις του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου, αντί εισαγωγής στον Κυνηγό, εκδ. Απόπειρα 1988):

 Η τελευταία φορά που πήγα στην Πράγα ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια με τον Κάρλος Φουέντες και τον Χούλιο Κορτάσαρ. Ταξιδεύαμε με τρένο από το Παρίσι -εξαιτίας του κοινού μας φόβου για τα αεροπλάνα- και μιλήσαμε για τα πάντα καθώς διασχίσαμε τη διαιρεμένη νύχτα των δύο Γερμανιών, προσπερνώντας ωκεανούς χωραφιών με ζακχαρότευτλα, βιομηχανίες κάθε είδους, τα ρημάγματα φρικτών πολέμων και βίαιων ερώτων.

Ακριβώς όταν σκεφτόμασταν να κοιμηθούμε, ήρθε του Κάρλος Φουέντες να ρωτήσει τον Κορτάσαρ πώς, πότε και με τίνος την πρωτοβουλία μπήκε το πιάνο στην jazz band. Ήταν μια τυχαία ερώτηση που σκόπευε ν’ αποσπάσει το πολύ πολύ μια ημερομηνία και ένα όνομα, αλλά η απάντηση ήταν μια λαμπρή παράσταση, μια διάλεξη, ανάμεσα σε χοτ-ντογκς και τσιπς και τεράστια ποτήρια μπίρας, που κράτησε ως τα χαράματα. Ο Κορτάσαρ, που ήξερε να ζυγίζει τα λόγια του, μας έδωσε, εύγλωττα και απλά μια αισθητική και ιστορική αναπαράσταση της τζαζ, που κορυφώθηκε, με την ανατολή του ήλιου, σαν μία ομηρική απολογία για τον Thelonious Monk. Δε μίλησε μόνο με τη βαθιά του και ηχηρή φωνή, με τα τραβηγμένα ρ, αλλά και με τα χοντροκόκαλα χέρια του, πιο εκφραστικά απ’ όλα τα χέρια που μπορώ να θυμηθώ. Ούτε ο Κάρλος Φουέντες ούτε εγώ θα ξεχάσουμε ποτέ τις εκπλήξεις εκείνης της ανεπανάληπτης νύχτας.

(…)

Περί τα τέλη του θλιβερού φθινοπώρου στα 1956, συνήθιζε να πηγαίνει καμιά φορά σ’ ένα παρισινό καφενείο, που είχε ένα αγγλικό όνομα [Old Navy], και να γράφει σε μια γωνιά (…) σ’ ένα σχολικό τετράδιο, χρησιμοποιώντας ένα στυλό που του λέκιαζε τα δάχτυλα. (…) τον παρακολουθούσα καθώς έγραφε για περισσότερο από μία ώρα δίχως να σταματάει για να σκεφτεί, πίνοντας μόνο μισό ποτήρι μεταλλικό νερό ώσπου πύκνωσε το σκοτάδι έξω στο δρόμο κι έβαλε την πένα του στην τσέπη του κι έφυγε με το τετράδιό του κάτω απ’ την αμασχάλη, μοιάζοντας με το ψηλότερο και το πιο κοκαλιάρικο σχολιαρόπαιδο του κόσμου.

Read Full Post »

Στο προηγούμενο ποστ ανέφερα ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του ανθρωπολόγου Μάρσαλ Σάλινς, στο οποίο υποστηρίζει ότι η διάκριση φύσης/νόμου (ή, φύσης/πολιτισμού) είναι μια πλαστή διάκριση που προσιδιάζει στον δυτικό πολιτισμό. Εδώ δεν θα ασχοληθώ με αυτό το συμπέρασμα, αλλά θα μοιραστώ μαζί σας κάτι που μ’ άρεσε σχετικά με τις ταξινομήσεις της φύσης από διάφορους, μη ευρωπαϊκούς λαούς:

Μερικά από αυτά τα συστήματα προσώπων θυμίζουν ένα κινέζικο σύστημα ταξινόμησης σαν αυτό που φαντάστηκε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Η «Οντολογία των Ojibway» (…) περιλαμβάνει στην κατηγορία του «προσώπου»: τον ήλιο, τη σελήνη, τις χύτρες, τους τέσσερις ανέμους, τις πίπες, μερικά κοχύλια, το πουλί της βροντής και την τσακμακόπετρα. (…) Οι λαοί της ανατολικής Σιβηρίας δεν θα μπορούσαν να ξεγελαστούν ότι βλέπουν την πραγματικότητα στις σκιές πάνω στα τοιχώματα του πλατωνικού σπηλαίου: γνωρίζουν ότι οι σκιές είναι διαφορετικές φυλές που ζουν σε δικές τους χώρες και συντηρούνται με το κυνήγι.

(Marshall Sahlins, Η δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης, μετάφρ. Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα 2010, σελ. 114)

Το κινέζικο σύστημα ταξινόμησης των ζώων του Μπόρχες (Διερευνήσεις, σελ. 87-88), το οποίο κατά δήλωσή του προέρχεται από «κάποια κινέζικη εγκυκλοπαίδεια» (και βλέπω ότι είναι και στην επικαιρότητα), είναι το εξής:

Τα ζώα διαιρούνται σε α) αυτά που ανήκουν στον Αυτοκράτορα, β) βαλσαμωμένα, γ) εξημερωμένα, δ) βυζανιάρικα, ε) γοργόνες, στ) μυθικά, ζ) αδέσποτα σκυλιά, η) αυτά που ανήκουν στην παρούσα ταξινόμηση, θ) αυτά που κάνουν σαν τρελά, ι) αναρίθμητα, ια) αυτά που είναι ζωγραφισμένα μ’ έναν πολύ λεπτό χρωστήρα από καμηλότριχες, ιβ) και τα λοιπά, ιγ) αυτά που μόλις έσπασαν τη στάμνα, ιδ) αυτά που από μακριά φαίνονται σαν μύγες.

Στο Κουτσό του Κορτάσαρ, παρόμοια είναι η σκέψη του αγαπημένου μου Ζεφυρίνου, που διαβάζει τα βράδια ο Τράβελερ στο τρίτο μέρος του βιβλίου.

Μ’ αρέσουν αυτά τα παράξενα.

Read Full Post »

Ξάπλωσα ένα μεσημέρι στον καναπέ για να λαγοκοιμηθώ μετά το φαΐ. Απέναντί μου, μισάνοιχτη η πόρτα του μπάνιου, το φως του οποίου εδώ και μια βδομάδα αρνιόταν να ανάψει για κάποιο μυστήριο λόγο: ξαφνικά και ανεξήγητα είχε σβήσει ένα βράδυ, και από τότε το μπάνιο έμενε μονίμως σκοτεινό. Στην άλλη άκρη το βούισμα του ανεμιστήρα του υπολογιστή με νανούριζε. Ξαφνικά άρχισε η μπόρα· δεν ξύπνησα από την αστραπή, αλλά από τον ανεμιστήρα που ξαφνικά σταμάτησε για μια στιγμή όπως κόπηκε το ρεύμα.

Μισό δευτερόλεπτο μετά ο υπολογιστής ξανάρχισε να δουλεύει. Ακούστηκε η βροντή, και απέναντί μου έλαμπε το χαλασμένο φως του μπάνιου. Από τότε λειτουργεί κανονικά.

Χαζή ιστορία, αλλά μου θύμισε κάτι του Κορτάσαρ (πάλι από τις Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, μετάφραση Ελένης Χαρατσή, Αθήνα 1983):

Τα γυαλιά κάποιου κυρίου πέφτουν στο πάτωμα και, καθώς χτυπούν πάνω στα πλακάκια, κάνουν έναν τρομερό θόρυβο. Ο κύριος σκύβει να τα πιάσει, αποκαρδιωμένος, γιατί τα κρύσταλλα των γυαλιών είναι πολύ ακριβά, αλλά με κατάπληξη ανακαλύπτει ότι, σαν από θαύμα, δεν έχουν σπάσει.

Αυτός ο κύριος τώρα νιώθει μια βαθιά ευγνωμοσύνη κι αντιλαμβάνεται το γεγονός σαν μια φιλική προειδοποίηση. Έτσι, σπεύδει σ’ έναν οπτικό οίκο κι αγοράζει χωρίς καθυστέρηση μια δερμάτινη θήκη με διπλή προστατευτική επένδυση για κάθε ενδεχόμενο. Μια ώρα αργότερα, του πέφτει η θήκη και, σκύβοντας χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία, ανακαλύπτει ότι τα γυαλιά έχουν γίνει θρύψαλα. Αυτός ο κύριος είναι δύσκολο να καταλάβει ότι τα σημάδια της Θείας Πρόνοιας είναι ανεξερεύνητα και ότι, στην πραγματικότητα, το θαύμα συνέβη τώρα.

Read Full Post »

Καιρό έχει ο Δύτης να πιάσει κάποιο οθωμανικό θέμα και δεν κάνει. Αμαρτία, και θα χάσουμε και τη φήμη μας. Από τα τεφτέρια μου λοιπόν ψάρεψα μια ιστοριούλα, που έχει να κάνει με καταραμένα αντικείμενα, σαν παραμύθι (ή σαν ιστορία του Σκρουτζ Μακ Ντακ).

Για τον οθωμανό ιστορικό Πετσεβή, που έζησε στα τέλη του 16ου και στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, είχα μιλήσει και αρκετά παλιότερα, για την ακρίβεια τον περασμένο Απρίλιο.  Ο Πετσεβή λοιπόν, ένας από τους πιο γλαφυρούς Οθωμανούς αφηγητές που ξέρω, ταξίδευε το 1606 μαζί με τον αδελφό του Μεγάλου Βεζίρη για τα σαντζάκια της Ναυπάκτου, του Ευρίπου και του Καρλί-ιλί (Αιτωλοακαρνανία), όπου ο ίδιος είχε διοριστεί ως απογραφέας. Και διηγείται:

«… φτάσαμε στον Εύριπο (Χαλκίδα). Μια μέρα, ενώ καθόμασταν στο κάστρο πλάι στη θάλασσα, [ο αδελφός του Βεζίρη] έβγαλε από τον κόρφο του ένα πολύτιμο ρολόι, στολισμένο με πετράδια. Κοιτάξτε αυτό το ρολόι, να το δείτε, μου είπε. Πράγματι δεν είχα ξαναδεί ρολόι σαν κι αυτό, και το εκτίμησα δεόντως. Έχει όμως την ιστορία του, συνέχισε, να σας την πω; Απάντησα ορίστε. Και άρχισε να διηγείται: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βλέπω κάπου-κάπου στον πίνακα ελέγχου μου κόσμο να φτάνει εδώ γκουγκλίζοντας «Κορτάσαρ», συνήθως μάλιστα «Κορτάσαρ το κουτσό». Ελπίζω με όλη μου την καρδιά να βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον, παρόλο που μέχρι τώρα, αν θυμάμαι καλά, το μόνο ίχνος από το Κουτσό στο μπλογκ είναι το όνομά του. Ωστόσο, με τρώει εδώ και καιρό κάτι να γράψω για τον Χούλιο Κορτάσαρ. Δεν μού’ρχεται τώρα στο μυαλό άλλος συγγραφέας, η αναφορά του οποίου να φέρνει μια τέτοια αύρα συνομωτικής κατανόησης· αναφέρεις το Κουτσό, και αίφνης, αν ο άλλος το έχει διαβάσει, υπάρχει κάτι σαν μυστική συμφωνία ότι, ναι, είμαι κι εγώ από κείνους. Μου συνέβη μέχρι και στην Τουρκία, πάνε χρόνια (παρεμπιπτόντως, στα τούρκικα λέγεται Seksek· άσχετο).

Το πρώτο του Κορτάσαρ που διάβασα πρέπει να ήταν ο Κυνηγός, ένα μεγάλο διήγημα για τον Τσάρλι Πάρκερ που είχα πάρει αντί αμοιβής όταν δούλευα στο βιβλιοπωλείο ενός φίλου μου, περιμένοντας τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών· μου άρεσε, τότε, περισσότερο επειδή μου άρεσε η τζαζ παρά επειδή μ’άρεσε η γραφή του κειμένου. Μετά όμως έπεσαν στα χέρια μου τα διάφορα τομάκια με τα διηγήματα: το Οκτάεδρο,  το Όλες οι φωτιές οι φωτιά. Αποφάσισα, εκείνη την εποχή, ότι τον προτιμούσα από τον Μπόρχες (τον οποίο μόλις είχα ανακαλύψει και χορτάσει, ξανά και ξανά). Και ύστερα διάβασα το Κουτσό, δανεικό, χωρίς εξώφυλλο, έμοιαζε με Βίβλο όπως το είχα δίπλα στο κρεβάτι. Και έτσι λειτούργησε: νομίζω πως το έχω μάθει πια σχεδόν απέξω· συν τοις άλλοις, εξαιτίας του άρχισα να ακούω Άλμπαν Μπεργκ και Σαίνμπεργκ. Μετά, τα Βραβεία, και διάφορα άλλα. Σχεδόν κατά τύχη μάλιστα, απέκτησα και ένα αντίτυπο του Μπρέντα Ρότσα, τόσο βίαια γλυκιά, βιβλίο για τη Νικαράγουα του οποίου η θλιβερή εκδοτική ιστορία στην Ελλάδα εξαφάνισε τα περισσότερα αντίτυπα σε πυρκαγιά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »