Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κεντρική Ασία’

Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ίσως ο μεγαλύτερος πλαστογράφος του 19ου αιώνα. Γεννημένος γύρω στο 1820 στη Σύμη, έζησε στο Άγιο Όρος απ’ όπου βγήκε εξοπλισμένος με διάφορα σπανιότατα χειρόγραφα, μια πολύ καλή γνώση της αρχαίας και βυζαντινής γλώσσας και παλαιογραφίας, και το απίστευτο θράσος των είκοσι χρόνων του: τόσο ώστε να αρχίσει την καριέρα του, το 1849, με μια απίθανη δημοσίευση ενός έργου του 13ου αιώνα, σχετικού με την πατρίδα του τη Σύμη, και ψεύτικου από την αρχή ως το τέλος. Είναι η

Συμαΐς, η ιστορία της ανύπαρκτης Απολλωνιάδος σχολής, ιδρυθείσας τω 377 έτει μ. Χ., όπου εφευρέθησαν τα πάντα –και προηγείται ως προλεγόμενο μια εξίσου ανύπαρκτη ιστορία της Σύμης, όπου φιγουράρει ακόμα και μια «πελασγική επιγραφή» με τη μεταγραφή και τη μετάφρασή της (δείτε την εδώ, στη σελ. 15). Υπάρχουν εφευρέσεις, μάχες, ίντριγκες, ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους –ένα βιβλίο που αξίζει να επανεκδοθεί και να διαβάζεται τις μακριές νύχτες του χειμώνα, καταπώς λένε. Εκατόν ογδόντα σελίδες φαντασίας, χώρια τα προλεγόμενα, όχι αστεία. Να, για παράδειγμα, η μυστηριώδης αποδημία του οικιστή της Σύμης Γλαύκου, «τω 1364 Π.Χ.» (σελ. ιβ’-ιγ΄):

…ενδεδυμένος στολήν πάντη τερατώδη, εκ δερμάτων δελφίνων κατασκευασμένην, και αγιάσας τους ιερείς και τον λαόν τους εν των ναώ δια του αίματος της θυσίας, απήλθε την τρίαιναν φέρων εις χείρας… [Α]φού δε επλησίασαν εις την θάλασσαν, ο μεν Γλαύκος εισήλθεν εντός αυτής και λαβών ύδωρ δια της χειρός, ερράντισε το πλήθος επτάκις… Ο Γλαύκος, πλέων επί της θαλάσσης, αφανής εγένετο από των οφθαλμών του πλήθους.

Και μερικές από τις καταπληκτικές εφευρέσεις των διδασκάλων της Απολλωνιάδος: ο Σεβαστινός χάρτης, το χαρτί δηλαδή, έργο του ίδιου εκείνου Σεβαστού του Συμαίου που απέπλευσε δια Ρόδον με τρεις εκ των συναδελφών του, άνευ ιστών και κοπών, αλλά δι’ υδραργύρου και ατμού· το θαυμαστό αυτό πλοίο ως άροτρον γεωργού διέσχιζε την θάλασσαν, και τείχη θαλάσσια υψούντο εξ ενός και άλλου μέρους· το δε σκάφος ως κεραυνός ριπτόμενον, και κατά των ανέμων αντιτασσόμενον, εν ροπή (sic) οφθαλμού ελιμενίζετο, όπου ο κυβερνήτης ήθελε (σελ. 18). Και όχι μόνο: από σύμπωσιν τινά των καυστικών υλών οδηγούμενος, επενόησε την κατασκόπευσιν των μακράν αυτού ευρισκομένων αντικειμένων, δια μείζονος σύριγγος και κρυστάλλων κυκλοειδών, ό και τηλεσκόπιον επωνόμασεν. Μάλιστα ο Σεβαστός αυτός έγινε θύμα των εφευρέσεών του, κατακαείς υπό ηλιακών ακτίνων, ότε εζήτει δια πειραματικής εργασίας να εξυχνιάση εις τι συνίσταται η του ηλίου καύσις (όλο το παράξενο πείραμα στις σελ. 21-22). Οι Συμαίοι φαίνεται να είχαν ιδιαίτερες επιδόσεις στα ναυτιλιακά, καθώς οι απίστευτες εφευρέσεις πλοίων αντάξιων του Ροβύρου του Κατακτητή επανέρχονται διαρκώς στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα το σκάφος που και την θάλασσαν διέσχιζε και την γην, και την θάλασσαν έπλεε, και την ξηράν διέτρεχεν (σελ. 103). Ας πούμε και δυο λόγια για τον Ιωάννη τον Δημητρίου, ο οποίος ανακάλυψε τρόπον απίστευτον, του μεταβάλλειν τα μάρμαρα εις ύλην ρευστήν (σελ. 117).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, μπορεί να πει κανείς, ότι μεγάλο μέρος των θαυμάτων της Απολλωνιάδος αφορούν τη ζωγραφική: πίνακες τόσο τεχνικά φτιαγμένοι, που τους έπαιρνες για αληθινούς. Σαν τις πλαστογραφίες του ίδιου του Σιμωνίδη δηλαδή. Ο οποίος, στο τέλος των Προλεγομένων του, ξιφουλκεί εναντίον όσων υπαινίσσονται τέτοιες κακοήθειες, απευθυνόμενος σε κανέναν άλλο παρά στον εαυτό του:

Ησύχασον τώρα και καταφρόνει αυτούς, διότι οι λόγοι αυτών φθόνου όζουσι και αμαθίας· αντίγραφε, δημοσίευε και ο καιρός πλησιάζει, ίνα επ’ αυτών επιπέσης ως πέλεκυς. Τα δε συγγράμματα ημών τα παρ’ υμών δημοσιευόμενα [φωνάζουν τόσοι άλλοι συγγραφείς ανέκδοτοι, ους ηυτύχησα να έχω επί τοις κοίτης μου] δικαιούσαι να οικειοποιηθής, διότι κατά το λέγειν των λογίων υμών συ ο συγγραφεύς και ουχί ημείς, και γέλα εις την ασύγγνωστον ανοησίαν αυτών […] Συ διερμηνεύς των Ιερογλυφικών γραμμάτων, και των Πελασγικών, συ Ιατρός, Γεωγράφος, Ιστορικός, Αρχαιολόγος, Νομικός, κτλ. […] Προς δε τους ειπόντας καθηγητάς έξεστι Σιμωνίδη αναγινώσκειν τα δυσανάγνωστα και κατανοείν τα ακατανόητα ευχαρίστησον, και ειπέ αυτοίς· λοιπόν καλόν έστιν υμίν μαθητεύσαι παρά τω Σιμωνίδη· πρόσθες δε και το, τω μεν Σιμωνίδη έξεστι ταύτα, τοις δε δοκησισόφοις έξεστιν φαυλουργείν, προδίδειν τα πάτρια, και τα πάντα ποιείν, την του έθνους εξαλλοτρίωσιν μηχανώμενοι σκαιώς οι πέπονες χάριν των εχθρών αυτού.

Δεν θυμάμαι να έχω ξανασυναντήσει τον ωραίο υβριστικό χαρακτηρισμό πέπονες να εκτοξεύεται με τόση σοβαρότητα. Παρόμοιας φύσης και επινοητικότητας, η ιστορία και περιγραφή της Αιγύπτου γραμμένη από κάποιον Ουράνιο: τόσο, που ξεγελά ακόμα και τον πολύ Βίλχελμ Ντίντορφ, ο οποίος την εκδίδει με το όνομά του, και νάτην, απολαύστε την: Uranii Alexandrini de regibus Aegyptiorum libri tres, Οξφόρδη 1856. Κάπως μικρότερο, δεκατέσσερις σελίδες, αλλά οπωσδήποτε πιο καλοφτιαγμένο (εδώ η αποκάλυψη της απάτης από άλλο ένα πατριωτάκι, τον Αλέξανδρο Λυκούργο, με λεπτομερέστατη περιγραφή της ζωής και των έργων του ήρωά μας). Ας αρκεστούμε να παραθέσουμε ένα απόσπασμα με χαρακτηριστικά «αιγυπτιακά» ονόματα (αν και δεν είναι όλα επινόηση του Σιμωνίδη, θαρρώ, όπως καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας τον πρόλογο του Ντίντορφ):

…ούτος δε γήμας Σχάμμην την θυγατέρα Λαφώθ την πρεσβυτέραν, του τας πόλεις Αράβων τας τρεις τας ωγυγίας και ήκιστα επιμάχους, Βόστραν τε και Λεχάραν, και Θούρχθην, καταστρέψαντος, Χνεμάχοθιν εγέννησε και Μάσχουφιν και Σφθάχεφιν […] Ήσαν δε οι μεν ηγεμόνες του στρατού οίδε, Άπις, Μνέφις, Χνούφις, Φρέσωθις, Άνουβις, Θώχεμ, Χαρωούρης, Ραφώχ, Ύσσανθις, Ούχαμφις, Μάρσαφις, Σατεθθώ, Ταχόμμης, Πετεσεφώ, Ανουκεμμώ, Παιτνούφις, Θώθουσχις, Πετενσέτις, Σαβέκωθ, Σχόνις, Σόνεφις, Πνέφχθης, Χαπεμώ, Θένις, Χάρχης, Θμεράχομμις, Τχόφη, Χάρσουρις, Θούπφεχις, Νεφθυραμμώ, Αμανθώ, Τοχουνέονις, Αμόχεμφις, Πίσσουσφις, Σμούθης, Χέπφης, οι πάντες εξ και τριάκοντα.

Αναρωτιέμαι με ποιο μηχανισμό φανταζόταν όλα αυτά τα ονόματα (και αντιπαρέρχομαι τον πειρασμό να πω ότι ο Ανουκεμμώ μου θυμίζει την Ανούκ Αιμέ, που άλλωστε ως γνωστόν έζησε αρκετά μετά τον Σιμωνίδη: ούτε καν στη Συμαΐδα δεν αναφέρεται εφεύρεση της χρονομηχανής…)· μου θυμίζουν παρόμοιες ιστορίες φανταστικών πόλεων που έγραφα μικρός, και στις οποίες εμφανιζόταν για παράδειγμα ο βασιλιάς Αίβυσος, όνομα που δεν είναι παρά η επιγραφή ΣΩΣΙΒΙΑ (από κάποιο φέρι-μποτ) διαβασμένη ανάποδα.

 Και άλλα, και άλλα. Δεν υπήρξε μόνο απατεώνας, πούλησε και εξέδωσε και γνήσια χειρόγραφα. Το 1862 φαίνεται να έκανε και τη μεγάλη ανατροπή, αφού δήλωσε ότι ο περίφημος Σιναϊτικός κώδικας, που είχε κλέψει και δημοσιεύσει ο μεγάλος του αντίπαλος Τίσεντορφ, δεν ήταν παρά μια δική του πλαστογραφία. Ισχυρισμός που αντικρούστηκε κλπ. κλπ., αλλά τι ευφυής, τι απροσδόκητος! Αυτός ο Μπόρχες πριν τον Μπόρχες, ο επινοητής δικών του κόσμων, προσπάθησε σα να λέμε να βγάλει πλαστό και τον κόσμο τον ίδιο.

Ας μη γράψω περισσότερες λεπτομέρειες. Αυτό είναι το λήμμα της αγγλικής βίκι (ελληνικό δεν υπάρχει!), μπορείτε δε να διαβάσετε και ένα σχετικό βιβλίο, δυστυχώς αρκετά απογοητευτικό (Γερμανός που γράφει σε γαλλικό στυλ: πολύ φιοριτούρα, ασκήσεις λογοτεχνικότητας, ευρεία χρήση ιστορικού ενεστώτα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπέρ το δέον προσπάθεια να γεμιστούν τα κενά: αρχίζει με ένα επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου ίσα για να είναι στη μόδα, χωρίς καμία τεκμηρίωση, και τελειώνει με την υπόθεση ότι αυτό που σε μια επιστολή του ο Σιμωνίδης αναφέρει ως «Αλβανία» θα μπορούσε να είναι τα Μετέωρα…).

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Αξίζει όμως να διαβάσετε αυτή την πολύ ωραία βιβλιοπαρουσίαση, όπου εκτίθενται πολύ καλύτερα τα συναρπαστικά γεγονότα της ζωής του Σιμωνίδη. Εδώ και ένα άρθρο που συνοψίζει το ζήτημα του πλαστού (;) Αρτεμίδωρου, για το οποίο (ελπίζω) περισσότερα στα σχόλια.

Θέλω μόνο να σημειώσω, ότι δεν μπόρεσα πουθενά να βρω κάποια φωτογραφία του. Μου έκανε εντύπωση πόσο δυσεύρετη ήταν η μία φωτογραφία του που παραθέτω στην αρχή του ποστ, πόσο δύσκολα βρήκα κάποιες (και δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα) φωτογραφίες από τις πλαστογραφίες του: μερικές εικόνες από τον ψευδοΑρτεμίδωρο, μία από το Κατά Ματθαίον (πάπυρος «γραμμένος δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη»), αβέβαια πράγματα.

***

Ισλάμ Αχούν. Ο ομόλογος του Σιμωνίδη στην Κεντρική Ασία: Ουιγούρος από το Χοτάν, στο κινεζικό Τουρκεστάν ή Σινκιάνγκ, άρχισε το 1895 να προσφέρει για πούλημα, μαζί με έναν συνέταιρό του, αρχαία χειρόγραφα στους διάφορους Άγγλους και Ρώσους πρόξενους της περιοχής. Τα χειρόγραφα προκάλεσαν εξαιρετική σύγχυση στον ανερχόμενο κλάδο των ασιανολόγων: οι διάφορες γραφές που εφεύρισκαν οι δύο συνέταιροι έμοιαζαν άλλοτε με ινδικά, άλλοτε με κινέζικα, άλλοτε με ουιγουρικά ρουνικά, μέχρι που είχαν ενσωματώσει και κυριλλικά στοιχεία προς μεγάλη απορία των μελετητών. Οι αθεόφοβοι, μάλιστα, όταν αυξήθηκε η ζήτηση για χειρόγραφα είχαν φτιάξει ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία, πάλι από ανύπαρκτες γραφές, για να αυξήσουν την παραγωγή. Αλλά να, όσες αμφισβητήσεις προέκυπταν σκόνταφταν στο πολύ ευρωπαϊκό ερώτημα:

Πώς γίνεται ο Ισλάμ Αχούν και οι σχετικά αγράμματοι συνεργάτες του να πιστωθούν με την όχι λίγη επινοητικότητα που θα απαιτούσε η κατασκευή αυτών των γραφών;

(Hoernle, A. F. Rudolf (1899). «A collection of Antiquities from Central Asia, Part I.». Journal of the Asiatic Society of Bengal: 62 –από βίκι).

Εκείνος που τελικά τον υποψιάστηκε ήταν ο σπουδαίος Αυρήλιος Στάιν, μια και στα τόσα χειρόγραφα που ο ίδιος ανακάλυψε στις θαμμένες πόλεις του Ταρίμ δεν συνάντησε ούτε ένα με τις παράξενες γραφές που ανακάλυπτε ο Ισλάμ Αχούν. Τον συνάντησε λοιπόν και τον ανάγκασε τελικά να του αποκαλύψει την απάτη. Ο Στάιν χαρακτηρίζει τον Ισλάμ a very clever rascal, with a good deal of humour -αυτό μπορεί να το φανταστεί κανείς άλλωστε. Μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων του, μία θυμίζει τους τυχοδιώκτες στον Άνθρωπο που θα γινόταν βασιλιάς του Κίπλινγκ: μεταμφιεζόταν σε Άγγλο πράκτορα που έψαχνε τάχα για παράνομους σκλάβους, ώστε να εκβιάζει τους ντόπιους.

Μετά την, ας πούμε, ανάκρισή του από τον Στάιν, ο Ισλάμ Αχούν του ζήτησε να τον πάρει μαζί του στην Ευρώπη. Τι να σκεφτόταν άραγε; Να ετοίμαζε μια καριέρα στο Βερολίνο και το Λονδίνο εφάμιλλη του Σιμωνίδη, σαράντα χρόνια πριν; Εν πάση περιπτώσει ο Στάιν αρνήθηκε· και δεν ξέρουμε τίποτε άλλο για τον Ισλάμ Αχούν.

Έχουμε όμως τη φωτογραφία του, και μπορούμε να δούμε τις δικές του τουλάχιστον πλαστογραφίες.

***

Κλείνοντας, ας μην αφήσουμε να εννοηθεί ότι μόνο τριτοκοσμικοί Βαλκάνιοι και Κεντρασιάτες προσπαθούσαν να ξεγελάσουν την, χμ, επιστημονική κοινότητα. Να για παράδειγμα ο άνθρωπος του Πίλτντάουν (να μείνει η Αλβιών χωρίς προϊστορικό άνθρωπο; Never!) και ένα σωρό άλλα. Επιτρέψτε μου όμως να προτιμάω τον Ισλάμ Αχούν, τον επινοητή των γραφών, και ακόμα περισσότερο τον Σιμωνίδη, τον επινοητή κόσμων.

Υ.Γ. Κάντε τον κόπο να δείτε και τη συνεισφορά του φίλου Alfred E. Newman σχετικά με άλλον ένα καταπληκτικό πλαστογράφο, τον Πρίγκηπα Ροδοκανάκι. Εδώ το κείμενο, και εδώ μια φωτογραφία. Α! και εδώ το magnum opus του, η (ψευδο)ιστορία των Ιουστινιάνηδων της Χίου.

Advertisements

Read Full Post »

Ξαναδιαβάζοντας τον Κιμ του Κίπλινγκ και κάνοντας κάποιες μικρές έρευνες σχετικά (ήθελα να δω πώς είναι το Λάκνοου, η Λαχώρη και η Σίμλα) έπεσα πάνω στους παντίτ. Η λέξη μας θυμίζει ίσως τον Νεχρού και σημαίνει κάτι σαν λόγιος στα σανσκριτικά –οι παντίτ που βρήκα εγώ όμως είναι κάτι άλλο.

Από τότε που ξανάρθε το Αφγανιστάν στην επικαιρότητα λίγο-πολύ όλοι έχουμε (ξαν)ακούσει για το λεγόμενο Μεγάλο παιχνίδι, ήτοι τον αγώνα επιρροής μεταξύ Άγγλων και Ρώσων σε ξένο αχυρώνα ή αλλιώς την μεγάλη πατάτα που λέγεται γεωπολιτική –μια και σήμερα καταλαβαίνουμε πόσο αβάσιμος ήταν ο φόβος των Άγγλων πως η Ρωσία θα έβαζε χέρι στην Ινδία μέσω του Αφγανιστάν (όσο αβάσιμη ήταν και η ελπίδα των Ρώσων). Οι δυο δυνάμεις προσπάθησαν απεγνωσμένα να βάλουν χέρι στο Σινκιάνγκ ή κινεζικό Τουρκεστάν (οι αναγνώστες του Πίντσον θα θυμούνται μάλλον τις σκηνές στο Κασγκάρ και την Τακλαμακάν) με παρομοίως φρούδες ελπίδες. Εν πάση περιπτώσει, για κάτι τέτοιους λόγους η Αγγλία θεώρησε αναγκαία μια λεπτομερή χαρτογράφηση των περιοχών βορείως της Ινδίας: του Θιβέτ, ας πούμε.

Έλα όμως που υπήρχε ένα προβληματάκι: τα βασίλεια του Θιβέτ δεν ήταν ακριβώς φιλικά προς τους ξένους. Οποιοσδήποτε λευκός εξερευνητής εμφανιζόταν με θεοδόλιχους και αλυσίδες μέτρησης κινδύνευε από την επέλαση πολεμιστών καβάλα σε γιακ (δεν κάνω πλάκα) και θάνατο μάλλον φριχτό. Εδώ μπαίνουν στη σκηνή λοιπόν οι παντίτ, μια ιδέα του συνταγματάρχη Κρέιτον Τόμας Μοντγκόμερι, ενός αξιωματικού που συμμετείχε στη μεγάλη τριγωνομετρική καταμέτρηση της Ινδίας, στη χαρτογραφική υπηρεσία μ’ άλλα λόγια. Τη δεκαετία του 1860 λοιπόν, ο Μοντγκόμερι συνέλαβε την ιδέα να εκπαιδεύσει και να στείλει όχι Άγγλους, μα Ινδούς, μεταμφιεσμένους σε λάμα, σε υπηρέτες των λάμα, σε εμπόρους.

Ο Τόμας Μοντγκόμερι (πηγή)

Αυτοί ήταν οι παντίτ. Εκπαιδευμένοι στη χρήση του εξάντα, στην ιατρική, στις αστρονομικές παρατηρήσεις, στην τριγωνομετρία, σε κάθε είδους κόλπα για σωστή χαρτογράφηση (για παράδειγμα, να υπολογίζουν το ύψος όχι με βαρόμετρο αλλά βάσει της θερμοκρασίας του σημείου βράσης του νερού· τα θερμόμετρα ήταν κρυμμένα, λέει, στην κορφή του μπαστουνιού τους). Και όχι μόνο: μια και (φυσικά) ήταν αδύνατο να κουβαλάνε αλυσίδες μέτρησης μεταμφιεσμένοι στα βουνά, μάθαιναν να βηματίζουν έτσι, ώστε να κάνουν ακριβώς 2000 βήματα στο μίλι –άσχετα αν βάδιζαν σε ίσωμα, κατηφόρα-ανηφόρα, ή σκαρφάλωναν. Είχαν μαζί τους ένα είδος βουδιστικού κομποσχοινιού, μόνο που αντί για τις συνηθισμένες 108 χάντρες προσευχής αυτό είχε 100, και μάλιστα με χοντρύτερη μια χάντρα κάθε δέκα: στα εκατό βήματα άφηναν και μια χάντρα, και έτσι ένα κομποσχοίνι τέλειωνε στα πέντε μίλια (αν υπολογίζω σωστά). Σε κοχύλια φύλαγαν υδράργυρο, τον οποίο (όταν δεν τους έβλεπαν) χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν τεχνητό ορίζοντα για τις μετρήσεις του εξάντα (τον έχυναν στα μπολ που κανονικά χρησιμοποιούσαν ζητιανεύοντας για λογαριασμό του λάμα). Τις παρατηρήσεις τους τις αποστήθιζαν σαν έμμετρες βουδιστικές προσευχές, ή τις έκρυβαν (αντί για τα συνηθισμένα μάντρα) σε τροχούς προσευχής.

Παρέκβαση: ψάχνοντας κάτι καλό για τους τροχούς προσευχής, ανακάλυψα πως υπάρχουν και ηλεκτρικοί τέτοιοι. Και: Some prayer wheels are powered by electric motors. «Thardo Khorlo,» as these electric wheels are sometimes known, contain one thousand copies of the mantra of Chenrezig and many copies of other mantras. The Thardo Khorlo can be accompanied by lights and music if one so chooses. However, Lama Zopa Rinpoche has said, «The merit of turning an electric prayer wheel goes to the electric company. This is why I prefer practitioners to use their own ‘right energy’ to turn a prayer wheel». Μάλιστα! Τέλος της παρέκβασης.

Νάιν Σινγκ Ραουάτ (πηγή: Wikipedia commons)

Ο πρώτος, ή ίσως ένας από τους πρώτους τέλος πάντων παντίτ (υπήρχε ένας μουσουλμάνος υπάλληλος, ονόματι Μοχάμεντ-ι Χαμίντ, που έφτασε στο Γιαρκάντ, στο κινεζικό Τουρκεστάν, πέθανε όμως στην επιστροφή), πιθανότατα όμως ο σπουδαιότερος, ήταν ο πολύς Νάιν Σινγκ Ραουάτ (ελπίζω να μεταγράφω σωστά). Φαίνεται ότι (μια και καταγόμενος από μια περιοχή που συνόρευε με τα Ιμαλάια ήξερε τη γλώσσα και κάπως την περιοχή) πρώτα είχε στρατολογηθεί από μια γερμανική γεωγραφική αποστολή, γύρω στο 1855, στα εικοσιπέντε του χρόνια δηλαδή· στη συνέχεια έγινε διευθυντής ενός σχολείου στο χωριό του, μέχρι που το 1863 επιλέχθηκε, μαζί με τον ξάδερφό του Μάνι Σινγκ, για να σταλεί σε χαρτογραφικές αποστολές. Ύστερα από δύο χρόνια εκπαίδευσης, ξεκίνησε για τις εξερευνήσεις του: Νεπάλ, Λάσα (όπου δύο έμποροι από το Κασμίρ τον ανακάλυψαν, αλλά δεν είπαν τίποτα –παίρνοντας το ρολόι του σε αντάλλαγμα), δυτικό Θιβέτ (όπου ανακάλυψε, λέει, κάτι θρυλικά χρυσωρυχεία).  Με το χρυσό μετάλλιο της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, πέθανε το 1895 σε ένα χωριό που του είχε χαρίσει η (αγγλική) κυβέρνηση. Στην περίπτωσή του ισχύει το σόι πάει το βασίλειο: εκτός από τον ξάδερφό του, και ο αδερφός του (μάλλον, διότι αλλού τον βρίσκω κι αυτόν ξάδερφο), ο Κρίσνα (ή Κίσεν) Σινγκ έκανε διάφορα ταξίδια και το 1878 εξερεύνησε το δρόμο από τη Λάσα στο κινεζικό Τουρκεστάν. Σε κάποια φάση του ταξιδιού, διαβάζω, ο αρχηγός του καραβανιού του αποφάσισε να συνεχίσουν έφιπποι από το φόβο των ληστών: ο Κρίσνα Σινγκ κατάφερε και πάλι να μετρήσει σωστά τις αποστάσεις, αυτή τη φορά βασισμένος όχι στα δικά του βήματα, αλλά του αλόγου του.

O Χάρι Ραμ, για τον οποίο δεν βρήκα καμία φωτογραφία, εξερεύνησε την περιοχή γύρω από το Έβερεστ το 1871-72, και αργότερα το βόρειο Νεπάλ. Στην αρχή, λέει, δεν του επέτρεπαν την είσοδο στο Θιβέτ· ύστερα έτυχε να γιατρέψει τη γυναίκα ενός αξιωματούχου, και ο δρόμος άνοιξε. Την επόμενη δεκαετία, κάποιος Κίνθαπ ή Κίντχουπ ή κάπως έτσι (ούτε αυτουνού μοιάζει να υπάρχει φωτογραφία) στάλθηκε δύο φορές, και τις δύο με τη μεταμφίεση ενός υπηρέτη λάμα, για να εξερευνήσει το ρου του ποταμού Τσανγκπό. Τη δεύτερη φορά ο λάμα (ένας Κινέζος) τον πούλησε σε έναν θιβετιανό συνάδελφό του. Ο Κίνθουπ (ή όπως) έχασε όλο τον εξοπλισμό του και μόνον ένα χρόνο αργότερα κατάφερε να δραπετεύσει· κατάφερε να βρει καταφύγιο σε ένα βουδιστικό μοναστήρι και συνέχισε τις εξερευνήσεις του άλλα δυόμισυ χρόνια. Κατάφερε να στείλει ένα γράμμα στο αρχηγείο του, όπου έλεγε ότι θα έριχνε τα ημερολόγια της αποστολής του στο ποτάμι για να φτάσουν στην Ινδία –όπως και έκανε. Και όμως: αφότου γύρισε στην Ινδία ανακάλυψε ότι το γράμμα δεν είχε φτάσει ποτέ στον προορισμό του· πέρασαν άλλα δυο χρόνια μέχρι να δημοσιευτούν οι ανακαλύψεις του (ότι ο Τσανγκπό και ο Μπραχμαπούτρα ήταν το ίδιο ποτάμι), και πάλι δεν έγιναν πλήρως πιστευτές μέχρι που επιβεβαιώθηκαν τριάντα χρόνια μετά. Από αποστολές Ευρωπαίων, βεβαίως. Ο Κίνταπ (τέλος πάντων), απογοητευμένος, παράτησε την υπηρεσία και έγινε ράφτης.

Σάρατ Τσάντρα Ντας (wikipedia commons)

Όλοι αυτοί κατάγονταν από περιοχές στα σύνορα του Θιβέτ, και έτσι είχαν μια κάποια οικειότητα με τη γλώσσα και τη γεωγραφία της περιοχής. Διαφορετική κάπως είναι η περίπτωση του Σάρατ Τσάντρα Ντας, ενός Μπενγκαλέζου από το Τσιτακόνγκ, στο σημερινό Μπαγκλαντές δηλαδή και μάλιστα στη θάλασσα. Ήταν κι αυτός (όπως ο Νάιν Σινγκ Ραουάτ) διευθυντής σχολείου, κάπως κοντύτερα στα Ιμαλάια (στο Νταρτζίλινγκ) όταν, το 1879, έφυγε ως υπηρέτης ενός λάμα για το Θιβέτ. Ήταν η αρχή πολυάριθμων ταξιδιών, από τα οποία ο Ντας αποκόμισε μεγάλο αριθμό σανσκριτικών και θιβετιανών χειρογράφων· εξελίχθηκε σε μέγα μελετητή της θιβετιανής παράδοσης, αλλά αν στέκομαι σ’ αυτόν λίγο παραπάνω είναι διότι ήταν το πρότυπο του Χάρι Τσάντερ Μουκερτζί, ή αλλιώς Μπάμπου, του πρότυπου Ινδού κατάσκοπου στον Κιμ –απ’ όπου και ξεκινήσαμε.

Ήθελα τέλος πάντων να πω ότι στη χορεία των μεγάλων εξερευνητών, των Μπάρτον και Σπικ, των Μάνγκο Παρκ και των Πρζεβάλσκι, των Κουκ, των Λίβινγκστον και Στάνλεϊ, των Χούμπολτ και των Αμούντσεν, θα έπρεπε να φυλάξουμε κάποιο χώρο και για τους ξεχασμένους Ινδούς, που μόνον ως υπάλληλοι της Αγγλικής Κυβέρνησης ρίσκαραν τη ζωή τους στα φοβερά και θρυλικά βουνά της Στέγης του Κόσμου.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της χαρτογράφησης, πάντως, ήταν τελικά κάτι απτό: κάτι τέτοιο. Δεν τους έσφαζαν μόνο οι Κινέζοι τους Θιβετιανούς, όπως μας μαθαίνουν οι ταινίες.

Potala palace

 

(Εδώ σχεδόν ολόκληρο, ένα σχετικό βιβλίο.)

Read Full Post »

Συνειδητοποιώ ότι κάθε πέντε χρόνια περίπου ξαναδιαβάζω τα ίδια βιβλία. Έτσι ξανάπιασα στα χέρια μου τη μετάφραση των Ταξιδιών του Τζον Μάντεβιλ (Σερ Τζον Μάντεβιλ, Τα ταξίδια, με μια εισαγωγή από τον C. W. R. D. Moseley, μετάφρ. Μάρω Φιλίππου, Αθήνα: Κέδρος 2005), μια επιτομή των τερατολογιών του Μεσαίωνα, μπορεί να πει κανείς, που είχα υποσχεθεί να παρουσιάσω στο ξεκίνημα των καταδύσεων το Μάρτη του ’09. Για να μην αδικούμε τον Μεσαίωνα και παρεξηγηθεί κάποια ψυχή 🙂 πρόκειται για ένα κατ’ ουσία λογοτεχνικό κείμενο, που όμως το είχε μαζί του μέχρι και ο Κολόμβος όταν έψαχνε την Αμερική τις Ινδίες. Για τον μυστηριώδη συγγραφέα του, που δεν ήταν Άγγλος παρά Γάλλος ή Φλαμανδός, μπορείτε να διαβάσετε π.χ. εδώ· μια μετάφραση ονλάιν στα αγγλικά μπορείτε να βρείτε εδώ· και, το καλύτερο, εδώ μπορείτε να δείτε μια υπέροχη εικονογραφημένη γερμανική μετάφραση του 15ου αιώνα και να χαζεύετε τις μινιατούρες ώρες και ώρες.

Εν συντομία, ο Μάντεβιλ (ή όποιος ήταν τέλος πάντων) ξεκινάει να γράψει το δρόμο για το προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, και καταλήγει να γράψει ό,τι κυκλοφορούσε στην Ευρώπη, μετά και τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο (και άλλων), για τη μακρινή Ανατολή. Διότι, όπως λέει, Σας μίλησα για τον μακρύτερο και απώτερο δρόμο που οδηγεί στην Ιερουσαλήμ δια μέσου της Βαβυλώνας και του όρους Σινά… Θα σας μιλήσω τώρα για τον πιο σύντομο και γρήγορο δρόμο προς την Ιερουσαλήμ. Διότι ορισμένοι δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τον άλλο δρόμο –είτε επειδή δεν έχουν αρκετά χρήματα, είτε επειδή δεν βρίσκουν αρκετούς να πάνε μαζί τους, είτε επειδή δεν αντέχουν τα μακρινά ταξίδια, είτε επειδή φοβούνται τους κινδύνους των ερημικών εκτάσεων, είτε επειδή θέλουν να επιστρέψουν γρήγορα στα σπίτια τους για να δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, είτε και για κάποια άλλη λογική αιτία για την οποία πρέπει να γυρίσουν σύντομα πίσω (κεφ. 14).  Όπως θα περίμενε κανείς, τα πράγματα παραξενεύουν όλο και περισσότερο όσο προχωρά κανείς ανατολικά. Πράγμα φυσικό, άλλωστε, αφού ο άνθρωπος θα έπρεπε να έχει ένα διαμάντι στην αριστερή πλευρά του∙ γιατί έτσι η αξία του είναι μεγαλύτερη από το να το έχει στα δεξιά, αφού η φυσική κλίση της ανάπτυξής του είναι προς τον Βορρά, που είναι η αριστερή μεριά του κόσμου και η αριστερή μεριά του ανθρώπου όταν στρέφει για ν’ αντικρύσει την Ανατολή (κεφ. 17).

Μερικές ιστορίες είναι πραγματικά τρομακτικές, σαν πρόδρομοι του γοτθικού φανταστικού διηγήματος στυλ Βαθέκ (και ελληνικά): …μια ωραία πολιτεία, την οποία ονόμαζαν Αττάλεια. Και όλη εκείνη η χώρα χάθηκε από την τρέλα ενός νεαρού άνδρα. Γιατί εκεί ζούσε μια όμορφη κοπέλα την οποία αγαπούσε πολύ∙ αυτή όμως πέθανε ξαφνικά και την έβαλαν σ’ ένα μαρμάρινο τάφο. Από τον μεγάλο του έρωτα για κείνην, πήγε μια νύχτα στο μνήμα της, το άνοιξε, ξάπλωσε μαζί της κι ύστερα έφυγε. Όταν πέρασαν εννέα μήνες, μια φωνή ακούστηκε που του είπε μέσα στη νύχτα: «Πήγαινε στο μνήμα εκείνης της γυναίκας και άνοιξέ το, και πάρε αυτό που απέκτησες μαζί της. Αν δεν το κάνεις, θα γνωρίσεις μεγάλο κακό και θα υποφέρεις πολύ». Έτσι λοιπόν πήγε και άνοιξε το μνήμα απ’ όπου πετάχτηκε ένα τρομερό κεφάλι, αποκρουστικό στην όψη, που πέταξε πάνω από την πόλη∙ και αμέσως όλη η πόλη βούλιαξε και μαζί της όλος ο τόπος τριγύρω (κεφ. 5).

Άλλες περιγραφές πάλι είναι εφιαλτικές χωρίς να το επιδιώκουν: Αυτός ο άρχοντας περνά θαυμάσια ζωή. Διότι διαθέτει πενήντα κοπέλες που τον υπηρετούν καθημερινά στα γεύματα και στο κρεβάτι του και κάνουν ό,τι αυτός επιθυμεί. Και όταν καθίσει να φάει, του φέρνουν πάντα πέντε πιάτα μονομιάς∙ και ενώ του τα φέρνουν, του τραγουδούν ένα όμορφο τραγούδι. Κόβουν δε το κρέας μπροστά του και το βάζουν στο στόμα του σαν να είναι παιδί∙ γιατί εκείνος ούτε κόβει ούτε αγγίζει με τα χέρια του τα οποία έχει πάντα μπροστά του πάνω στο τραπέζι. Έχει άλλωστε τόσο μακριά νύχια στα δάχτυλά του που του είναι αδύνατον να κρατήσει οτιδήποτε. (…) Μόλις φάει αρκετά από το πρώτο φαγητό, του φέρνουν μπροστά του άλλα πέντε πιάτα ενώ τραγουδούν συνεχώς∙ πράγμα που κάνουν ως το τέλος του γεύματος (κεφ. 34).

Οι πιο πολλές σελίδες όμως είναι απλά απολαυστικές, χωρίς τρόμο ή εφιάλτη, σαν χρωματιστές μικρογραφίες. Όπως ο ποταμός Σαμπατορί, ο οποίος τα Σάββατα κυλά γρήγορα, αλλά τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας είτε μένει ακίνητος και δεν κυλά καθόλου είτε κυλά πολύ αργά (κεφ. 14), ή, βέβαια, οι άντρες και οι γυναίκες αυτού του νησιού [που] έχουν κεφάλια σαν σκυλιά και ονομάζονται Κυνοκέφαλοι. Αυτοί οι άνθρωποι, παρά την εμφάνισή τους, είναι απόλυτα λογικοί και έξυπνοι. Λατρεύουν σαν θεό τους ένα βόδι (κεφ. 21). Να μια χαρίεσσα περιγραφή ενός κινεζικού νανοβασιλείου: Αυτός ο ποταμός, ο Γιανγκτσέ, διασχίζει το κέντρο της χώρας των Πυγμαίων που έχουν μικρό ανάστημα, μόλις τρεις σπιθαμές. Είναι όμως πολύ ωραίοι και με καλές αναλγίες. Παντρεύονται όταν φτάσουν στην ηλικία του ενάμιση χρόνου και αποκτούν παιδιά∙ συνήθως ζουν εφτά ή οχτώ χρόνια. Αν ζήσουν ως τα εννιά, θεωρούνται εξαιρετικά γέροι. Αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι κάνουν θαυμάσια δουλειά με το μετάξι και το βαμβάκι, αλλά και άλλες τέτοιες λεπτές εργασίες, πολύ λεπτότερες από εκείνες που κάνουν άλλοι άνθρωποι. Παλεύουν συχνά με γερανούς με τους οποίους βρίσκονται πάντα σε πόλεμο∙ και όταν καταφέρουν να σκοτώσουν ένα γερανό, τον τρώνε. Δεν οργώνουν τη γη, ούτε κάνουν άλλες βαριές δουλειές∙ έχουν ανάμεσά τους ανθρώπους με το δικό μας ανάστημα που οργώνουν τη γη και καλλιεργούν αμπέλια και κάνουν όλες τις απαραίτητες βαριές δουλειές. Και αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι περιφρονούν τους ψηλούς και τους βρίσκουν παράδοξους όπως βρίσκουμε εμείς τους γίγαντες (κεφ. 22). Κοιτάξτε και εδώ, πώς ένα θεϊκό προϊόν καταλήγει να έχει πολύ πεζές χρήσεις: Μάννα ονομάζεται το ψωμί των αγγέλων∙ είναι πολύ άσπρο και με γλυκιά γεύση… Έρχεται από τη δροσιά του Ουρανού που πέφτει στο χορτάρι, πήζει και γίνεται κατάλευκο. Οι άνθρωποι το χρησιμοποιούν σε φάρμακα για τους πλούσιους, για τη δυσκοιλιότητα και τον καθαρισμό του πολύ πηχτού αίματος (κεφ. 17).

Με ξετρελαίνει, επίσης, το απαράμιλλο στυλ του συγγραφέα, που με κάνει μερικές φορές να αναρωτιέμαι μπας και με δουλεύει συνειδητά. Γράφει, για παράδειγμα, για τους γρύπες: Ορισμένοι διατείνονται ότι το μπροστινό μέρος του σώματός τους έχει την όψη αετού ενώ το πίσω λιονταριού∙ και έτσι είναι στην πραγματικότητα (κεφ. 29). Ή, δείτε πώς τελειώνει αυτή την κάπως ανησυχαστική περιγραφή: …μια μεγάλη πεδιάδα όλο άμμο και χαλίκια όπου, απ’ ό,τι φαίνεται, υπάρχουν δέντρα που όταν ανατείλει ο ήλιος αρχίζουν να μεγαλώνουν και βγάζουν έναν καρπό∙ μεγαλώνουν ως το μεσημέρι και ύστερα αρχίζουν να μικραίνουν και ξαναγυρνούν στο χώμα έτσι που, ως τη δύση, να μην φαίνεται πια τίποτα∙ αυτό γίνεται καθημερινά. Κανείς δεν τολμά να φάει από τον καρπό ή να τον πλησιάσει, γιατί μοιάζει με απατηλό φάντασμα. Αυτό συγκαταλέγεται στα θαυμαστά πράγματα και πιθανόν έτσι να είναι (κεφ. 30). Αυτή δε η αναφορά είναι ίσως η κορυφαία: Για τον Παράδεισο μου είναι δύσκολο να μιλήσω γιατί δεν έχω πάει∙ και πραγματικά λυπάμαι γι’ αυτό (κεφ. 33).

Ας τελειώνουμε, καθώς και κάθε ταξίδι πρέπει να τελειώνει (όπως προσφυώς εξήγησε ο Μάντεβιλ στο πρώτο απόσπασμα που παρέθεσα). Υπάρχει πάντα ένα όριο στα ταξίδια, εξάλλου: Ανάμεσα σε άλλα, υπάρχει μια απέραντη θάλασσα από χαλίκι και άμμο χωρίς στάλα νερό. Αυτή αποτραβιέται και πάλι ξανάρχεται, όπως γίνεται με την άμπωτη και την πλημμυρίδα στον ωκεανό άλλων χωρών, και σηκώνει μάλιστα τεράστια κύματα∙ ποτέ δεν παραμένει γαλήνια και ατάραχη. Κανείς δεν μπορεί να διασχίσει αυτή τη θάλασσα με καράβι ή άλλο μέσο∙ και έτσι, είναι άγνωστο τι είδους τόπος ή χώρα είναι από την άλλη μακρινή μεριά (κεφ. 30). Και όμως, τέτοιους τόπους περιγράφει ο φίλος.

Σαν τον ωραίο χάρτη του Φρα Μάουρο, που μπορείτε να μελετήσετε με λεπτομέρεια εδώ. Α, πόσο θα ήθελες να χαθείς ταξιδεύοντας ανάμεσα στις μικρογραφημένες πόλεις του Κατάι και των Ινδιών -ε, υποκριτή αναγνώστη, mon semblable, mon frère, έτσι δεν είναι;

Read Full Post »

Πολύ λίγα ξέρουμε για τον Βασίλειο Βατάτζη, και είναι μάλλον απίθανο να μάθουμε περισσότερα (αν και ίσως υπάρχουν). Πρόσφατα αναφέρθηκε σε ένα δημοσίευμα ιρανολογικού ενδιαφέροντος, και μια και το χρωστάω σχεδόν ένα χρόνο τώρα σε ένα φίλο, είπα να συνοψίσω αυτά τα πολύ λίγα.

Γεννήθηκε στα Θεραπειά της Πόλης το 1694 και ήταν γιος ενός αξιωματούχου του Πατριαρχείου. Όπως διηγείται ο ίδιος,

…ετών ων αριθμόν δέκα τε και τεσσάρων, / την τάξιν δε και άσκησιν επιθυμών εμπόρων, / και περιήγησιν φιλών κόσμου και πολλών χώρων, / εν ηλικία ταύτη δε, ως άνωθεν φανίζω, / και εν ονόματι Χριστού προς ξέν’ αναχωρίζω

Το πρώτο του ταξίδι ήταν στη Μόσχα, μέσω Μολδαβίας και Κιέβου. Ξαναγύρισε στην Πόλη, δεν έκατσε όμως πολύ: από το Μπρασόβ και την Πολωνία έφτασε ξανά στη Μόσχα, απ’ όπου ακολούθησε το δρόμο του Αστραχάν για την Περσία. Πάλι στη Μόσχα, και από κει ξανά Περσία: Γκιλάν, Καζβίν, Κουμ και Ισφαχάν. Αυτά γίνονται το 1716.

Επιστροφή στα πάτρια, και κατόπιν (βρισκόμαστε πια στο 1727) ο Βατάτζης ξαναφεύγει για Μόσχα (όπου φαίνεται ότι η οικογένειά του είχε ήδη σχέσεις), και από κει αποφασίζει να γυρίσει την άγνωστη τότε κεντρική Ασία.  (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αγαπητοί μου αναγνώστες και αναγνώστριες, έχω να σας ανακοινώσω ότι είστε αχόρταγοι. Τέσσερις αναρτήσεις ανέβασα για την Κιργιζία, θέλετε κι άλλο.

«Δώσε λίγο Kyrgyzstan feeling, κ. Δύτη: τι λένε όταν τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους; Πώς ντύνονται; Πώς είναι ο χαιρετισμός τους; Τι προγράμματα έχει η τοπική τηλεόραση; Πώς είναι οι Κιργιστανικές διαφημίσεις; Ποιο είναι το γυναικείο πρότυπο ομορφιάς τους; Ποια λέξη έχουν για τον λευκό δυτικό ξένο; Πώς είναι η τυπική οικογένεια; Πώς φαντάζονται τις ΗΠΑ; Μίλα μας ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ και για τα φαγητά τους.» (Elias).

…συν βιοτικό επίπεδο, αν είναι ανοιχτοί σα λαός, σχέσεις των δύο φύλων κι ότι άλλο θυμηθείς… (Τσαλαπετεινός).

Αφού λοιπόν εκθέσω έτσι τους αδηφάγους στο κοινό περί δικαίου αίσθημα, θα θυμηθώ μια παλιά σειρά-σώου που ήταν πολύ της μόδας τη δεκαετία του ’80 (αρχές), και λεγόταν: «ΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΤΟ ΖΗΤΗΣΑΤΕ!». Ξεκινάμε λοιπόν με μια σχετικά πληρέστερη σειρά φωτογραφιών (μην ευχαριστείτε εμένα, αλλά τον Stazybo Horn). Εδώ.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Και λοιπόν, ταρατατζούμ! το ποστ που όλοι περιμένατε!  Η ώρα της κατσίκας. Πρώτα όμως, μια γενική άποψη του χωριού, στη βορειοανατολική γωνία της Κιργιζίας. Στο βάθος, ένα ακόμα παρακλάδι των Τιεν Σαν:

χωριό

Πριν το κατσικόσφαιρο (ακριβέστερα, αλογοκάτσικο), ένα διδακτικό παιχνίδι για τις σχέσεις αντρών και γυναικών. Λέγεται κιζ-κουμάι, «φίλα το κορίτσι», και αποτελείται από δύο στάδια. Στο πρώτο, το κορίτσι έχει το προβάδισμα, και το αγόρι το κυνηγά για να του φιλήσει το χέρι: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Όταν ζωντανεύει η πόλη, τις καθημερινές, αξίζει να πάει κανείς για ένα τσάι ή μια μπύρα στο πάρκο Παμφίλοφ (προς τιμήν ενός στρατηγού του Κόκκινου Στρατού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Εδώ τα πράγματα θυμίζουν πολύ σοβιετικά βιβλία ή ταινίες. Υπάρχει ένα τεράστιο, δημόσιο λούνα-παρκ· περίπτερα με αναψυκτικά και παγωτά, πιτσιρίκια, ζευγαράκια και οικογένειες. Δυστυχώς, είχα τη μηχανή μαζί μου μόνο το πρωί, και έτσι δεν φαίνεται στη φωτογραφία ο κόσμος του απογεύματος.πάρκο Παμφίλοφ

Αλλά αρκετά με το Μπισκέκ· ξέρω ότι ανυπομονείτε για τη στέπα. Ορίστε λοιπόν η κοιλάδα Σουουσαμίρ, ειδωμένη από ύψος 3.500 μέτρων, μετά από ένα τρομακτικό τούνελ τριών χιλιομέτρων, με ελάχιστο φωτισμό, πολύ στενό, χωρίς εξαερισμό.

  (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »