Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κίπλινγκ’

Ποτέ δεν συμμερίστηκα τον απέραντο θαυμασμό που γενικώς κυκλοφορεί για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, αν και κατά καιρούς διασταυρώθηκα με τις σκέψεις του και (πρέπει να πω) τον διάβασα ευχάριστα. Βλέπω τώρα να κυκλοφορεί πολύ ένα δοκιμιακό κείμενό του σε σχέση με τους Άραβες και τα, ξερωγώ, παράπονά τους, και να διαφημίζεται ως «Ο καλύτερος αντίλογος στο εκτεταμένο ‘αυτομαστίγωμα’ των Ελλήνων/Ευρωπαίων» (παρεμπιπτόντως, νόμιζα ότι οι Έλληνες φημίζονται για το ότι τα ρίχνουν όλα στους ξένους, όχι για αυτομαστίγωμα, αλλά τέλος πάντων). Αναρωτιέμαι αν κατάλαβε κανείς ότι ο τίτλος (Το βαρύ προνόμιο της Δύσης) είναι συνειδητή (υποθέτω) παραλλαγή του περίφημου ποιήματος του Κίπλινγκ: The White Man’s Burden. Και όσο και να λατρεύω τον Κίπλινγκ, δεν μπορώ να μην απορήσω με την επιλογή του Καστοριάδη* να επιλέξει τον απόλυτο ύμνο της αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα σε ένα κείμενο που ισχυρίζεται ότι η Δύση (επειδή -υποθέτω, μια και ο Στοχαστής δεν μπαίνει στον κόπο να δώσει κανενός είδους εξήγηση ή ερμηνεία- είναι κατευθείαν απόγονος της αρχαίας Ελλάδας και του προτάγματος για ελευθερία) έχει κάποια εγγενή ανωτερότητα που δεν έχουν οι Άραβες.

*[Εδώ, ο Δύτης κάνει τη μικρή έρευνά του και βλέπει (μια και δεν έχει τυπωμένη την ελληνική μετάφραση (είναι του Κώστα Κουρεμένου και είναι από δω) ότι το πρωτότυπο δεν είναι δοκίμιο, αλλά μια συνέντευξη του ’94, όπου φυσικά δεν υπάρχει τίτλος. Αναρωτιέμαι αν ο τίτλος ανήκει στον Κλεάνθη Γρίβα (απ’ εδώ δηλαδή), ωστόσο το ότι ανερυθρίαστα υιοθετείται και επαναλαμβάνεται στις μέρες μας (ας πούμε εδώ) έχει μια κάποια σημασία].

Εν πάση περιπτώσει, ας πούμε ότι τώρα με ενδιαφέρει το κείμενο όπως κυκλοφορεί και διατίθεμαι να σβήσω ό,τι έχω ειρωνικό εναντίον του Κορνήλιου, μιας και δεν πρόκειται για δοκίμιο αλλά για προφορικό λόγο. Ωστόσο θα επιμείνω· γιατί βέβαια, όλα αυτά που θα διαβάσουμε είναι μια άποψη της μόδας, αλλά το όνομα του Στοχαστή την κάνει τώρα να ακούγεται σαν ιερό κείμενο. Ας το δούμε:

Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής.

Τι θα έλεγε ο Καστοριάδης αν διάβαζε ότι περίπου την εποχή που ο Μαρσίλιος της Πάδοβας, ένα από τα πιο φωτισμένα μυαλά του ύστερου Μεσαίωνα, ίσα που τολμούσε να πρωτοπεί πως η εκκλησία πρέπει να κυβερνάται συνοδικά (και όχι με την αρχή του Πάπα), (περισσότερα…)

Advertisements

Read Full Post »

Στον φίλο Μπουκανιέρο είναι που χρωστώ τη γνωριμία μου με τον όρο καφροποίηση ή εκκαφρισμός (Verkafferung). Τον θυμήθηκα ξαναβλέποντας το Χορεύοντας με τους λύκους.

Διαβάζει κανείς στο Deutsches Kolonial-Lexikon (1920), τ. 3, σελ. 606:*

Καφροποίηση: ονομάζεται έτσι, στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική, η κατάπτωση ενός Ευρωπαίου στο πολιτισμικό επίπεδο των ιθαγενών, φαινόμενο που μπορεί να ονομαστεί για άλλες αποικίες εκνεγρισμός (Vernegern) ή εκκανακισμός (Verkanakern). Η μοναχική ζωή στις αγροικίες, οι συνεχείς συνδιαλλαγές με μη-λευκούς, ιδιαίτερα όμως οι επιγαμίες με αυτούς προκαλούν στους λευκούς αποίκους αυτό τον ατυχή εκφυλισμό. Ο καφροποιημένος Ευρωπαίος, παρότι μπορεί ενίοτε να έχει προσωπική εξυπνάδα, χάνεται ωστόσο για τον λευκό πληθυσμό, καθώς χάνει την κουλτούρα της πατρίδας του, την ενεργητική θέληση και την στοχοπροσήλωση. Τέτοιοι άτυχοι άνθρωποι είναι συνήθως λιγότερο χρήσιμοι και από έναν έξυπνο ιθαγενή, ακόμα και ως εργάτες. Μόνο με νομοθετικά (απαγόρευση μικτών γάμων) και κοινωνικά μέτρα μπορεί να ελεγχθεί σταθερά το φαινόμενο. Ο πιο σίγουρος τρόπος να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος είναι η διευκόλυνση των σχέσεων με λευκές γυναίκες. Επιπλέον, η δημιουργία ευκαιριών πλουτισμού. Η απουσία οικονομικής επιτυχίας, σε συνδυασμό με ορισμένες κλιματικές και γεωγραφικές επιρροές (έλλειψη δυνατότητας επαφών με άλλους Ευρωπαίους, απουσία πνευματικών ερεθισμάτων, κλπ) οδηγούν εύκολα σε μια χαλάρωση της εσωτερικής ενέργειας και μια αίσθηση παραίτησης, όπως δείχνουν πολλά παραδείγματα στην κοινωνική ιστορία των πρώτων μπόερ. Κατά συνέπεια, η δημιουργία πνευματικών σχέσεων με την πατρίδα, με σχολεία, ιεραποστολές, βιβλιοθήκες και εφημερίδες, μπορεί να βοηθήσει να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος που απειλεί τους νέους κυρίως αποίκους.

Δεν είναι ακριβώς κάτι καινούριο: μεταπηδήσεις από τον ένα πολιτισμό στον άλλο ήταν ένα αρκετά συχνό φαινόμενο, ας θυμηθούμε τον Λέοντα τον Αφρικανό ή τον Ιμπραήμ Μουτεφερικά. Ακόμα και ο Κιμ του Κίπλινγκ είναι ίσως ένα παράδειγμα, ή η κατά κάποιο τρόπο παραβολή του Κιμ, ο Μόγλης (υπάρχει και ένα ακόμα διήγημα τέτοιου είδους, αλλά λιγότερο αισιόδοξο). Εκείνο που είναι διαφορετικό είναι η κατάπτωση. Κάπως έτσι θα έγραφε κανείς σήμερα, πιθανότατα σε γνωστά πρωταγωνιστικά έντυπα, όχι βέβαια για αυτόν που γίνεται Ευρωπαίος, αλλά για κάποιον που αποφασίζει να τσιγγανοποιηθεί, ξέρω γω. (Α, ναι: υπάρχει και η βερσιόν της κοινωνικής καφροποίησης).*

***

Βέβαια, για να είμαστε ακριβείς, οι Γερμανοί είχαν φροντίσει και για άλλους τρόπους αποφυγής του κινδύνου.

***

*Έχει ενδιαφέρον ότι όταν τυπώθηκε αυτό το «Αποικιακό λεξικό», η Γερμανία είχε ήδη χάσει (με τη συνθήκη των Βερσαλλιών) όλες τις αποικίες της.

**Η ίδια λέξη, στα γερμανικά (αλλά και στα αγγλικά), δηλώνει τον κίνδυνο να χάσει ένας ερευνητής (ανθρωπολόγος, ας πούμε, ή κοινωνικός επιστήμονας) τον εαυτό του, την αντικειμενικότητά του και την επιστημοσύνη του, από την πολλή συμμετοχική παρατήρηση. Εδώ είναι η επιστήμη η ανώτερη κουλτούρα.

Read Full Post »

Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την επικαιρότητα, αλλά είναι κάτι μήνες που θέλω να γράψω κάτι για τις καντινιέρισες. Τις γυναίκες που ακολουθούσαν το στρατό μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο, πουλώντας στους φαντάρους κρασί, καπνό και ψιλικά. Αρχικά, λέει, ήταν οι σύζυγοι των καντινιέρηδων, και ο επίσημος ρόλος τους ξεκίνησε με αξιοπρόσεκτο τρόπο ως αποτέλεσμα της (κάπως απότομης) κατάπνιξης κάθε προσπάθειας ισότητας των φύλων μέσα στη φωτιά της Γαλλικής Επανάστασης. Διότι ήδη είχαν καταταγεί στρατιωτίνες, και η στρατιωτική υπηρεσία ισοδυναμούσε με την ιδιότητα του πολίτη, κι έτσι τον Απρίλη του 1793 ψηφίστηκε ο νόμος για την εκδίωξη των άχρηστων γυναικών από το στράτευμα.  Μπορούσαν να μείνουν μόνον οι πλύστρες -και οι καντινιέρισες. 

Έχει μια ωραία περιγραφή ο Ουγκώ (Το 1793, μετάφρ. Κώστα Θεοφάνους, Αθήνα 1981). Εδώ μιλάει («με φωνή στρατιωτική αλλά συνάμα τρυφερή και κάπως ήρεμη») μια καντινιέρισα την άνοιξη του 1793, σε μια χαμένη και χήρα μωρομάνα στο δάσος της Βανδέας, στον εμφύλιο της Βρετάνης (λίγο μετά δεν θα μείνει κανείς ζωντανός):

-Που λες, κυρά μου, μη φοβάσαι διόλου. Σα θες, μπορείς κι εσύ ν’ ακολουθήσεις το τάγμα. Θα κάνεις ό,τι κάνω κι εγώ. Με λένε Ουζάρντ. Είναι παρατσούκλι. Εγώ όμως προτιμώ να με λένε Ουζάρντ παρά δεσποινίς Μπικορνώ, όπως τη μάνα μου. Είμαι καντινιέρισσα, παναπεί πως εγώ δίνω  στους φαντάρους πιοτί όταν ντουφεκίζονται και πετσοκόβουνται. Όσα πάνε κι όσα έρθουνε. […] Βρισκόμουνα στο Παρίσι […] Είδα και το Λουδοβίκο 16ο, το Λουδοβίκο Καπέτο που λένε, όταν του κόψανε το κεφάλι στην καρμανιόλα. Δεν ήθελε. Ακούς εκεί καμώματα! […] Πάρτο απόφαση το λοιπόν, κι έλα μαζί μας. Έχουμε καλά παιδιά στο τάγμα. Θάσαι η καντινιέρισσα νούμερο δύο. Θα σου μάθω εγώ τη δουλειά. Α, δεν είναι τίποτα! Θα κρατάς έναν κουβά κι ένα κουδουνάκι, κι απάνω στο μεγάλο σαματά, καθώς θα πέφτουνε οι ντουφεκιές και θα βροντάνε τα κανόνια, μέσα στην κοσμοχαλασιά, εσύ θα φωνάζεις: «Ελάτε, παιδιά! Ποιος θέλει να πιει ένα ποτηράκι;» Και σπατσάρεις. Εγώ τους κερνάω όλους. Μα την πίστη μου. Και τους Λευκούς και τους Γαλάζιους, κι ας είμαι Γαλάζια η ίδια. Και μάλιστα φανατικιά Γαλάζια. Κι όμως τους κερνάω όλους. […] Έλα, το λοιπόν, μαζί μας. Σα θα σκοτωθώ κι εγώ καμιά ώρα, θα κληρονομήσεις τη δουλειά μου. Μη με βλέπεις έτσι εμένα, ταπεινή. Είμαι καλός άνθρωπος, και λεβέντισα. Μη φοβάσαι το παραμικρό.

Προσθέτει ο Ουγκώ: Οι τροφοδότισσες [καντινιέρισες] ακολουθούν εθελοντικά  τις προφυλακές. Βέβαια, παίζουν με το θάνατο, παράλληλα όμως βλέπουνε και κάτι. Η γυναικεία τόλμη ξεκινά πολλές φορές από την περιέργεια.

Αρχικά δεν είχαν ούτε στολή ούτε τίποτα, μόνο το βαρελάκι τους. Ο Σταντάλ, στο Μοναστήρι της Πάρμας, περιγράφει πολύ όμορφα τη φιλική καντινιέρισα (και μια όχι και τόσο φιλική) που παίρνει στην προστασία της το νεαρό Φαμπρίτσιο στη μάχη του Βατερλό (και χάνει, στο τέλος, το άλογο και τ’ αμαξάκι της). Μετά τη γαλλική εκστρατεία στην Αλγερία, το 1830, διαβάζω ότι άρχισαν να προσαρμόζουν τις στολές του συντάγματος. Συνέχισαν να πηγαίνουν στη μάχη, μέχρι τα τέλη του αιώνα οπότε η νέα αντίληψη για την οργάνωση του στρατού άρχισε να τις διώχνει ή να τις μετατρέπει σε κάτι σαν πολιτικές υπαλλήλους. Φαίνεται ότι μετά το Ναπολέοντα, τουλάχιστον, άρχισε να θεωρείται εντελώς απρεπές να μιλά κανείς για καντινιέρισα που πιάνει και όπλο: η εικόνα που κυριαρχούσε πια ήταν η καντινιέρισα-νοσοκόμα, η μητρική ή αδελφική φιγούρα –α ναι, και η διαφήμιση.

Αυτά όχι μόνο στη Γαλλία: μόνο που για τους άλλους στρατούς ξέρουμε ελάχιστα. (Όχι πως για τη Γαλλία ξέρουμε πολλά περισσότερα: απ’ ό,τι φαίνεται, ένας άνθρωπος μόνο τόχει ψάξει). Σε ένα ωραίο διήγημα του Κίπλινγκ φιγουράρει η Τζούντυ Σήχυ, η κόρη του καντινιέρη σε κάποιο ινδικό σύνταγμα, και η μοχθηρή μητέρα της.

Καντινιέρισα των ζουάβων, Κριμαία 1855

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα ρεπορτάζ του 1880 για την κυρία Φετέρ, μια καντινιέρισα που επέζησε όλων των ναπολεοντείων πολέμων, απέκτησε δώδεκα παιδιά (και μια εγγονή αστέρι στο πιάνο), μόνο για να καταλήξει να κεντά στα γεράματα, σε έναν τέταρτο όροφο μιας οδού Μαρτύρων, σε ένα Παρίσι που ίσως δεν θα αναγνώριζε, μια πόλη όπου η ρακή (το παστίς) δεν θα πουλιόταν με το βαρελάκι. Όπως κλέψανε το άλογο της καντινιέρισας του Σταντάλ οι φαντάροι που τρέχαν να σωθούν από το Βατερλό, έτσι και αυτής της έκλεψαν την ετήσια σύνταξη στο ιππήλατο λεωφορείο. Και μάλλον με τον ίδιο τρόπο θα θρηνούσε, όπως το περιγράφει ο Σταντάλ: Προχωρούσε πεζή, τα μάτια της είταν κατακόκκινα και κάθε τόσο έκλαιγε. […] -Και να σκεφτεί κανείς πως είταν Γάλλοι αυτοί που με ληστέψανε, που με δείρανε, που μ’ αφανίσανε…
Ωστόσο, θέλω να σκέφτομαι, με παρόμοιο τρόπο και στη συνέχεια:

-Μα πώς! δεν είταν οι εχθροί; –είπε ο Φαμπρίτσιο μ’ ένα απλοϊκό ύφος […]

-Τι κουτός που είσαι, χρυσό μου! –είπε η καντινιέρα χαμογελώντας ανάμεσα στα δάκρυά της·   –μα δεν πειράζει, είσαι τόσο καλό παιδί.

(η μετάφραση του Σταντάλ, του Γιάννη Μπεράτη. Μια ωραία συλλογή φωτογραφιών, εδώ).

Read Full Post »

Ότι στα αγγλικά έχουν κολλήσει μια σειρά από ινδικές λέξεις, οι περισσότερες περσικής προέλευσης (αλλά όχι μόνο), δεν είναι ούτε καινούριο ούτε παράξενο. Μια ωραία περίπτωση είναι το blighty ή «πατρίδα», αγνώριστο από το βιλαέτι· αλλού είχα γράψει πρόσφατα (παναπεί, όσο πρόσφατα επιτρέπουν πλέον οι ρυθμοί του Δύτη) για τους pandit ή pundit, έναν όρο που πια ενσωματώθηκε πλήρως ως συνώνυμο του talking head ή «ειδήμων». Εδώ θα βρείτε βεράντες και ανακόντα, καταμαράν και τζίντζερ, παρίες και κούληδες· εδώ μπανγκαλόου, ζούγκλες και γκουρού, πασμίνες, πυτζάμες και σαμπουάν· οι σανσκριτικές πάλι είναι κάπως λιγότερες και πιο, ας πούμε, ινδουιστικού χαρακτήρα, μαχαραγιάδες, γκουρού και τέτοια.

Έχετε όμως συναντήσει ποτέ τους Lascar; Ναι, αν διαβάζετε Κίπλινγκ ή Κόναν Ντόιλ· the rascally lascar, λέει κάπου ο Σέρλοκ Χολμς (The man with the twisted lip), αν και το rascal, «αλιτήριος» είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, ετυμολογικά εντελώς άσχετο (από το γαλλικό rascaille, λέει). Οι lascar όμως είναι ναύτες (ή, ενίοτε, στρατιώτες) από τη Νότια Ασία, και κυρίως την ινδική χερσόνησο, που υπηρετούσαν στο εμπορικό ναυτικό των ευρωπαϊκών χωρών και δη της Μεγάλης Βρετανίας από τον 16ο αιώνα (με τους Πορτογάλους) μέχρι τις αρχές του 20ού. Φαίνεται ότι οι Άγγλοι ναυτικοί ήταν ευάλωτοι στο σκορβούτο· λιποτακτούσαν στα νοτιοασιατικά λιμάνια· στρατολογούνταν για το πολεμικό ναυτικό. Οι λάσκαροι όμως (κάπως πρέπει να τους πω) είχαν ειδικά συμβόλαια, που επέτρεπαν στους πλοιοκτήτες να τους μετακινούν από το ένα καράβι στο άλλο και να τους κρατάνε στην υπηρεσία τους μέχρι και τρία χρόνια τη φορά. Θα τους έχετε συναντήσει στον Κόνραντ (το λέω με βεβαιότητα, αν και πρέπει να ξαναδιαβάσω τον Λόρδο Τζιμ για να σιγουρευτώ): βρίσκονταν σε κάθε καράβι που διέσχιζε τον Ινδικό Ωκεανό.

Βρίσκονταν επίσης και σε συμπαγείς οικισμούς σε ένα σωρό βρετανικά λιμάνια. Κάπου χίλιοι το χρόνο έφταναν στις αρχές του 19ου αιώνα· στα τέλη του, ο αριθμός είχε ανέβει σε δέκα με δώδεκα χιλιάδες το χρόνο. Σχεδόν πενηνταδύο χιλιάδες ζούσαν στην Αγγλία τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι αυτό (μεταφράζω από τη βίκι):

Μικτοί γάμοι ήταν αρκετά κοινοί στη Βρετανία ήδη από τον 17ο αιώνα, όταν η Βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών άρχισε να φέρνει χιλιάδες λόγιους από το Σιλέτ [στο Μπαγκλαντές], ναύτες (lascar) και εργάτες (κυρίως βεγγαλέζους μουσουλμάνους) στη Βρετανία· οι περισσότεροι παντρεύτηκαν ή συζούσαν με Αγγλίδες. Αυτό προκάλεσε ένα κάποιο ζήτημα, καθώς ένας δικαστικός της περιοχής Τάουερ Χάμλετς του Λονδίνου εξέφρασε το 1817 την «αηδία» του για το πώς οι Αγγλίδες της περιοχής παντρεύονταν και συζούσαν σχεδόν αποκλειστικά με ξένους ναυτικούς από την Ινδία. Ωστόσο, στη Βρετανία δεν υπήρχαν νομικοί περιορισμοί ενάντια στους «μικτούς» γάμους. Οικογένειες με Ινδούς πατεράδες και Εγγλέζες μητέρες δημιούργησαν τέτοιες μικτές κοινότητες στα βρετανικά λιμάνια. […] Ο αριθμός έγχρωμων γυναικών στη Βρετανία ήταν συχνά μικρότερος από εκείνο των «μισοϊνδών» κορών, γεννημένων από λευκές μητέρες και Ινδούς πατέρες.
Ενδιαφέρον δεν είναι; Εδώ και μια περήφανη ιστοσελίδα των απογόνων τους: http://www.lascars.co.uk/

Τι ξεχάσαμε; Α ναι, από πού βγαίνει η λέξη. Λοιπόν είναι περσική, και στην πραγματικότητα είναι συγγενής με το γνωστό μας ασκέρι: λεσκέρ, لشکر‎, στα περσικά είναι ο στρατός. Μας θυμίζει κάτι: ω ναι, πιθανότατα αυτή είναι η προέλευση του βυζαντινού ονόματος Λάσκαρις. Και για να κάνουμε έναν κύκλο, όταν οι Πορτογάλοι τον 16ο αιώνα γνωρίζανε τους ασιάτες ναυτικούς και τους ονόμαζαν lascarim, οι μεγάλοι τους αντίπαλοι στον Ινδικό Ωκεανό ήταν οι Οθωμανοί. Ε, αυτούς οι ντόπιοι σουλτάνοι τους ονόμαζαν Ρουμί –«Ρωμαίους», ή, αν προτιμάτε, Έλληνες. Το καλύτερο: έτσι ονομάζουν και τώρα το λατινικό αλφάβητο όταν το χρησιμοποιούν για τη μαλαισιανή γλώσσα.

(πρώτη δημοσίευση: για τα πεντάχρονα της Λεξιλογίας)

Read Full Post »

Ξαναδιαβάζοντας τον Κιμ του Κίπλινγκ και κάνοντας κάποιες μικρές έρευνες σχετικά (ήθελα να δω πώς είναι το Λάκνοου, η Λαχώρη και η Σίμλα) έπεσα πάνω στους παντίτ. Η λέξη μας θυμίζει ίσως τον Νεχρού και σημαίνει κάτι σαν λόγιος στα σανσκριτικά –οι παντίτ που βρήκα εγώ όμως είναι κάτι άλλο.

Από τότε που ξανάρθε το Αφγανιστάν στην επικαιρότητα λίγο-πολύ όλοι έχουμε (ξαν)ακούσει για το λεγόμενο Μεγάλο παιχνίδι, ήτοι τον αγώνα επιρροής μεταξύ Άγγλων και Ρώσων σε ξένο αχυρώνα ή αλλιώς την μεγάλη πατάτα που λέγεται γεωπολιτική –μια και σήμερα καταλαβαίνουμε πόσο αβάσιμος ήταν ο φόβος των Άγγλων πως η Ρωσία θα έβαζε χέρι στην Ινδία μέσω του Αφγανιστάν (όσο αβάσιμη ήταν και η ελπίδα των Ρώσων). Οι δυο δυνάμεις προσπάθησαν απεγνωσμένα να βάλουν χέρι στο Σινκιάνγκ ή κινεζικό Τουρκεστάν (οι αναγνώστες του Πίντσον θα θυμούνται μάλλον τις σκηνές στο Κασγκάρ και την Τακλαμακάν) με παρομοίως φρούδες ελπίδες. Εν πάση περιπτώσει, για κάτι τέτοιους λόγους η Αγγλία θεώρησε αναγκαία μια λεπτομερή χαρτογράφηση των περιοχών βορείως της Ινδίας: του Θιβέτ, ας πούμε.

Έλα όμως που υπήρχε ένα προβληματάκι: τα βασίλεια του Θιβέτ δεν ήταν ακριβώς φιλικά προς τους ξένους. Οποιοσδήποτε λευκός εξερευνητής εμφανιζόταν με θεοδόλιχους και αλυσίδες μέτρησης κινδύνευε από την επέλαση πολεμιστών καβάλα σε γιακ (δεν κάνω πλάκα) και θάνατο μάλλον φριχτό. Εδώ μπαίνουν στη σκηνή λοιπόν οι παντίτ, μια ιδέα του συνταγματάρχη Κρέιτον Τόμας Μοντγκόμερι, ενός αξιωματικού που συμμετείχε στη μεγάλη τριγωνομετρική καταμέτρηση της Ινδίας, στη χαρτογραφική υπηρεσία μ’ άλλα λόγια. Τη δεκαετία του 1860 λοιπόν, ο Μοντγκόμερι συνέλαβε την ιδέα να εκπαιδεύσει και να στείλει όχι Άγγλους, μα Ινδούς, μεταμφιεσμένους σε λάμα, σε υπηρέτες των λάμα, σε εμπόρους.

Ο Τόμας Μοντγκόμερι (πηγή)

Αυτοί ήταν οι παντίτ. Εκπαιδευμένοι στη χρήση του εξάντα, στην ιατρική, στις αστρονομικές παρατηρήσεις, στην τριγωνομετρία, σε κάθε είδους κόλπα για σωστή χαρτογράφηση (για παράδειγμα, να υπολογίζουν το ύψος όχι με βαρόμετρο αλλά βάσει της θερμοκρασίας του σημείου βράσης του νερού· τα θερμόμετρα ήταν κρυμμένα, λέει, στην κορφή του μπαστουνιού τους). Και όχι μόνο: μια και (φυσικά) ήταν αδύνατο να κουβαλάνε αλυσίδες μέτρησης μεταμφιεσμένοι στα βουνά, μάθαιναν να βηματίζουν έτσι, ώστε να κάνουν ακριβώς 2000 βήματα στο μίλι –άσχετα αν βάδιζαν σε ίσωμα, κατηφόρα-ανηφόρα, ή σκαρφάλωναν. Είχαν μαζί τους ένα είδος βουδιστικού κομποσχοινιού, μόνο που αντί για τις συνηθισμένες 108 χάντρες προσευχής αυτό είχε 100, και μάλιστα με χοντρύτερη μια χάντρα κάθε δέκα: στα εκατό βήματα άφηναν και μια χάντρα, και έτσι ένα κομποσχοίνι τέλειωνε στα πέντε μίλια (αν υπολογίζω σωστά). Σε κοχύλια φύλαγαν υδράργυρο, τον οποίο (όταν δεν τους έβλεπαν) χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν τεχνητό ορίζοντα για τις μετρήσεις του εξάντα (τον έχυναν στα μπολ που κανονικά χρησιμοποιούσαν ζητιανεύοντας για λογαριασμό του λάμα). Τις παρατηρήσεις τους τις αποστήθιζαν σαν έμμετρες βουδιστικές προσευχές, ή τις έκρυβαν (αντί για τα συνηθισμένα μάντρα) σε τροχούς προσευχής.

Παρέκβαση: ψάχνοντας κάτι καλό για τους τροχούς προσευχής, ανακάλυψα πως υπάρχουν και ηλεκτρικοί τέτοιοι. Και: Some prayer wheels are powered by electric motors. «Thardo Khorlo,» as these electric wheels are sometimes known, contain one thousand copies of the mantra of Chenrezig and many copies of other mantras. The Thardo Khorlo can be accompanied by lights and music if one so chooses. However, Lama Zopa Rinpoche has said, «The merit of turning an electric prayer wheel goes to the electric company. This is why I prefer practitioners to use their own ‘right energy’ to turn a prayer wheel». Μάλιστα! Τέλος της παρέκβασης.

Νάιν Σινγκ Ραουάτ (πηγή: Wikipedia commons)

Ο πρώτος, ή ίσως ένας από τους πρώτους τέλος πάντων παντίτ (υπήρχε ένας μουσουλμάνος υπάλληλος, ονόματι Μοχάμεντ-ι Χαμίντ, που έφτασε στο Γιαρκάντ, στο κινεζικό Τουρκεστάν, πέθανε όμως στην επιστροφή), πιθανότατα όμως ο σπουδαιότερος, ήταν ο πολύς Νάιν Σινγκ Ραουάτ (ελπίζω να μεταγράφω σωστά). Φαίνεται ότι (μια και καταγόμενος από μια περιοχή που συνόρευε με τα Ιμαλάια ήξερε τη γλώσσα και κάπως την περιοχή) πρώτα είχε στρατολογηθεί από μια γερμανική γεωγραφική αποστολή, γύρω στο 1855, στα εικοσιπέντε του χρόνια δηλαδή· στη συνέχεια έγινε διευθυντής ενός σχολείου στο χωριό του, μέχρι που το 1863 επιλέχθηκε, μαζί με τον ξάδερφό του Μάνι Σινγκ, για να σταλεί σε χαρτογραφικές αποστολές. Ύστερα από δύο χρόνια εκπαίδευσης, ξεκίνησε για τις εξερευνήσεις του: Νεπάλ, Λάσα (όπου δύο έμποροι από το Κασμίρ τον ανακάλυψαν, αλλά δεν είπαν τίποτα –παίρνοντας το ρολόι του σε αντάλλαγμα), δυτικό Θιβέτ (όπου ανακάλυψε, λέει, κάτι θρυλικά χρυσωρυχεία).  Με το χρυσό μετάλλιο της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, πέθανε το 1895 σε ένα χωριό που του είχε χαρίσει η (αγγλική) κυβέρνηση. Στην περίπτωσή του ισχύει το σόι πάει το βασίλειο: εκτός από τον ξάδερφό του, και ο αδερφός του (μάλλον, διότι αλλού τον βρίσκω κι αυτόν ξάδερφο), ο Κρίσνα (ή Κίσεν) Σινγκ έκανε διάφορα ταξίδια και το 1878 εξερεύνησε το δρόμο από τη Λάσα στο κινεζικό Τουρκεστάν. Σε κάποια φάση του ταξιδιού, διαβάζω, ο αρχηγός του καραβανιού του αποφάσισε να συνεχίσουν έφιπποι από το φόβο των ληστών: ο Κρίσνα Σινγκ κατάφερε και πάλι να μετρήσει σωστά τις αποστάσεις, αυτή τη φορά βασισμένος όχι στα δικά του βήματα, αλλά του αλόγου του.

O Χάρι Ραμ, για τον οποίο δεν βρήκα καμία φωτογραφία, εξερεύνησε την περιοχή γύρω από το Έβερεστ το 1871-72, και αργότερα το βόρειο Νεπάλ. Στην αρχή, λέει, δεν του επέτρεπαν την είσοδο στο Θιβέτ· ύστερα έτυχε να γιατρέψει τη γυναίκα ενός αξιωματούχου, και ο δρόμος άνοιξε. Την επόμενη δεκαετία, κάποιος Κίνθαπ ή Κίντχουπ ή κάπως έτσι (ούτε αυτουνού μοιάζει να υπάρχει φωτογραφία) στάλθηκε δύο φορές, και τις δύο με τη μεταμφίεση ενός υπηρέτη λάμα, για να εξερευνήσει το ρου του ποταμού Τσανγκπό. Τη δεύτερη φορά ο λάμα (ένας Κινέζος) τον πούλησε σε έναν θιβετιανό συνάδελφό του. Ο Κίνθουπ (ή όπως) έχασε όλο τον εξοπλισμό του και μόνον ένα χρόνο αργότερα κατάφερε να δραπετεύσει· κατάφερε να βρει καταφύγιο σε ένα βουδιστικό μοναστήρι και συνέχισε τις εξερευνήσεις του άλλα δυόμισυ χρόνια. Κατάφερε να στείλει ένα γράμμα στο αρχηγείο του, όπου έλεγε ότι θα έριχνε τα ημερολόγια της αποστολής του στο ποτάμι για να φτάσουν στην Ινδία –όπως και έκανε. Και όμως: αφότου γύρισε στην Ινδία ανακάλυψε ότι το γράμμα δεν είχε φτάσει ποτέ στον προορισμό του· πέρασαν άλλα δυο χρόνια μέχρι να δημοσιευτούν οι ανακαλύψεις του (ότι ο Τσανγκπό και ο Μπραχμαπούτρα ήταν το ίδιο ποτάμι), και πάλι δεν έγιναν πλήρως πιστευτές μέχρι που επιβεβαιώθηκαν τριάντα χρόνια μετά. Από αποστολές Ευρωπαίων, βεβαίως. Ο Κίνταπ (τέλος πάντων), απογοητευμένος, παράτησε την υπηρεσία και έγινε ράφτης.

Σάρατ Τσάντρα Ντας (wikipedia commons)

Όλοι αυτοί κατάγονταν από περιοχές στα σύνορα του Θιβέτ, και έτσι είχαν μια κάποια οικειότητα με τη γλώσσα και τη γεωγραφία της περιοχής. Διαφορετική κάπως είναι η περίπτωση του Σάρατ Τσάντρα Ντας, ενός Μπενγκαλέζου από το Τσιτακόνγκ, στο σημερινό Μπαγκλαντές δηλαδή και μάλιστα στη θάλασσα. Ήταν κι αυτός (όπως ο Νάιν Σινγκ Ραουάτ) διευθυντής σχολείου, κάπως κοντύτερα στα Ιμαλάια (στο Νταρτζίλινγκ) όταν, το 1879, έφυγε ως υπηρέτης ενός λάμα για το Θιβέτ. Ήταν η αρχή πολυάριθμων ταξιδιών, από τα οποία ο Ντας αποκόμισε μεγάλο αριθμό σανσκριτικών και θιβετιανών χειρογράφων· εξελίχθηκε σε μέγα μελετητή της θιβετιανής παράδοσης, αλλά αν στέκομαι σ’ αυτόν λίγο παραπάνω είναι διότι ήταν το πρότυπο του Χάρι Τσάντερ Μουκερτζί, ή αλλιώς Μπάμπου, του πρότυπου Ινδού κατάσκοπου στον Κιμ –απ’ όπου και ξεκινήσαμε.

Ήθελα τέλος πάντων να πω ότι στη χορεία των μεγάλων εξερευνητών, των Μπάρτον και Σπικ, των Μάνγκο Παρκ και των Πρζεβάλσκι, των Κουκ, των Λίβινγκστον και Στάνλεϊ, των Χούμπολτ και των Αμούντσεν, θα έπρεπε να φυλάξουμε κάποιο χώρο και για τους ξεχασμένους Ινδούς, που μόνον ως υπάλληλοι της Αγγλικής Κυβέρνησης ρίσκαραν τη ζωή τους στα φοβερά και θρυλικά βουνά της Στέγης του Κόσμου.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της χαρτογράφησης, πάντως, ήταν τελικά κάτι απτό: κάτι τέτοιο. Δεν τους έσφαζαν μόνο οι Κινέζοι τους Θιβετιανούς, όπως μας μαθαίνουν οι ταινίες.

Potala palace

 

(Εδώ σχεδόν ολόκληρο, ένα σχετικό βιβλίο.)

Read Full Post »

Υπήρξε μια περίοδος στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού όπου κάποιος μπορούσε να γράφει -μεταξύ άλλων- λογοτεχνία που απευθυνόταν εξίσου σε μικρούς και μεγάλους, και υπήρξε μια χώρα -Αυτοκρατορία, τότε- όπου αυτή η λογοτεχνία ήταν υψηλότατου επιπέδου. Έτσι, ενώ ας πούμε Βερν ξαναδιαβάζω μόνον όταν με πιάνει κάποιου είδους νοσταλγία για τα παιδικάτα μου, τώρα που το κεφάλι μου είναι βαρύ και ίσως με λίγο πυρετό διαβάζω ξανά τον Κίπλινγκ (ή τον Στήβενσον, ή τον Κόναν Ντόυλ) με την ίδια απόλαυση που τον διαβάζω εν πλήρει διαύγεια. Έχω ξαναμιλήσει γιαυτό.

Στη λογοτεχνία αυτή, δεν υπάρχει καθόλου το στοιχείο του έρωτα. Όχι από ανικανότητα (ο Κίπλινγκ έχει γράψει συγκινητικές ή διεισδυτικές ερωτικές ιστορίες), αλλά μάλλον επειδή ακριβώς σ’ αυτό το είδος δεν υπάρχει λόγος για να μπει τέτοιο στοιχείο. Έτσι, ο Κίπλινγκ γράφει αυτό το μυθιστόρημα, το Δαίμονες των κυμάτων (δεν είναι από τα καλύτερά του, νομίζω), με ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο που πέφτει από το κατάστρωμα ενός υπερωκεάνειου και το περιμαζεύει ένα ψαράδικο, με αποτέλεσμα να μάθει τη ζωή, καταπώς λένε, τριγυρνώντας στα λημέρια του μπακαλιάρου στον βόρειο Ατλαντικό. Πολύ πριν διαβάσω το βιβλίο είχα δει την ταινία, με τον Σπένσερ Τρέισυ -τότε που η τηλεόραση έδειχνε τέτοιες ταινίες. Τώρα ξαναδιαβάζω την παράξενη αυτοβιογραφία του Κίπλινγκ, και γράφει σχετικά:

Ένα εκατομμύριο -ή μπορεί να ήταν και μόνο σαράντα- χρόνια αργότερα, ένας μεγιστάνας του κινηματογράφου διαπραγματευόταν μαζί μου τα δικαιώματα για να μεταφέρει το βιβλίο στον κινηματογράφο. Στο τέλος της συζήτησης το Δαιμόνιό μου με προέτρεψε να ρωτήσω αν είχε προταθεί να προστεθεί περισσότερο «ερωτικό στοιχείο» στο σπουδαίο έργο. «Βεβαίως», είπε εκείνος. Μα, ένας θηλυκός βακαλάος, που έχει έναν ευτυχισμένο γενναίο γάμο, γεννά περίπου τρία εκατομμύρια αυγά σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο. Αυτό του είπα πάνω κάτω. Εκείνος είπε: «Σοβαρά;» Και συνέχισε να μιλά για «ιδεώδη»…

(Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, Κάτι από τη ζωή μου, μετάφρ. Σοφία Παυλίδου, Αθήνα 2002, σελ. 140-41)

Για την ιστορία, απ’ όσο θυμάμαι (ελάχιστα) την ταινία, και απ’ ό,τι είδα και στη βικιπαίδεια, τελικά μάλλον ψέματα είπε του Κίπλινγκ ο παραγωγός.

.

(αδυνατώ, για κάποιο λόγο, να σχολιάσω την επικαιρότητα, αν και είχα ξεκινήσει κάτι για τη θεοποίηση της επαρχίας με αφορμή ένα άρθρο του Ξυδάκη στην Καθημερινή. Ξέρω όμως ότι δεν σας πειράζει 🙂 Επίσης, χάριν του φίλου μου του Κοσμά που με κατηγόρησε για διανοουμενισμό, προσπάθησα αυτή τη φορά να αποφύγω το ανηλεές namedropping, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερα. Τι να γίνει.)

Read Full Post »

Γράφει ο αγαπημένος μου Κίπλινγκ («Στο σπίτι του Σουντχού», στον τόμο Το ωραιότερο διήγημα του κόσμου, μετάφρ. Κοσμάς Πολίτης, Αθήνα 1985):

Ο Σουντχού ήρθε τέλος στην ουσία. Είπε πως η Τζανού του είχε πει πως υπήρχε μια διαταγή του σιρκάρ που απαγόρευε τη μαγεία, από φόβο πως τα μάγια θα μπορούσανε να σκοτώσουν κάποια μέρα την αυτοκράτειρα των Ινδιών. Δεν ήξερα τίποτα σχετικά με το νόμο· φαντάστηκα, ωστόσο, πως κάτι το ενδιαφέρον θα ‘βγαινε στη μέση. Είπα πως η κυβέρνηση κάθε άλλο παρά απαγόρευε τη μαγεία, απεναντίας την εκτιμούσε πολύ. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι λειτουργοί του κράτους κατάφευγαν σ’ αυτή. (Αν ο προϋπολογισμός δεν είναι μαγεία, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να ‘ναι.)

Read Full Post »

Older Posts »