Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορικά’

Κατά τύχη ήρθε η ώρα να εκπληρώσω μια παλιά υπόσχεση, δηλαδή μια-δυο ιδέες για τα πρότυπα της λογοτεχνίας fantasy. Αφορμή μου είναι ένα τουί τολκινολογικού ενδιαφέροντος, και θα μου συγχωρέσετε τις πολλαπλές αναφορές στον Τόλκιν προτού προχωρήσω παρακάτω. Είναι δηλαδή αυτό:

Λέει με λίγα λόγια ότι η Μέση Γη, όπως την φαντάστηκε και την περιγράφει ο Τόλκιν, είναι ένας κόσμος σε παρακμή. Οι ήρωες του έργου τριγυρνάνε ανάμεσα σε ερείπια που τους ξεπερνάνε: η Μόρια είναι έργο αδύνατο να ξαναφτιαχτεί από τους σημερινούς Νάνους. Και πράγματι, ο κόσμος που διαβάζουμε στην τριλογία είναι στο μεγαλύτερο μέρος του ερημότοποι, που κάποτε έσφυζαν από ζωή και μάλιστα ήταν γεμάτοι μνημεία και τεχνουργήματα των οποίων η τέχνη έχει χαθεί: οι θολωτοί τάφοι με τους βρυκόλακές τους ήταν οι τάφοι των βασιλέων της Άρνορ, τα κολοσσιαία αγάλματα των βασιλέων σηματοδοτούν σύνορα μιας παλιάς Γκόντορ, ακόμα και το Ντανχαρόου είναι σπαρμένο με αυτά τα κοντόχοντρα αγάλματα ανθρώπων πριν από την έλευση των Νουμενόριαν. Από τις πέντε ή έξι φορές που έχω διαβάσει ολόκληρη την τριλογία, μια ή δυο ήταν επικεντρωμένες στην ανίχνευση αυτών των αναφορών: σε ένα παρελθόν χαμένο, μακρινό, όμως μεγαλοπρεπέστερο, ηρωικότερο, τέλος πάντων μεγαλύτερο του παρόντος.

Mundus senescit, που λέμε και στα ελληνικά. Ο κόσμος φθίνει, και φυσικά αυτό είναι ένας κοινός τόπος ήδη από την εποχή του Ησίοδου με το Χρυσό του Γένος, που αν τον πάρουμε στα σοβαρά μπορεί και να φτάσουμε σε μεγάλες παρανοήσεις. Εδώ με ενδιαφέρει αυτή η αρχαιολογική, ας πούμε, διάσταση του κοινού τόπου. Υπάρχουν στιγμές που δεδομένοι πολιτισμοί είχαν αυτή την αίσθηση: ίσως όχι τόσο η Αρχαία Ελλάδα με τα κυκλώπεια τείχη, όσο η προϊσλαμική Αραβία με τις πόλεις που καταστράφηκαν από θεία δίκη, ίσως το Ιράν με τα ερείπια που αποδόθηκαν στο Μεγαλέξαντρο ή τον Σολομώντα (το αγαπημένο μου: ο θρόνος του Σολομώντα), οι πρώιμες οθωμανικές παραδόσεις για την Κωνσταντινούπολη και την Αγιασοφιά (μνημεία υπερφυσικής ισχύος αλλά και αλαζονείας που οδήγησε σε θεία δίκη) – είναι άλλωστε γνωστοί οι περσικοί στίχοι που υποτίθεται πως ψιθύρισε ο Πορθητής μπαίνοντας στην κατακτημένη εκκλησία:

Η αράχνη είναι τώρα θυρωρός στην αψίδα του Χοσρόη,

κι η κουκουβάγια παιανίζει στα κάστρα του Αφρασιάμπ.

Στην Ευρώπη το μοτίβο αυτό φαίνεται να χάνεται στον ύστερο Μεσαίωνα, αφού οι καθεδρικοί ναοί, χτισμένοι σε βάθος γενεών, προφανώς στοχεύουν να εκμηδενίσουν οποιοδήποτε μνημείο του παρελθόντος (όπως εξάλλου το Σουλεϊμανίγε ή το Μπλε Τζαμί στόχευε να εκμηδενίσει την Αγία Σοφία). Όταν ο Βερνάρδος της Σαρτρ, τον 12ο αιώνα, λέει ότι είμαστε νάνοι στους ώμους γιγάντων, λέει μεν ότι οι παλιοί είναι αξεπέραστοι, λέει όμως και ότι εμείς, ψηλότερα από αυτούς, μπορούμε να δούμε μακρύτερα (αν μη τι άλλο, διότι έχουμε και την εξ αποκαλύψεως αλήθεια στο τσεπάκι). Είναι ίσως στην Αναγέννηση, και ακόμα περισσότερο στο τέλος του Διαφωτισμού, που ο θαυμασμός για τα ερείπια της αρχαίας Ρώμης (και, αργότερα, της Ελλάδας) οδηγεί στην αντίληψη ενός κόσμου σπαρμένου από ερείπια παλιάς, αξεπέραστης τελειότητας και δόξας. Σαν απώτατη κατάληξη αυτής της αντίληψης, ας σκεφτούμε τα φανταστικά ερείπια του Πιρανέζι, μια αρχαία Ρώμη με τη μορφή της τολκινικής Μόρια.

Παραδόξως, μια κορύφωση αυτής της άποψης συμπίπτει με την κορύφωση της αυτοπεποίθησης του θαυμαστού, νέου βιομηχανικού και αποικιακού κόσμου: την ίδια ώρα που η Μεγάλη Βρετανία χτίζει παλάτια από κρύσταλλο και το Βέλγιο σιδηροδρομικούς σταθμούς (τους καθεδρικούς του 19ου αιώνα, κατά μια άποψη), το αυτοκρατορικό υποσυνείδητο αναζητά χαμένους πολιτισμούς. Είναι η γένεση της φανταστικής λογοτεχνίας, όταν ο Ράιντερ Χάγκαρντ αναζητά τα ανυπέρβλητα ερείπια της Κορ ή τον κόσμο της δωδέκατης φυλής του Ισραήλ στα βάθη της Κεντρικής και Νότιας Αφρικής, αλλά και όταν σοβαρότατοι επιστήμονες βρίσκουν ίχνη της Ατλαντίδας στην ομοιότητα των μαιάνδρων ή πυραμίδων στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Ο Τόλκιν, για να επιστρέψουμε, ξεκινά να γράφει την τριλογία του μεσούντος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ολοκληρώνει τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες (όπως και την αναλυτική περιγραφή του ένδοξου παρελθόντος, το Σιλμαρίλιον, λογοτεχνικά υποδεέστερο μιας και τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το υπαινικτικό των διάσπαρτων ερειπίων και των ασαφών αναφορών της τριλογίας). Εδώ η Ατλαντίδα, η Κορ ή η φοινικική Ζιμπάμπουε έχουν αντικατασταθεί από έναν εντελώς φανταστικό, εναλλακτικό αν θέλετε κόσμο (αν και ο ίδιος προσπάθησε να τον φανταστεί σαν ένα προγενέστερο στάδιο του δικού μας), ένα είδος επιστημονικής φαντασίας χωρίς επιστήμη (τι άλλο είναι το καθαυτό fantasy, άλλωστε;). Σκέφτομαι ότι αυτό δεν είναι τυχαίο: ο εικοστός αιώνας και ιδίως ο μεσοπόλεμος είχαν ταυτιστεί με ένα όνειρο αυτή τη φορά εμπροσθοβαρές. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος της ΕΣΣΔ, ούτε είναι σκόπιμο να τον συγκρίνουμε μόνο με το Χιλιόχρονο Ράιχ: ολόκληρος ο αιώνας, μέχρι και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, έχει αυτή την αισιοδοξία της Επιστήμης που θα φέρει την απόλυτη κυριαρχία του ανθρώπου στο σύμπαν, τον εκπολιτισμό της οικουμένης, τη νίκη επί της πείνας, των γηρατειών και του θανάτου. Η κολοσσιαία αρχιτεκτονική του Σπέερ δεν μοιάζει μόνο με το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ, αλλά και με το Τροκαντερό ή και τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης. Ένας κόσμος που φαντάζεται αποικίες στο Διάστημα, είναι ένας κόσμος όπου γίγαντες ανεβαίνουν στους ώμους νάνων, αντιστρέφοντας την περίφημη μεσαιωνική ρήση που αποδόθηκε στο Νεύτωνα.

Κάπως έτσι αλλάζει το πρότυπο της φανταστικής λογοτεχνίας, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους της επιστημονικής φαντασίας: η συντριπτική θαρρώ πλειονότητα των φανταστικών κόσμων, είτε κατοικούνται από μάγους και δράκους είτε από εξωγήινους και μετέωρα, είναι δομημένοι σαν μια αναπαράσταση του μεσαίωνα. Ιππότες ή σαμουράι (ή Τζεντάι), αυτοκρατορίες, υποτελείς άρχοντες, αγροτική οικονομία – θα τους αναγνωρίσετε παντού, από τον Τόλκιν ή το Game of Thrones μέχρι μεγάλο μέρος της επιστημονικής φαντασίας, της Λε Γκεν φερειπείν αλλά και του Μιγιαζάκι (γιατί όχι;). Όσο κι αν έγινε αντικείμενο ειρωνίας μια περιβόητη ανάλυση, η φεουδαρχία είναι το πρότυπο της φαντασίας στην εποχή μας. Κατά κάποιο τρόπο, ο Τόλκιν παίρνει το μοτίβο του Ράιντερ Χάγκαρντ (ένας βασιλιάς επιστρέφει με τη μορφή ενός μυστηριώδους αγνώστου, μέσα από υπόγεια και ερείπια και κακούς μάγους – εμπνεύστηκα από αυτό το εξαιρετικό ποστ) και το μεταφέρει όχι σε μια γνωστή ήπειρο, κατοικημένη από τους απόγονους των Φοινίκων ή των Εβραίων, αλλά σε έναν εναλλακτικό κόσμο, όπου όμως πάλι όλα είναι μια αχνή αντανάκλαση των περασμένων, αξεπέραστων μεγαλείων του Νούμενορ ή του Βάλινορ. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια πάνω-κάτω εποχή, το πρώτο μισό του 20ού αιώνα (λίγο πριν-λίγο μετά), γνωρίζουν διάδοση οι εσωτεριστικές θεωρίες για την πανάρχαια σοφία, κρυμμένη σε κώδικες στους καθεδρικούς ή στη μυθική υπόγεια (και πάλι) πόλη της Αγκάρθα, στο Θιβέτ (στο Θιβέτ άλλωστε θα τοποθετήσει ο Ράιντερ Χάγκαρντ τη συνέχεια της ιστορίας του).

Και λοιπόν; Δεν διατείνομαι ότι δίνω μια ερμηνεία στον αφάνταστα πολύπλοκο κόσμο της λογοτεχνικής φαντασίας. Ίσως όμως το να δούμε στην άνθιση του fantasy, αλλά και σε μεγάλο μέρος της επιστημονικής φαντασίας μια άρνηση του μοντερνισμού (δεν το λέω πρώτος) είναι μια ερμηνεία. Σε έναν κόσμο που θεώρησε ότι συνθλίβει το παρελθόν, πατώντας πάνω του σαν γίγαντας στους ώμους νάνων, οι νάνοι προσπαθούν να εκδικηθούν υπενθυμίζοντας, με τη σειρά τους, ότι θα μπορούσαν και κείνοι να πατούν στους ώμους γιγάντων μεν, χαμένων προ πολλού δε. Στον πιο απαισιόδοξο κόσμο μας, όπου η συχνότερη προβολή του μέλλοντος είναι μια δυστοπία, θα περίμενε κανείς το fantasy να παρακμάσει και πάλι. Ποιος ξέρει; Δεν φαίνεται να είναι έτσι· ίσως γιατί η άλλη λειτουργία του είναι ακριβώς αυτή η φυγή από το παρόν, η φυγή σε έναν κόσμο με άπειρες δυνατότητες, χωρίς σύνορα, με αχαρτογράφητες εκτάσεις, με κάποιου είδους κοινωνική κινητικότητα που ο σύγχρονος κόσμος μοιάζει να αρνείται.

Read Full Post »

Ακούγεται λίγο γλωσσοδέτης ο τίτλος και αυτός είναι και ο στόχος του (οι τουρκομαθείς θα αναγνωρίσουν μία φράση – κλασικό παράδειγμα της συγκολλητικής δομής της τουρκικής γλώσσας – , siz türkleştirebildiğimizden misiniz?). Αυτό άλλωστε δεν είναι ένα κλασικό ποστ του Δύτη, είναι μια κουβέντα που ξεκίνησε μέσω ηλεταχυδρομείου και τη βάζω εδώ για να τη συνεχίσουμε και να μείνει κτήμα εσαεί.

Αφορμή ένα άρθρο του Γιάννη Χαμηλάκη και του Βασίλη Λαμπρόπουλου, που προτείνει να δούμε το ’21 και ό,τι προηγήθηκε και κυρίως ό,τι ακολούθησε με τα εργαλεία των νέων θεωρητικών εργαλείων της (απο)αποικιοποίησης. Όσοι ασχολούνται, θα έχουν προσέξει αυτό τον όρο, ίσως και μια σχετική κίνηση: Decolonize Hellas ή μάλλον dëcoloиıze hellάş

Ακολουθεί η μέχρι τώρα συζήτηση προκειμένου να συνεχιστεί στα σχόλια (το έχουμε ξανακάνει με μεγάλη επιτυχία):

Δύτης: Να πω την αμαρτία μου; Ένα χρόνο τώρα ακούω για αποικιοποίηση και αποαποικιοποίηση και εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πού κολλάει με το ’21. Δηλαδή εντάξει, μπήκαμε με το ζόρι σχεδόν στο δυτικό αφήγημα, του πολιτισμού που κληρονομεί την αρχαιότητα και είναι προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης κλπ -κάτι παρόμοιο έγινε και στην Τουρκία στις αρχές του 20ού αιώνα- αλλά αποικιοποίηση χωρίς αποίκους και κυρίως χωρίς αποικισμένους δεν μου κολλάει πολύ. Εκτός αν είναι να το δούμε σαν τη Δυτική Ευρώπη που αποικίζει τον ιθαγενή πληθυσμό όχι με αποίκους αλλά με κουλτούρα ξερωγώ.

Μπουκανιέρος: Δύτη, ναι, είναι ένα θέμα. Γι’ αυτό ακριβώς έχουν προταθεί όροι όπως αυτοαποικιοποίηση και κρυπτοαποικισμός (που, στην ουρά του Χέρτσφελντ, προσπάθησα να τη χρησιμοποιήσω κι εγώ). Από την άλλη μεριά, αν θες να βρεις οπωσδήποτε αποίκους, μπορείς να σκεφτείς ένα βαυαρό βασιλιά με την αυλή του, συντροφεμένο με μια διορισμένη βαυαρική ανώτατη διοίκηση, συνοδευμένους με πολυάριθμα βαυαρικά στρατεύματα και μια εξίσου πολυάριθμη βαυαρική γραφειοκρατία. Εντούτοις, υπάρχει κάτι που μ’ ενοχλεί στο άρθρο των Χ&Λ, κάτι που δεν μπορώ να το προσδιορίσω εύκολα και που δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενο των ιδεών τους. Όπως και νάχει, δύτη, το ζήτημα με ενδιαφέρει πολύ και θα ήθελα να το συζητήσουμε διεξοδικά.

Μπουκανιέρος (ξανά): Για αρχή μπορούμε να δούμε το Ναυαρίνο σαν αποικιακή στιγμή (και π.χ. να τη συνδυάσουμε με τα τρία «κόμματα», γαλλο- αγγλο- ρωσό- φιλο). Επίσης, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το «πρώτο ελληνικό κράτος», την (πολύ φλου) Ιόνια Πολιτεία, που γρήγορα εξελίχθηκε στο καθαρά κι εντελώς αποικιακό «Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων». Η Ένωση του 1864 ήταν προσάρτηση αυτού του κράτους από το Βασίλειο της Ελλάδας (και όχι πραγματική «ένωση»), αλλά μπορούμε να προβληματιστούμε πώς επηρέασε το Βασίλειο, αφενός σε σχέση με την εξάρτηση (από την Αγγλία κυρίως), αφετέρου και «ποσοτικά» (θέλω να πω: τα Εφτάνησα είχαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού του τότε Βασιλείου και γενικά είχαν μια βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από τα, λίγο-πολύ ασήμαντα, σημερινά Εφτάνησα στη διογκωμένη πια, εδώ και έναν αιώνα, σύγχρονη Ελλάδα). Επίσης: έχει ενδιαφέρον να εστιάσουμε στο ρόλο του Καποδίστρια, σαν συνδετικού κρίκου μεταξύ ποικίλων παραγόντων – και απροπό: έχετε να μου συστήσετε μια καλή πολιτική βιογραφία του κόντε Νάνε;
Από την άλλη, αν στις αποικιακές σπουδές (που αφορούν τις «γνήσιες» αποικίες) τονίζεται όλο και περισσότερο ο (συναινετικός απέναντι στην αποικιοκρατία) ρόλος [των] τοπικών ελίτ και η αυτενέργειά τους, μπορούμε να εφαρμόσουμε, κάπως αντίστροφα, το σχήμα αυτό και στην Ελλάδα – ίσως.

Δύτης: Δύο μέιλ σου με έκαναν πολύ πιο δεκτικό σ’ αυτή τη θεώρηση από πέντε-έξι άρθρα ή βίντεο που έχω δει. Το σωστό να λέγεται! Ωραία η ανάλυση αλλά ας πούμε τι προσφέρει παραπάνω από το παλιό σχήμα της εξάρτησης; Ίσα-ίσα που εκεί που ήμασταν (με την εξάρτηση) το φτωχό αγωνιστικό έθνος με την αντιστασιακή παράδοση (κατά Σβορώνο) γινόμαστε (με την αποικιοποίηση) ο τριτοκοσμικός λαός που θα αποτινάξει τις ιδεολογικές, πολιτικές κλπ συνέπειες της αποικιοκρατίας σε παράλληλο αγώνα με τους μαύρους της Αμερικής, τους Αφρικάνους ή τους Αϊτινούς. Πιο πολύ, δηλαδή, μου φαίνεται ότι συσκοτίζει την κουβέντα προσφέροντας αναλογίες που δεν είναι τόσο σημαντικές όσο οι διαφορές. Και ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της Ελλαδίτσας, το ’19-22 ή τη δεκαετία του ’90, πού θα κολλήσει;

π2: Είπα να μην πω τίποτε για να μη γίνομαι κακός χωρίς λόγο, αλλά τα περί αποικιοποίησης και decolonization εμένα μου φάνηκαν εξαρχής εφετζίδικη μόδα περισσότερο παρά ουσία με ευρετική χρησιμότητα. Και συμφωνώ με τον Δύτη ότι πιο ουσιαστικά μου φάνηκαν τα σχόλια του Μπουκανιέρου παρά κάποια από τα κείμενα των αποαποικιαστών (σικ).


Read Full Post »

Μέσα σ’ όλα τα οθωμανικά και γενικώς ανατολίτικα που έχω ανεβάσει εδώ, συχνά ανέβαζα τις 25ες και κάτι επετειακόν. Τώρα που είναι η Μεγάλη Επέτειος, και καθώς δεν έχω κάτι πρόχειρο, σκέφτηκα να τα μαζέψω εδώ να βρίσκονται – δεν είναι και πολλά.

Λίγοι θυμούνται ίσως την περίφημη σειρά του Βερέμη στον ΣΚΑΪ για το ’21 που είχε ξεσηκώσει τόσο θόρυβο. Μέσα στο θόρυβο, και οι εξυπνάδες του Δύτη, επικεντρωμένες στη μανία της ανομίας και τον φετιχισμό του κράτους, η πρώτη, και το ψευτοδίλημμα φράκο ή φουστανέλλα, η δεύτερη. Πιο πολύ αξίζουν τα σχόλια από κάτω!

 

Έχουμε και την αντίδραση του σουλτάνου στην είδηση για το πέρασμα του Προύθου: λίγο γνώριμη, μιας και του φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Κάποιες αφηγήσεις Οθωμανών που με τον έναν ή άλλο τρόπο έζησαν την Επανάσταση. Ο ένας, άτακτος στρατιώτης από τα βάθη της Ασίας, όπως λέμε, έδωσε και πήρε σπαθιές, δεν κατάλαβε τίποτα, πολέμησε και στα Δερβενάκια. Ο άλλος, μορφωμένος, ήξερε και ελληνικά, και περιγράφει μια παρολίγον Έξοδο στο Μεσολόγγι στο Ναύπλιο.

Και έχουμε, τέλος, και κάτι άλλους Οθωμανούς, φιλέλληνες και φιλόκαλους, Έλληνες τη πατρίδι. Μπόλικοι, μιας και φιάξανε κοτζάμ εκατονταρχία. Κι αυτοί πολεμήσανε, που θα έλεγε κι ο Μακρυγιάννης.

 

 

Read Full Post »

Εντελώς τυχαία και σίγουρα χωρίς καμία σχέση με τη θλιβερή επικαιρότητα της μετατροπής της σε τζαμί ξανακοίταξα ένα άρθρο της Ελισάβετ Ζαχαριάδου για τη Μονή της Χώρας, στην Πόλη.*

Δεν στάθηκα τόσο στο τουρμπάνι του Μετοχίτη, που υποστηρίζεται πειστικά ότι σχετίζεται με τις ανθενωτικές του τάσεις, όσο σε κάτι που δεν θυμόμουν. Ένα από τα καταπληκτικά ψηφιδωτά, για τα οποία φημίζεται η μονή, είναι ο εν Κανά γάμος. Λοιπόν στην καμάρα μιας πόρτας υπάρχει σαφώς ένας αριθμός με αραβικά ψηφία – όταν λέω αραβικά, δεν εννοώ τα δικά μας, εννοώ κανονικά αραβικά, των Αράβων. Γράφει λοιπόν ٦٨١١, μεθερμηνευόμενον 6811 δηλαδή (με τη βυζαντινή μέτρηση από κτίσεως κόσμου) 1302/3.

Η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι άγνωστη, ήδη από το 1912 όταν ο A. van Millingen θεώρησε ότι πρόκειται για τη χρονολογία εκτέλεσης των ψηφιδωτών, παρόλο που γενικά οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν πειστικά ότι ο διάκοσμος έγινε δεκατρία με δεκαεννιά χρόνια αργότερα. Όπως φαίνεται, όμως, κανένας σήμερα δεν δίνει σημασία στον αριθμό, αφότου στη μνημειώδη έκδοση για την εκκλησία, το 1966, ο P. A. Underwood υποστήριξε ότι πρόκειται για «διακοσμητικό στοιχείο που εντελώς τυχαία μοιάζει με αραβικά ψηφία». Το μοναδικό του επιχείρημα, στην πραγματικότητα, είναι η απιθανότητα του γεγονότος. Ωστόσο, αρκεί να δει κανείς το ψηφιδωτό για να πειστεί, νομίζω, ότι καθόλου τυχαία δεν μπορεί να είναι η ομοιότητα:

Το βλέπετε, πάνω από το κανάτι που κρατά ο υπηρέτης δεξιά; Ίσως καθαρότερα φαίνεται εδώ:

Ο Σέρλοκ Χολμς λέει κάπου ότι όταν αποκλείσεις όλα τα άλλα ενδεχόμενα (ότι, στην περίπτωσή μας, οι ψηφίδες είναι βαλμένες στα κουτουρού για στολίδι και έτυχε να σχηματίζουν αριθμό) αυτό που μένει, όσο απίθανο και να είναι, είναι η αλήθεια. Ο Μετοχίτης σίγουρα ήταν εξοικειωμένος με τα αραβικά νούμερα (και μαθηματικός ων, και πρωτεργάτης στις επιστημονικές επαφές με το Ισλάμ ιδίως σε θέματα αστρονομίας και αστρολογίας – κέντρο της παγκόσμιας αστρονομίας εκείνη την εποχή οι ηγεμονίες των Σελτζούκων και των Μογγόλων σε Ιράν, Αφγανιστάν και Κεντρική Ασία!), και με το τουρμπάνι έχει ήδη αποδείξει ότι αυτή η εκκλησία έχει κάτι το ιδιαίτερο. Η Ζαχαριάδου κάνει λοιπόν την τολμηρή υπόθεση ότι η χρονολογία δεν έχει να κάνει με τον ίδιο το διάκοσμο, αλλά με κάποιο γάμο, όπως της Κανά, και τέτοιο γάμο που να συνδέει τον βυζαντινό με τον ανατολικό κόσμο, ώστε να δικαιολογούνται τα αραβικά ψηφία. Και ναι, υπήρξε ένας τέτοιος γάμος το 1303: μια νόθα κόρη του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (στενού φίλου του Μετοχίτη) παντρεύτηκε τον Μογγόλο χάνο της Περσίας Gazan και έγινε γνωστή ως Δέσποινα των Μογγόλων (προσοχή, υπάρχουν πάνω από μία Μαρίες της εποχής που παντρεύτηκαν μογγόλους ηγεμόνες!–και δεν έχει καμία σχέση με την «Μαρία των Μογγόλων» του γνωστού βιβλίου, που είναι πολύ προγενέστερη).

Έλπιζε βέβαια  ο Ανδρόνικος όπως και όλοι οι Παλαιολόγοι ότι οι Μογγόλοι Ιλχάν θα στρέφονταν κατά των Σελτζούκων, όπως είχε γίνει μισόν αιώνα πριν (μάχη του Κιοσέ Νταγ, 1243) ή όπως (όχι με Μογγόλους και Σελτζούκους, αλλά με τον Ταμερλάνο και τους Οθωμανούς) θα γινόταν έναν αιώνα μετά (μάχη της Άγκυρας, 1402) – χωρίς μόνιμο αποτέλεσμα όπως ξέρουμε όσον αφορά το Βυζάντιο. Πιο ενδιαφέρον είναι ότι τέτοιες συμμαχίες μπορούσαν να εκφραστούν και σε συμβολικό επίπεδο, και μάλιστα σε έργα που αργότερα έγιναν πραγματικά εμβληματικά, και δικαίως εξάλλου. Κάποιοι θα έβγαζαν φλύκταινες σήμερα.

 

*Elizabeth A. Zachariadou, «The Mosque of Kahriye and the Eastern Inclinations of its Late Byzantine Patron», Archivum Ottomanicum 30 (2013), 281-301.

Read Full Post »

Η πολιορκία κρατούσε ήδη από τις αρχές Απριλίου του ’21, και βρισκόμαστε ήδη στον Ιούνιο του 1822. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να μην πάνε πολύ καλά για τους έγκλειστους:

Επειδή έγινε φανερό ότι αν εξακολουθούσαν να δίνουν σε κάθε κάτοικο δέκα οκάδες σιτάρι, από όσο ήταν αποθηκευμένο… σε δύο μήνες δεν θα υπήρχε επάρκεια και δεν θα τους έφθανε, αποφασίστηκε όσοι ήταν ικανοί για πόλεμο και μάχη να παίρνουν από δέκα οκάδες και οι γυναίκες, τα κορίτσια και τα αγόρια από οκτώ οκάδες. Αφού με αυτόν τον τρόπο συντηρήθηκαν για ακόμη έναν περίπου μήνα, μερικοί αδηφάγοι σε δεκαπέντε μέρες τελείωσαν τα τρόφιμα που αναλογούσαν στον καθένα. […] Πέντε άτομα από τους Αλβανούς του πολιορκούμενου κάστρου και κάποιες άχρηστες για δουλειά μαύρες υπηρέτριες και φτωχές γυναίκες, σύνολο είκοσι, με τη δική τους θέληση βγήκαν από το κάστρο και έμειναν έξω γυμνές, πεινασμένες και ενδεείς. Οι καταραμένοι [πολιορκητές] δεν τους δέχθηκαν και επειδή το να τους πάρουν [οι πολιορκούμενοι] ξανά μέσα στο κάστρο ήταν επιβλαβές για την τάξη του τόπου και ενάντιο προς τους κανόνες του πολέμου, εκείνοι εγκαταλελειμμένοι έμειναν στη μέση και πέθαιναν ένας-δύο την ημέρα, πίνοντας το ποτήριον του μαρτυρίου.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι κάτοικοι του κάστρου, εκτός του ότι επέδειξαν ζήλο και άντεξαν την αγωνία της κατάστασης για έναν ακόμη μήνα, εκδήλωσαν υπομονή και δύναμη. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη ότι, επειδή μέρα με τη μέρα αυξανόταν η σφοδρή πείνα και επιδεινωνόταν η αδυναμία τους, πέθαιναν δέκα-δεκαπέντε άτομα τη μέρα, με τον λιμό που είχε πέσει στους κατοίκους δεν έμεινε σε κανέναν δύναμη να βγει για μάχη. Με την ελπίδα ότι τα χόρτα που φύτρωναν γύρω από το κάστρο θα μπορούσαν να τους συντηρήσουν, με χίλιες δυσκολίες και πολεμώντας με τους άπιστους μάζευε ο καθένας μία ποσότητα. Κι επειδή τα έτρωγαν μόνο βρασμένα σε νερό, η όψη τους άλλαξε και τα χαρακτηριστικά τους άλλαξαν χρώμα. Έπαψαν τελείως να περπατούν και εξαιτίας της πλήρους αδυναμίας αρρώσταιναν και πέθαιναν ξαφνικά μέσα στην αγορά και τις συνοικίες. Κάποιοι ξένοι [φτωχοί] έκαναν λοιπόν μεταξύ τους συμβούλιο και είπαν:

«Δεν είναι δυνατή η προμήθεια τροφίμων και η σφοδρή πείνα μας καταβάλλει, είναι σαφές ότι θα διαταράξει την πίστη μας. Να πάμε μια φορά να εξηγήσουμε την κατάσταση στους προκρίτους και τους αγάδες και, αν δεν βρεθεί μια λύση, δεν μπορούν να σταματήσουν διακόσιους άνδρες. Όπως και να έχει, ανοίγουμε την πύλη του κάστρου και ανακατευόμαστε με τους απίστους· τουλάχιστον να δει το μάτι μας ψωμάκι! Αν στη συνέχεια πεθάνουμε όλοι μας στα χέρια των απίστων, χάρη στην ψυχή μας κάνουμε. Άλλο μέτρο δεν θα έχει όφελος.»

Δεν είναι το Μεσολόγγι. Είναι το Ναύπλιο, και οι πολιορκούμενοι είναι οι Τούρκοι. Αφηγείται ο Γιουσούφ Μπέης, γιος του πρώην πασά του Μοριά, με ελληνίδα μητέρα (ο Φωτάκος μιλά με πολύ καλά λόγια για την αφεντιά του).

Για την ιστορία, η Έξοδος δεν έλαβε χώρα. Ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, ανταλλαγή ομήρων, και τελικά η πολιορκία λύθηκε από τον ερχομό του Δράμαλη, για να ξαναρχίσει μετά τα Δερβενάκια – η πόλη παραδόθηκε τελικά τον Δεκέμβριο.

Δεν είχαν λείψει πάντως και πιο ευτράπελα επεισόδια:

Εκείνο όμως το βράδυ ο καβάσης Ντελή Μπεκίρογλου Μουσταφάς, που ήταν στην υπηρεσία μου, υπέκυψε στο σαρκικό πάθος και την επιθυμία του: μαζί με τον γιατρό του τόπου ξελογιάστηκαν με δύο Ρωμιούς απίστους και αποφάσισαν να δραπετεύσουν εκείνη τη νύχτα. Νωρίς το πρωί βγήκαν από την Πύλη του Γιαλού, μπήκαν σε μία βάρκα και διέφυγαν στην ακτή όπου βρίσκονται οι άπιστοι και αφού δέχθηκαν να αλλάξουν θρήσκευμα, σκόρπισαν σ’ αυτόν και στον μέλλοντα κόσμο.

(Πηγή: Σ. Λαΐου – Μ. Σαρηγιάννης, Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών 2019, σ. 124-125, 129)

Read Full Post »

ΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΑΠΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ.

Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου, Κώδ. 15, σελ. 94 – 28 Τζεμαζιουλάχιρ 1129 [8/6/1717]

Πληροφορηθείς ο Πασάς του Χάνδακος, ότι οι διδάσκαλοι των σχολείων της πόλεως και οι βοηθοί αυτών περιέρχονται αργοσχόλως ανά τας οδούς, και ότι παραμελούν την διδασκαλίαν των παίδων, απηύθυνεν έγγραφον προς τον Ιεροδίκην, εν τω οποίων λέγει, όπως καλέση ούτος πάντας ανεξαιρέτως τους διδασκάλους εις το Ιεροδικείον και συστήση εις αυτούς, όπως τηρήσουν το ακόλουθον πρόγραμμα: Την πρωΐαν οι μαθηταί θα φεύγουν εκ του σχολείου δύο ώρας προ μεσημβρίας, το απόγευμα θα πηγαίνουν εις τα σχολεία μετά την μεσημβρινήν προσευχήν και θα παραμένουν μέχρι της προσευχής του δειλινού. Αναφέρεται εισέτι εις το έγγραφον του Πασά, ότι θα γίνωνται έφοδοι εις τα σχολεία, δημοσία τε και κρυφίως, και θα τιμωρούνται οι απουσιάζοντες και μη ασχολούμενοι με την μόρφωσιν των παίδων διδάσκαλοι. Τη 28η Τζεμαζιελαχίρ 1129.

(περιληπτική μετάφραση· Νικόλαος Σταυρινίδης, Μεταφράσεις Τουρκικών Ιστορικών Εγγράφων, τ. Δ΄, Ηράκλειον 1984, αρ. 1918, σ. 14-15)

Read Full Post »

Αν δεν κινηθούμε εγκαίρως, το τέλος του πολιτισμού μας είναι κοντά. Εντάξει, ο Κλαύδιος έδινε ρωμαϊκή υπηκοότητα σε κάποιους επαρχιώτες, τέλος πάντων, αλλά ήταν μετρημένες – και ήταν και τρελός καταπώς λένε. Τώρα αυτό το διάταγμα του Καρακάλλα τι σου λέει; Όλοι όσοι μένουν στα σύνορα και είναι ελεύθεροι, Ρωμαίοι υπήκοοι! Την ώρα που Δάκες, Γαλάτες, Πέρσες, Γερμανοί παραμονεύουν γύρω-γύρω. Καλά οι Έλληνες, πες είναι ήμεροι και με πρεστίζ· οι άλλοι; Πού θα πάει η ταυτότητά μας, οι πατρογονικοί μας θεοί, οι λάρητες και οι πενάτες, οι αγνές παρθένες Εστιάδες μας, η Σίβυλλα και οι χρησμοί της; Δεν μας έφτανε ο Μίθρας, θα έχουμε τώρα και αυτούς τους Χριστιανούς, καινούριο φρούτο. Κάπως, δεν ξέρω, πρέπει να προστατευθεί ο ρωμαϊκός τρόπος ζωής.

(Ρώμη, σκέψεις του Γάιου Πρεπόστερου, 965 από κτίσεως της πόλης [212 μ.Χ.])

Read Full Post »

(Ι, ΙΙ)

Ο ιστορικός που θα θελήσει να κατανοήσει το παρελθόν χωρίς να γίνει θύμα των μύθων, οφείλει να μάθει να το παρατηρεί σαν να ήταν παρόν. Αν θέλει να αντισταθεί στον υποκειμενισμό, πρέπει να παρατηρεί το παρόν σαν να ήταν κιόλας παρελθόν.

(Μανές Σπέρμπερ, Η καμένη βάτος, μετάφρ. Έμη Βαϊκούση, Αθήνα 2013, σελ. 159)

Read Full Post »

Δεν ξέρω πόσους ενδιαφέρει σ’ αυτό το ξεχασμένο μπλογκ, αλλά της οφείλω τόσα που αξίζει να σπάσει η σιωπή σχεδόν ενός χρόνου. Άλλωστε σαν οθωμανολογικό μπλογκ ξεκινήσαμε, και έτσι φαίνεται να καταλήγουμε. Σε αυτό το βιντεάκι, γυρισμένο μόλις πρόπερσυ (από εδώ), που θα ενδιαφέρει όσους αναρωτιούνται για το πώς ξεκίνησαν οι οθωμανικές σπουδές στην Ελλάδα, φαίνεται μεταξύ άλλων η ζωντάνια και το σπάνιο χιούμορ της. Πολύ θα μου λείψει.

Read Full Post »

Διαβάζοντας έπεσα σε αυτό το ωραίο, μέχρι και συγκινητικό ξόρκι, γραμμένο σε μεσαιωνικά αγγλικά γύρω στα μέσα του 10ου αιώνα:

Κύστη, κύστη, μικρή κύστη

Εδώ ούτε θα χτίσεις ούτε θα διαλέξεις κατοικία

θα πας προς τον βορρά, προς το επόμενο βουνό

εκεί, κακομοίρα, έχεις έναν αδελφό.

Θα σου βάλει ένα φύλλο πάνω στο κεφάλι

κάτω απ’ το πόδι του λύκου, κάτω απ’ το φτερό του αετού,

κάτω απ’ το νύχι του αετού, για να ξεραθείς για πάντα.

Είθε να διαλυθείς σαν κάρβουνο στο τζάκι

να ξεραθείς σαν βρομιά στον τοίχο

να στεγνώσεις σαν το νερό σ’ ένα κουβά

να μικρύνεις ίσαμε ένα κόκκο λινάρι

μικρότερη απ’το γοφό ενός ψύλλου

να γίνεις τέλος τόσο μικρή, που πια δεν θα είσαι τίποτα.

Σχεδόν τη λυπάσαι τη μικρή κύστη. Όχι μόνο: έχεις την αίσθηση ότι κι ο μάγος, ο εξορκιστής τέλος πάντων, τη λυπάται· τι να κάνει όμως.

(J.-P. Boudet, Entre science et nigromance. Astrologie, divination et magie dans l’Occident médiéval (ΧΙΙe-ΧVe siècle), Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 2006, σ. 120-121)

Read Full Post »

Older Posts »