Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Διονύσης Σαββόπουλος’

1971. Ψάχνοντας τα πατήματά του πίσω στην Ελλάδα, γνωρίστηκε με μουσικούς, έφτιαξε το πρώτο σχήμα, έπαιξε στο Ροντέο. Τα Μπουρμπούλια: János Lambizi ηλεκτρική κιθάρα, Σπύρος Καζιάνης φαγκότο, τρομπόνι, Νίκος Μουρίκης κόρνο, Βασίλης Ντάλλας μπάσο και Νίκος Τσιλογιάννης ντραμς. Ήχος ηλεκτρικός, μακρύ μαλλί, φλοράλ πουκάμισα, άνθρωποι που είχαν επαφή με τη μουσική του κόσμου. Και να! ΤΙΙΙ ΤΡΕΧΕΙ; Έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος; Δεν έχει εδώ ορχήστρα, εδώ μπαίνουμε ορμητικά στο ροκ. Μόνο που δεν είναι απλώς ένα ροκ ελληνόφωνο, δεν είναι δωδεκάμετρα και ήχος ηλεκτρικός: φλογέρες, γκάιντες, χάλκινα πνευστά, μουσικές θρακιώτικες ή βαλκανικές – να που το Ντιρλαντά, που τόσο μου σπάει τα νεύρα, βρίσκει δικαίωση σαν σκεφτείς ότι περιέχει το σπόρο αυτού που ακούμε τώρα. Το ανυπέρβλητο εξώφυλλο του Ακριθάκη λέει ακριβώς αυτό: Βαλκάνια και ψυχεδέλεια, μια σύζευξη που δεν ξανάγινε ούτε επαναλήφθηκε. Κάπως έτσι με θυμάμαι, πρωτοετή, να πλένω τα πιάτα ακούγοντας τον «Μπάλλο» και εκεί που φτάνει στον μέγα τράγο, τον πρωταγωνιστή, να τα παρατάω, να κάθομαι στην καρέκλα και να ξέρω ότι βρήκα το σάουντρακ της ζωής μας.

Έχει τελειώσει η δεκαετία του ’60, η άνοιξη, η καλοκαιριά, το φως του Αιγαίου και ο Σαββόπουλος σα να γυρίζει την πλάτη σε όλα αυτά και να κοιτάζει μέσα, πίσω, στα βουνά και τα σκοτεινά φαράγγια: σε τούτα τα Βαλκάνια, σε τούτο τον αιώνα, μόνο το πανηγύρι θα μας σώσει. Προοιωνίζεται ίσως η μεταμόρφωσή του στις επόμενες δεκαετίες; Μπορεί – εδώ όμως η αγωνία, εδώ βλέπει την τρύπα και την υψώνει θριαμβευτικά. Αγωνία, σκοτάδι, κάτι το υπόκωφο είναι το πνεύμα αυτού του δίσκου.

Δείτε και τους διθύραμβους του Τρούσσα εδώ (απ’ όπου και η εικονογράφησή μου).

(περισσότερα…)
Advertisement

Read Full Post »

Είμαστε στο 1969. Τρία χρόνια έχουν περάσει από το Φορτηγό – τι χρόνια όμως! Δεν ξέρω τι ετοίμαζε μουσικά μέχρι τον σκληρό Απρίλη του ’67 ο Σαββόπουλος, ξέρουμε όμως πως τον πιάσανε, ταράτσα – κι απομόνωση. Μετά από σαράντα μέρες στην Ασφάλεια βγαίνει. Παντρεύεται, φεύγει εξωτερικό και καλά για ταξίδι του μέλιτος: Παρίσι, Μιλάνο, κάπου αναφέρει και Ισραήλ. Γυρνάει τέλος του ’68. Και βγάζει το δίσκο.

Τα μισά τραγούδια είναι γραμμένα στη φυλακή (Θαλασσογραφία, Θεία Μάρω/Μάνου, Δημοσθένους λέξις που δεν θα βγει παρά το ’72), τα άλλα μισά στις περιπλανήσεις στο εξωτερικό. Είχε πει όταν βγήκε ο δίσκος ότι το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η νοσταλγία, όχι η νοσταλγία για κάτι συγκεκριμένο, παρά η νοσταλγία όταν είσαι άρρωστος, στο νοσοκομείο, και νοσταλγείς την κανονική ζωή έξω. (Τα πέρα μέρη· το περιβόλι· την παιδική σου φίλη.)

Είναι όμως και κάτι άλλο. Αυτός δεν είναι πια ο Σαββόπουλος του Φορτηγού. Μπορεί να μην έχει ψηθεί ακόμα με γκρουπάκια και μουσικούς, έχει όμως ακούσει το ροκ – καλοκαίρι του ’67 με καλοκαίρι του ’68, αν υπολογίζω σωστά, σε Παρίσια και Μιλάνα, πρέπει να άλλαξαν ριζικά τη μουσική του αντίληψη κι ας μην το λέει. Στην πραγματικότητα, και του Φορτηγού τα κομμάτια θα μπορούσαν να είναι ροκ, αν τα ενορχήστρωνε με γκρουπάκι, δεν είναι το στιλ Μπρασένς που τόσο θαύμαζε. Στο Περιβόλι του Τρελλού (τι τίτλος!) έχει την ανεκτίμητη βοήθεια του Γιώργου Κοντογιώργου στις ενορχηστρώσεις, και νομίζω πάντα θα τον μνημονεύω ακούγοντας τη Θαλασσογραφία ή την Ωδή.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Όσοι παρακολουθείτε το άλλο μαγαζί του Δύτη, το τιτιβιστήρι ντε, θα έχετε πάρει χαμπάρι ότι επέβαλα στον εαυτό μου έναν διαφωτιστικό ρόλο και ξεκίνησα μια Σαββοπουλιάδα, παρουσιάζοντας ένα τραγούδι κάθε μέρα με τη σειρά. Όπως πρότειναν διάφοροι φίλοι, θα τα μαζεύω και εδώ δίσκο με δίσκο, έτσι να υπάρχουν. Για το Σαββόπουλο εν γένει, μην τα ξαναλέμε, έχω γράψει τις σοφίες μου παλιότερα εδώ, πάνε δώδεκα χρόνια.

Ξεκινάμε με μια εισαγωγή στο Φορτηγό. Ο Σαββόπουλος είναι ήδη δυο-τρία χρόνια στην Αθήνα. Αλητεύει με τον Λοΐζο, έχει παίξει στις μπουάτ, έχει βγάλει ήδη ένα 45άρι. Είμαστε στο ’66, το σινεμά παίζει Τρελό Πιερό και το Νακ του Λέστερ (του σκηνοθέτη των Μπιτλς). Τι είναι το Φορτηγό; Δεν είναι πια Νέο Κύμα, εκτός από δυο-τρία τραγούδια, τη Συννεφούλα ή το Μη μιλάς άλλο για αγάπη. Ο ίδιος είχε πει κάπου τότε ότι το γιε-γιε ήταν καλό αλλά ξένο (θα άλλαζε γνώμη σύντομα) και ότι το «πολιτικό τραγούδι» ήταν το τραγούδι της γενιάς του. Πολιτικό τραγούδι λοιπόν. Άκουγε τότε Μπρασένς, και φαίνεται, αλλά αυτό που παίζει φέρνει πιο πολύ σε Λατινική Αμερική, χιλιανούς τροβαδούρους κλπ. Μόνο κιθάρα: δεν είναι κανένας τεχνίτης, αλλά είναι ακριβώς αυτό το άτεχνο που εντυπωσιάζει: χτυπά την κιθάρα, τσιμπάει τις χορδές, ουρλιάζει. Και στίχοι; πολιτικά ναι, αλλά με τουΐστ (θα το δούμε), κάποια ερωτικά (κι αυτά ιδιόρρυθμα), αλλά κυρίως μια πολύ προσωπική μυθολογία με περιπλανώμενους, περιθωριακούς, αόρατους. Βλέπω μια μακρινή συγγένεια με την Οδό Ονείρων (του ’62). Είναι όμως και κάτι που δεν έχει ξανακουστεί!

Οι μάγοι

Η προσωπική μυθολογία που λέγαμε. Το πρώτο LP μπαίνει ορμητικά, σα να το κάνει επίτηδες: με ένα ωραίο και χαρακτηριστικό ριφάκι, το χτύπημα του ηχείου τόσο χαρακτηριστικό για όλο τον δίσκο, ο Σαββόπουλος φωνάζει τους στίχους (είμαι σίγουρος ότι θα ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό στα λάιβ). Λες και θέλει να δείξει αυτό ακριβώς το άτεχνο του μπουλουκιού. Τον φαντάζεσαι να παρουσιάζει τον εαυτό του ή μάλλον μια περσόνα του εαυτού του (ένα χρόνο πριν από το Sergeant Pepper), που τον φαντασιώνεται σαν πλανόδιο (θα το κάνει κι αυτό στ’ αλήθεια, τον επόμενο χρόνο) ή ίσως σα θιασάρχη (κι αυτό θα το κάνει, κατά κάποιο τρόπο, το ’72). Και το τσίρκο! Πάντα παρόν. Σαν ασπρόμαυρη ταινία είναι αυτός ο δίσκος, σαν Φελίνι ξερωγώ.

Η Ζωζώ

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Ολαρί – α, ο λα ρά, χιόνι πέφτει από ψηλά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας, το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά

Ολαρία – ολαρά, μαύρο τύμπανο χτυπά
τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια, τ’ αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά
βρικολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια, έλα μέσα και μίλα πιο σιγά

Ολαρία – ολαρά, δάγκωσε με πιο βαθιά
Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά
διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά

Ολαρία – ολαρά, με σουραύλια και βιολιά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ‘ναι όλη η παλιά μας συντροφιά
και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά

Ολαρία – ολαρά, γύρω – γύρω τα παιδιά
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά

Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα
και το χιόνι πέφτει από ψηλά
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά.

(είπα να συμμετάσχω κι εγώ στο διιστολογικό αφιέρωμα . Αλλά απ’ τη μια, δεν έχω καθόλου χρόνο αυτή την εποχή. Απ’ την άλλη, δεν ξέρω τι ακριβώς να σκεφτώ. Αυτό που σκέφτομαι περίπου το εκφράζει ο τότε Σαββόπουλος, σ’ αυτό το κάθιδρο όραμα μιας ουτοπίας στην απέναντι όχθη, όπως έγραφε κάποτε ο Φώτης Τερζάκης. Και κολλάει σε πάρα πολλά πράγματα, όχι μόνο στις πλατείες, και μάλλον δεν θα αρέσει του δημιουργού να το κολλάω εκεί που θέλω -αλλά πώς να γίνει, τόχει πει κι ο ίδιος, το έργο πάει πια του έφυγε απ’ τα χέρια.

Τις προάλλες κατέβηκα ξημερώματα στο σταθμό του Ηλεκτρικού στην Ομόνοια, που ήταν κλειστός πολύ καιρό τώρα. Είχα μια παράξενη αίσθηση, που έγινε εντελώς διαφορετική όταν ανέβηκα στην πλατεία. Έξι η ώρα το πρωί, μια τραβεστί τσακωνόταν με τον περιπτερά, τρεις τέσσερις άνθρωποι κοιμούνταν πάνω στη σχάρα στα ζεστά, και ένας ήταν ακίνητος σε εντελώς αφύσικη στάση λες και τον είχε πάρει ο ύπνος ενώ γονάτιζε, με το κεφάλι κάτω στο τσιμέντο. Υπάρχει και αυτή η πλατεία.)

Τα άλλα ποστ του αφιερώματος: Ψαροκόκαλο: Η δημοκρατία στις πλατείες….(;) / Αναγεννημένη: Για την πλατεία (και την κάθε πλατεία) /Krotkaya: επανοικειοποίηση της πλατείας / Κυνοκέφαλοι: Στην πλατεία αλαφιάζονται οι μικρές παρέες / Ιχνηλασίες: Η δημοκρατία στις πλατείες / Βιβλιοθηκάριος: Η πλατεία Δημοκρατίας και τα αγάλματα / Εξεγερμένο το 2009: Πάμε πλατεία; / Rubies and Clouds: Πλατεία πλατιά / Κουπέπκια ατάκτως τυλιγμένα: Οι πλατείες κι οι πορείες / Silentcrossing’s Blog: Το ’29 σε μια πλατεία / Roadartist… in Athens: Πλατείας λέξεις / Μπαμπάκης: το πληθος στην πλατεία / Latecomer: Της πλατείας μου η σημαία / Του κανενός το ρόδο: μισό αιώνα, μισό ζευγάρι, στην πλατεία / Χώρα του ποτέ-ποτέ: η πλατεία ήταν γεμάτη… / Ουδέν αμιγές: Πλατεία μεγάλοι,πλατεία μικροί / Η Ζωή στην Κατηραμένη Νήσο: η δημοκρατία στις πλατείες / Ιχνηλασίες (2): Η Πλατεία είναι γαμάτη / Butterfly’s world: η Δημοκρατία στην Πλατεία

Read Full Post »

Ακολουθεί η Παράγκα του Σαββόπουλου, σαρανταπέντε χρόνια πριν. Ελάχιστες οι ενδεχόμενες διορθώσεις για το σήμερα: αιτήσεις για τη Γερμανία δεν βλέπουμε (ακόμα), άλλωστε λόγω ΕΕ δεν χρειάζονται πλέον αιτήσεις· η Ευανθούλα δεν κλαίει, ανυπομονεί· το μπιλιάρδο στα καφενεία έχει αντικατασταθεί με το νιντέντο· οι φυλλάδες με μιάμισυ δραχμή, με τα λεγόμενα «ενημερωτικά μπλογκ». Δεν μπορώ να βρω ούτε μία διαφορά παραπάνω. Στο μεταξύ, ο Τέλλογλου ζητά «κυβέρνηση με έκτακτες εξουσίες». Αύριο, μπορεί η πλατεία να είναι γεμάτη, αλλά το νόημα απ’ τις φωτιές δεν ξέρω πού θα βρίσκεται. Οι πιο πολλοί θα αρχίζουν από τώρα να ψάχνουν λαμογιές για να επιβιώσουν. Για πάρα πολλούς που ίσως νιώσουν το πατατράκ δεν λυπάμαι: τα είπε ωραία (διαβάστε το!) στο προηγούμενο ποστ ο Βασίλης Νικολαΐδης (και ελπίζω να με σχωρέσει που πάλι Σαββόπουλο τσιτάρω!), υπάρχει κι αυτό του thas, υπάρχουν και άλλα. Συμπαθάτε, θα επαναφέρω εδώ ένα δικό μου σχόλιο από το ίδιο ποστ:

Από τη μια, ναι, είμαστε άξιοι της τύχης μας -γράφω είμαστε, και αμέσως σκέφτομαι πόσο μας παραμύθιασε ο Μακρυγιάννης με το “εμείς”, ποιοι εμείς δηλαδή, υπάρχουμε εμείς και υπάρχουν κι αυτοί, ή μήπως κι εμείς έχουμε μέσα μας κάτι από αυτούς, ή μήπως πάλι -ποιος ξέρει- αυτοί έχουν μέσα τους κάτι από εμάς;

Θυμάμαι την εποχή των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, οι Έλληνες κατέβαιναν (και πολύ καλά έκαναν) σε τεράστιες διαδηλώσεις και την ίδια στιγμή έπαιζαν σαν τρελοί στο χρηματιστήριο. Αμερικανικός και γερμανικός ιμπεριαλισμός, αλλά για τον ελληνικό οικονομικό ιμπεριαλισμό που ξεζούμισε τα Βαλκάνια, εδώ όσο και κει, κουβέντα: αλίμονο, αυτός μας έτρεφε, και Προσεχώς Βουλγάρες. Κοίταζα από ένα σπίτι στου Ζωγράφου την πόλη κάτω, και φανταζόμουν βόμβες να πέφτουν, πάλι με μια υποσυνείδητη -ή σχεδόν συνειδητή- χαιρεκακία.

Τέτοιο σπάνιο συνδυασμό χαιρεκακίας, θλίψης και οργής δεν είχα συχνά το προνόμιο να ζήσω. Το χειρότερο: δεν θα την πληρώσουν τα λαμόγια, ως συνήθως δηλαδή. Αφού πειστήκαμε ότι φταίμε όλοι, θα την πληρώσουμε όλοι: οι ταμίες στο σουπερμάρκετ· οι φασονίστριες· οι εργάτες που χρόνια είχαν γίνει αόρατοι στη νεοπλουτίστικη ευφορία της Ολυμπιάδας, του Μουσείου της Ακρόπολης και της Μυκόνου. Πόσοι και πόσοι είχαν γίνει αόρατοι, το καταλαβαίνουμε τώρα που οι μέντορες του εναλλακτικού ή μη λαϊφστάιλ θρηνούν σαν πτώμα για την επικείμενη κατάρρευσή του, δίχως να μπορούν να δουν πέρα από το τετράγωνο του περιοδικού τους. Παραμένουν αόρατοι: αυτή είναι η μοίρα τους. Ή όχι;

Ουφ. Καλή μας τύχη στην άβυσσο που πέφτουμε. Ξέρω, δεν είναι μόνο θέμα τύχης, είναι το τι κάνουμε. Πώς να το πω: θέλω να βγω στο δρόμο, και να είναι μαζί με πολλούς· αλλά μαζί με όλους, όχι.

Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις

όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα

παράγκα παράγκα παράγκα το χειμώνα

κι εσύ μιλάς σαν πτώμα

 

Ο λαός ο λαός στα πεζοδρόμια

κουλούρια ζητάει και λαχεία

κοπάδια κοπάδια κοπάδια στα υπουργεία

αιτήσεις για τη Γερμανία

 

Κυράδες φιλάνθρωποι παπάδες

εργολαβίες ψαλμωδίες και καντάδες

η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί

την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί

 

Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει

στα καφενεία μπιλιάρδο καλαμπούρι και χαρτί

στέκει στο περίπτερο διαβάζει

φυλλάδες με μιάμισυ δραχμή

 

Όχι όχι αυτό δεν είναι τραγούδι

είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας

είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας

κι ο χαφιές που μας ακολουθεί.

Read Full Post »

Αυτό το ποστ το έχω υποσχεθεί πολύ καιρό τώρα, και από την πολλή υπόσχεση θα κακοφορμίσει, φοβάμαι. Γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τι να γράψω για τον Σαββόπουλο.

Μικρός όταν ήμουν (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δεν ξέρω τι να πρωτοσχολιάσω σε τούτη την είδηση (και εδώ, όπου εμφανίζεται και ένα μυστηριώδες Μίλκι Ουέι): εν ολίγοις, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Γουόργουικ έφτιαξε μια εξίσωση προκειμένου να εξηγήσει «γιατί επί τρία χρόνια αναζητούσε τον έρωτα χωρίς να τον βρει ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι το πρόβλημα δεν ήταν συναισθηματικής φύσης αλλά καθαρά μαθηματικής». Η εξίσωση (παιδιαριώδης, ακόμα και για τα δικά μου στοιχειώδη μαθηματικά) βασίζεται στο ζητούμενο «γυναίκα, μεταξύ 24 και 34 χρόνων, ελκυστική, πτυχιούχος, κάτοικος Λονδίνου» και έχει την απλή μορφή ν=[πληθυσμός της Αγγλίας]x[ποσοστό γυναικών]x[ποσοστό πτυχιούχων]…, εξάγοντας τον αριθμό των γυναικών οι οποίες συγκεντρώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Να σχολιάσω τα περιβόητα βρετανικά πανεπιστήμια; Άστο καλύτερα· κάποιο πικρόχολο σχόλιο για τους οικονομικούς αναλυτές και τις περισπούδαστες αναλύσεις τους; Μπα, όχι· το πώς γεμίζουν οι στήλες των εφημερίδων; Ουφ -στο κάτω κάτω, τα σχόλια των αναγνωστών από κάτω με καλύπτουν.

Σκέφτηκα όμως να πω δυο λόγια για την εξορία του δράματος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καθώς άνοιγε ο αδερφός μου το δώρο που του διάλεξα για την πρωτοχρονιά, πιάσαμε κουβέντα για τους Μπητλς για κάποιο λόγο. Σκέφτομαι τελευταία πώς θα ήταν να ζει κανείς εκεί γύρω στο ’66 και μετά, να ακούει μετά το Rubber Soul το Revolver και να παθαίνει, να λέει «δεν είναι δυνατόν, τι άλλο μπορούν να κάνουν τώρα οι άνθρωποι;», μετά από κάτι μήνες, μπαίνοντας το ’67 να βγαίνει το σινγκλάκι με το Strawberry Fields και μέχρι να το χωνέψεις νάσου και το Sgt. Pepper. Δεν είναι απίστευτο; Πάνω στην κουβέντα κάνει η μητέρα μου, και με το δίκιο της: «το ίδιο συνέβαινε τότε και με τον Σαββόπουλο». Λέει ο αδερφός μου (ενώ παλεύει να ανοίξει το φακελάκι του δώρου): «Και τώρα καμία σχέση… ούτε με τον Παπακωνσταντίνου -σου άρεσε αλήθεια ο Σαμάνος;- ούτε με τους Χειμερινούς τελευταία, όλο τα ίδια απόνερα…» κι εγώ δαγκώνομαι γιατί το δώρο είναι ο τελευταίος των Χειμερινών, τα 23 κόκκινα φώτα. Κάνω ένα «ε, οι Χειμερινοί, δεν ξέρω, είσαι σίγουρος;», πάει να πει εκείνος «ε ναι, τα τελευταία τους όσο νάναι… ωχ!», το δώρο άνοιξε. Το μπαλώσαμε βέβαια, δεν το είχε ακούσει και ακόμα δεν τόχει γιατί το σιντί βγήκε ελαττωματικό. Προχθές είχα την ίδια κουβέντα με τον φίλο μου τον Κοσμά: όχι πια τι υπάρχει -τι μπορεί να υπάρξει σήμερα τόσο πραγματικά, συγκλονιστικά καλό στην ελληνική μουσική όσο ήταν ο Χατζιδάκις (πάντα), ο Σαββόπουλος το ’70 ή η Πλάτωνος και οι Χειμερινοί το ’80. Τίποτα· ο Βραχνός Προφήτης; πάει πέρασε, και η Βροχή από κάτω δεν είχε συνέχεια. Τα 23 κόκκινα φώτα ακούγονται όμορφα, όπως ήταν και οι προηγούμενοι δίσκοι των Χειμερινών (ένα ωραίο χαρακτηριστικό κομμάτι που μούχει κολλήσει μπορείτε να ακούσετε εδώ), αλλά όντως είναι μια απ’ τα ίδια, απόνερα των παλιών δίσκων. Επιστροφή στην τριλογία Χειμερινοί κολυμβητές, Από το πάρκο στη Μυροβόλο, Δακοκτόνοι, λοιπόν. [Σημείωση δυο βδομάδες μετά: Όσο ακούω τον καινούριο δίσκο αλλάζω γνώμη, ωστόσο· το έγραψα και σε ένα σχόλιο: είναι εξαιρετικός]

Προσπαθώ σκληρά να μην πέφτω στη λούμπα του προσεχώς σαραντάρη, που βρίσκει κλασικά πως τίποτε πια δεν είναι όπως στην εποχή του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Είπα να αποφύγω να μιλήσω για τον περσινό Δεκέμβρη. Διάβασα αρκετά που γράφτηκαν πρόσφατα, και πολλά με εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό, ενώ άλλα μου φάνηκαν για πέταμα. Κυρίως εκνευρίστηκα από μια προσέγγιση που βρίσκω κυρίαρχη στα ΜΜΕ (και όχι τόσο στα μπλογκ) και που εστιάζει στην αποτελεσματικότητα της αστυνομίας, λες και ό,τι συνέβη πέρσυ περιορίζεται σε κάποια άνοδο της παραβατικότητας. Λες και δεν είχαμε ένα φαινόμενο ιστορικό μπροστά στα μάτια μας (ή, άλλοι, μπροστά στους ίδιους), κάτι που δεν μπορεί να ερμηνευτεί ούτε με πρακτορολογίες, ούτε με ψυχολογικά τερτίπια, ούτε με στρατιωτικού τύπου ανάλυση. Όπως θα θυμάστε πρόσφατα ξαναδιάβαζα τον Τολστόι, που λέει ότι τα ιστορικά γεγονότα είναι αποτέλεσμα του αθροίσματος χιλιάδων βουλήσεων και κινήσεων οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν σε ατομικές αποφάσεις: από τις δεκάδες διαταγές, εφαρμόζονται μόνον εκείνες που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν, και αντίστοιχα η κίνηση χιλιάδων ατόμων δεν μπορεί να αναχθεί σε πολιτικές επιλογές ενός, δύο ή δεκαπέντε προσωπικοτήτων. Δυστυχώς, οι χειρότερες αναλύσεις που διάβασα φέτος, οι πιο ανιστόρητες, να το πω έτσι, ανήκουν σε ιστορικούς.

Για το Δεκέμβρη διακατέχομαι από ένα είδος αμηχανίας, που το είχα εξαρχής (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ίσως αναρωτιέται κάποιος αναγνώστης αν ο Δύτης, από τις πολλές βουτιές στον προσωπικό του νιπτήρα, αδιαφορεί πλήρως για τις επερχόμενες συγκλονιστικές εξελίξεις. Τις εκλογές, λέω, και μη γελάτε. Η αλήθεια είναι ότι είχα σκεφτεί μια εκλογική ανάρτηση φτιαγμένη από στίχους του Σαββόπουλου -προσπάθησα κιόλας, αλλά δεν μου πολυέβγαινε. Θα μπορούσα απλά να παραθέτω στίχους επ’ αόριστον, και να είναι πάντα μέσα στο θέμα. Έτσι κι αλλιώς, η πολιτική μου θέση είναι γνωστή και επιστημονικώς τεκμηριωμένη: κόρη έχω, είπαμε.

Ξέρω ότι δεν πρόκειται να γλυτώσουμε -δεν θα γλυτώσουμε ποτέ- από τον μέγα τράγο / τον πρωταγωνιστή / μ’ ένα πριόνι, αυτόν που φοράει τενεκεδένιο στέμμα / κι ένα ζευγάρι παρωπίδες / ραντίζει με αίμα / τις πέτρινες κερκίδες /κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει. Και η αντίδραση που μου έρχεται, τώρα που έχω πια μεγαλώσει κι εγώ, είναι δυστυχώς η αντίδραση όλων:

στους δρόμους στρατιώτες τραγουδάνε / κλείδωσε την πόρτα και στάσου στη σκιά.

Ίσως ο κόσμος δεν έχει τίποτε να χάσει / και τίποτε να βρει. Ίσως όχι. Κλειδώνω την πόρτα, στέκομαι στη σκιά και πραγμάτωση δεν υπάρχει: δίχως το δικό μου δώρο είναι στείρα και μουγγή. Και ο ουρανός -είν’ ένας νόμος αδειανός. Ποιος κερδίζει; Σ’ αυτό απαντά η Λένα Πλάτωνος: Οι ιδιοκτήτες. Οι ιδιοκτήτες,

 που δεν ξέρουν τι ζητάνε

το ρόλο τους καλά τον παίζουν

κι έτσι μας ξεγελάνε

το ρόλο τους καλά τον ξέρουν

κι έτσι μας πολεμάνε

*

Και πριν κουνήσετε το κεφάλι καταφατικά, σκεφτείτε όπως κάνω τώρα εγώ: μήπως είμαι κι εγώ ιδιοκτήτης; Και διαφυγή δεν υπάρχει; Ή μήπως όταν το σκεφτόμαστε καλά-καλά, εμφανίζεται ένα φως;

Read Full Post »

Older Posts »