Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Διονύσης Σαββόπουλος’

Ολαρί – α, ο λα ρά, χιόνι πέφτει από ψηλά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας, το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά

Ολαρία – ολαρά, μαύρο τύμπανο χτυπά
τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια, τ’ αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά
βρικολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια, έλα μέσα και μίλα πιο σιγά

Ολαρία – ολαρά, δάγκωσε με πιο βαθιά
Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά
διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά

Ολαρία – ολαρά, με σουραύλια και βιολιά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ‘ναι όλη η παλιά μας συντροφιά
και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά

Ολαρία – ολαρά, γύρω – γύρω τα παιδιά
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά

Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα
και το χιόνι πέφτει από ψηλά
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά.

(είπα να συμμετάσχω κι εγώ στο διιστολογικό αφιέρωμα . Αλλά απ’ τη μια, δεν έχω καθόλου χρόνο αυτή την εποχή. Απ’ την άλλη, δεν ξέρω τι ακριβώς να σκεφτώ. Αυτό που σκέφτομαι περίπου το εκφράζει ο τότε Σαββόπουλος, σ’ αυτό το κάθιδρο όραμα μιας ουτοπίας στην απέναντι όχθη, όπως έγραφε κάποτε ο Φώτης Τερζάκης. Και κολλάει σε πάρα πολλά πράγματα, όχι μόνο στις πλατείες, και μάλλον δεν θα αρέσει του δημιουργού να το κολλάω εκεί που θέλω -αλλά πώς να γίνει, τόχει πει κι ο ίδιος, το έργο πάει πια του έφυγε απ’ τα χέρια.

Τις προάλλες κατέβηκα ξημερώματα στο σταθμό του Ηλεκτρικού στην Ομόνοια, που ήταν κλειστός πολύ καιρό τώρα. Είχα μια παράξενη αίσθηση, που έγινε εντελώς διαφορετική όταν ανέβηκα στην πλατεία. Έξι η ώρα το πρωί, μια τραβεστί τσακωνόταν με τον περιπτερά, τρεις τέσσερις άνθρωποι κοιμούνταν πάνω στη σχάρα στα ζεστά, και ένας ήταν ακίνητος σε εντελώς αφύσικη στάση λες και τον είχε πάρει ο ύπνος ενώ γονάτιζε, με το κεφάλι κάτω στο τσιμέντο. Υπάρχει και αυτή η πλατεία.)

Τα άλλα ποστ του αφιερώματος: Ψαροκόκαλο: Η δημοκρατία στις πλατείες….(;) / Αναγεννημένη: Για την πλατεία (και την κάθε πλατεία) /Krotkaya: επανοικειοποίηση της πλατείας / Κυνοκέφαλοι: Στην πλατεία αλαφιάζονται οι μικρές παρέες / Ιχνηλασίες: Η δημοκρατία στις πλατείες / Βιβλιοθηκάριος: Η πλατεία Δημοκρατίας και τα αγάλματα / Εξεγερμένο το 2009: Πάμε πλατεία; / Rubies and Clouds: Πλατεία πλατιά / Κουπέπκια ατάκτως τυλιγμένα: Οι πλατείες κι οι πορείες / Silentcrossing’s Blog: Το ’29 σε μια πλατεία / Roadartist… in Athens: Πλατείας λέξεις / Μπαμπάκης: το πληθος στην πλατεία / Latecomer: Της πλατείας μου η σημαία / Του κανενός το ρόδο: μισό αιώνα, μισό ζευγάρι, στην πλατεία / Χώρα του ποτέ-ποτέ: η πλατεία ήταν γεμάτη… / Ουδέν αμιγές: Πλατεία μεγάλοι,πλατεία μικροί / Η Ζωή στην Κατηραμένη Νήσο: η δημοκρατία στις πλατείες / Ιχνηλασίες (2): Η Πλατεία είναι γαμάτη / Butterfly’s world: η Δημοκρατία στην Πλατεία

Advertisements

Read Full Post »

Ακολουθεί η Παράγκα του Σαββόπουλου, σαρανταπέντε χρόνια πριν. Ελάχιστες οι ενδεχόμενες διορθώσεις για το σήμερα: αιτήσεις για τη Γερμανία δεν βλέπουμε (ακόμα), άλλωστε λόγω ΕΕ δεν χρειάζονται πλέον αιτήσεις· η Ευανθούλα δεν κλαίει, ανυπομονεί· το μπιλιάρδο στα καφενεία έχει αντικατασταθεί με το νιντέντο· οι φυλλάδες με μιάμισυ δραχμή, με τα λεγόμενα «ενημερωτικά μπλογκ». Δεν μπορώ να βρω ούτε μία διαφορά παραπάνω. Στο μεταξύ, ο Τέλλογλου ζητά «κυβέρνηση με έκτακτες εξουσίες». Αύριο, μπορεί η πλατεία να είναι γεμάτη, αλλά το νόημα απ’ τις φωτιές δεν ξέρω πού θα βρίσκεται. Οι πιο πολλοί θα αρχίζουν από τώρα να ψάχνουν λαμογιές για να επιβιώσουν. Για πάρα πολλούς που ίσως νιώσουν το πατατράκ δεν λυπάμαι: τα είπε ωραία (διαβάστε το!) στο προηγούμενο ποστ ο Βασίλης Νικολαΐδης (και ελπίζω να με σχωρέσει που πάλι Σαββόπουλο τσιτάρω!), υπάρχει κι αυτό του thas, υπάρχουν και άλλα. Συμπαθάτε, θα επαναφέρω εδώ ένα δικό μου σχόλιο από το ίδιο ποστ:

Από τη μια, ναι, είμαστε άξιοι της τύχης μας -γράφω είμαστε, και αμέσως σκέφτομαι πόσο μας παραμύθιασε ο Μακρυγιάννης με το “εμείς”, ποιοι εμείς δηλαδή, υπάρχουμε εμείς και υπάρχουν κι αυτοί, ή μήπως κι εμείς έχουμε μέσα μας κάτι από αυτούς, ή μήπως πάλι -ποιος ξέρει- αυτοί έχουν μέσα τους κάτι από εμάς;

Θυμάμαι την εποχή των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, οι Έλληνες κατέβαιναν (και πολύ καλά έκαναν) σε τεράστιες διαδηλώσεις και την ίδια στιγμή έπαιζαν σαν τρελοί στο χρηματιστήριο. Αμερικανικός και γερμανικός ιμπεριαλισμός, αλλά για τον ελληνικό οικονομικό ιμπεριαλισμό που ξεζούμισε τα Βαλκάνια, εδώ όσο και κει, κουβέντα: αλίμονο, αυτός μας έτρεφε, και Προσεχώς Βουλγάρες. Κοίταζα από ένα σπίτι στου Ζωγράφου την πόλη κάτω, και φανταζόμουν βόμβες να πέφτουν, πάλι με μια υποσυνείδητη -ή σχεδόν συνειδητή- χαιρεκακία.

Τέτοιο σπάνιο συνδυασμό χαιρεκακίας, θλίψης και οργής δεν είχα συχνά το προνόμιο να ζήσω. Το χειρότερο: δεν θα την πληρώσουν τα λαμόγια, ως συνήθως δηλαδή. Αφού πειστήκαμε ότι φταίμε όλοι, θα την πληρώσουμε όλοι: οι ταμίες στο σουπερμάρκετ· οι φασονίστριες· οι εργάτες που χρόνια είχαν γίνει αόρατοι στη νεοπλουτίστικη ευφορία της Ολυμπιάδας, του Μουσείου της Ακρόπολης και της Μυκόνου. Πόσοι και πόσοι είχαν γίνει αόρατοι, το καταλαβαίνουμε τώρα που οι μέντορες του εναλλακτικού ή μη λαϊφστάιλ θρηνούν σαν πτώμα για την επικείμενη κατάρρευσή του, δίχως να μπορούν να δουν πέρα από το τετράγωνο του περιοδικού τους. Παραμένουν αόρατοι: αυτή είναι η μοίρα τους. Ή όχι;

Ουφ. Καλή μας τύχη στην άβυσσο που πέφτουμε. Ξέρω, δεν είναι μόνο θέμα τύχης, είναι το τι κάνουμε. Πώς να το πω: θέλω να βγω στο δρόμο, και να είναι μαζί με πολλούς· αλλά μαζί με όλους, όχι.

Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις

όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα

παράγκα παράγκα παράγκα το χειμώνα

κι εσύ μιλάς σαν πτώμα

 

Ο λαός ο λαός στα πεζοδρόμια

κουλούρια ζητάει και λαχεία

κοπάδια κοπάδια κοπάδια στα υπουργεία

αιτήσεις για τη Γερμανία

 

Κυράδες φιλάνθρωποι παπάδες

εργολαβίες ψαλμωδίες και καντάδες

η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί

την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί

 

Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει

στα καφενεία μπιλιάρδο καλαμπούρι και χαρτί

στέκει στο περίπτερο διαβάζει

φυλλάδες με μιάμισυ δραχμή

 

Όχι όχι αυτό δεν είναι τραγούδι

είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας

είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας

κι ο χαφιές που μας ακολουθεί.

Read Full Post »

Αυτό το ποστ το έχω υποσχεθεί πολύ καιρό τώρα, και από την πολλή υπόσχεση θα κακοφορμίσει, φοβάμαι. Γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τι να γράψω για τον Σαββόπουλο.

Μικρός όταν ήμουν (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δεν ξέρω τι να πρωτοσχολιάσω σε τούτη την είδηση (και εδώ, όπου εμφανίζεται και ένα μυστηριώδες Μίλκι Ουέι): εν ολίγοις, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Γουόργουικ έφτιαξε μια εξίσωση προκειμένου να εξηγήσει «γιατί επί τρία χρόνια αναζητούσε τον έρωτα χωρίς να τον βρει ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι το πρόβλημα δεν ήταν συναισθηματικής φύσης αλλά καθαρά μαθηματικής». Η εξίσωση (παιδιαριώδης, ακόμα και για τα δικά μου στοιχειώδη μαθηματικά) βασίζεται στο ζητούμενο «γυναίκα, μεταξύ 24 και 34 χρόνων, ελκυστική, πτυχιούχος, κάτοικος Λονδίνου» και έχει την απλή μορφή ν=[πληθυσμός της Αγγλίας]x[ποσοστό γυναικών]x[ποσοστό πτυχιούχων]…, εξάγοντας τον αριθμό των γυναικών οι οποίες συγκεντρώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Να σχολιάσω τα περιβόητα βρετανικά πανεπιστήμια; Άστο καλύτερα· κάποιο πικρόχολο σχόλιο για τους οικονομικούς αναλυτές και τις περισπούδαστες αναλύσεις τους; Μπα, όχι· το πώς γεμίζουν οι στήλες των εφημερίδων; Ουφ -στο κάτω κάτω, τα σχόλια των αναγνωστών από κάτω με καλύπτουν.

Σκέφτηκα όμως να πω δυο λόγια για την εξορία του δράματος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καθώς άνοιγε ο αδερφός μου το δώρο που του διάλεξα για την πρωτοχρονιά, πιάσαμε κουβέντα για τους Μπητλς για κάποιο λόγο. Σκέφτομαι τελευταία πώς θα ήταν να ζει κανείς εκεί γύρω στο ’66 και μετά, να ακούει μετά το Rubber Soul το Revolver και να παθαίνει, να λέει «δεν είναι δυνατόν, τι άλλο μπορούν να κάνουν τώρα οι άνθρωποι;», μετά από κάτι μήνες, μπαίνοντας το ’67 να βγαίνει το σινγκλάκι με το Strawberry Fields και μέχρι να το χωνέψεις νάσου και το Sgt. Pepper. Δεν είναι απίστευτο; Πάνω στην κουβέντα κάνει η μητέρα μου, και με το δίκιο της: «το ίδιο συνέβαινε τότε και με τον Σαββόπουλο». Λέει ο αδερφός μου (ενώ παλεύει να ανοίξει το φακελάκι του δώρου): «Και τώρα καμία σχέση… ούτε με τον Παπακωνσταντίνου -σου άρεσε αλήθεια ο Σαμάνος;- ούτε με τους Χειμερινούς τελευταία, όλο τα ίδια απόνερα…» κι εγώ δαγκώνομαι γιατί το δώρο είναι ο τελευταίος των Χειμερινών, τα 23 κόκκινα φώτα. Κάνω ένα «ε, οι Χειμερινοί, δεν ξέρω, είσαι σίγουρος;», πάει να πει εκείνος «ε ναι, τα τελευταία τους όσο νάναι… ωχ!», το δώρο άνοιξε. Το μπαλώσαμε βέβαια, δεν το είχε ακούσει και ακόμα δεν τόχει γιατί το σιντί βγήκε ελαττωματικό. Προχθές είχα την ίδια κουβέντα με τον φίλο μου τον Κοσμά: όχι πια τι υπάρχει -τι μπορεί να υπάρξει σήμερα τόσο πραγματικά, συγκλονιστικά καλό στην ελληνική μουσική όσο ήταν ο Χατζιδάκις (πάντα), ο Σαββόπουλος το ’70 ή η Πλάτωνος και οι Χειμερινοί το ’80. Τίποτα· ο Βραχνός Προφήτης; πάει πέρασε, και η Βροχή από κάτω δεν είχε συνέχεια. Τα 23 κόκκινα φώτα ακούγονται όμορφα, όπως ήταν και οι προηγούμενοι δίσκοι των Χειμερινών (ένα ωραίο χαρακτηριστικό κομμάτι που μούχει κολλήσει μπορείτε να ακούσετε εδώ), αλλά όντως είναι μια απ’ τα ίδια, απόνερα των παλιών δίσκων. Επιστροφή στην τριλογία Χειμερινοί κολυμβητές, Από το πάρκο στη Μυροβόλο, Δακοκτόνοι, λοιπόν. [Σημείωση δυο βδομάδες μετά: Όσο ακούω τον καινούριο δίσκο αλλάζω γνώμη, ωστόσο· το έγραψα και σε ένα σχόλιο: είναι εξαιρετικός]

Προσπαθώ σκληρά να μην πέφτω στη λούμπα του προσεχώς σαραντάρη, που βρίσκει κλασικά πως τίποτε πια δεν είναι όπως στην εποχή του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Είπα να αποφύγω να μιλήσω για τον περσινό Δεκέμβρη. Διάβασα αρκετά που γράφτηκαν πρόσφατα, και πολλά με εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό, ενώ άλλα μου φάνηκαν για πέταμα. Κυρίως εκνευρίστηκα από μια προσέγγιση που βρίσκω κυρίαρχη στα ΜΜΕ (και όχι τόσο στα μπλογκ) και που εστιάζει στην αποτελεσματικότητα της αστυνομίας, λες και ό,τι συνέβη πέρσυ περιορίζεται σε κάποια άνοδο της παραβατικότητας. Λες και δεν είχαμε ένα φαινόμενο ιστορικό μπροστά στα μάτια μας (ή, άλλοι, μπροστά στους ίδιους), κάτι που δεν μπορεί να ερμηνευτεί ούτε με πρακτορολογίες, ούτε με ψυχολογικά τερτίπια, ούτε με στρατιωτικού τύπου ανάλυση. Όπως θα θυμάστε πρόσφατα ξαναδιάβαζα τον Τολστόι, που λέει ότι τα ιστορικά γεγονότα είναι αποτέλεσμα του αθροίσματος χιλιάδων βουλήσεων και κινήσεων οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν σε ατομικές αποφάσεις: από τις δεκάδες διαταγές, εφαρμόζονται μόνον εκείνες που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν, και αντίστοιχα η κίνηση χιλιάδων ατόμων δεν μπορεί να αναχθεί σε πολιτικές επιλογές ενός, δύο ή δεκαπέντε προσωπικοτήτων. Δυστυχώς, οι χειρότερες αναλύσεις που διάβασα φέτος, οι πιο ανιστόρητες, να το πω έτσι, ανήκουν σε ιστορικούς.

Για το Δεκέμβρη διακατέχομαι από ένα είδος αμηχανίας, που το είχα εξαρχής (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ίσως αναρωτιέται κάποιος αναγνώστης αν ο Δύτης, από τις πολλές βουτιές στον προσωπικό του νιπτήρα, αδιαφορεί πλήρως για τις επερχόμενες συγκλονιστικές εξελίξεις. Τις εκλογές, λέω, και μη γελάτε. Η αλήθεια είναι ότι είχα σκεφτεί μια εκλογική ανάρτηση φτιαγμένη από στίχους του Σαββόπουλου -προσπάθησα κιόλας, αλλά δεν μου πολυέβγαινε. Θα μπορούσα απλά να παραθέτω στίχους επ’ αόριστον, και να είναι πάντα μέσα στο θέμα. Έτσι κι αλλιώς, η πολιτική μου θέση είναι γνωστή και επιστημονικώς τεκμηριωμένη: κόρη έχω, είπαμε.

Ξέρω ότι δεν πρόκειται να γλυτώσουμε -δεν θα γλυτώσουμε ποτέ- από τον μέγα τράγο / τον πρωταγωνιστή / μ’ ένα πριόνι, αυτόν που φοράει τενεκεδένιο στέμμα / κι ένα ζευγάρι παρωπίδες / ραντίζει με αίμα / τις πέτρινες κερκίδες /κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει. Και η αντίδραση που μου έρχεται, τώρα που έχω πια μεγαλώσει κι εγώ, είναι δυστυχώς η αντίδραση όλων:

στους δρόμους στρατιώτες τραγουδάνε / κλείδωσε την πόρτα και στάσου στη σκιά.

Ίσως ο κόσμος δεν έχει τίποτε να χάσει / και τίποτε να βρει. Ίσως όχι. Κλειδώνω την πόρτα, στέκομαι στη σκιά και πραγμάτωση δεν υπάρχει: δίχως το δικό μου δώρο είναι στείρα και μουγγή. Και ο ουρανός -είν’ ένας νόμος αδειανός. Ποιος κερδίζει; Σ’ αυτό απαντά η Λένα Πλάτωνος: Οι ιδιοκτήτες. Οι ιδιοκτήτες,

 που δεν ξέρουν τι ζητάνε

το ρόλο τους καλά τον παίζουν

κι έτσι μας ξεγελάνε

το ρόλο τους καλά τον ξέρουν

κι έτσι μας πολεμάνε

*

Και πριν κουνήσετε το κεφάλι καταφατικά, σκεφτείτε όπως κάνω τώρα εγώ: μήπως είμαι κι εγώ ιδιοκτήτης; Και διαφυγή δεν υπάρχει; Ή μήπως όταν το σκεφτόμαστε καλά-καλά, εμφανίζεται ένα φως;

Read Full Post »

Older Posts »