Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πόλεις, τόποι, ταξίδια, όνειρα’ Category

Αυτός ο νεαρός στη φωτογραφία είναι ο Μαξ Καίμπερ.

 

Νεαρός μεταλλειολόγος, όπως στα βιβλία του Βερν, πήρε σα δώρο αποφοίτησης από την οικογένειά του (για το 1909 μιλάμε) ένα ταξίδι στην Αμερική. Ως μεταλλειολόγος θέλησε να δει τις περίφημες σπηλιές Μαμούθ, στο Κεντάκι (ω! Τομ Σώγερ! ω! Ίντζαν Τζο πεθαμένε από πείνα πίσω από το κλειστό άνοιγμα!). Ξεκίνησε για δυο βδομάδες, κι έμεινε για αρκετούς μήνες: με τη βοήθεια του Εντ Μπίσοπ, απόγονου αφρικάνων σκλάβων, εξερεύνησε τα ατέλειωτα σπήλαια (που τα λυμαίνονταν διάφορες οικογένειες, σε συνεχή πόλεμο μεταξύ τους: παραπλανητικές επιγραφές για τους τουρίστες, ψεύτικες πληροφορίες, ιστορίες Κυκλάδων σα να λέμε) και έφτιαξε ένα λεπτομερή χάρτη, της επιφάνειας συμπεριλαμβανομένης. Γύρισε στο Βερολίνο — το χάρτη τον εξαφάνισε η οικογένεια Κρόγκαν (αν το προφέρω σωστά). Παρεμπιπτόντως, δικός τους σκλάβος και κατόπιν απελεύθερος ήταν ο πραγματικός εξερευνητής των σπηλαίων, ο Στήβεν Μπίσοπ, υποθέτω πατέρας του οδηγού του Καίμπερ.

 

Κανείς δεν έμαθε τίποτα παραπάνω για τον Καίμπερ, όπως φαίνεται (ή σχεδόν). Δεν ταξίδεψε στο κέντρο της γης, μάλλον δεν πρόλαβε καν να δουλέψει σε μεταλλεία. Σε ένα όρυγμα ίσαμε δύο μέτρα, ένα χαντάκι λίγο πάνω απ’ το μπόι του–

 

στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου, στη μάχη του Σομ, σε μέρος πολύ ρηχό δέχτηκε τη μοιραία σφαίρα.

 

Advertisements

Read Full Post »

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

Read Full Post »

Να τι βρίσκει κανείς σχεδόν κατά τύχη: μικρούς άγνωστους κόσμους, μα τόσο απτούς που λες και μπορείς να τους φανταστείς. Εγώ που αγαπώ τις μικρογραφίες και που υπήρξα φιλοτελιστής πρόσφατα ανακάλυψα έναν Άγγλο (σχεδόν αναπόφευκτο αυτό, εννοώ ο εν λόγω να είναι Άγγλος), ο οποίος σχεδίαζε γραμματόσημα φανταστικών χωρών, σε μέγεθος γραμματοσήμου, με οδοντώσεις, σφραγίδες και όλα. Φανταστείτε: σχεδόν τέσσερις χιλιάδες γραμματόσημα από σαρανταδύο ανύπαρκτες χώρες, με χρονολογίες από το 1852 μέχρι το 1973 –και ποιος ξέρει πού θα έφτανε αν δεν πέθαινε μόλις τριανταδύο χρονών σε μια πυρκαγιά. Ντόναλντ Έβανς τον λέγανε, και αυτά τα γραμματόσημα ήταν για τον ίδιο, λέει, ένα είδος ημερολογίου. Ποιος ξέρει μετά από τι θα σοφίστηκε αυτή την όμορφη σειρά των τροπικών νησιών Amis et Amants:

Premières amours, Ami des beaux jours, Main dans la main και L’amour perdu οι τίτλοι κάθε γραμματοσήμου της σειράς ή, όπως θα έλεγαν οι φιλοτελιστές, κάθε τιμής. Και τι να του συνέβη άραγε για να εμπνευστεί τη Νήσο των Κωφών;

Για κάποιο περίεργο λόγο, η σειρά του «Κράτους του φαγητού» (Lo stato di Mangiare) εικονογραφείται με πολύ όμορφα ζέπελιν:

Εμένα όμως με ξέρετε. Η χώρα που ονειρεύομαι, ο αγριότοπος όπου καβαλάρηδες ψήνουν πίτες στην άμμο, είναι το Ατζουντάν. Κάπου προς την Υεμένη το κόβω: άνυδρες πεδιάδες, κοιλάδες με οάσεις, ψαράδες, καμηλιέρηδες, κάστρα –και αυτός ο παράξενος βράχος που σίγουρα κάτι ιερό θα κρύβει. Είναι λοιπόν σα να κάθομαι σε ένα καφενείο, με καλαμωτή για τον ανελέητο ήλιο, τις σκιές γύρω απότομες σαν γκρεμούς, και να σας γράφω αυτά τα γράμματα, σύντομες καρτ-ποστάλ με παραδοσιακές ατζουντανικές φορεσιές, απ’ όπου να ξεκολλάτε και να ταξινομείτε αυτά τα όμορφα γραμματόσημα.

adjoudan

Εκεί όπου, όπως έγραφε ο Μπρετόν, μια πρωινή εφημερίδα θα μου αρκεί πάντα για να μαθαίνω νέα μου.

(ντάνκε Ντόκτορ)

Read Full Post »

   Περνώντας (και) αυτό το Πάσχα σε ένα μεγάλο νησί του εξωτικού ανατολικού Αιγαίου, ο Δύτης μπήκε σε διάφορες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες (για ευνόητους ή όχι λόγους δεν θα σας πω ποιες, όμως), και φωτογράφησε μερικές εικόνες που θα μοιραστεί μαζί σας.

Αυτό, λέω εξαρχής, είναι ένα ποστ ελαττωματικό. Οι φωτογραφίες δεν είναι καλές: φταίει το χρυσό φόντο, που έκανε αδύνατο για έναν ερασιτέχνη σαν εμένα να γλιτώσει από την αντανάκλαση του φωτός, και επιπλέον τις ανέβασα εδώ με τρόπο τέτοιο που να μου είναι πολύ δύσκολο να τις κουμαντάρω σε σχέση με το κείμενο. Ε, ας στέκονται λοιπόν εδώ καμαρωτά, και ας γράψω δυο λόγια με τη σειρά, θα καταλάβετε ποιο πάει πού (κλικ στις εικόνες για να μεγαλώσουν, ε;).

Αρχίζουμε με τις παλιότερες, που (μυρίζω τα νύχια μου και λέω ότι) πρέπει να χρονολογούνται στον 17ο ή τον 18ο αιώνα. Δείτε αυτήν εδώ τη Ζωοδόχο Πηγή, και προσέξτε τις λεπτομέρειες που ακολουθούν παρακάτω: τις λαϊκές μορφές που σκύβουν μπροστά στο σωρό –μεταξύ τους και ένας στρατιώτης με ωραίο μουστάκι– και, προπάντων, το παιδάκι που πίνει νερό από τη δεξαμενή. Ενδιαφέρον έχουν και οι πύργοι στην απεικόνιση της πόλης, που μοιάζουν με μιναρέδες.

Τι να πει όμως κανείς για την επόμενη, τον ένθρονο Χριστό με το στέμμα και τα κάπως μπαρόκ στολίδια στην πλάτη του θρόνου; Χάζευα το πρόσωπό του λίγο πριν το άρατε πύλας και μου φαινόταν πως αυτός ο βασιλεύς της δόξης είχε τα μούσια και το πρόσωπο ενός μπακάλη. Δεν έχω καμία πρόθεση να φανώ ασεβής, ωστόσο: ενός μπακάλη απ’ αυτούς που περιγράφει ο Κόντογλου, ή κάποιου σαν τον φουκαρά τον καφετζή που για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο. Και αναρωτιέμαι, αν το έκανε επίτηδες ο αγιογράφος, να δείξει δηλαδή τόσο ταπεινή την ενανθρώπιση –παρά το χρυσό φόντο και τις φιγούρες στον διάκοσμο του θρόνου.

Ταπεινοί Χριστοί, από τη μια –ταπεινοί και ταλαίπωροι αγιογράφοι (αν και το επίθετο μπορεί να είναι του δωρητή) από την άλλη. Αυτές οι τελευταίες εικόνες είναι πολύ πρόσφατες, ούτε δεκαπέντε χρονώ, και η τεχνοτροπία τους ξεφεύγει σε μεγάλο (γοητευτικό θα έλεγε κανείς) βαθμό από την κλασική βυζαντινή. Ναΐφ, θα έλεγε ένας ιστορικός της τέχνης με μια κάποια -ίσως- αφέλεια. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ κρατά στο χέρι του την ψυχή του νεκρού, φασκιωμένη σα μωρό –και ποδοπατάει το σώμα του, παρεκτός αν ο σταχτής γαμψομύτης είναι ο διάολος.

Καμαρώστε και την αγία Φωτεινή με τις μακριές, ξανθές κοτσίδες.

Ξέρω ότι κάτι θα έπρεπε να προσθέσω τώρα στο τέλος: κάτι βαθυστόχαστο, ξερωγώ, ή ποιητικό. Ε, δεν έχω –παρεκτός μια κάποια γαλήνη, να το πω έτσι, που αναβλύζει, και που (πώς να το κάνουμε) προσιδιάζει σε κάτι τέτοια.

Read Full Post »

Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ίσως ο μεγαλύτερος πλαστογράφος του 19ου αιώνα. Γεννημένος γύρω στο 1820 στη Σύμη, έζησε στο Άγιο Όρος απ’ όπου βγήκε εξοπλισμένος με διάφορα σπανιότατα χειρόγραφα, μια πολύ καλή γνώση της αρχαίας και βυζαντινής γλώσσας και παλαιογραφίας, και το απίστευτο θράσος των είκοσι χρόνων του: τόσο ώστε να αρχίσει την καριέρα του, το 1849, με μια απίθανη δημοσίευση ενός έργου του 13ου αιώνα, σχετικού με την πατρίδα του τη Σύμη, και ψεύτικου από την αρχή ως το τέλος. Είναι η

Συμαΐς, η ιστορία της ανύπαρκτης Απολλωνιάδος σχολής, ιδρυθείσας τω 377 έτει μ. Χ., όπου εφευρέθησαν τα πάντα –και προηγείται ως προλεγόμενο μια εξίσου ανύπαρκτη ιστορία της Σύμης, όπου φιγουράρει ακόμα και μια «πελασγική επιγραφή» με τη μεταγραφή και τη μετάφρασή της (δείτε την εδώ, στη σελ. 15). Υπάρχουν εφευρέσεις, μάχες, ίντριγκες, ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους –ένα βιβλίο που αξίζει να επανεκδοθεί και να διαβάζεται τις μακριές νύχτες του χειμώνα, καταπώς λένε. Εκατόν ογδόντα σελίδες φαντασίας, χώρια τα προλεγόμενα, όχι αστεία. Να, για παράδειγμα, η μυστηριώδης αποδημία του οικιστή της Σύμης Γλαύκου, «τω 1364 Π.Χ.» (σελ. ιβ’-ιγ΄):

…ενδεδυμένος στολήν πάντη τερατώδη, εκ δερμάτων δελφίνων κατασκευασμένην, και αγιάσας τους ιερείς και τον λαόν τους εν των ναώ δια του αίματος της θυσίας, απήλθε την τρίαιναν φέρων εις χείρας… [Α]φού δε επλησίασαν εις την θάλασσαν, ο μεν Γλαύκος εισήλθεν εντός αυτής και λαβών ύδωρ δια της χειρός, ερράντισε το πλήθος επτάκις… Ο Γλαύκος, πλέων επί της θαλάσσης, αφανής εγένετο από των οφθαλμών του πλήθους.

Και μερικές από τις καταπληκτικές εφευρέσεις των διδασκάλων της Απολλωνιάδος: ο Σεβαστινός χάρτης, το χαρτί δηλαδή, έργο του ίδιου εκείνου Σεβαστού του Συμαίου που απέπλευσε δια Ρόδον με τρεις εκ των συναδελφών του, άνευ ιστών και κοπών, αλλά δι’ υδραργύρου και ατμού· το θαυμαστό αυτό πλοίο ως άροτρον γεωργού διέσχιζε την θάλασσαν, και τείχη θαλάσσια υψούντο εξ ενός και άλλου μέρους· το δε σκάφος ως κεραυνός ριπτόμενον, και κατά των ανέμων αντιτασσόμενον, εν ροπή (sic) οφθαλμού ελιμενίζετο, όπου ο κυβερνήτης ήθελε (σελ. 18). Και όχι μόνο: από σύμπωσιν τινά των καυστικών υλών οδηγούμενος, επενόησε την κατασκόπευσιν των μακράν αυτού ευρισκομένων αντικειμένων, δια μείζονος σύριγγος και κρυστάλλων κυκλοειδών, ό και τηλεσκόπιον επωνόμασεν. Μάλιστα ο Σεβαστός αυτός έγινε θύμα των εφευρέσεών του, κατακαείς υπό ηλιακών ακτίνων, ότε εζήτει δια πειραματικής εργασίας να εξυχνιάση εις τι συνίσταται η του ηλίου καύσις (όλο το παράξενο πείραμα στις σελ. 21-22). Οι Συμαίοι φαίνεται να είχαν ιδιαίτερες επιδόσεις στα ναυτιλιακά, καθώς οι απίστευτες εφευρέσεις πλοίων αντάξιων του Ροβύρου του Κατακτητή επανέρχονται διαρκώς στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα το σκάφος που και την θάλασσαν διέσχιζε και την γην, και την θάλασσαν έπλεε, και την ξηράν διέτρεχεν (σελ. 103). Ας πούμε και δυο λόγια για τον Ιωάννη τον Δημητρίου, ο οποίος ανακάλυψε τρόπον απίστευτον, του μεταβάλλειν τα μάρμαρα εις ύλην ρευστήν (σελ. 117).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, μπορεί να πει κανείς, ότι μεγάλο μέρος των θαυμάτων της Απολλωνιάδος αφορούν τη ζωγραφική: πίνακες τόσο τεχνικά φτιαγμένοι, που τους έπαιρνες για αληθινούς. Σαν τις πλαστογραφίες του ίδιου του Σιμωνίδη δηλαδή. Ο οποίος, στο τέλος των Προλεγομένων του, ξιφουλκεί εναντίον όσων υπαινίσσονται τέτοιες κακοήθειες, απευθυνόμενος σε κανέναν άλλο παρά στον εαυτό του:

Ησύχασον τώρα και καταφρόνει αυτούς, διότι οι λόγοι αυτών φθόνου όζουσι και αμαθίας· αντίγραφε, δημοσίευε και ο καιρός πλησιάζει, ίνα επ’ αυτών επιπέσης ως πέλεκυς. Τα δε συγγράμματα ημών τα παρ’ υμών δημοσιευόμενα [φωνάζουν τόσοι άλλοι συγγραφείς ανέκδοτοι, ους ηυτύχησα να έχω επί τοις κοίτης μου] δικαιούσαι να οικειοποιηθής, διότι κατά το λέγειν των λογίων υμών συ ο συγγραφεύς και ουχί ημείς, και γέλα εις την ασύγγνωστον ανοησίαν αυτών […] Συ διερμηνεύς των Ιερογλυφικών γραμμάτων, και των Πελασγικών, συ Ιατρός, Γεωγράφος, Ιστορικός, Αρχαιολόγος, Νομικός, κτλ. […] Προς δε τους ειπόντας καθηγητάς έξεστι Σιμωνίδη αναγινώσκειν τα δυσανάγνωστα και κατανοείν τα ακατανόητα ευχαρίστησον, και ειπέ αυτοίς· λοιπόν καλόν έστιν υμίν μαθητεύσαι παρά τω Σιμωνίδη· πρόσθες δε και το, τω μεν Σιμωνίδη έξεστι ταύτα, τοις δε δοκησισόφοις έξεστιν φαυλουργείν, προδίδειν τα πάτρια, και τα πάντα ποιείν, την του έθνους εξαλλοτρίωσιν μηχανώμενοι σκαιώς οι πέπονες χάριν των εχθρών αυτού.

Δεν θυμάμαι να έχω ξανασυναντήσει τον ωραίο υβριστικό χαρακτηρισμό πέπονες να εκτοξεύεται με τόση σοβαρότητα. Παρόμοιας φύσης και επινοητικότητας, η ιστορία και περιγραφή της Αιγύπτου γραμμένη από κάποιον Ουράνιο: τόσο, που ξεγελά ακόμα και τον πολύ Βίλχελμ Ντίντορφ, ο οποίος την εκδίδει με το όνομά του, και νάτην, απολαύστε την: Uranii Alexandrini de regibus Aegyptiorum libri tres, Οξφόρδη 1856. Κάπως μικρότερο, δεκατέσσερις σελίδες, αλλά οπωσδήποτε πιο καλοφτιαγμένο (εδώ η αποκάλυψη της απάτης από άλλο ένα πατριωτάκι, τον Αλέξανδρο Λυκούργο, με λεπτομερέστατη περιγραφή της ζωής και των έργων του ήρωά μας). Ας αρκεστούμε να παραθέσουμε ένα απόσπασμα με χαρακτηριστικά «αιγυπτιακά» ονόματα (αν και δεν είναι όλα επινόηση του Σιμωνίδη, θαρρώ, όπως καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας τον πρόλογο του Ντίντορφ):

…ούτος δε γήμας Σχάμμην την θυγατέρα Λαφώθ την πρεσβυτέραν, του τας πόλεις Αράβων τας τρεις τας ωγυγίας και ήκιστα επιμάχους, Βόστραν τε και Λεχάραν, και Θούρχθην, καταστρέψαντος, Χνεμάχοθιν εγέννησε και Μάσχουφιν και Σφθάχεφιν […] Ήσαν δε οι μεν ηγεμόνες του στρατού οίδε, Άπις, Μνέφις, Χνούφις, Φρέσωθις, Άνουβις, Θώχεμ, Χαρωούρης, Ραφώχ, Ύσσανθις, Ούχαμφις, Μάρσαφις, Σατεθθώ, Ταχόμμης, Πετεσεφώ, Ανουκεμμώ, Παιτνούφις, Θώθουσχις, Πετενσέτις, Σαβέκωθ, Σχόνις, Σόνεφις, Πνέφχθης, Χαπεμώ, Θένις, Χάρχης, Θμεράχομμις, Τχόφη, Χάρσουρις, Θούπφεχις, Νεφθυραμμώ, Αμανθώ, Τοχουνέονις, Αμόχεμφις, Πίσσουσφις, Σμούθης, Χέπφης, οι πάντες εξ και τριάκοντα.

Αναρωτιέμαι με ποιο μηχανισμό φανταζόταν όλα αυτά τα ονόματα (και αντιπαρέρχομαι τον πειρασμό να πω ότι ο Ανουκεμμώ μου θυμίζει την Ανούκ Αιμέ, που άλλωστε ως γνωστόν έζησε αρκετά μετά τον Σιμωνίδη: ούτε καν στη Συμαΐδα δεν αναφέρεται εφεύρεση της χρονομηχανής…)· μου θυμίζουν παρόμοιες ιστορίες φανταστικών πόλεων που έγραφα μικρός, και στις οποίες εμφανιζόταν για παράδειγμα ο βασιλιάς Αίβυσος, όνομα που δεν είναι παρά η επιγραφή ΣΩΣΙΒΙΑ (από κάποιο φέρι-μποτ) διαβασμένη ανάποδα.

 Και άλλα, και άλλα. Δεν υπήρξε μόνο απατεώνας, πούλησε και εξέδωσε και γνήσια χειρόγραφα. Το 1862 φαίνεται να έκανε και τη μεγάλη ανατροπή, αφού δήλωσε ότι ο περίφημος Σιναϊτικός κώδικας, που είχε κλέψει και δημοσιεύσει ο μεγάλος του αντίπαλος Τίσεντορφ, δεν ήταν παρά μια δική του πλαστογραφία. Ισχυρισμός που αντικρούστηκε κλπ. κλπ., αλλά τι ευφυής, τι απροσδόκητος! Αυτός ο Μπόρχες πριν τον Μπόρχες, ο επινοητής δικών του κόσμων, προσπάθησε σα να λέμε να βγάλει πλαστό και τον κόσμο τον ίδιο.

Ας μη γράψω περισσότερες λεπτομέρειες. Αυτό είναι το λήμμα της αγγλικής βίκι (ελληνικό δεν υπάρχει!), μπορείτε δε να διαβάσετε και ένα σχετικό βιβλίο, δυστυχώς αρκετά απογοητευτικό (Γερμανός που γράφει σε γαλλικό στυλ: πολύ φιοριτούρα, ασκήσεις λογοτεχνικότητας, ευρεία χρήση ιστορικού ενεστώτα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπέρ το δέον προσπάθεια να γεμιστούν τα κενά: αρχίζει με ένα επεισόδιο σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου ίσα για να είναι στη μόδα, χωρίς καμία τεκμηρίωση, και τελειώνει με την υπόθεση ότι αυτό που σε μια επιστολή του ο Σιμωνίδης αναφέρει ως «Αλβανία» θα μπορούσε να είναι τα Μετέωρα…).

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Από τον ΨευδοΑρτεμίδωρο (πηγή)

Αξίζει όμως να διαβάσετε αυτή την πολύ ωραία βιβλιοπαρουσίαση, όπου εκτίθενται πολύ καλύτερα τα συναρπαστικά γεγονότα της ζωής του Σιμωνίδη. Εδώ και ένα άρθρο που συνοψίζει το ζήτημα του πλαστού (;) Αρτεμίδωρου, για το οποίο (ελπίζω) περισσότερα στα σχόλια.

Θέλω μόνο να σημειώσω, ότι δεν μπόρεσα πουθενά να βρω κάποια φωτογραφία του. Μου έκανε εντύπωση πόσο δυσεύρετη ήταν η μία φωτογραφία του που παραθέτω στην αρχή του ποστ, πόσο δύσκολα βρήκα κάποιες (και δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα) φωτογραφίες από τις πλαστογραφίες του: μερικές εικόνες από τον ψευδοΑρτεμίδωρο, μία από το Κατά Ματθαίον (πάπυρος «γραμμένος δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη»), αβέβαια πράγματα.

***

Ισλάμ Αχούν. Ο ομόλογος του Σιμωνίδη στην Κεντρική Ασία: Ουιγούρος από το Χοτάν, στο κινεζικό Τουρκεστάν ή Σινκιάνγκ, άρχισε το 1895 να προσφέρει για πούλημα, μαζί με έναν συνέταιρό του, αρχαία χειρόγραφα στους διάφορους Άγγλους και Ρώσους πρόξενους της περιοχής. Τα χειρόγραφα προκάλεσαν εξαιρετική σύγχυση στον ανερχόμενο κλάδο των ασιανολόγων: οι διάφορες γραφές που εφεύρισκαν οι δύο συνέταιροι έμοιαζαν άλλοτε με ινδικά, άλλοτε με κινέζικα, άλλοτε με ουιγουρικά ρουνικά, μέχρι που είχαν ενσωματώσει και κυριλλικά στοιχεία προς μεγάλη απορία των μελετητών. Οι αθεόφοβοι, μάλιστα, όταν αυξήθηκε η ζήτηση για χειρόγραφα είχαν φτιάξει ξύλινα τυπογραφικά στοιχεία, πάλι από ανύπαρκτες γραφές, για να αυξήσουν την παραγωγή. Αλλά να, όσες αμφισβητήσεις προέκυπταν σκόνταφταν στο πολύ ευρωπαϊκό ερώτημα:

Πώς γίνεται ο Ισλάμ Αχούν και οι σχετικά αγράμματοι συνεργάτες του να πιστωθούν με την όχι λίγη επινοητικότητα που θα απαιτούσε η κατασκευή αυτών των γραφών;

(Hoernle, A. F. Rudolf (1899). «A collection of Antiquities from Central Asia, Part I.». Journal of the Asiatic Society of Bengal: 62 –από βίκι).

Εκείνος που τελικά τον υποψιάστηκε ήταν ο σπουδαίος Αυρήλιος Στάιν, μια και στα τόσα χειρόγραφα που ο ίδιος ανακάλυψε στις θαμμένες πόλεις του Ταρίμ δεν συνάντησε ούτε ένα με τις παράξενες γραφές που ανακάλυπτε ο Ισλάμ Αχούν. Τον συνάντησε λοιπόν και τον ανάγκασε τελικά να του αποκαλύψει την απάτη. Ο Στάιν χαρακτηρίζει τον Ισλάμ a very clever rascal, with a good deal of humour -αυτό μπορεί να το φανταστεί κανείς άλλωστε. Μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων του, μία θυμίζει τους τυχοδιώκτες στον Άνθρωπο που θα γινόταν βασιλιάς του Κίπλινγκ: μεταμφιεζόταν σε Άγγλο πράκτορα που έψαχνε τάχα για παράνομους σκλάβους, ώστε να εκβιάζει τους ντόπιους.

Μετά την, ας πούμε, ανάκρισή του από τον Στάιν, ο Ισλάμ Αχούν του ζήτησε να τον πάρει μαζί του στην Ευρώπη. Τι να σκεφτόταν άραγε; Να ετοίμαζε μια καριέρα στο Βερολίνο και το Λονδίνο εφάμιλλη του Σιμωνίδη, σαράντα χρόνια πριν; Εν πάση περιπτώσει ο Στάιν αρνήθηκε· και δεν ξέρουμε τίποτε άλλο για τον Ισλάμ Αχούν.

Έχουμε όμως τη φωτογραφία του, και μπορούμε να δούμε τις δικές του τουλάχιστον πλαστογραφίες.

***

Κλείνοντας, ας μην αφήσουμε να εννοηθεί ότι μόνο τριτοκοσμικοί Βαλκάνιοι και Κεντρασιάτες προσπαθούσαν να ξεγελάσουν την, χμ, επιστημονική κοινότητα. Να για παράδειγμα ο άνθρωπος του Πίλτντάουν (να μείνει η Αλβιών χωρίς προϊστορικό άνθρωπο; Never!) και ένα σωρό άλλα. Επιτρέψτε μου όμως να προτιμάω τον Ισλάμ Αχούν, τον επινοητή των γραφών, και ακόμα περισσότερο τον Σιμωνίδη, τον επινοητή κόσμων.

Υ.Γ. Κάντε τον κόπο να δείτε και τη συνεισφορά του φίλου Alfred E. Newman σχετικά με άλλον ένα καταπληκτικό πλαστογράφο, τον Πρίγκηπα Ροδοκανάκι. Εδώ το κείμενο, και εδώ μια φωτογραφία. Α! και εδώ το magnum opus του, η (ψευδο)ιστορία των Ιουστινιάνηδων της Χίου.

Read Full Post »

Γράφει ένας αναγνώστης στο London Review of Books, τ. 35 αρ. 24, 19 Δεκεμβρίου 2013, για τη δίκη και καταδίκη ενός αγάλματος της Παρθένου Μαρίας, που έλαβε χώρα στο ουαλικό χωριό Χάρντεν το 946:

Σύμφωνα με ένα σαξονικό χειρόγραφο, η ιστορία διηγείται πως το άγαλμα, στημένο στο υπερώο της εκκλησίας, έπεσε στο κεφάλι της Πυργοδέσποινας του χωριού ενώ εκείνη προσευχόταν –και τη σκότωσε. Το άγαλμα συνελήφθη· κατηγορήθηκε για φόνο· παρουσιάστηκε ενώπιον ενόρκων· κρίθηκε ένοχο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ωστόσο, καθώς επρόκειτο για την Παρθένο, οι χωρικοί αποφάσισαν να μην την κρεμάσουν, παρά να την αφήσουν στις όχθες του ποταμού Ντη «απ’ όπου θα μπορούσαν να δουν τι θα απογίνει, όπως και συνέβη· λίγο αργότερα, η παλίρροια ήρθε και παρέσυρε το εν λόγω είδωλο στα ρηχά… όπου και βρέθηκε την επόμενη μέρα, πνιγμένο και νεκρό».

Εντάξει, κάποιος άλλος ευσυνείδητος αναγνώστης παρατηρεί στο μεθεπόμενο τεύχος ότι «για να υπάρχει πυργοδέσποινα, θα πρέπει να υπάρχει πύργος», και κανένας πύργος δεν υπήρξε στη Βρετανία πριν από τα μέσα του 11ου αιώνα (μολονότι, βλέπω εδώ, είναι αδιευκρίνιστες οι απαρχές του κάστρου του Χάρντεν, ενδεχομένως από την εποχή του Σιδήρου). Αλλού διαβάζει κανείς πως αν η ιστορία ισχύει, πρόκειται για την πρώτη εμφάνιση ενόρκων στα βρετανικά νησιά.

Το κάστρο του Χάρντεν

Η αλήθεια είναι ότι η παλαιότερη και πιο περιεκτική πηγή που μπόρεσα να βρω, ένα άρθρο στο Archaeologia Cambrensis του 1873 (υπάρχει και μια σύνοψη εδώ), αναφέρεται μόνο σε μια ιστορία «που σώζεται στην ενορία από αμνημονεύτων χρόνων και λέγεται ότι αποτελεί μετάφραση ενός αρχαίου σαξονικού χειρογράφου». Από το άρθρο αυτό μαθαίνουμε το όνομα της πυργοδέσποινας (Lady Trawst, whose husband’s name was Seisyllt or Sitsyllt, a nobleman, and governor of Hawarden Castle), για την οποία ο συγγραφέας κάνει διάφορες υποθέσεις, καθώς και των ενόρκων. Μαθαίνουμε επίσης ότι το άγαλμα κρίθηκε επίσης ένοχο «μη ανταπόκρισης σε πολλά αιτήματα»· μάλιστα ένας ένορκος πρότεινε να το πνίξουν, «μια και ήθελαν βροχή».

Ναι, οι χωρικοί του ουαλικού χωριού δεν φτάνουν τους Εβραίους της Γαλικίας ή έστω εκείνον τον φουκαρά Ρουμάνο ληστή που μήνυσαν κοτζάμ Θεό (αν θυμάστε). Διακρίνει κανείς κάποιον απόηχο παγανισμού, να το πούμε έτσι· και όμως, παραμένει πάντα η πίστη σε κάποιου είδους συμβόλαιο, μια διαθήκη την οποία πρέπει να τηρούν αμφότερα τα μέρη. Η πίστη σε μια πρωτόγονη ελευθερία, τέλος πάντων.

Read Full Post »

Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την επικαιρότητα, αλλά είναι κάτι μήνες που θέλω να γράψω κάτι για τις καντινιέρισες. Τις γυναίκες που ακολουθούσαν το στρατό μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο, πουλώντας στους φαντάρους κρασί, καπνό και ψιλικά. Αρχικά, λέει, ήταν οι σύζυγοι των καντινιέρηδων, και ο επίσημος ρόλος τους ξεκίνησε με αξιοπρόσεκτο τρόπο ως αποτέλεσμα της (κάπως απότομης) κατάπνιξης κάθε προσπάθειας ισότητας των φύλων μέσα στη φωτιά της Γαλλικής Επανάστασης. Διότι ήδη είχαν καταταγεί στρατιωτίνες, και η στρατιωτική υπηρεσία ισοδυναμούσε με την ιδιότητα του πολίτη, κι έτσι τον Απρίλη του 1793 ψηφίστηκε ο νόμος για την εκδίωξη των άχρηστων γυναικών από το στράτευμα.  Μπορούσαν να μείνουν μόνον οι πλύστρες -και οι καντινιέρισες. 

Έχει μια ωραία περιγραφή ο Ουγκώ (Το 1793, μετάφρ. Κώστα Θεοφάνους, Αθήνα 1981). Εδώ μιλάει («με φωνή στρατιωτική αλλά συνάμα τρυφερή και κάπως ήρεμη») μια καντινιέρισα την άνοιξη του 1793, σε μια χαμένη και χήρα μωρομάνα στο δάσος της Βανδέας, στον εμφύλιο της Βρετάνης (λίγο μετά δεν θα μείνει κανείς ζωντανός):

-Που λες, κυρά μου, μη φοβάσαι διόλου. Σα θες, μπορείς κι εσύ ν’ ακολουθήσεις το τάγμα. Θα κάνεις ό,τι κάνω κι εγώ. Με λένε Ουζάρντ. Είναι παρατσούκλι. Εγώ όμως προτιμώ να με λένε Ουζάρντ παρά δεσποινίς Μπικορνώ, όπως τη μάνα μου. Είμαι καντινιέρισσα, παναπεί πως εγώ δίνω  στους φαντάρους πιοτί όταν ντουφεκίζονται και πετσοκόβουνται. Όσα πάνε κι όσα έρθουνε. […] Βρισκόμουνα στο Παρίσι […] Είδα και το Λουδοβίκο 16ο, το Λουδοβίκο Καπέτο που λένε, όταν του κόψανε το κεφάλι στην καρμανιόλα. Δεν ήθελε. Ακούς εκεί καμώματα! […] Πάρτο απόφαση το λοιπόν, κι έλα μαζί μας. Έχουμε καλά παιδιά στο τάγμα. Θάσαι η καντινιέρισσα νούμερο δύο. Θα σου μάθω εγώ τη δουλειά. Α, δεν είναι τίποτα! Θα κρατάς έναν κουβά κι ένα κουδουνάκι, κι απάνω στο μεγάλο σαματά, καθώς θα πέφτουνε οι ντουφεκιές και θα βροντάνε τα κανόνια, μέσα στην κοσμοχαλασιά, εσύ θα φωνάζεις: «Ελάτε, παιδιά! Ποιος θέλει να πιει ένα ποτηράκι;» Και σπατσάρεις. Εγώ τους κερνάω όλους. Μα την πίστη μου. Και τους Λευκούς και τους Γαλάζιους, κι ας είμαι Γαλάζια η ίδια. Και μάλιστα φανατικιά Γαλάζια. Κι όμως τους κερνάω όλους. […] Έλα, το λοιπόν, μαζί μας. Σα θα σκοτωθώ κι εγώ καμιά ώρα, θα κληρονομήσεις τη δουλειά μου. Μη με βλέπεις έτσι εμένα, ταπεινή. Είμαι καλός άνθρωπος, και λεβέντισα. Μη φοβάσαι το παραμικρό.

Προσθέτει ο Ουγκώ: Οι τροφοδότισσες [καντινιέρισες] ακολουθούν εθελοντικά  τις προφυλακές. Βέβαια, παίζουν με το θάνατο, παράλληλα όμως βλέπουνε και κάτι. Η γυναικεία τόλμη ξεκινά πολλές φορές από την περιέργεια.

Αρχικά δεν είχαν ούτε στολή ούτε τίποτα, μόνο το βαρελάκι τους. Ο Σταντάλ, στο Μοναστήρι της Πάρμας, περιγράφει πολύ όμορφα τη φιλική καντινιέρισα (και μια όχι και τόσο φιλική) που παίρνει στην προστασία της το νεαρό Φαμπρίτσιο στη μάχη του Βατερλό (και χάνει, στο τέλος, το άλογο και τ’ αμαξάκι της). Μετά τη γαλλική εκστρατεία στην Αλγερία, το 1830, διαβάζω ότι άρχισαν να προσαρμόζουν τις στολές του συντάγματος. Συνέχισαν να πηγαίνουν στη μάχη, μέχρι τα τέλη του αιώνα οπότε η νέα αντίληψη για την οργάνωση του στρατού άρχισε να τις διώχνει ή να τις μετατρέπει σε κάτι σαν πολιτικές υπαλλήλους. Φαίνεται ότι μετά το Ναπολέοντα, τουλάχιστον, άρχισε να θεωρείται εντελώς απρεπές να μιλά κανείς για καντινιέρισα που πιάνει και όπλο: η εικόνα που κυριαρχούσε πια ήταν η καντινιέρισα-νοσοκόμα, η μητρική ή αδελφική φιγούρα –α ναι, και η διαφήμιση.

Αυτά όχι μόνο στη Γαλλία: μόνο που για τους άλλους στρατούς ξέρουμε ελάχιστα. (Όχι πως για τη Γαλλία ξέρουμε πολλά περισσότερα: απ’ ό,τι φαίνεται, ένας άνθρωπος μόνο τόχει ψάξει). Σε ένα ωραίο διήγημα του Κίπλινγκ φιγουράρει η Τζούντυ Σήχυ, η κόρη του καντινιέρη σε κάποιο ινδικό σύνταγμα, και η μοχθηρή μητέρα της.

Καντινιέρισα των ζουάβων, Κριμαία 1855

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα ρεπορτάζ του 1880 για την κυρία Φετέρ, μια καντινιέρισα που επέζησε όλων των ναπολεοντείων πολέμων, απέκτησε δώδεκα παιδιά (και μια εγγονή αστέρι στο πιάνο), μόνο για να καταλήξει να κεντά στα γεράματα, σε έναν τέταρτο όροφο μιας οδού Μαρτύρων, σε ένα Παρίσι που ίσως δεν θα αναγνώριζε, μια πόλη όπου η ρακή (το παστίς) δεν θα πουλιόταν με το βαρελάκι. Όπως κλέψανε το άλογο της καντινιέρισας του Σταντάλ οι φαντάροι που τρέχαν να σωθούν από το Βατερλό, έτσι και αυτής της έκλεψαν την ετήσια σύνταξη στο ιππήλατο λεωφορείο. Και μάλλον με τον ίδιο τρόπο θα θρηνούσε, όπως το περιγράφει ο Σταντάλ: Προχωρούσε πεζή, τα μάτια της είταν κατακόκκινα και κάθε τόσο έκλαιγε. […] -Και να σκεφτεί κανείς πως είταν Γάλλοι αυτοί που με ληστέψανε, που με δείρανε, που μ’ αφανίσανε…
Ωστόσο, θέλω να σκέφτομαι, με παρόμοιο τρόπο και στη συνέχεια:

-Μα πώς! δεν είταν οι εχθροί; –είπε ο Φαμπρίτσιο μ’ ένα απλοϊκό ύφος […]

-Τι κουτός που είσαι, χρυσό μου! –είπε η καντινιέρα χαμογελώντας ανάμεσα στα δάκρυά της·   –μα δεν πειράζει, είσαι τόσο καλό παιδί.

(η μετάφραση του Σταντάλ, του Γιάννη Μπεράτη. Μια ωραία συλλογή φωτογραφιών, εδώ).

Read Full Post »

Older Posts »