Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘περιαυτολογώντας’ Category

Τέσσερα χρόνια, διακόσια πενηνταέξι ποστ, κοντά εννιάμισυ χιλιάδες σχόλια. Από καθημερινά ποστ φτάσαμε στο ένα το μήνα, τώρα δε και στα ένα το δίμηνο, σχεδόν, περισσότερο καλλιγραφία παρά σημείωση –άλλωστε δεν βλέπω το λόγο πια να γράφω πράγματα που διαβάζω συμφωνώντας και αλλού, πρόσφατα μάλιστα σταμάτησα και να τσακώνομαι (λίγο από βαρεμάρα και λίγο από καλή διάθεση). Ο πραγματικός λόγος που συνεχίζουμε, στην πραγματικότητα, είναι για να πυκνώνει ο δεσμός μας. Χτες τα έπινα με παλιό μπλογκογνώριμο που δεν είχα συναντήσει ποτέ ως τώρα, και την ώρα που τα έγραφα αυτά χτύπησε το τηλέφωνο από Ταϊλάνδη –ε, αυτά είναι που σε κάνουν να συνεχίζεις, τελικά.

Πολλή φλυαρία. Άντε, νάμαστε καλά για άλλη μια τετραετία.

Read Full Post »

Μια θητεία, κατά κάποιο τρόπο συνεχίζεται επ’ άπειρον. Μια και το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις στο στρατό είναι η ιεραρχία, η πειθαρχία, η υπακοή, αυτά που προορίζονται να σε συνοδεύουν στην υπόλοιπη ενήλικη ζωή σου. Με λίγη παραπάνω διορατικότητα ίσως, διακρίνεις και άλλες αλληγορικές διεργασίες, όπως το πώς ο έξυπνος λοχαγός καταφέρνει να εκτρέψει τη φυσική απέχθεια του φαντάρου προς τον αξιωματικό, σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ λόχων. Αλληγορία εύκολη και όμως ισχυρή.

Παρόλα αυτά, επειδή ακριβώς όλα αυτά σου ενσταλάζονται αργά και σιωπηρά και τρόπον τινά ύπουλα, εκείνο που μένει στη μνήμη -όσο και αν σκεφτόσουν τις αλληγορίες τότε- είναι εντελώς άλλα πράγματα. Μένει ας πούμε στο μυαλό η μυρωδιά (ιδρώτας σε στολές αγγαρείας)· η αίσθηση της πρώτης μέρας, όταν μετά από κουβάλημα τεράστιων σάκων από θάλαμο σε θάλαμο βλέπεις ψηλά τους γλάρους, δίπλα σ’ έναν άδειο ιστό· το μικρό πλοίο που ταξίδευε καμιά εκατοστή ναύτες από τον Σκαραμαγκά στον Πόρο, σχεδόν ολόκληρη νύχτα· η πρώτη έξοδος, όπου ανακαλύπτεις ότι αυτό που σου λείπει δεν είναι η μπύρα αλλά ο ζεστός καφές· η αστροφεγγιά στα βουνά της Λήμνου, Αύγουστο μήνα, και λίγο αργότερα οι φοβερές ομίχλες, και οι άνεμοι· οι εξάωρες ή δωδεκάωρες βάρδιες στον κλωβό του ραντάρ, οι δοκιμές των ασυρμάτων και μια φωνή γνωστού σου κληρούχα από το Σίγρι, κάθε μεσάνυχτα· η μέρα με το χιόνι -αλλά και ο Άθως που άστραφτε στο βάθος, ευθεία στο βορρά· η βλακεία του τμηματάρχη, και η κρυφή καλοσύνη του οπλονόμου· όλες οι περίπλοκες σχέσεις μεταξύ φαντάρων, ο ένας και ο άλλος που γνώρισες, πράγματα που ξέρουν όσοι τα έζησαν.

Αλλά αυτό που τώρα, απαντώντας στην πρόσκληση*, θυμήθηκα εγώ ήταν μια μικρή λεπτομέρεια. Ήταν το πώς, έχοντας ξεμείνει από διάφορες αναποδιές χριστούγεννα και πρωτοχρονιά στο βουνό, σήκωσα το τηλέφωνο που χτυπούσε και άκουσα μια άγνωστη φωνή.

Το ναυτικό παρατηρητήριο; (Ναι, ποιον θέλετε;) Δεν με ξέρεις φίλε, ήμουν ναύτης πέρσυ εκεί. Πήρα να σας πω καλή χρονιά, παιδιά.

Αυτό θυμήθηκα.

*Βλ. ΒιβλιοθηκάριοΣελιτσάνο, ΤσαλαπετεινόΕρυθρό Καγκουρώ, Silentcrossing, Old Boy, και τον Γρηγόρη τον Κυνοκέφαλο.

Read Full Post »

Τρία χρόνια μετά λοιπόν την πρώτη κατάδυση στον ιντερνετικό νιπτήρα, τρία χρόνια στρογγυλά όσο και αιχμηρά, και αυτή τη φορά δεν έχω τι να γράψω. Φταίει που όλες οι ιδέες μου έρχονται άσχετες ώρες και ίντερνετ στο σπίτι πια γιοκ, φταίει που μου είναι πια (πρακτικά) πολύ πιο εύκολο να τις κουβεντιάσω δια ζώσης μια και ο τρόπος ζωής μου άλλαξε ριζικά (προς το καλύτερο) και η οθόνη δεν είναι πια ο μόνιμός μου σύντροφος εν όπλοις, φταίει ενδεχομένως που ίσως να μην έχω τίποτα τόσο έξυπνο να πω πια, ή… ή… Θάπρεπε να απαντήσω στο ράμμα αγάπης του Ολντμπόη (γράμμα είχα γράψει, καταλάθος σβήστηκε το γάμα, ας μένει, κι έτσι ωραίο είναι, ράμματα για τη γούνα μου δεδομένων των προηγούμενων που έγραψα), ξεκίνησα να ψάξω τι έλεγε ο Φελίνι για τον Καζανόβα του, δε βαριέσαι. Αφήνω αυτό το ποστ (διακοσιοστό τεσσαρακοστό τρίτο τον αριθμό) μόνο σαν ένα φανάρι στο πέλαγος που λέει, εδώ είμαι ακόμα, μην ανησυχείτε, θα συνεχίσουμε μαζί, μόνο με πιο αργά τις μηχανές.

Άλλωστε: Ίσως όλα να γίνονται για να τα θυμόμαστε κάποτε (Και αυτή η φράση αποδίδεται στον Γκόρκι -έγραφε κάποτε ο Σαραντάκος την εποχή του έντυπου λόγου-, ίσως μπορείτε να το επιβεβαιώσετε όπως κάνατε για την άλλη, εκείνη περί ηθικής και αισθητικής.)

Θα αφήσω όμως κι ένα δωράκι, ω κοινά αυτάδελφα αναγνωστών κάραι, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με πολλούς, πάρα πολλούς τρόπους. Γράφει ο Τζεμάλ Καφαντάρ (Ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η κατασκευή του οθωμανικού κράτους, μετάφρ. Α. Αναστασόπουλος, Αθήνα: ΜΙΕΤ 2008, σελ. 197, 203· εν προκειμένω μιλά για την πρώιμη οθωμανική ιστοριογραφία, αλλά δεν έχει σημασία):

Η εικόνα που επιλέγει [ένας άλλος μελετητής, ο Λίντνερ] μοιάζει με κρεμμύδι. Η καρδιά του κρεμμυδιού στην αφήγησή του είναι [Χ]. Πάνω της έχουν συσσωρευτεί αλλεπάλληλα στρώματα και την κρύβουν […] Διατηρώντας τη γαστριμαργική εικονοποιία […], το σκόρδο είναι μεταφορά καταλληλότερη από το κρεμμύδι […] επειδή αναγνωρίζει μια πολυφωνία χωρίς να αποδίδει σε καμία φωνή […] το μονοπώλιο στο να εκφράζει «την καρδιά του κρεμμυδιού», δηλαδή την πραγματικότητα. Ίσως πάλι, όπως συμβαίνει με πολλά μεσογειακά πιάτα, […] ταιριάζουν και το σκόρδο και το κρεμμύδι.

Θέλω να πω, η σκορδότης, η ουσία του σκόρδου, δεν κρύβεται σε κάποια κρυμμένη καρδιά αλλά σε κάθε σκελίδα και σε όλες μαζί. Καλύτερη αλληγορία από εκείνη του κρεμμυδιού για τους ανθρώπους, δεν βρίσκετε;

Άντε, νάμαστε καλά και θα συνεχίσουμε να συναντιόμαστε.

Read Full Post »

-Σε ποια κλινική είναι; –Δεν ξέρουμε. -Χμ… τι έχει ο ασθενής; –Είναι άρρωστος.

Αυτός ο διάλογος, που άκουσα προχτές σε ένα νοσοκομείο, μπορεί να φανεί αστείος, μπορεί να φανεί τραγικός, μπορεί να φανεί ανόητος, συγκινητικός ή αλληγορικός. Μπορεί να πει κανείς ότι είμαστε όλοι άρρωστοι αυτές τις μέρες, ή να πει «υγεία να έχουμε πάνω απ’ όλα». Δεν ξέρω, στην πραγματικότητα, γιατί ξεκινώ έτσι ένα ποστ που δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ήθελα να πω ότι γράφω αραιά και πού, συν τοις άλλοις γιατί έκοψα το ίντερνετ στο σπίτι, μεταξύ άλλων -ήθελα να πω ότι πια δεν ξέρω τι να γράψω διότι με προλαβαίνουν άλλοι καλύτερα -ήθελα να πω ότι η αρχική παγωμάρα του Σεπτέμβρη αρχίζει να δίνει τη θέση της σε μια οκτωβριάτικη οργή, και ο Νοέμβρης δεν ξέρω τι θα φέρει -ήθελα να πω ότι

(οργή για αυτούς που καταστρέφουν μια χώρα ξέροντας ότι το κάνουν κι ας το λένε μόνο κατόπιν εορτής, ή ας κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν -να, όπως λέει ο σοφός)

-ήθελα να πω ότι ακούω παντού κουβέντες για μετανάστευση, φίλοι ψάχνουν να βρουν δουλειά στην Αυστραλία, να τι γράφει η Niemandsrose, να τι γράφει ο Sraosha (που περιγράφει, στην πραγματικότητα, τη σχέση μου με την Αθήνα), το σκέφτομαι κι εγώ πού και πού, όχι τώρα, όχι όσο έχω ακόμα δουλειά, αλλά σαν μια προοπτική, όχι προοπτική, σαν μια διέξοδο, όχι διέξοδο, σαν ένα σωσίβιο στο ναυάγιο, όχι, όχι σωσίβιο, όχι -Όχι. Δεν θέλω να φύγω. Θέλω να μείνω εδώ, όπως μπορώ, χωρίς ίντερνετ, χωρίς αμάξι αν χρειαστεί, με φτηνή ρετσίνα στο σπίτι το βράδυ, εδώ όμως, να μείνω εδώ και να τους αλλάξω τα φώτα, όπως εκείνοι προσχεδιασμένα, αμείλικτα, τρομαγμένα συγχρόνως και ανεπίγνωστα αλλάζουν τα δικά μου. 

Ήθελα να πω δηλαδή, όπως το άσμα, ότι

Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ

και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω

θα περιμένω άλλες μέρες

Δεν θα περιμένω όμως για πολύ, λέω.

ΥΓ. Είναι κάπως ψεύτικο το ποστ αυτό, γιατί έγραψα με απόλυτη ψυχραιμία όσα σκέφτομαι καθημερινά εν βρασμώ ψυχής. Το σκέφτηκα λιγάκι, να το ξαναδουλέψω, να το ξεχάσω, τι να το κάνω. Χτες το βράδυ κατά το γνωστό μου βίτσιο, όμως, άκουγα επί δίωρο στην τηλεόραση τον Πάγκαλο. Οπότε δημοσιεύω το κειμενάκι μου ως έχει.

Read Full Post »

Φτάνεις αρχικά σε ένα χωριό, μεσαιωνικό με τα όλα του, με αμπέλια, πύργο με ρολόι, πύργο οχυρωματικό, πλατεία στη μέση και σπίτια ζωγραφισμένα. Φοβερή ερημιά κατά τα άλλα, μέχρι που συνειδητοποιείς ότι αυτό που νόμιζες κωμόπολη είναι ένα απλό χωριό, απλά έχεις συνηθίσει να ταυτίζεις το χωριό με τα ελληνικά συμφραζόμενα και να θεωρείς γνωρίσματα των πόλεων ορισμένα κεντροευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά ή πολεοδομικά χαρακτηριστικά: το αιώνιο κόμπλεξ της ευρωπαϊκής περιφέρειας δηλαδή.

Μέχρι που σου λέει ο Αυστριακός «εμείς δεν είμαστε σαν τους Γερμανούς (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το Πάσχα μου φάνηκε σαν κανείς να μην περίμενε Ανάσταση. Από τον φθινοπωρινό καιρό, μέχρι την ασυνάρτητη επαρχία που έβαλε μέχρι και κασέτα στον Επιτάφιο με παιδική χορωδία να άδει το Αι γενεαί πάσαι.

*

Κατεβαίνοντας στο μετρό, οι αφίσες σου δίνουν την εντύπωση πως είσαι σε κανένα Λονδίνο ή Παρίσι: δώστου ισπανικά μπαλέτα, Μοτσαρτίστες, εκθέσεις. Παλιότερα η εντύπωση αυτή χανόταν μόλις ανέβαινες ξανά στο δρόμο, λες και μια μυστηριώδης αντιστροφή είχε φέρει τον παράδεισο στο υπόγειο και την κόλαση στους ουρανούς. Τώρα, αρκεί να ρίξεις μια ματιά γύρω σου για να εμπεδώσεις την αντίθεση: ο κόσμος είναι, αν μη τι άλλο, αγριεμένος.

*

Στο λεωφορείο, μια γριά εμφανώς άπορη και πιθανότατα άστεγη μονολογεί δυνατά εν είδει κηρύγματος. Παλιά, πολύ παλιά, όταν ακόμα ο Ηλεκτρικός είχε γκρίζα βαγόνια (και κάποια ξύλινα), κάπου κάπου έμπαινε ένας μπάρμπας με χαρτοφύλακα στη μασχάλη, καλησπέριζε ευγενέστατα την ομήγυρη και άρχιζε το κήρυγμα για τις αμαρτίες μας, που πάμε κατά διαβόλου, «με την ατομική ενέργεια, και με την πυρηνική ενέργεια» (αυτό το εν δια δυοίν το θυμάμαι πολύ καλά). Τώρα η γριά καταφέρεται κατά των μεταναστών, που τους φέρνουν επίτηδες, που τρώνε τη σειρά στα συσσίτια, που είναι μέρος καταχθόνιου σχεδίου. Οι στριμωγμένοι επιβάτες σιωπούν, αλλά ο κόμπος στο στομάχι σε προειδοποιεί ότι μπορεί να μιλήσουν, και δεν ξέρεις τι θα σου φανεί χειρότερο: να συμφωνήσουν, ή να κοροϊδέψουν την τρελή φτωχή. Μια μέρα πριν φύγω από την Αθήνα έβλεπα για πρώτη φορά το Αυγό του φιδιού του Μπέργκμαν: η εικόνα του σχεδόν υπνωτισμένου πλήθους τη νύχτα που με γυμνά χέρια διαμελίζει ένα νεκρό άλογο και πουλάει το κρέας είναι βέβαια μακριά, για κάποιο λόγο όμως φαντάζει κοντινή πια.

*

Και μέσα σ’ όλα, η είδηση των ημερών είναι ο πρόσφατος (πρόσφατος;) θάνατος του Μπιν Λάντεν. Πόσο ξεπερασμένη ακούγεται όμως, πόσο όλα ακούγονται ξεπερασμένα εν τω γεννάσθαι πια. Τον τελευταίο καιρό η ιστορία τρέχει πιο γρήγορα απ’ ό,τι προλαβαίνουν οι άνθρωποι, ακόμα και οι ισχυρότεροι. Συνέπεια, η μνήμη να είναι εξαιρετικά κοντή: ποιος θυμάται τι λεγόταν πριν ένα μήνα για τη Λιβύη, ποιος θυμάται για την Πορτογαλία ξέρω γω.

*

Χάρη σε μια ακόμα συζήτηση για τους Ατενίστας μπήκα στην πρίζα να βρω την πατρότητα της περίφημης φράσης η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος. Στο ελληνικό γκουγκλ, η φράση αποδίδεται στο Γκόρκι, στο Νίτσε, σε «κάποιον», μια φορά στον Γκόρκι και το Νίτσε (sic). Στο αγγλικό (ethics is the aesthetics of the future), ο Γκόρκι επιζεί, ο Νίτσε εξαφανίζεται, εμφανίζεται δε ο Γκοντάρ, αλλά και ο  Ένγκελς και ο Λένιν (και τα δύο δια χειρός Λώρι Άντερσον παρακαλώ). Μύλος δηλαδή. Στο περί Γκοντάρ λινκ μου άρεσε η φράση του Ελβετού ότι «μπορείς να διαλέξεις την ηθική ή την αισθητική, αλλά όποια από τις δυο και να διαλέξεις θα βρεις την άλλη στο τέλος του δρόμου».

*

Και όμως, παρ’ όλα αυτά, προσωπική ευφορία. Αυτό για να μην ανησυχείτε που εξαφανίζομαι.

Read Full Post »

Τέτοιες μέρες, δυο χρόνια πριν, ξεκίνησαν οι καταδύσεις του Δύτη. Δεν έχω πολλά να πω γιαυτό, πέρα από το ότι σας ευχαριστώ όλους που με διαβάζετε και με σχολιάζετε (κουτσομπόληδες…).

Είχα διάφορες ιδέες αυτές τις μέρες για το τι να γράψω για αυτή την κοσμοϊστορική επέτειο. Το πεπρωμένο του Δύτη όμως άλλα εκέλευε: πολλή δουλειά· ένας ιός (ειρωνικά, εκ παλαιού ποστ προερχόμενος) που με άφησε χωρίς υπολογιστή στο σπίτι για δυο μέρες· κάτι σαν ημικρανία που με τυράννησε προχτές, ακριβή ημερομηνία της επετείου· και τα λοιπά. Οπότε δεν θα προτείνω ξανά παλιές αγαπημένες αναρτήσεις. Σκέφτομαι λίγο την εμπειρία αυτών των δύο χρόνων, αλλά αυτή τη φορά όχι ως συγγραφέας αλλά ως αναγνώστης.

Μια βδομάδα πριν ήμουν σε ένα, ας πούμε μπλογκοπάρτυ, νάναι καλά η αγαπημένη Κρότκαγια. Γνώρισα διάφορους μπλόγκερ που αγαπώ (και που φυσικά με απογοήτευσαν όλοι). Επειδή πρόσφατα είχα μια σχετική συζήτηση, προσπαθούσα να καταλάβω αν όντως το δικό μου μπλογκ εκπέμπει μελαγχολία και μοναξιά, κάτι που αν ισχύει είναι εντελώς λάθος, καθώς είμαι οικογενειάρχης (μ’ αρέσει επίσης ο χαρακτηρισμός πάτερ φαμίλιας, που πάντα μου φαινόταν της καθομιλουμένης, να το πω έτσι, και που ποτέ δεν μπόρεσα να συνδέσω με τη λατινική του προέλευση: ο πάτερ φαμίλιας, του πάτερ φαμίλια) και χαρούμενος άνθρωπος. Προσπαθούσα να πω ότι, παρά την ξέρω γω ευαισθησία και ανθρωπίλα που μοιάζει να βγάζει ο Δύτης, εγώ είμαι άνθρωπος επιφανειακός και επιπόλαιος: η σκληρή, οδυνηρή και τόσο θλιβερή κατά βάθος πραγματικότητα περνάει από πάνω μου όπως το θαλασσινό νερό στο ψάρι. Περιττό να πω (και σας προλαβαίνω) ότι δεν με πίστεψε κανείς.

Και όμως. Το να λες ότι ξέρεις ένα μπλόγκερ είναι λάθος: ξέρεις μόνο τις απόψεις του. Δεν είμαστε όμως οι απόψεις μας. Οι απόψεις μας είναι ό,τι έχουμε χρήσιμο για τους άλλους, ενώ για τους φίλους και τους δικούς μας ανθρώπους οι απόψεις μας είναι το λιγότερο. Πλατιάζω: όταν ξεκίνησα διάλεξα να προβάλω τις απόψεις, ας πούμε, όχι τον εαυτό μου, που είναι ίσως βαρετός ή και κρυόκωλος (αυτό το είπε ένας από τους δυο-τρεις καλύτερους φίλους μου, αλλά διόρθωσε μετά στο φλεγματικός, που φυσικά μου αρέσει περισσότερο, όντας αγγλόφιλος). Πλατιάζω, ξανά (και δεν έχω καν το χάρισμα του εξαίσιου Μποστ, τον ηθελημένο πλατειασμό): τέλος πάντων, όπως έγραψε ο Κοκτώ (καταραμένε εστέτ Δύτη), είμαι ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια.

Ας τελειώσω λοιπόν με το κομμάτι που στάθηκε αιτία να κολλήσει ο υπολογιστής μου, κατά κάποιο τρόπο το άλτερ έγκο μου δηλαδή, τον καταραμένο ιό των τελευταίων ημερών. Σταμάτησα να παίζω ακορντεόν όταν κατάλαβα ότι ποτέ δεν θα έφτανα τέτοια ύψη:

Σας ευχαριστώ και πάλι, παίδες και κόρες. Νάμαστε καλά να κουβεντιάζουμε.

Read Full Post »

Για διάφορους λόγους, η σημερινή μέρα ήταν μέρα πολυτέλειας για τον Δύτη σας. Δεν μου συμβαίνει κάθε μέρα να είμαι καλεσμένος για μεσημεριανό σε πρεσβεία (για επαγγελματικούς, ας πούμε, λόγους), ούτε για καφέ στη «Μεγάλη Βρετανία»-και-δεν-εννοώ-το-νησί. Σήμερα έγιναν και τα δύο. Γεύμα με τις θέσεις των καλεσμένων σε χαρτάκια πάνω σε δίσκο, με το μενού με χρυσή μπορντούρα και οικόσημο δίπλα στο πιάτο, κρασιά διαφόρων ειδών που εναλλάσσονται και φαγητό -ομολογουμένως- εξαιρετικό, για μένα που είμαι και λιχούδης. Η αλήθεια είναι ότι το γεύμα αυτό μου στοίχισε σαράντα ευρώ, όσο δηλαδή η ανθοδέσμη που σκέφτηκα να πάρω για να μην πάω με άδεια χέρια και επειδή βιαζόμουν την πήρα από δίπλα, μιλάμε για Κολωνάκι και η τιμή με κατέλαβε εξ απίνης. Ήταν όμως από τα γεύματα, υποθέτω, που όπως λένε αξίζουν τα σαράντα ευρώ (με κρασί). Το δε καφενείο καφέ της Μεγάλης Βρετανίας είναι πράγματι εντυπωσιακό, με τους καναπέδες, το ημίφως, τα χαλιά, τη σερβιτόρα που γεμίζει το ποτήρι νερό μόλις αδειάσει, τον κατάλογο που έχει 50 γρμ. χαβιάρι Μπελούγκα με 580 ευρώ, τα τεράστια κινέζικα βάζα, τα μισοκλεισμένα με κουρτίνες σεπαρέ όπου -σαν σε ταινία- βλέπεις όχι τα πρόσωπα αλλά μόνο χέρια, κρατώντας ένα ποτήρι κρασί να δίνουν απόμακρες εντολές που κρίνουν τις μοίρες λαών (λένε τα βιβλία).

Εντελώς ασυνήθιστος σε κάτι τέτοια, ωστόσο τα απολαμβάνω με διάφορους τρόπους, και ευχαρίστως θα δεχόμουν να μου χάριζαν τριάντα τέτοιες μέρες, με υπηρέτες και σερβιτόρους και χαλιά και πρώτο πιάτο σούπα. Και χαβιάρι των 580 ευρώ, πάει λένε ωραία με τη βότκα.

Αυτά έλεγα βγαίνοντας, και μετά περάσαμε από ένα στενό πεζοδρόμιο ανάμεσα τοίχο και κλειστό περίπτερο. Με την πλάτη στον τοίχο του περίπτερου και τα μάτια στον απέναντι τοίχο, ζητιάνευε καθιστή μια οικογένεια, πατέρας, μάνα και παιδί. Είναι όμως δύο κόσμοι, είχε έρθει η απάντηση ήδη πριν. Πρέπει να διαλέξεις.

-Διαλιέχτε, αντιλάλησε η φωνή του λαχειοπώλη.

Read Full Post »

ΕΓΩ: Τι θα γίνει, θα γράψεις για το ομαδικό μπλογκάρισμα περί φόβου;

Ο ΔΥΤΗΣ: Ρε συ, τι να γράψω, δεν μούρχεται τίποτα.

ΕΓΩ: Πρέπει να γράψεις, όλος ο καλός ο κόσμος θα γράψει, τρεις προσκλήσεις σου κάνανε.

Ο ΔΥΤΗΣ: Μα δεν μπορώ να γράψω με δοσμένο θέμα, τρεις φορές προσπάθησα.

ΕΓΩ: Βάλε αυτό του Κορτάσαρ, για το πώς να νιώσετε φόβο.

Ο ΔΥΤΗΣ: Το έχω βάλει παλιά, ξέχασες;

ΕΓΩ: Βάλε εκείνη την τρομακτική φράση του Στήβενσον.

Ο ΔΥΤΗΣ: «Γιατί, με κάποιο διαβολικό τέχνασμα που θά ‘ταν κακό κι αταίριαστο να κριθεί από άνθρωπο, εκείνη βρισκόταν κρεμασμένη από ένα συνηθισμένο καρφί, με μια συνηθισμένη λεπτή μάλλινη κλωστή από κείνες που μαντάρουν τις κάλτσες». Αυτή λες;

ΕΓΩ: Μμμ, ναι, μόνη της δεν φτάνει.

Ο ΔΥΤΗΣ: Άσε που το θέμα είναι ο φόβος απέναντι στην εξουσία, ο φόβος και το μνημόνιο, ξέρεις. Πάλι εστέτ θες να με πούνε;

ΕΓΩ: Ε, γράψε κάτι. Αφού τόσες ιδέες έχεις. Τζάμπα βλέπεις τόσα δελτία κάθε βράδυ;

Ο ΔΥΤΗΣ: Μα όσα σκέφτηκα μου φαίνονται αυτονόητα, ή κοινότοπα. Άσε που θα τα έχουν πει πολύ καλύτερα οι άλλοι. Εσύ τόπες, συμμετέχει όλος ο καλός ο κόσμος.

ΕΓΩ: Γράψε για τους Αιγύπτιους, αυτοί δεν φοβούνται.

Ο ΔΥΤΗΣ: Έγραψα, τόσβησα. Δεν μου βγαίνει σου λέω.

ΕΓΩ: Γράψε ότι ο φόβος ξεπερνιέται όταν κάνεις το μεγάλο βήμα, γράψε ότι φοβόμαστε το φόβο.

Ο ΔΥΤΗΣ: Χμφφφ…

ΕΓΩ: Ώχου, σε βαρέθηκα βρε δύτη. Μη γράψεις τίποτα στην τελική.

Ο ΔΥΤΗΣ: Και τι θα πουν οι άλλοι που τους κρέμασα; Φοβάμαι.

ΕΓΩ: Μη φοβάσαι, δεν θα πουν τίποτα, φίλοι είναι.

Ο ΔΥΤΗΣ: Εσένα φοβάμαι.

ΕΓΩ: Και γω εσένα.

Το ποστ αυτό έχει γραφτεί στα πλαίσια της «Ημέρας ενάντια στο φόβο». Δείτε περισσότερα εδώ: http://grfear.blogspot.com/

Read Full Post »

Τελειώνοντας τις προάλλες το πρώτο μυθιστόρημα του Τζων Λε Καρέ, την Τελευταία κλήση (Call for the Dead), μου ήρθε ξαφνικά η ανάμνηση της ταινίας (A Deadly Affair) που είχε γυριστεί το 1966 και που είχα δει παλιά, πολύ παλιά στην τηλεόραση, με τον Τζέιμς Μέισον και τον Μαξιμίλιαν Σελ και, όπως έμαθα ψάχνοντας (ντρέπομαι αλλά δεν τη θυμόμουν) τη Σιμόν Σινιορέ. Και έτσι μου ήρθε η ιδέα να κάνω ένα μικρό κατάλογο των ταινιών που είχα δει κάποτε και που μάλλον δεν πρόκειται να ξαναδώ -ή τουλάχιστον, δεν έχω βάσιμες ελπίδες να ξαναδώ. Όπως:

1. Αυτή που είπα

2. «Ο θάνατος στον κήπο«, πάλι με τη Σινιορέ, πολύ νέα, της μεξικανικής περιόδου του Μπουνιουέλ.

3. Την κλασική αγγλική περιπέτεια Μούνφλιτ, με λαθρέμπορους και θησαυρούς του 18ου αιώνα, γυρισμένη από τον Φριτς Λανγκ

4. Ένα μυστήριο κινούμενο σχέδιο, ασπρόμαυρο ίσως, με έναν σουρεαλιστικό (με την κυριολεκτική έννοια, εννοώ του υπερρεαλισμού τέλος πάντων) διάπλου του Ατλαντικού, περνώντας από το ναυάγιο του Τιτανικού, μια εξέδρα στη μέση του ωκεανού όπου χόρευαν σκελετοί, και στο τέλος, τη μεταμόρφωση ενός ανθρώπου σε γλάρο μέσα στη βάρκα.

5. Το Παραμύθι του τσάρου Σαλτάν, του Πούσκιν. Έγχρωμη σοβιετική ταινία του ’66, στυλ Το πέτρινο λουλούδι (και αυτό στη λίστα): το είχα δει πιτσιρικάς στην Αλκυονίδα.

6. Ένα σπάνιο νουάρ (The Two Mrs. Carrolls) με τον Μπόγκαρτ να κάνει τον ζωγράφο που σκοτώνει τη γυναίκα του.

7. Ξανά Σινιορέ: Η χρυσή κάσκα (La casque d’or)

8. Η ταινιούλα (Boom Town) με τον Κλαρκ Γκέιμπλ και τον Σπένσερ Τρέισυ που είχα αναφέρει ξανά εδώ.

Και πάει λέγοντας (όπως μια γαλλική ταινία με κινούμενα σχέδια σε σενάριο του Πρεβέρ, π.χ.). Καμία τους δεν είναι το παραγνωρισμένο αριστούργημα, είναι περισσότερο παιδικές μνήμες, αν και κάποιες τις είδα πιο μεγάλος. Θυμάμαι περισσότερο το γενικό τους κλίμα, τα χρώματά τους (όταν είχαν), για κάποιο λόγο θυμάμαι πού ακριβώς και, σχεδόν, πότε είχα δει καθεμιά τους. Ίσως αυτό που νοσταλγώ δεν είναι οι ταινίες καθαυτές, είναι η εποχή που μπορούσες να πετύχεις τέτοιες ταινίες, είτε στην τηλεόραση, είτε στο σινεμά.

Και εδώ σταματώ μια και δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω: ήθελα μόνο να φτιάξω τη λίστα μου, μνημείο ες αεί και κυρίως για να βοηθήσω τη δική μου μνήμη. Θυμήθηκα όμως ένα στίχο που είχα γράψει, τότε που έγραφα στίχους:

αναρριγώντας με τις παλιές ελάσσονες ταινίες

(και θυμάμαι ότι τότε μόλις είχα δει τον αρ. 3 της λίστας, ένα καλοκαιρινό απόγευμα γύρω στο ’92 στη Θεσσαλονίκη).

edit: για τους αρ. 4 και 6, δείτε στα σχόλια: ο Stazybo Horn έκανε το θαύμα του. Όσον για τον αρ. 5, το έκανα εγώ -ή τέλος πάντων, το YouTube.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »