Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Οθωμανικά και άλλα’ Category

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Read Full Post »

Φανταζόμαστε συνήθως τους Οθωμανούς σαν κάτι φανατισμένους μπουνταλάδες, σαν εκπρόσωπους ενός σκοταδισμού που η Ευρώπη -λέει- άφησε πίσω της δυο-τρεις αιώνες τώρα. Τι θα λέγατε αν σας διηγούμουν ιστορίες με άθεους, και μάλιστα του 17ου αιώνα; Να τι γράφει ο Πωλ Ρικώ,[1] παλιός μας γνώριμος (και μάλιστα πάλι σχετικά με, ας πούμε, σέκτες), μετά από πέντε χρόνια υπηρεσία στην αγγλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης τη δεκαετία του 1660 (και μερικά ακόμα στη Σμύρνη):

Και καθώς είναι σκοπός μας εδώ να περιγράψουμε τις διάφορες θρησκείες μεταξύ των Τούρκων, δεν θα αποκλίνουμε αν αναφέρουμε πόσο έχει εξαπλωθεί ο Αθεϊσμός σε αυτές τις χώρες· και όπως η Λογική διασαφηνίζει κάτι με το αντίθετό του, ή οι ζωγράφοι επιδεικνύουν τη λαμπρότητα των χρωμάτων τους με σκοτεινά σημεία, έτσι και η άρνηση κάθε θρησκείας έχει καλώς τη θέση της στο ίδιο κεφάλαιο με τους διάφορους και διαφορετικούς εκφραστές της.

Τούτοι λοιπόν ονομάζουν τον εαυτό τους μουσερίν, που σημαίνει «Το αληθινό μυστικό είναι σε μας»·  και το μυστικό δεν είναι άλλο από την απόλυτη άρνηση της θεότητας, [την πίστη] ότι η φύση ή η αρχή που βρίσκεται έμφυτη σε κάθε μεμονωμένο αντικείμενο οδηγεί την τακτική πορεία που βλέπουμε και θαυμάζουμε· και ότι οι ουρανοί, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα έχουν εκεί την απαρχή τους και από εκεί αντλούν την κίνησή τους, και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος μεγαλώνει και μαραίνεται όπως το γρασίδι ή τα λουλούδια.

Είναι περίεργο να σκεφτεί κανείς τι είδους άνθρωποι υποστηρίζουν τέτοιες αρχές στην Κωνσταντινούπολη: οι περισσότεροι είναι καδήδες και άνθρωποι μορφωμένοι στους αραβικούς θρύλους, ενώ άλλοι είναι χριστιανοί εξωμότες, οι οποίοι, γνωρίζοντας την αμαρτία της αποστασίας τους, και επομένως θέλοντας τα πάντα να τελειώνουν με τούτο τον κόσμο [χωρίς μετά θάνατον κρίση], είναι προθυμότατοι να πιστεύουν τέτοιες γνώμες που εξυπηρετούν τις επιθυμίες τους.

Ένα μέλος αυτής της σέχτας, ο Μαχομέτ Εφέντης, πλούσιος και μορφωμένος στις ανατολικές επιστήμες, εκτελέστηκε -θυμάμαι- στα χρόνια μου επειδή με αναίδεια διακήρυξε τις βλασφημίες του αρνούμενος την ύπαρξη θεότητας· είχε το επιχείρημα πως είτε δεν υπήρχε καθόλου Θεός, είτε δεν ήταν και τόσο σοφός όσο τον διακήρυτταν οι διδάσκαλοι, αφού ανεχόταν την ύπαρξη του ίδιου [του Μαχομέτ Εφέντη], του μεγαλύτερου εχθρού της θεϊκής ουσίας που ήρθε ποτέ στον κόσμο. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είχε σώσει τη ζωή του, ακόμα και αφότου κατηγορήθηκε, αρκεί μόνο να είχε ομολογήσει το σφάλμα του και να είχε υποσχεθεί ότι θα διορθωνόταν στο εξής· εκείνος όμως επέμεινε στις βλασφημίες του, λέγοντας πως αν και ανταμοιβή [στον άλλο κόσμο] δεν υπάρχει, ωστόσο η αγάπη για την αλήθεια τον υποχρέωνε να γίνει μάρτυρας. Πρέπει να ομολογήσω πως μέχρι τότε δεν θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι υπήρχε κανονικός αθεϊσμός στον κόσμο, αφού συμπεραίνουμε ότι η αρχή (της ύπαρξης Θεού) αποδεικνύεται από το Φως της Φύσης·  είναι όμως τώρα φανερό πόσο πολύ κάποιοι άνθρωποι έχουν σβήσει στις ψυχές τους αυτό το φως.

Ο Ρικώ συνεχίζει γλαφυρά περιγράφοντας πόσο έχει εξαπλωθεί αυτή η θεωρία ακόμα και στο παλάτι και σε διάφορους πασάδες, και ότι όταν κάποιος από αυτούς τους άθεους δέχεται έναν ομοϊδεάτη ξένο γίνεται εξαιρετικά γενναιόδωρος, τον φιλοξενεί παρέχοντάς του στο κρεβάτι «έναν ωραίο σύντροφο όποιου φύλου προτιμά», και τα λοιπά.

Πόσο να πιστέψουμε τον Ρικώ (που σε άλλα σημεία συλλαμβάνεται, όντως, να γράφει κάποιες ανακρίβειες); Ε, να, αυτόν τον Μαχομέτ/Μεχμέτ Εφέντη τον βρίσκουμε και αλλού. Συγκεκριμένα, σε μια μικρή αναφορά του ιστορικού Σιλαχντάρ Μεχμέτ Αγά,[2] ο οποίος αναφέρει τον Λαρί Μεχμέτ Εφέντη, πλούσιο, πρώην ιμάμη στο τζαμί του Μακσούτ Πασά, και γνωστό για τις γνώσεις και την εξυπνάδα του. Ο Λαρί Μεχμέτ κατηγορήθηκε, λέει ο Σιλαχντάρ, ότι αρνιόταν την ανάσταση των νεκρών, τα θρησκευτικά καθήκοντα, την προσευχή και τη νηστεία, καθώς και ότι δεν θεωρούσε την οινοποσία αμάρτημα. Δικάστηκε στις 4 του μήνα Σαμπάν 1075, παναπεί στις 2 Φεβρουαρίου 1665 στο παλάτι του καϊμακάμη της Κωνσταντινούπολης, μπροστά σε πλήθος σοφών και νομομαθών. Και το τέλος του ήταν οικτρό: αφού διαπομπεύθηκε στο Παρμάκ Καπί, εκτελέστηκε την ίδια μέρα.

Τι άλλο βρίσκουμε; Υπάρχει στα αρχεία η καταγραφή της περιουσίας του εκτελεσμένου, στην οποία περιλαμβάνονται «σκόρπια χαρτιά» (να ήταν άραγε σημειώσεις δικές του;) και βιβλία, μερικά γραμμένα «με γράμματα των απίστων» –κάτι που κάνει ένα σπουδαίο ιστορικό, τον Αχμέτ Γιασάρ Οτζάκ, να υποθέσει πως ίσως ήταν εξισλαμισμένος.[3]

Το πιο σημαντικό, ίσως, είναι πως ο Λαρί Μεχμέτ Εφέντης δεν ήταν και τόσο μεμονωμένη περίπτωση –και όχι μόνο επειδή το λέει ο Ρικώ. Εξήντα χρόνια πριν, για την ακρίβεια το 1602, είχε εκτελεστεί κάποιος Νανταζλί Αμπντουραχμάν, ούτε λίγο ούτε πολύ καθηγητής σε ιεροδιδασκαλείο της Κωνσταντινούπολης, με την κατηγορία ότι αρνιόταν την ύπαρξη παράδεισου και κόλασης, όπως και τη Δευτέρα Παρουσία. Δεν πίστευε λέει ούτε στο Ισλάμ ούτε στον χριστιανισμό, παρόλο που σύμφωνα με μια επιστολή του καζασκέρη που τον ανέκρινε φαίνεται να μην αρνείται το ίδιο το Κοράνι.[4] Και αν πηδήξουμε μισό αιώνα μετά τον Λαρί, θα συναντήσουμε κάποιον ανώνυμο χαμηλόβαθμο ιεροκήρυκα, που σύμφωνα με ένα φετβά του σεϊχουλισλάμη (του ανώτατου μουφτή) Αμπντουραχίμ Εφέντη,[5] το 1715 ή 1716, δήλωνε πως «δεν υπάρχει ούτε ουρανός ούτε κόλαση» και πως «ο άνθρωπος μεγαλώνει σαν ένα φυτό και μαραίνεται σαν ένα φυτό». Ακριβώς όπως οι μουσιρίν του Ρικώ δηλαδή.

Σημειώσεις:

[1] Sir Paul Ricaut, The History of the Present State of the Ottoman Empire, containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies, their Convents and Religious Votaries, Λονδίνο 1686, σελ. 245-246.

[2] Fındıklılı Silahdâr Mehmet Ağa, Silahdar tarihi, Κωνσταντινούπολη 1928, τ. 1, σελ. 378.

[3] Ahmet Yaşar Ocak, Osmanlı toplumunda zındıklar ve mülhidler (15.-17. yüzyıllar), Κων/πολη 1998, σελ. 243-248. 

[4] Στο ίδιο.

[5] Ekin Tuşalp, “Treating Outlaws and Registering Miscreants in Early Modern Ottoman Society: A Study on the Legal Diagnosis of Deviance in Şeyhülislam Fatwas”, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, πανεπιστήμιο Sabancı, Κωνσταντινούπολη 2005, σελ. 70.

Read Full Post »

Αυτή είναι η βιογραφία του ποιητή Χασμπί, που έζησε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, όπως τη διηγείται ο ιστορικός (και όχι μόνο) Μουσταφά Άλη από την Καλλίπολη:

Κατάγεται από την πόλη Γκεντούς [κοντά στην Κιουτάχεια] του βιλαετιού της Ανατολής. Αδελφός του Κεσφί, από τους παλιούς· καθώς ανήκε στους μέθυσους και αλιτήριους του καιρού του, μπλέχτηκε σε κάτι ταραχές, στις αρχές της βεζιρείας του μακαρίτη [μεγάλου βεζίρη, Πάργαλη] Ιμπραήμ Πασά και παραδόθηκε στον σούμπαση [αρχιαστυνόμο] της Πόλης για να ριχτεί στη φυλακή και μάλιστα με την οδηγία να βασανιστεί. Την ίδια νύχτα τον έδεσαν και τον κρέμασαν από τα χέρια, για να βασανιστεί σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Ο Χασμπί αυτοσχεδίασε τους παρακάτω στίχους, και ο σούμπασης, όντας λίγο πολύ μαλακός απ’ τη φύση του, τον συμπόνεσε. Να οι στίχοι:

Τον πόνο του βουνού της αγάπης, που δεν αντέχει ούτε το Καφ* / αυτή η ανήμπορη καρδιά μου τον αντέχει, λυπήσου την

Κατά σύμπτωση, το ίδιο βράδυ μια κόρη του σούμπαση πέθανε ξαφνικά· αυτό του φάνηκε σαν σημάδι για την αθωότητα του Χασμπί. Την άλλη μέρα εμφανίστηκε στο συμβούλιο του βεζίρη και τον προστάτευσε, λέγοντας ότι όσα βασανιστήρια και αν του έκανε εκείνος δεν ομολόγησε την ενοχή του. Κατά τύχη, την ώρα που τον έφερναν, το μάτι του Χασμπί χτυπήθηκε σε ένα κλαδί και τραυματίστηκε. Ο Πασάς το πρόσεξε και τον ρώτησε:

«Ε, μολλά Χασμπί, τι έπαθε το μάτι σου;»

Εκείνος απάντησε:

«Δεν του άρεσε η θέση του και θέλει να φύγει, πασά μου»**.

Του σκληρόκαρδου βεζίρη του κακοφάνηκε να αστειεύεται σε τέτοια θέση, και είπε:

«Έχει να δει πολλά ακόμα το μάτι σου».

Τον έστειλε και πάλι φυλακισμένο σε ένα μικρό κάστρο, ανάμεσα στην Πόλη και το Σκούταρι, το λεγόμενο Κεταγιούν Σαράι [τον πύργο του Λέανδρου;]· δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε εκεί, και το προσωνύμι του από Χασμπί έγινε Χαμπσί [«της φυλακής», θυμηθείτε το τραγούδι του Λοΐζου: κι όλους τους ρίχνω μες στη χάψη]. […] Από τους παλιούς ποιητές, ο Μπασιρί, ο Ζατί, ο [αδελφός του Χ.] Κεσφί και ο Καντί*** πήγαν στον βεζίρη και παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει· κι ενώ εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται, κάποιοι του βάλαν λόγια, ότι τάχα μου οι ποιητές θέλουν να δείξουν ότι με τη σάτιρα σε αποδυναμώνουν, και έτσι ο Χασμπί έμεινε Χαμπσί: του έμεινε μόνο να λέει, «Για μένα αρκεί μόνο ο Θεός». Μόνο την ημέρα της εκτέλεσης του Πασά ελευθερώθηκε ο ποιητής από [τη φυλακή και το αντίστοιχο] προσωνύμι του. Με λίγα λόγια, ήταν λαϊκός τύπος, ελαφρόμυαλος και αγαπούσε το κρασί· δεν πρόσεχε και έλεγε ό,τι του ερχόταν στη γλώσσα. Μάλιστα, ενόσω ήταν φυλακισμένος έβγαλε το παρακάτω τετράστιχο, που εντυπωσίασε κάποιους από τους κοινούς ανθρώπους και συζητήθηκε:

Πάλι αχ πείτε, ας κλάψουν οι ουρανοί που γυρνάνε / ο θρήνος μου ας βγει στο στερέωμα, η ουράνια σφαίρα ας κλάψει

Ας δει τα δάκρυα των ματιών μου ο ωκεανός κι ας κλάψει / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

Το ποτήρι μόλις μου έδωσε του χωρισμού ο πικρός κεραστής / το χιόνι σκέπασε τον κόσμο, βλέποντάς με η νύχτα ας κλάψει

Αχ, οι μέρες του αποχωρισμού πώς με σκότωσαν τον άμοιρο / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

 

Δεν ξέρω ποιον ενδιαφέρει σήμερα μια ιστορία σαν αυτή. Ωστόσο, κάποιος πρέπει να θυμάται τους φυλακισμένους, ποιητές ή όχι.

*

* Το μυθικό βουνό στην άκρη του κόσμου (για το οποίο ελπίζω να γράψω κάτι εκτενέστερο σύντομα).

**Βρήκα εδώ μια ερμηνεία της φράσης που δίνει μια αμφισημία, σα να έλεγε «δεν του άρεσε αυτό που βλέπει». Αυτό εξηγεί ακόμα περισσότερο το θυμό του Πάργαλη.

*** Αυτοί όλοι ήταν ο λεγόμενος κύκλος του Ζατί, ενός ποιητή παλιότερης γενιάς που στο μαγαζάκι του (ήτανε γεωμάντης) μαζεύονταν, γράφανε, κρίνανε, αλληλοκλέβονταν και κουτσομπολεύανε όλοι οι ποιητές της εποχής. Στον Κεσφί, τον αδερφό του φίλου μας, αποδίδεται το εξής δίστιχο προς τον Ζατί: δεν δέχτηκαν να τον κάνουν ιμάμη / Ω Ζατί, γαμώ την κοινωνία τους. Αναρωτιέμαι αν μεταφράζω σωστά βέβαια (sikeyin Zâtîyâ cemâ’atini), συν τοις άλλοις ίσως χάνω το λογοπαίγνιο, μια και «κοινωνία» (cema’at) σημαίνει, βλέπω, και έναν όρο στη γεωμαντεία. 

Πηγή: Mustafa İsen (επιμ.), Künhü’l-ahbâr’ın tezkire kısmı, Άγκυρα 1994, σελ. 207-8 (για τον Χασμπί) και 264-5 (για τον αδερφό του).

Read Full Post »

Ξεφυλλίζω τώρα ένα φοβερό βιβλιαράκι (συνοδεύεται από ένα σιντί με σπάνιες, συλλεκτικές παλιές ηχογραφήσεις), το Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι. Η ιστορία και η εξέλιξη του μπουζουκιού και οι πρώτες του ηχογραφήσεις 1926-1932 του Σταύρου Κουρούση. Το βιβλίο είναι εξαιρετικό, γραμμένο με μεράκι και πολύ ψάξιμο, και αξίζει να το διαβάσετε ακόμα και αν δεν έχετε ιδέα από έγχορδα και κουρδίσματα (ούτε εγώ έχω), όσο για το σιντί είναι ένα συλλεκτικό επίτευγμα.

Εδώ όμως θέλω να σταθώ σε κάτι που μόνο σε μια μικρή σημείωση του βιβλίου αναφέρεται (σελ. 67 σημ. 60), οπότε ας μη θεωρηθεί ότι τρέχω να γκρινιάξω! Πρόκειται για τη θεωρία ότι το ρεμπέτικο προήλθε από το αρχαίο ρ. ρέμβω και το μεσαιωνικό ρεμβός. Πριν από σχεδόν ένα χρόνο είχα κάπου την ίδια κουβέντα, οπότε μου φαίνεται καλή ιδέα να τη συνοψίσω εδώ (στην πραγματικότητα ξαναλέγοντας κάτι που έχει ξαναειπωθεί, με λίγες προσθήκες).

Η θεωρία για το ρέμβω εμφανίζεται χάρη σε μια αναφορά στον Δουκάγγιο ή για την ακρίβεια τον Charles du Fresne, sieur du Cange ή Ducange (1610-1688), συγγραφέα ενός περίφημου λεξικού των ελληνικών του Μεσαίωνα που θεωρείται απαρχή της λεξικογραφίας των νεότερων ελληνικών.

Σαρλ Ντυ Φρεν, κύριος Ντυ Κανζ

Σαρλ Ντυ Φρεν, κύριος Ντυ Κανζ

Εδώ λοιπόν, (Charles Du Cange, Glossarium ad Scriptores Mediae et Infimae Graecitatis, I-II, Λυών 1688, τόμος ΙΙ, σελ. 1289), διαβάζουμε:

ΡΕΜΠΈΤ, Rebet, Potus species. Vox Arabica. Assisae MSS. Regni Hierosol. cap. 297. το δίκεον του ρεμπέτ, &c. και απέ το κράσι το φέρνουν απέ το λεκίαν, &c.

Η λέξη δηλαδή καταγράφεται ως αραβική (vox Arabica) και σημαίνει potus species, δηλαδή είδος ποτού -τα παραδείγματα είναι από μεσαιωνικές ασίζες, νομικά κείμενα του σταυροφορικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Η επόμενη εγγραφή έχει περισσότερο ενδιαφέρον:

ΡΕΜΠΙΤΌΣ, Erro. Glossae Graecobarb. αλαός, ρεμπιτός, πλανημένος, τυφλός, μάταιος· pro Ρεμβός. Glossae Basilic. Ρεμβός, ο μικρός φυγάς, και εκ του εναντίου ο φυγάς μέγας, ρεμβός έστι· κυρίως ότι Ρεμβός εστιν ο συνεχώς αναιτίως πλανώμενος, και τους καιρούς εις ανόνητα δαπανών, και βραδέως εις τον οίκον αναστρέφων.

Α ναι, στην προηγούμενη σελίδα έχει και το ΡΕΜΒΌΣ (Vide Glossas Basilic.), του οποίου λέει «ελληνοβάρβαρη» παραφθορά είναι το ρεμπιτός. Το Glossae Graecobarb., στο οποίο παραπέμπει ο Ντυκάνζ, είναι το Glossarium graeco-barbarum. In quo vocabula quinque millia quadrigenta, officia atque dignitates imperii Constantino, tam in palatio, quam Ecclesia aut militia, explicantur & illustrantur (Λέιντεν 1614) του Johannes van Meurs ή Ioannes Meursius (1579-1639). Εκεί διαβάζουμε (σελ. 470):Ιωάννης Μέρσιος

Ρεμπιτός: Erro. Glossae Graecobarbarae. αλαός· ρεμπιτός· πλανημένος· τυφλός· μάταιος.

Προσέξτε, εδώ, ότι ο τίτλος του έργου του Μέρσιου δηλώνει ότι θα μιλήσει για τη γλώσσα «στην οποία μιλούσαν και έγραφαν εκκλησιαστικοί και στρατιωτικοί στην αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου» –αποδελτιώνει δηλαδή όχι καμιά σύγχρονή του γλώσσα, αλλά τις βυζαντινές πηγές: αυτά τα ελληνικά ονομάζει «ελληνοβάρβαρα», σε αντιδιαστολή, φαντάζομαι, με την αττική διάλεκτο (φανταστείτε ότι αλαός, τυφλός δηλαδή, είναι λέξη ομηρική που εμφανίζεται δυο-τρεις φορές στην κλασική γραμματεία· μετά, πάπαλα).

Το  Glossae Basilic. πάλι (όπου παραπέμπει ο Ντυκάνζ για το ρεμβός) είναι σχόλια στα Βασιλικά του Λέοντος του Σοφού, σε ένα έργο δηλαδή του 9ου αιώνα τα σχόλια του οποίου φτάνουν μέχρι τον 13ο. Με άλλα λόγια: ο Μέρσιος αποδελτιώνει μια λέξη (ρεμπιτός) σε κάποιο βυζαντινό κείμενο, και ο Ντυκάνζ ή αν προτιμάτε όχι ελληνοβαρβαριστί Δουκάγγιος αντιγράφει τον Μέρσιο και προσθέτει ότι η λέξη είναι παραφθορά του αρχαιότερου ρεμβός, για το οποίο παραπέμπει σε μεσοβυζαντινά σχόλια.

Πόσο παλιά θα πάνε αυτοί οι ρεμπέτες; Ή, αντίστροφα: τι μας λέει ότι πραγματικά αυτή η περίεργη λέξη, ρεμπιτός, ήταν σε χρήση τον 19ο αιώνα οπότε και θα εμφανίστηκαν (φαντάζομαι δεν υπάρχει αντίρρηση σ’ αυτό) οι πρώτοι ρεμπέτες, όπως και να τους λέγανε; Εδώ σκοντάφτουμε σε ένα εμπόδιο για την ώρα αξεπέραστο: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ότι στα αγγλικά έχουν κολλήσει μια σειρά από ινδικές λέξεις, οι περισσότερες περσικής προέλευσης (αλλά όχι μόνο), δεν είναι ούτε καινούριο ούτε παράξενο. Μια ωραία περίπτωση είναι το blighty ή «πατρίδα», αγνώριστο από το βιλαέτι· αλλού είχα γράψει πρόσφατα (παναπεί, όσο πρόσφατα επιτρέπουν πλέον οι ρυθμοί του Δύτη) για τους pandit ή pundit, έναν όρο που πια ενσωματώθηκε πλήρως ως συνώνυμο του talking head ή «ειδήμων». Εδώ θα βρείτε βεράντες και ανακόντα, καταμαράν και τζίντζερ, παρίες και κούληδες· εδώ μπανγκαλόου, ζούγκλες και γκουρού, πασμίνες, πυτζάμες και σαμπουάν· οι σανσκριτικές πάλι είναι κάπως λιγότερες και πιο, ας πούμε, ινδουιστικού χαρακτήρα, μαχαραγιάδες, γκουρού και τέτοια.

Έχετε όμως συναντήσει ποτέ τους Lascar; Ναι, αν διαβάζετε Κίπλινγκ ή Κόναν Ντόιλ· the rascally lascar, λέει κάπου ο Σέρλοκ Χολμς (The man with the twisted lip), αν και το rascal, «αλιτήριος» είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, ετυμολογικά εντελώς άσχετο (από το γαλλικό rascaille, λέει). Οι lascar όμως είναι ναύτες (ή, ενίοτε, στρατιώτες) από τη Νότια Ασία, και κυρίως την ινδική χερσόνησο, που υπηρετούσαν στο εμπορικό ναυτικό των ευρωπαϊκών χωρών και δη της Μεγάλης Βρετανίας από τον 16ο αιώνα (με τους Πορτογάλους) μέχρι τις αρχές του 20ού. Φαίνεται ότι οι Άγγλοι ναυτικοί ήταν ευάλωτοι στο σκορβούτο· λιποτακτούσαν στα νοτιοασιατικά λιμάνια· στρατολογούνταν για το πολεμικό ναυτικό. Οι λάσκαροι όμως (κάπως πρέπει να τους πω) είχαν ειδικά συμβόλαια, που επέτρεπαν στους πλοιοκτήτες να τους μετακινούν από το ένα καράβι στο άλλο και να τους κρατάνε στην υπηρεσία τους μέχρι και τρία χρόνια τη φορά. Θα τους έχετε συναντήσει στον Κόνραντ (το λέω με βεβαιότητα, αν και πρέπει να ξαναδιαβάσω τον Λόρδο Τζιμ για να σιγουρευτώ): βρίσκονταν σε κάθε καράβι που διέσχιζε τον Ινδικό Ωκεανό.

Βρίσκονταν επίσης και σε συμπαγείς οικισμούς σε ένα σωρό βρετανικά λιμάνια. Κάπου χίλιοι το χρόνο έφταναν στις αρχές του 19ου αιώνα· στα τέλη του, ο αριθμός είχε ανέβει σε δέκα με δώδεκα χιλιάδες το χρόνο. Σχεδόν πενηνταδύο χιλιάδες ζούσαν στην Αγγλία τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι αυτό (μεταφράζω από τη βίκι):

Μικτοί γάμοι ήταν αρκετά κοινοί στη Βρετανία ήδη από τον 17ο αιώνα, όταν η Βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών άρχισε να φέρνει χιλιάδες λόγιους από το Σιλέτ [στο Μπαγκλαντές], ναύτες (lascar) και εργάτες (κυρίως βεγγαλέζους μουσουλμάνους) στη Βρετανία· οι περισσότεροι παντρεύτηκαν ή συζούσαν με Αγγλίδες. Αυτό προκάλεσε ένα κάποιο ζήτημα, καθώς ένας δικαστικός της περιοχής Τάουερ Χάμλετς του Λονδίνου εξέφρασε το 1817 την «αηδία» του για το πώς οι Αγγλίδες της περιοχής παντρεύονταν και συζούσαν σχεδόν αποκλειστικά με ξένους ναυτικούς από την Ινδία. Ωστόσο, στη Βρετανία δεν υπήρχαν νομικοί περιορισμοί ενάντια στους «μικτούς» γάμους. Οικογένειες με Ινδούς πατεράδες και Εγγλέζες μητέρες δημιούργησαν τέτοιες μικτές κοινότητες στα βρετανικά λιμάνια. […] Ο αριθμός έγχρωμων γυναικών στη Βρετανία ήταν συχνά μικρότερος από εκείνο των «μισοϊνδών» κορών, γεννημένων από λευκές μητέρες και Ινδούς πατέρες.
Ενδιαφέρον δεν είναι; Εδώ και μια περήφανη ιστοσελίδα των απογόνων τους: http://www.lascars.co.uk/

Τι ξεχάσαμε; Α ναι, από πού βγαίνει η λέξη. Λοιπόν είναι περσική, και στην πραγματικότητα είναι συγγενής με το γνωστό μας ασκέρι: λεσκέρ, لشکر‎, στα περσικά είναι ο στρατός. Μας θυμίζει κάτι: ω ναι, πιθανότατα αυτή είναι η προέλευση του βυζαντινού ονόματος Λάσκαρις. Και για να κάνουμε έναν κύκλο, όταν οι Πορτογάλοι τον 16ο αιώνα γνωρίζανε τους ασιάτες ναυτικούς και τους ονόμαζαν lascarim, οι μεγάλοι τους αντίπαλοι στον Ινδικό Ωκεανό ήταν οι Οθωμανοί. Ε, αυτούς οι ντόπιοι σουλτάνοι τους ονόμαζαν Ρουμί –«Ρωμαίους», ή, αν προτιμάτε, Έλληνες. Το καλύτερο: έτσι ονομάζουν και τώρα το λατινικό αλφάβητο όταν το χρησιμοποιούν για τη μαλαισιανή γλώσσα.

(πρώτη δημοσίευση: για τα πεντάχρονα της Λεξιλογίας)

Read Full Post »

Θα θυμάστε ότι η οθωμανική πλευρά αυτού εδώ του Δύτη έχει ιδιαίτερη αδυναμία σε φαντάσματα και βρυκόλακες. Δεν είναι όμως βαλκανική αποκλειστικότητα οι βρυκόλακες στην οθωμανική γραμματεία. Υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιγραφή από τον μεγάλο οθωμανό περιηγητή, τον Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1684), για ένα είδος «Βαλπούργειας νύχτας», ενός «Σαββάτου των μαγισσών» στα «βουνά Ομπούρ», ανάμεσα στην Κιρκασία, τη χώρα των Τσερκέζων, και την Αμπχαζία του Καυκάσου.

Ο Εβλιγιά ισχυρίζεται ότι στις 24 Απριλίου 1666 είδε με τα μάτια του μια εναέρια μάχη ανάμεσα στους ομπούρ των Τσερκέζων και σε εκείνους των Αμπχάζιων. Ομπούρ, εξηγεί, είναι οι μάγοι αυτών των φυλών. Στην περιγραφή του Εβλιγιά, οι Αμπχάζιοι ομπούρ ξεκίνησαν τη μάχη:

εμφανίστηκαν πίσω από τα βουνά Ομπούρ πετώντας στον αέρα πάνω σε μεγάλα δέντρα ξεριζωμένα, κιούπια, σκούπες, ρόδες αμαξιών, και ό,τι σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς.  Οι Τσερκέζοι ομπούρ, πάλι, πετούσαν πάνω σε κατάρτια καραβιών, ψόφια άλογα, καμήλες και βουβάλια, οπλισμένοι με φίδια, σχοινιά και κεφάλια, ανθρώπων και ζώων, βγάζοντας φλόγες. Ξεκουφαθήκαμε από το θόρυβο καθώς η άγρια μάχη κράτησε έξι ώρες, ενώ πάνω μας πέφτανε κομμάτια από ζώα και πτώματα, φουρνόξυλα και σκούπες και ρόδες και ξύλα… Εφτά Τσερκέζοι και εφτά Αμπχάζιοι ομπούρ πιάστηκαν σώμα με σώμα και πέσανε στο έδαφος· ένας Αμπχάζιος ήπιε το αίμα από το λαιμό ενός Τσερκέζου, οι υπόλοιποι ξαναπέταξαν στον αέρα… Έγινε φοβερή μάχη μέχρι να λαλήσουν οι πετεινοί.

Την επόμενη μέρα, ο Εβλιγιά επισκέφτηκε με τους συντρόφους του το πεδίο της μάχης και το βρήκε γεμάτο από ό,τι οικιακό σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς, πτώματα ζώων, ανθρώπινα πτώματα ξεθαμμένα από τάφους, και ούτω καθεξής. Του είπανε οι Τσερκέζοι, λέει, πως τέτοια μάχη δεν είχε γίνει εδώ και σαράντα πενήντα χρόνια: συνήθως πάλευαν πέντε με δέκα ομπούρ, στη γη και στον αέρα.

Για να κάνουμε μια παρέκβαση, η περιγραφή αυτή ίσως δεν είναι παρά μια διασκεδαστική ιστορία· ίσως όμως αντανακλά πραγματικές σαμανιστικές δοξασίες, ενισχύοντας έτσι την πολυσυζητημένη υπόθεση του Κάρλο Γκίντζμπουργκ για το σαμανιστικό υπόβαθρο των «συνάξεων των μαγισσών». Το 1966 ο Γκίντζμπουργκ μελέτησε μια σειρά πρακτικών από ανακρίσεις και δίκες της Ιεράς Εξέτασης σχετικά με τους benandanti, μια ομάδα «καλών μάγων» στο Φριούλι, στη βορειοδυτική Ιταλία, οι οποίοι πολεμούσαν τους «κακούς μάγους» για τη γονιμότητα της σοδειάς κάθε χρόνου. Σύμφωνα με τον Γκίντζμπουργκ, αν και οι ιεροεξεταστές προσπάθησαν να επιβάλουν τις δικές τους ιδέες στους ανακρινόμενους χωρικούς, ούτως ώστε οι καταθέσεις τους να ταιριάξουν με το καθιερωμένο μοντέλο του διαβολικού «Σαββάτου των μαγισσών», ωστόσο από τις καταθέσεις αυτές αναδεικνύεται μια κάποια αυθεντική, λαϊκή πίστη σε τέτοιες παραδόσεις. Πρόσφατα μάλιστα ο Γκίντζμπουργκ επανήλθε στο θέμα με ένα βιβλίο που σαν ακροβάτης σε πάγο φτάνει στην όχθη αφήνοντας πίσω του συντρίμμια (εύθραυστα επιχειρήματα, εύλογα συμπεράσματα), διατρέχοντας (αυτός που δοξάστηκε ως μικροϊστορικός) δύο ηπείρους και δυόμισυ χιλιετίες, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές μυθολογίες και λαϊκές παραδόσεις, από την Ιταλία μέχρι τη Βαλτική και τη Σιβηρία, μοιράζονται ένα κοινό σαμανιστικό υπόβαθρο, στο οποίο ιπτάμενες μάγισσες δίνουν μάχες για τη γονιμότητα των χωραφιών. Όσο και αν η θέση του Γκίντζμπουργκ εξακολουθεί να αμφισβητείται (η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι καταθέσεις στις δίκες των μαγισσών αντανακλούσαν πολύ περισσότερο τις ιδέες των διωκτών τους παρά πραγματικές λαϊκές τελετές), ωστόσο δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως η περιγραφή του Εβλιγιά κάπως τον δικαιώνει.

Για να επιστρέψουμε όμως στους βρυκόλακες, να πως συνεχίζει ο Εβλιγιά την αφήγησή του για τους ομπούρ:

Στα μέρη αυτά δεν υπάρχει πανούκλα. Όποτε κάποιος αρρωστήσει, ή και να μην αρρωστήσει, τις νύχτες του καρακόντζολος (χα! τι’ ν’ πάλι τούτο; Θα σας πω μετά) οι ομπούρ πίνουν το αίμα του και έτσι τον σκοτώνουν. Έτσι, οι ομπούρ μπορεί να γίνουν φυσιολογικοί, αν και τα σημάδια της ιδιότητάς τους παραμένουν στα μάτια τους.

Σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν γέροι σοφοί Τσερκέζοι που μπορούν να διακρίνουν έναν ομπούρ, δηλαδή να καταλάβουν έναν μάγο. Οι συγγενείς των νεκρών τους δίνουν χρήματα, κι εκείνοι πηγαίνουν στους τάφους πρόσφατα πεθαμένων ομπούρ για να ελέγξουν μπας και υπάρχουν σημάδια ότι οι ομπούρ βγήκαν από τον τάφο τους. Και πράγματι, τότε, όταν οι άνθρωποι μαζεύονται και σκάβουν τον τάφο, βλέπουν ότι τα μάτια του ομπούρ έχουν γίνει σαν κούπες γεμάτες με αίμα, και ότι το πρόσωπό τους έχει γίνει κατακόκκινο από το ανθρώπινο αίμα που έχουν πιει. Τότε, βγάζουν το βρωμερό πτώμα του καταραμένου ομπούρ από τον τάφο, και καρφώνουν ένα ξύλινο παλούκι στον αφαλό του· με τη βοήθεια του Θεού, τα μάγια λύνονται, και ο άνθρωπος του οποίου το αίμα έπινε ο ομπούρ, σώζεται… Κάποιοι άνθρωποι όμως, ακόμα και αφού ο ομπούρ βρεθεί στον τάφο του και καρφωθεί, παίρνουν το βρωμερό πτώμα, με το παλούκι ακόμα καρφωμένο στον αφαλό του, και το καίνε, ώστε να μη μπει στο πτώμα άλλος ζωντανός ομπούρ.

Άλλη μια παρέκβαση: η αναφορά στην πανούκλα (και ο Εβλιγιά προσθέτει μετά ότι «δεν υπάρχει λοιπόν πανούκλα στη χώρα των Τσερκέζων, αλλά ο μπελάς των ομπούρ είναι πράγματι χειρότερος κι απ’ τη χειρότερη πανούκλα») θυμίζει άλλη μια περιγραφή του: ο πατέρας του, διηγείται, είχε δει τον «στρατό της πανούκλας», που αποτελούνταν και από «καλές» και από «κακές ψυχές», έτοιμο να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη την παραμονή ενός ξεσπάσματος της επιδημίας. Οι καλές ψυχές ήταν ντυμένες στα άσπρα, και οι κακές στα μαύρα· όποιον χτυπούσαν οι πρώτες επρόκειτο να σωθεί, ενώ τα θύματα των δεύτερων θα πέθαιναν.

Πίσω όμως τώρα στον Καύκασο: ο Εβλιγιά εξηγεί ότι όποτε κάποιος υποπτεύεται ότι ένας ομπούρ του πίνει το αίμα, αυτοί οι σοφοί «ανιχνευτές ομπούρ» εξετάζουν τα μάτια του υπόπτου. Αν είναι γεμάτα αίμα, τον δένουν με αλυσίδες μέχρι να ομολογήσει:

«Ναι, εγώ ήμουν που ήπια το αίμα του Τάδε… Όταν θάφτηκα δίπλα στον ομπούρ πατέρα μου και στον ομπούρ παππού μου, το σώμα μου δεν σάπισε· και ήταν φορές που πέταξα στον ουρανό για να δώσω μάχη· και όλα αυτά τα έκανα για ζήσω παραπάνω».

Ο Εβλιγιά προσθέτει ότι αυτοί οι ομπούρ είναι ξεχωριστό σόι, και ότι αρνούνται να συνάψουν γάμους με τους υπόλοιπους Τσερκέζους. Οι περισσότεροι, λέει, ζουν στις χώρες της Μοσχοβίας, των Κοζάκων, των Πολωνών και των Τσέχων· όμως «είναι βέβαιο πως είναι οι καρακόντζολος του Ρουμ (των οθωμανικών περιοχών)». Η λέξη ομπούρ επανεμφανίζεται μια φορά ακόμα στο έργο του Εβλιγιά, αυτή τη φορά σε βαλκανικά συμφραζόμενα. Όταν αναφέρει το Ομπούρτσα, ένα μικρό χωριό κοντά στη Σίπκα, στη σημερινή κεντρική Βουλγαρία, ο Εβλιγιά σημειώνει ότι «στα τατάρικα ομπούρ σημαίνει μάγος, μάγισσα, ή κάποιον που σηκώνεται απ’ τον τάφο». Σας θυμίζει κάτι η λέξη; Ναι, για να δούμε: η λέξη βαμπίρ, λέει, προέρχεται από μια σλάβικη λέξη (βουλγάρικα και σερβοκροάτικα вампир, τσέχικα upír, ουκρανικά упир, ρώσικα упырь, όλα τους ανάγονται μάλλον στο παλαιό ανατολικοσλαβικό упирь, upir’), αν και ο πολύς Φραντς Μίκλοσιτς πρότεινε πρώτος ότι η απώτερη ετυμολογία είναι τουρκογενής, παραπέμποντας στο ταταρικό ubyr, «μυθολογικό πλάσμα» ή το σιβηριανό (Τσουβάς) văpăr, «κακό φάντασμα, μάγος». Να είχε δίκιο, ή είναι πιθανότερο η λέξη να έφτασε στον Καύκασο από τις ρώσικες στέπες στις παρυφές του; Ποιος ξέρει· όχι εγώ πάντως.

Όσο για τον μυστηριώδη καρακόντζολος και τις διαβόητες νύχτες του, πρόκειται για τις πραγματικές νύχτες ή και μέρες του καλικάντζαρου, τις οποίες συχνά ο Εβλιγιά αναφέρει σε χριστιανικά συμφραζόμενα· βρίσκουμε μια δόση του κιρκασιανού τρόμου στην περιγραφή του για μια σπηλιά σε κάποιο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης, από όπου «οι μάγοι που τους λένε καρακόντζολος» βγαίνουν κάθε βράδυ και γυρνάν όλη νύχτα σε άμαξες τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες. Τώρα που πλησιάζει λοιπόν το Δωδεκάμερο, προσέξτε τους καλικάντζαρους, μπορεί να είναι πιο επικίνδυνοι απ’ όσο δείχνουν.

Read Full Post »

Όπως δικαίωμα στην εργασία σημαίνει κάτι σαν Λάντλοου, έτσι και Ξένιος Δίας σημαίνει Σουλεϊμάν. Ο Μεγαλοπρεπής:

Διαβάζοντας τη χρονογραφία (Τα μετά την Άλωσιν) του Αθανάσιου Κομνηνού Υψηλάντη, ενός Φαναριώτη που έγραφε στα τέλη του 18ου αιώνα, πέφτει κανείς στην εξής εντυπωσιακή περιγραφή για το έτος 1528: Αρβανίται τινές εισέρχονται νύκτωρ εις τον οίκον χριστιανού τινος πραγματευτού οικούντος παρά το τζαμί σουλτάν-Σελίμ, φονεύουσι τον Χριστιανόν και αρπάζουσι τα υπάρχοντά του. Τη επιούση γενομένης αγωγής εξετάσθη και απεδείχθη ότι οι φονείς νά ήσαν Αρβανίται· μή γνωσθέντων δέ των μιαιφόνων και των λοιπών Αρβανιτών μή μαρτυρησάντων αυτούς, τη προσταγή του σουλτάν Σουλεϊμάν εφονεύθησαν πάντες οι εν τη Κωνσταντινουπόλει Αρβανίται, τόσον οι κατοικούντες εν τη Πόλει όσον και οι μουσαφίρηδες.

Ο Υψηλάντης, όπως και σε άλλα σημεία, αντιγράφει τον Δημήτριο Καντεμίρ, και εκείνος με τη σειρά του τον παλιό μας γνώριμο Πετσεβί, που έγραφε έναν αιώνα μετά το γεγονός, την τρίτη δεκαετία του 17ου αιώνα:

…κάποιοι ληστές μπήκαν σε ένα σπίτι, το λεηλάτησαν και σκότωσαν όσους ήταν μέσα. Οι ανακρίσεις που έγιναν δεν μπόρεσαν καθόλου να υποδείξουν τους ενόχους με νόμιμο τρόπο, αλλά μόνο την πιθανότητα να επρόκειτο για άεργους (ή: εργένηδες) Αλβανούς που γύριζαν τα παζάρια της πόλης δουλεύοντας μεροκάματο. Έτσι συνελήφθησαν κάπου οχτακόσιοι ψωμάδες, κηροποιοί, μαλάκτες των λουτρών, μάγειρες, ξυλοκόποι, και γενικότερα άεργοι (ή: εργένηδες)· εκτελέστηκαν σε αγορές, σοκάκια και μέρη συνάθροισης, ώστε να προκληθεί φόβος στους ληστές. Από τότε δεν ξανάγινε τέτοιο έγκλημα.

Εξηγώ λίγο το «άεργοι ή εργένηδες»: οι δύο λέξεις, bî-kâr και bekâr γράφονται στα οθωμανικά ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Οι εργένηδες ήταν κλασικός στόχος τέτοιων επιχειρήσεων, πάντως, μια και ουσιαστικά επρόκειτο για εσωτερικούς μετανάστες που δεν είχαν τη δυνατότητα να συντηρήσουν οικογένεια· έμεναν συνήθως σε ειδικά διαμερίσματα, στυλ πανσιόν, τα λεγόμενα «δωμάτια εργένηδων».

Έχει ενδιαφέρον να δούμε την πρώτη αναφορά στο γεγονός, από έναν σύγχρονό του ιστορικό αυτή τη φορά, τον Νισαντζί Τζελαλζαντέ Μουσταφά. Ο Τζελαλζαντέ δεν μιλάει καθόλου για Αλβανούς· λέει μόνο ότι οι υποψίες έπεσαν σε περιφερόμενους και αλιτήριους εργένηδες, που ασχολούνταν με την κατασκευή κεριών ή εργάζονταν ως μεροκαματιάρηδες και ότι συνελήφθησαν σε αγορές και ταβέρνες οκτακόσιοι τέτοιοι άνεργοι και άεργοι άπιστοι, οι οποίοι εκτελέστηκαν στα μέρη όπου συγκεντρώνονταν.

Το ότι το θύμα ήταν χριστιανός, αν δεν κάνω λάθος, είναι επινόηση του Καντεμίρ ή του Υψηλάντη, αλλά τέλος πάντων ας το προσμετρήσουμε στα θετικά της οθωμανικής σιδηράς χείρας (η ελληνική, αντίθετα, ξέρει να επιλύει μόνο ορισμένα εγκλήματα).

Οι περιφερόμενοι εργένηδες έγιναν άεργοι άπιστοι και κατόπιν Αλβανοί, λοιπόν, αλλά αυτές οι μετωνυμίες, όπως ο Ξένιος Δίας, έχουν συμβολική μόνο σημασία. Το σημαντικό σχήμα εδώ δεν είναι η μετωνυμία, είναι η συνεκδοχή: συλλογική ευθύνη το λένε αλλιώς, και όχι, δεν σας θυμίζει μόνο τον Χίτλερ.

Read Full Post »

Σκαλίζοντας ως συνήθως έπεσα σε μια οθωμανική συλλογή ιστοριών, ανεκδότων και αξιοπερίεργων με το όνομα «Θαυμαστά έργα», γραμμένη από τον ποιητή Τζινανί που πέθανε το 1595 [Osman Ünlü επιμ., Cinânî: Bedâyiü’l-âsâr, 2 τόμοι, Χάρβαρντ 2009 (Sources of Oriental Languages and Literatures 93)]. Τέτοιος θησαυρός είναι φτιαγμένος για τον Δύτη και τους αναγνώστες του, σκέφτηκα αμέσως: από παραμύθια στυλ Χιλίων και Μιας Νυχτών μέχρι διηγήματα και νουβέλες, ενώ δεν λείπει στο τέλος και ένας κατάλογος «παράξενων» που θυμίζουν αντίστοιχα της μεσαιωνικής Δύσης. Λοιπόν, ελπίζω στο μέλλον να καταπιαστώ σοβαρά και να σας φιλοδωρήσω με μερικά τέτοια παραμυθάκια· για την ώρα είναι πιο εύκολο (είναι πιο σύντομα!) να ανθολογήσω κάποια από τα παράξενα, τα mirabilia τέλος πάντων, που μοιάζουν με τις ιστοριούλες του Μάντεβιλ (βλέπε προηγούμενο). Του στυλ, δέντρα που πέφτουν ή καίγονται και ξαναστήνονται μόνα τους θαυματουργώ τω τρόπω· μια πηγή που όταν, λέει, δεν έβγαζε νερό (τρεις μήνες, κάθε καλοκαίρι) έβγαζε ήχους από νταούλια και ζουρνάδες (στη Λόφτσα ή Λόβετς, στη Βουλγαρία)· μια άλλη πηγή, που βγάζει άσπρο νερό, το οποίο όμως βάφει τα υφάσματα μαύρα (στις Θείρες της Μικρασίας)· ένας θόλος με δύο στρογγυλές εισόδους σα μάτια, στην Ταυρίδα, που ήταν κάποτε ανθρώπινο κρανίο (λέγεται)· και λίγες ιστορίες φαντασμάτων, από τις οποίες διαλέγω δύο, αρκούντως ανατριχιαστικές νομίζω. Ως εξής:

17. Κάποιος Αχμέτ Τσαούς διηγείται ότι: στο κάστρο Ντιράτς [Δυρράχιο] του βιλαετιού της Αλβανίας, όταν κάποιος -μουσουλμάνος ή άπιστος- είναι σοβαρά άρρωστος χάνει το μυαλό του, και χωρίς να το καταλαβαίνει (και με διαταγή του Θεού) η ψυχή κάποιου πούχει πεθάνει μπαίνει στο σώμα του και αρχίζει να μιλά. Για παράδειγμα λέει «Ε, τύραννοι, γιατί δεν ψάχνετε την υπόθεσή μου; Είμαι ο Τάδε γιος του Δείνα και με βασανίζουν στον άλλο κόσμο. Εγώ έκανα τις τάδε αμαρτίες, τώρα με βασανίζουν υπέρμετρα γιατί κάθεστε σπίτι μου, φοράτε τα ρούχα μου και ξοδεύετε τους παράδες μου· γιατί δεν λέτε προσευχές και δεν κάνετε ελεημοσύνες για την ψυχούλα μου;» -αυτά διηγούνται όσοι ξέρουν. Μια φορά μάλιστα ένας άρρωστος ψυχορραγούσε δίπλα μου· στο σώμα του μπήκε ένας νεκρός και άρχισε να μιλά: «Εγώ είμαι η γυναίκα του Τάδε τσαούση. Όσο ζούσα μοιχευόμουν με κάποιον. Τώρα εκεί πέρα που είμαι όλο με βασανίζουν. Έχω καταστραφεί. Τόσα ρούχα και χρήματά μου τρώνε, γιατί οι κληρονόμοι μου δεν με καταλαβαίνουν;» -κι έτσι θρηνούσε. Λίγο αργότερα το μυαλό του αρρώστου ήρθε στο κεφάλι του. Ρωτήσαμε, δεν θυμόταν ούτε ήξερε τίποτα. (…) Αν [ο άρρωστος] είναι μουσουλμάνος, φέρνουν κάποιον ουλεμά, που διαβάζει λίγο από το Κοράνι και εμποδίζει το πνεύμα [του νεκρού]· αν είναι άπιστος, φέρνουν έναν παπά και διαβάζει το Ευαγγέλιο. (…)

19. Κάποιος Μεβλανά Σεγίτ Μουχιντίν, που είναι τώρα καδής στο Μοριά, διηγείται τα εξής: Κάποτε πέθανε κάποιος στο βιλαέτι του Μοριά. Όπως συνηθίζεται εκεί, είχε μια δούλα (orfana). Τρεις-τέσσερις μήνες αφότου πέθανε αυτός, μια μέρα η δούλα του άρχισε να φωνάζει: «Ο αφέντης μου ήρθε, όπως έκανε όσο ζούσε ήρθε στο κρεβάτι μου και μ’ έκανε δική του». Όσοι το άκουσαν γέλασαν και δεν την πίστεψαν. Η καημένη η δούλα έλεγε «Ο αφέντης μου κάθε βράδυ έρχεται και σμίγει μαζί μου, σκίζει το άνθος μου. Μα δεν με πιστεύετε…» Τέλος έφυγε από το σπίτι, πήγε σε ένα άλλο και κοιμόταν δίπλα σε μερικούς ανθρώπους [για ασφάλεια]. Αλλά μόλις έμενε μόνη της [ο νεκρός] ερχόταν και πάλι και την έκανε δικιά του, δεν μπορούσε να βρει σωτηρία. Υπήρχε εκεί ένας ουλεμάς, ο Πιρί Ντεντέ με τ’ όνομα. Η γυναίκα πήγε και τον βρήκε και του εξιστόρησε το χάλι της. Ο αφηγητής λέει: Αυτός ο Πιρί Ντεντέ μου είπε τα εξής, «όταν ήρθε η γυναίκα δεν την πίστεψα, έκανε όμως φοβερούς όρκους, έτσι σκέφτηκα να πάω επί τόπου και να παραμονέψω. (…) Ήρθε ο σπιτονοικοκύρης και πήγαμε μαζί στο σπίτι. Περιμέναμε και οι δυο έξω, σε έναν σοφά· στείλαμε τη γυναίκα μέσα. Ήταν απόγευμα, κι ήταν ακόμα μέρα· η γυναίκα άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια, ήρθε ο αφέντης μου!» Σηκωθήκαμε και τρέξαμε μέσα. Μα την αλήθεια του Θεού που δημιούργησε με τη δύναμή Του τον κόσμο, είδα τον άνθρωπο όπως τον ήξερα εν ζωή -είχε μπει ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας, έσμιγε μαζί της, όπως έκανε όσο ήταν ζωντανός. Μόλις τον είδαμε εμείς ορμήσαμε πάνω του· είπαμε να τον χτυπήσουμε με κάποιο σπαθί ή μαχαίρι, μα δεν είχαμε πρόχειρο. Ψάξαμε πίσω απ’ την πόρτα, βρήκαμε μια σούβλα, αλλά μόλις την αρπάξαμε και ορμήσαμε εκείνος εξαφανίστηκε: δεν βλέπαμε πια κανέναν. Αλλά ήταν φανερό τι είχε πάθει η γυναίκα. Δέκα μέρες μετά πέθανε κι αυτή. Την έθαψαν δίπλα στον άντρα της. Αλήθεια τούτη την ιστορία την είδα με τα μάτια μου.» Ποια είναι η αλήθεια, δεν ξέρει κανείς παρά ο Θεός, διηγήθηκε [ο καδής].

Προσθέστε τις ιστορίες με τους οθωμανούς βρυκόλακες, και μπορούμε πια να φανταστούμε μια οθωμανική ταινία τρόμου. Εγώ βρήκα τον Ανατολίτη Πόε μου, πάντως.

Read Full Post »

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ από πού βγαίνει η λέξη ρεφενές; Ξέρω, τρέχετε στον Μπαμπινιώτη, ο οποίος όμως -σας προλαβαίνω- αρκείται σε ένα σκοτεινό «από το τουρκ. refene«. Μόνο που τέτοια λέξη δεν θα βρείτε σε τούρκικο λεξικό. Πιο έξυπνο το λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη γράφει: τουρκ. (διαλεκτ.) refene -ς (< herifane, από τα περσ.). Εξακολουθώ να μη βρίσκω το refene στα λεξικά μου, βρίσκω όμως βέβαια το herifane και μάλιστα με τη συχνότερη, όπως φαίνεται, μορφή arifane. Είναι αξιοπερίεργο ότι η λέξη δεν μοιάζει να επέζησε στα τούρκικα, αντίθετα με τα ελληνικά. Η ετυμολογία της πρώτης μορφής είναι εύκολη: herif είναι ο ερίφης, το άτομο, και η κατάληξη –âne δηλώνει, ας πούμε, τροπικό επίρρημα: κατ’ άτομο, λοιπόν, είναι μια κατά λέξη μετάφραση του περσικού. Πόθεν όμως το arifane (το οποίο, σημειωτέον, καταγράφεται και στο σπουδαίο ιστορικό-ετυμολογικό του Tietze);

 عارفانه είναι η οθωμανική μορφή, και κατά λέξη σημαίνει «κατά τον τρόπο των ειδικών, των σοφών». Η λέξη μοιάζει να εμφανίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, διότι μια από τις πρώτες (ίσως η πρώτη) γνωστές εμφανίσεις της είναι σε ένα καταπληκτικό έργο του σπουδαίου λόγιου Μουσταφά Άλη, από την Καλλίπολη. Πρόκειται για ένα, ας πούμε, εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς, κάτι σαν τη βαρόνη Σταφ-ογλού της εποχής δηλαδή, με πλήρη τίτλο «Τα τραπέζια των μεζέδων: σχετικά με τους κανόνες των συναναστροφών», γραμμένο το 1599 ή το 1600, λίγο πριν πεθάνει ο πολυπράγμων συγγραφέας του. Διαβάζουμε λοιπόν στο πεντηκοστό τρίτο κεφάλαιο (M. Şeker ed., Gelibolulu Mustafa ‘Âlî ve Mevâ’idü’n-nefâis fî-kavâ’idi’l-mecâlis, Άγκυρα 1997, σ. 347· D. S. Brookes, The Ottoman Gentleman of the Sixteenth Century, Χάρβαρντ 2003 [Sources of Oriental Languages and Literatures 59], σ. 111) τα εξής ωραία:

Στις συναναστροφές που γίνονται με ρεφενέ (‘ârifâne olan sohbetlerde), δηλαδή στις συναθροίσεις όπου κάποια άτομα μαζεύονται σ’ ένα μέρος και ο καθένας βάζει κάποια χρήματα, είναι ανάρμοστο και ταιριαστό με τις χυδαίες τάξεις των ανθρώπων να λέγεται «Μίλα όσο αξίζει ο παράς σου!» Όσοι ξέρουν την αξία των άλλων δεν το δέχονται, δεν λένε τέτοια πράγματα. Διότι όποιος αξίζει σεβασμό είναι παντού άξιος να ακουστεί ο λόγος του και να έχει την τιμητική θέση. Όποιος λέει ότι ο σεβασμός προς κάποιον εξαρτάται από το χρήμα που διαθέτει, σφάλλει.

Ότι η λέξη ήταν καινούρια φαίνεται από το γεγονός ότι ο Άλη νιώθει την ανάγκη να εξηγήσει τι σημαίνει. Ακολουθεί ένα ποίημα, στο οποίο μοιάζει να κάνει λογοπαίγνιο με την ερμηνεία arifane = σοφά (ο ρεφενές δεν κάνει ίσους μεταξύ τους τους γνώστες / οι γνώστες ξέρουν πως αυτό είναι αλήθεια κλπ) -είναι λοιπόν παραπάνω από πιθανό, φαντάζομαι, η μορφή arifane (και η αντίστοιχη ορθογραφία, που αλλιώς δεν εξηγείται) να προέρχεται από ηθελημένη ή αθέλητη παρετυμολόγηση της λέξης. Κάθε ερίφης δεν είναι και γνώστης· σε δύσκολους καιρούς, όπως ήταν το τέλος του 16ου αιώνα για τους Οθωμανούς, όποιος ξέρει κάνει ρεφενέ. Μπορεί και ο χορτάτος βέβαια, που λέει και το άσμα, ακόμα καλύτερα όμως όποιος δυσκολεύεται, βρίσκω. Διότι σ’ αυτό όσο νάναι ο γκρινιάρης και κάπως ψηλομύτης Μουσταφά Άλη ένα δίκιο τόχε.

Υπάρχει, απ’ την άλλη, και το παράδειγμα του Νασρεντίν Χότζα, που όταν ο καθένας της παρέας έλεγε τι θα φέρει στον ρεφενέ αυτός δεν μιλούσε, γιατί θα συνεισέφερε, λέει, την όρεξη. Ύστερα θα έλεγε, φαντάζομαι: μαζί τα φάγαμε.

Read Full Post »

Ίσως -ίσως λέω- θυμάστε ότι φέτος διανύουμε το έτος Εβλιγιά Τσελεμπή. Είχα ανεβάσει και παλιότερα κάποιες όμορφες ιστορίες αυτού του μεγάλου Οθωμανού περιηγητή, αλλά και παραμυθά όπως φαίνεται: ψυχές που βγαίνουν απ’ το σώμα με τη μορφή νυφίτσας, συναρπαστικές περιπέτειες με φόνους, Οθωμανοί αστροναύτες, όλα έχουν τη θέση τους σ’ αυτό το τεράστιο έργο, πιο αξιόπιστο απ’ ό,τι φαίνεται (και απ’ όσο νομίζαμε), αλλά πάντα γεμάτο με ανέκδοτα, παραμυθάκια και επινοήσεις, τις οποίες δεν είναι πάντα σίγουρο πως ο ίδιος ο Εβλιγιά σκόπευε να κάνει πιστευτές. Να μια ακόμα τέτοια ιστοριούλα, που μπορεί ίσως να χαρακτηριστεί σάτιρα μάλλον παρά παραμύθι:

Το έτος 1059 (1649), ενώ ο Σιλιχτάρ Μουρταζά Πασάς ήταν κυβερνήτης της Σεβάστειας, εμφανίστηκε ενώπιόν του μια αντιπροσωπεία από ένα χωριό. Κρατούσαν ένα κουτί, στο οποίο βρισκόταν το πτώμα ενός μωρού λευκού ελέφαντα. «Κύριέ μας», είπαν, «ο μικρός αυτός ελέφαντας γεννήθηκε στο χωριό μας από ένα κορίτσι, μια παρθένα. Τώρα ο καδής μας φυλάκισε το κορίτσι μαζί με τους γονείς του και άλλους συγγενείς. Το ελεφαντάκι γεννήθηκε ζωντανό, αλλά ο καδής έβαλε τη μαμή να το σκοτώσει. Εκλιπαρούμε τον κύριό μας να στείλει έναν αντιπρόσωπο για να ελευθερώσει την οικογένεια και να τους φέρει εδώ, ώστε να ανακαλύψετε την αλήθεια».

«Εβλιγιά Τσελεμπή», είπε ο Μουρταζά Πασάς, «αυτή είναι δουλειά για σένα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »