Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Οθωμανικά και άλλα’ Category

Δεν είναι πολλά τα κείμενα Οθωμανών που να πολέμησαν στη διάρκεια της Επανάστασης. Για την ακρίβεια είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού (ένα είναι του Βαχίτ Πασά, εκείνου που διέταξε τη σφαγή της Χίου· ένα άλλο — καλά, θα σας πω του χρόνου). Αυτό που αντιγράφω σήμερα ανήκει στην ημιτελή αυτοβιογραφία του Καμπουτλή Βασίφ Εφέντη, ενός άτακτου μισθοφόρου ιππέα που πολέμησε στη Στερεά, την Πελοπόννησο και την Εύβοια και έγραψε απομνημονεύματα («τις χώρες και τις επαρχίες, τους πολέμους και τους θανάτους έναν προς έναν, ό,τι παρατήρησα από το έτος 1216 [1801/2] ως το 1248 [1832/3]… ώστε οι αναγνώστες να ακούσουν, να αφήσουν τούτο τον κόσμο και να σκεφτούν το Επέκεινα») το 1834. Δυστυχώς το κείμενο κόβεται απότομα, πάνω σε κάτι περιπέτειες στα βουνά της Κύμης. Ο τύπος άφησε το χωριό του για τα ξένα (έτσι το γράφει) το 1801, σε ηλικία οχτώ χρονών, μαζί με τον πατέρα του, και πολέμησε σε διάφορα μέτωπα της Μικρασίας, εναντίον τοπαρχών και Ρώσων, προτού ενταχθεί σε ένα από τα σώματα που στάλθηκαν κατά του Αλή Πασά. Ε, «ενώ έκοβαν το κεφάλι αυτού του Αλή Πασά, οι άπιστοι του Μοριά ξεσηκώθηκαν». Έχει ενδιαφέρον ότι το κείμενο είναι στολισμένο με εικόνες που περιγράφουν τα μέρη και τα τεκταινόμενα· έβαλα μερικές κι εδώ. (Μπορείτε να δείτε και αυτό το σχετικό άρθρο).

Μη νομίσετε ότι είναι ακριβώς συναρπαστικό κείμενο, είναι γεμάτο με κάπως μονότονες περιγραφές, μάχες και κομμένα κεφάλια· ούτε ο συγγραφέας είναι καμιά συμπαθητική προσωπικότητα, παρότι βέβαια το ότι έγραψε και ζωγράφισε είναι, αν μη τι άλλο, αξιοπρόσεχτο. Διάλεξα να μεταφράσω τη μάχη στα Δερβενάκια. Ο Κολλή Κοτρόν φαντάζεστε ποιος είναι:

…Την επόμενη μέρα, το απόγευμα, το δερβένι [πέρασμα] του Μοριά φάνηκε και το πλησιάσαμε. Άπιστος δεν φαινότανε. Είπαμε: «Ο Θεός γνωρίζει καλύτερα — αλλά δεν υπάρχουν άπιστοι στρατιώτες στο πέρασμα». Ενώ τα λέγαμε όμως αυτά, είχαμε μαζί μας έναν οδηγό που ήταν μοραΐτης. Μας ενημέρωσε πως το πέρασμα δεν είχε εγκαταλειφθεί, και ότι ο Κολλή Κοτρόν, ο κυριότερος μπέης των απίστων, βρισκόταν εκεί. Δεν ακούσαμε όμως τα λόγια του και μόλις φτάσαμε κοντά στη χαμηλότερη είσοδο του περάσματος, είδαμε πως οι άπιστοι είχαν σκάψει χαρακώματα από το ένα βουνό στο άλλο, είχαν στήσει τις σημαίες τους στην κορφή του βουνού και περίμεναν. Όταν είδαμε τη διάταξή τους, επιστρέψαμε στα χωριά της πεδιάδας. Ενώ περιφερόμασταν εκεί, ένας άπιστος έπεσε στα χέρια μας. Του πήραμε πληροφορίες· τον ρωτήσαμε: «Υπάρχουν πολλοί άπιστοι σ’ αυτό το Δερβένι του Μοριά;» Ο άπιστος απάντησε ως εξής: «Υπάρχουν σαράντα χιλιάδες, και μαζί τους ο Κολλή Κοτρόν, που είναι ο μπέης τους». […] Ο πασάς ετοιμάστηκε –είχε ήδη χαράξει– και η εμπροσθοφυλακή του στρατού έφτασε στο δερβένι του Μοριά. Μας βρήκαν εκεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Να τι διαβάζουμε σε μια αναφορά του υπουργού του Δικαίου Ιωάννη Θεοτόκη προς το Εκτελεστικό σώμα, γραμμένη στο Ναύπλιο στις 2 Οκτωμβρίου 1824:

Κάποιος Μεχμέτ δερβίς εφέντης, καταγόμενος εκ μιας των εν Τριπολιτζά οικογενειών, ανήρ έμπειρος εις την οθωμανικήν γλώσσαν, και επομένως από τους κατά πολλά χρησίμους και αναγκαίους εις το υπουργείον τούτο, δια τα καθημέραν παρεμπίπτοντα έγγραφα, τεμεσούκια και χοτζέτια. Ευχαριστείται να προσκοληθή εις το υπουργείον με εκατόν γρόσια μηνιαίον προς εξοικονόμησιν της οικογενείας του.

Περιττόν το υπουργείον να τον συστήση ήδη προς την Διοίκησιν, ως άνθρωπον καίτοι τούρκον όντα, φιλέλληνα όμως και φιλόκαλον, ως πολλάκις το απέδειξεν ο ίδιος πραγματικώς.

Εμφανίζεται και σ’ άλλα έγγραφα αυτός ο φιλέλληνας και φιλόκαλος Τούρκος. Τα ελληνικά του, βέβαια, δεν ήταν τόσο καλά όσο (υποθέτουμε) τα οθωμανικά του. Γράφει τον Απρίλιο του 1825:

Προς το σηβαστόν εκτελεστικόν σώμα

αφού αποφάσισα να αποθάνο εις τηγήν εις στην οπίαν εγενίθιν να δουλέψο τιν ελινικιν διοίκησιν εις ότι δήνομεν με σταθερότιτα και επιμέλιαν κατίντισα να ηστεριθό όλα τα μέσα τα οποία δήναντε να μου φιλάξουν ειςτινιγίαν και τιν επιμέλιαν του να εκπλιρό το χρέος, εις στο οπίον ήμε διορισμένος το να εξιγίσο τα μέσα, οπου μου λίπουν είνε περιτόν διότι η σεβαστί διοίκησις τα γνορίζι βλέπει ότι ήμε γυμνός ηξεύρι ότι ηστερούμε τον καθιμερινόν έξοδόν μου…

δούλος σας δερβής μεχμέτ εφένδης

Τα ελληνικά του δερβίση είχαν πάντως βελτιωθεί μέχρι τον Φλεβάρη του ’28, οπότε γράφει προς τον Καποδίστρια ότι η μετά των Ελλήνων σχέσις μου μεταξύ του τοσαετούς διαστήματος της διαγωγής μου εστάθη ανεπίληπτος ως προς τας οθωμανικάς προλήψεις… η πείρα με απέδειξε πρόθυμον εις το να συμπάσχω, και να συνδυστυχώ μετά των ελευθέρων Ελλήνων, προτιμήσας την ελευθέραν ζωήν μάλλον, ή την μετ’ ευκλείας υπόζυγον μετά των ομοφύλων μου διαγωγήν… τούτο μετηρχόμην ουχί ως προδίδων το ομογενές μου, αλλ’ ως ζηλωτής υπέρμαχος της ελευθερίας εξ υπαρχής.

Παράξενη περίπτωση· δεν είναι ο μόνος, ωστόσο: τα αρχεία της Επανάστασης έχουν και διάφορους άλλους αυτόμολους. Ένας Χουσεΐν Βελή από την Πέργαμο, βεβαρυμένος από την ακαταστασίαν του στρατιωτικού μας ήλθε αυτόμολος στην επαναστατημένη επικράτεια αλλά τον λήστεψε ο φύλακας στο πέραμα της Σαλαμίνας, και ζητά άδεια να πάει στη Σύρα να δουλέψει βυρσοδέψης ή στην καπνοσυρειγγοποιΐαν. Μαζί του και άλλοι έχουν αυτομολήσει κατά την πολιορκία της Αθήνας: άντε βρες άκρη για τους πραγματικούς λόγους, που μάλλον δεν θα ήταν τα ιδεώδη του Ντερβίς Εφέντη. Όμως τι να πεις για τον Εμίν Ισμαήλ ογλού, ο οποίος δηλώνει ότι όντας μουσουλμάνος θεσσαλονικεύς μη υποφέρων την τυραννίαν, αποφάσισα να ζητήσω μίαν ευνομουμένην διοίκησιν, οποίαν χαίρει η Ελλάς Σήμερον [1828] διό και καβαλικεύσας το μικρόν μου πλοιάριον ψαράδικον εμίσευσα από την θεσσαλονίκην δια τα παράλια του ολύμπου; Ένας άλλος πάντως, ο Σεΐζης, οθωμανός τη θρησκεία και έλλην τη πατρίδι και τω φρονήματι επικαλείται και του αειμνήστου αρχηγού καραϊσκάκη το στρατόπεδον για τις εκδουλεύσεις του. Ο δε Βρεμπής Καλαβρυτινός (Βεχμπής, υποψιάζομαι) δεν θέλησε να αφήσει την γεναιθλίαν γην μας αλλά έτρεξε εις τα στρατόπεδα, εναντίον των ομοθρήσκων [τ]ου (κηδόμενος μάλλον του εθνισμού παρά της διαφοράς της θρησκείας) παρακολουθήσας τον αείμνηστον στρατηγόν αθανάσιον μπότζαρην ντούσιαν. Λέει αργότερα ο ίδιος: το πώς είμεθα τούρκη ναι μεν αμή πρέπει να είσται βέβαιοι δεν εφρονούσαμεν τουρκικά αλλά εφρονούσαμεν και φρονούμεν τόσον ελληνηκά όστε από καθε έλληνα καλήτερα και μαχόμεθα εναντίαν της θρησκείας μας. Οι πιο πολλοί, πράγματι, είναι ντόπιοι που επιλέγουν τον τόπο και όχι την θρησκεία: όπως ένας Οσμάν Τζερετόπουλος, του οποίου ο γιος φυλάττων την προπατορικήν του θρησκείαν, ηγωνίσθη μετά των Ελλήνων, καθ’ όλον το διάστημα της ελλ. επαναστάσεως διατελών εισέτι εις την φρουράν της επιτροπείας (γράφει ο έκτακτος επίτροπος Ανατολικής Ελλάδας Κ. Μεταξάς, το 1831).

Και αν νομίζουμε ότι πρόκειται μόνο για μεμονωμένες περιπτώσεις αυτομόλων, να και ένα κατάστιχο με την οθωμανική εκατονταρχία του Μουστάφα διατελούσα παρά χιλιάρχω νικολάω Κριεζώτη, εν έτει 1828 πάλι. Βλέπει κανείς στον κατάλογο ανάκατα τον Μουστάφα Γκέκα (45 ετών, εκατόνταρχο), τον Γεώργη Μυτιληναίο, τον Βεΐζη Αράπη (Αλβανό, 27 ετών), τον Σουλεϋμάν Γκέκα και τον αλβανό τζαφάρη, τον Μεχμέτη από το Αϊβαλί και τον Μήτρο Καλόγερο (από τον Εύρυπο), τον Παναγιώτη απ’ τη Θήβα και τον Μεχμέτη από την Τριπολιτζά. Είναι παράξενο ότι δεν μοιάζει να ξέρουμε τίποτα άλλο για αυτή την «Οθωμανική εκατονταρχία» πέρα από το συγκεκριμένο έγγραφο! Παρομοίως, την ίδια χρονιά, οι υποφαινόμενοι οθωμανοί Αχμέτης Λοφτζαλής, Αχμέτης Βιδηνλής και Ισμαήλ Ανδριανοπολίτης αναφέρουν ότι αφ’ ου καιρού εσύστησεν ο Κ. Αθανάσης Παπάζογλους το πρώτον ιππικόν εμβήκαμεν υπό την οδηγίαν του.

Πολλά μπορεί να σχολιάσει κανείς, από τη σύγχυση εθνικού-θρησκευτικού στην ορολογία μέχρι τα κίνητρα και το ποιον των αυτόμολων, και από το τι θεωρούσαν οι επαναστάτες ιθαγένεια μέχρι το πόση σημασία είχε και η πολιτειακή μεταβολή με την Επανάσταση· δείτε και τη βιβλιογραφία από κάτω. Αντίθετα με εμένα όμως, ο Δύτης δεν καμώνεται τον ιστορικό. Ασφαλώς πολλά από όσα διαβάζουμε είναι τυπικές φόρμουλες, κάποια όμως μοιάζουν ειλικρινής έκφραση πίστης. Και γιατί όχι; Ο οθωμανός ιστορικός της εποχής, ο Σανιζαντέ —τον θυμάστε;– γράφει πως λίγο πριν τον Μάρτη του ’21 κάποιος καθολικός Αρμένιος είχε πει σε ένα μουσουλμάνο φίλο του ότι η επερχόμενη χριστιανική επανάσταση θα γίνει «για να είμαστε κι εσείς κι εμείς ελεύθεροι και ίσοι· και θάναι καλύτερα για όλους».

Ναι, ξέρουμε ότι τελικά δεν ήταν πάντα καλύτερα για όλους. Αλλά, δεν θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρόθεση;

Βασική πηγή: Spyros D. Loucatos, «Les arabes et les turcs philhellènes pendant l’insurrection pour l’indépendance de la Grèce«, Balkan Studies 1980, σελ. 233-273. Υπάρχει και προγενέστερη ελληνική βερσιόν: Σπυρ. Λουκάτος, «Τουρκο-αλβανικού φιλελληνισμού εράνισμα κατά την ελληνικήν Εθνεγερσίαν», Αθηνά, τ. ΟΓ΄-ΟΔ΄ (1972-1973), σ. 43-63. Και ένα-δυο άλλα κείμενα, όπως του Παναγιώτη Στάθη για τους Mουσουλμάνους στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, (και άλλο ένα εδώ), του Κώστα Καψάλη για τρεις οθωμανούς αγωνιστές από το Λιδωρίκι, και μερικά ακόμα, που όλα σχεδόν βασίζονται στο άρθρο του Λουκάτου. Για τον Σανιζαντέ: Z. Yılmazer επιμ., Şâni-zâde Mehmed ‘Atâ’ullah Efendi: Şânî-zâde târîhi [Osmanlı tarihi (1223-1237 / 1808-1821)], Κων/πολη 2008, σελ. 1065.

Read Full Post »

Πιστέψτε το ή όχι, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο Δύτης κλείνει σήμερα εφτά χρόνια ζωής. Κάπως να το γιορτάσουμε, είπα, μη γράψεις πάλι τα ίδια, πάλι ότι είμαστε στο ρελαντί αλλά εδώ, ευχές και τα λοιπά, έξι φορές μέχρι τώρα βαρέθηκε ο κόσμος. Και μετά σκέφτηκα ότι στο ξεκίνημά του ο Δύτης είχε βάλει σκοπό να κοινοποιήσει τα μικρά περίεργα των αγαπημένων του Οθωμανών: να όμως που ο έβδομος χρόνος πέρασε χωρίς ούτε ένα από αυτά τα minima orientalia. Ε, ιδού λοιπόν κάτι που βρήκα πρόσφατα:

Η ιστορία αρχίζει σα μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν, διότι ο Γκότφριντ Χάγκεν, ερευνητής που εξέταζε το αυτόγραφο κείμενο του Τζιχαν-νουμά, «καθρέφτη του κόσμου» ή αλλιώς της παγκόσμιας γεωγραφίας του σπουδαίου Κιατίπ Τσελεμπή, βρήκε ανάμεσα στα φύλλα του χειρογράφου ένα χαρτί. Εντάξει, δεν είχε τον κώδικα του Άρνε Σάκνουσεμ, είχε όμως κάτι άλλο: από τη μια μεριά, ένα πρόχειρο σκίτσο της λίμνης Αχρίδας, με την ομώνυμη πόλη, το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα και τις άλλες γύρω πόλεις. Το χάρτη συνόδευε ένα δίστιχο κάποιου ποιητή της Αχρίδας, του Αμπντουλαζίζ Τσελεμπή:

Τα δώρα της Αχρίδας είναι τρία, όπως έχουν πει άνθρωποι με γούστο

Η λίμνη, ένα, τα ψάρια, δύο, και τρία τα διάφορά της φρούτα.

800px-oxrida

Αυτά στο πίσω μέρος. Το χαρτί είχε χρησιμοποιηθεί σαν πρόχειρο, διότι από την άλλη πλευρά (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ποτέ δεν συμμερίστηκα τον απέραντο θαυμασμό που γενικώς κυκλοφορεί για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, αν και κατά καιρούς διασταυρώθηκα με τις σκέψεις του και (πρέπει να πω) τον διάβασα ευχάριστα. Βλέπω τώρα να κυκλοφορεί πολύ ένα δοκιμιακό κείμενό του σε σχέση με τους Άραβες και τα, ξερωγώ, παράπονά τους, και να διαφημίζεται ως «Ο καλύτερος αντίλογος στο εκτεταμένο ‘αυτομαστίγωμα’ των Ελλήνων/Ευρωπαίων» (παρεμπιπτόντως, νόμιζα ότι οι Έλληνες φημίζονται για το ότι τα ρίχνουν όλα στους ξένους, όχι για αυτομαστίγωμα, αλλά τέλος πάντων). Αναρωτιέμαι αν κατάλαβε κανείς ότι ο τίτλος (Το βαρύ προνόμιο της Δύσης) είναι συνειδητή (υποθέτω) παραλλαγή του περίφημου ποιήματος του Κίπλινγκ: The White Man’s Burden. Και όσο και να λατρεύω τον Κίπλινγκ, δεν μπορώ να μην απορήσω με την επιλογή του Καστοριάδη* να επιλέξει τον απόλυτο ύμνο της αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα σε ένα κείμενο που ισχυρίζεται ότι η Δύση (επειδή -υποθέτω, μια και ο Στοχαστής δεν μπαίνει στον κόπο να δώσει κανενός είδους εξήγηση ή ερμηνεία- είναι κατευθείαν απόγονος της αρχαίας Ελλάδας και του προτάγματος για ελευθερία) έχει κάποια εγγενή ανωτερότητα που δεν έχουν οι Άραβες.

*[Εδώ, ο Δύτης κάνει τη μικρή έρευνά του και βλέπει (μια και δεν έχει τυπωμένη την ελληνική μετάφραση (είναι του Κώστα Κουρεμένου και είναι από δω) ότι το πρωτότυπο δεν είναι δοκίμιο, αλλά μια συνέντευξη του ’94, όπου φυσικά δεν υπάρχει τίτλος. Αναρωτιέμαι αν ο τίτλος ανήκει στον Κλεάνθη Γρίβα (απ’ εδώ δηλαδή), ωστόσο το ότι ανερυθρίαστα υιοθετείται και επαναλαμβάνεται στις μέρες μας (ας πούμε εδώ) έχει μια κάποια σημασία].

Εν πάση περιπτώσει, ας πούμε ότι τώρα με ενδιαφέρει το κείμενο όπως κυκλοφορεί και διατίθεμαι να σβήσω ό,τι έχω ειρωνικό εναντίον του Κορνήλιου, μιας και δεν πρόκειται για δοκίμιο αλλά για προφορικό λόγο. Ωστόσο θα επιμείνω· γιατί βέβαια, όλα αυτά που θα διαβάσουμε είναι μια άποψη της μόδας, αλλά το όνομα του Στοχαστή την κάνει τώρα να ακούγεται σαν ιερό κείμενο. Ας το δούμε:

Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής.

Τι θα έλεγε ο Καστοριάδης αν διάβαζε ότι περίπου την εποχή που ο Μαρσίλιος της Πάδοβας, ένα από τα πιο φωτισμένα μυαλά του ύστερου Μεσαίωνα, ίσα που τολμούσε να πρωτοπεί πως η εκκλησία πρέπει να κυβερνάται συνοδικά (και όχι με την αρχή του Πάπα), (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Read Full Post »

Φανταζόμαστε συνήθως τους Οθωμανούς σαν κάτι φανατισμένους μπουνταλάδες, σαν εκπρόσωπους ενός σκοταδισμού που η Ευρώπη -λέει- άφησε πίσω της δυο-τρεις αιώνες τώρα. Τι θα λέγατε αν σας διηγούμουν ιστορίες με άθεους, και μάλιστα του 17ου αιώνα; Να τι γράφει ο Πωλ Ρικώ,[1] παλιός μας γνώριμος (και μάλιστα πάλι σχετικά με, ας πούμε, σέκτες), μετά από πέντε χρόνια υπηρεσία στην αγγλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης τη δεκαετία του 1660 (και μερικά ακόμα στη Σμύρνη):

Και καθώς είναι σκοπός μας εδώ να περιγράψουμε τις διάφορες θρησκείες μεταξύ των Τούρκων, δεν θα αποκλίνουμε αν αναφέρουμε πόσο έχει εξαπλωθεί ο Αθεϊσμός σε αυτές τις χώρες· και όπως η Λογική διασαφηνίζει κάτι με το αντίθετό του, ή οι ζωγράφοι επιδεικνύουν τη λαμπρότητα των χρωμάτων τους με σκοτεινά σημεία, έτσι και η άρνηση κάθε θρησκείας έχει καλώς τη θέση της στο ίδιο κεφάλαιο με τους διάφορους και διαφορετικούς εκφραστές της.

Τούτοι λοιπόν ονομάζουν τον εαυτό τους μουσερίν, που σημαίνει «Το αληθινό μυστικό είναι σε μας»·  και το μυστικό δεν είναι άλλο από την απόλυτη άρνηση της θεότητας, [την πίστη] ότι η φύση ή η αρχή που βρίσκεται έμφυτη σε κάθε μεμονωμένο αντικείμενο οδηγεί την τακτική πορεία που βλέπουμε και θαυμάζουμε· και ότι οι ουρανοί, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα έχουν εκεί την απαρχή τους και από εκεί αντλούν την κίνησή τους, και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος μεγαλώνει και μαραίνεται όπως το γρασίδι ή τα λουλούδια.

Είναι περίεργο να σκεφτεί κανείς τι είδους άνθρωποι υποστηρίζουν τέτοιες αρχές στην Κωνσταντινούπολη: οι περισσότεροι είναι καδήδες και άνθρωποι μορφωμένοι στους αραβικούς θρύλους, ενώ άλλοι είναι χριστιανοί εξωμότες, οι οποίοι, γνωρίζοντας την αμαρτία της αποστασίας τους, και επομένως θέλοντας τα πάντα να τελειώνουν με τούτο τον κόσμο [χωρίς μετά θάνατον κρίση], είναι προθυμότατοι να πιστεύουν τέτοιες γνώμες που εξυπηρετούν τις επιθυμίες τους.

Ένα μέλος αυτής της σέχτας, ο Μαχομέτ Εφέντης, πλούσιος και μορφωμένος στις ανατολικές επιστήμες, εκτελέστηκε -θυμάμαι- στα χρόνια μου επειδή με αναίδεια διακήρυξε τις βλασφημίες του αρνούμενος την ύπαρξη θεότητας· είχε το επιχείρημα πως είτε δεν υπήρχε καθόλου Θεός, είτε δεν ήταν και τόσο σοφός όσο τον διακήρυτταν οι διδάσκαλοι, αφού ανεχόταν την ύπαρξη του ίδιου [του Μαχομέτ Εφέντη], του μεγαλύτερου εχθρού της θεϊκής ουσίας που ήρθε ποτέ στον κόσμο. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είχε σώσει τη ζωή του, ακόμα και αφότου κατηγορήθηκε, αρκεί μόνο να είχε ομολογήσει το σφάλμα του και να είχε υποσχεθεί ότι θα διορθωνόταν στο εξής· εκείνος όμως επέμεινε στις βλασφημίες του, λέγοντας πως αν και ανταμοιβή [στον άλλο κόσμο] δεν υπάρχει, ωστόσο η αγάπη για την αλήθεια τον υποχρέωνε να γίνει μάρτυρας. Πρέπει να ομολογήσω πως μέχρι τότε δεν θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι υπήρχε κανονικός αθεϊσμός στον κόσμο, αφού συμπεραίνουμε ότι η αρχή (της ύπαρξης Θεού) αποδεικνύεται από το Φως της Φύσης·  είναι όμως τώρα φανερό πόσο πολύ κάποιοι άνθρωποι έχουν σβήσει στις ψυχές τους αυτό το φως.

Ο Ρικώ συνεχίζει γλαφυρά περιγράφοντας πόσο έχει εξαπλωθεί αυτή η θεωρία ακόμα και στο παλάτι και σε διάφορους πασάδες, και ότι όταν κάποιος από αυτούς τους άθεους δέχεται έναν ομοϊδεάτη ξένο γίνεται εξαιρετικά γενναιόδωρος, τον φιλοξενεί παρέχοντάς του στο κρεβάτι «έναν ωραίο σύντροφο όποιου φύλου προτιμά», και τα λοιπά.

Πόσο να πιστέψουμε τον Ρικώ (που σε άλλα σημεία συλλαμβάνεται, όντως, να γράφει κάποιες ανακρίβειες); Ε, να, αυτόν τον Μαχομέτ/Μεχμέτ Εφέντη τον βρίσκουμε και αλλού. Συγκεκριμένα, σε μια μικρή αναφορά του ιστορικού Σιλαχντάρ Μεχμέτ Αγά,[2] ο οποίος αναφέρει τον Λαρί Μεχμέτ Εφέντη, πλούσιο, πρώην ιμάμη στο τζαμί του Μακσούτ Πασά, και γνωστό για τις γνώσεις και την εξυπνάδα του. Ο Λαρί Μεχμέτ κατηγορήθηκε, λέει ο Σιλαχντάρ, ότι αρνιόταν την ανάσταση των νεκρών, τα θρησκευτικά καθήκοντα, την προσευχή και τη νηστεία, καθώς και ότι δεν θεωρούσε την οινοποσία αμάρτημα. Δικάστηκε στις 4 του μήνα Σαμπάν 1075, παναπεί στις 2 Φεβρουαρίου 1665 στο παλάτι του καϊμακάμη της Κωνσταντινούπολης, μπροστά σε πλήθος σοφών και νομομαθών. Και το τέλος του ήταν οικτρό: αφού διαπομπεύθηκε στο Παρμάκ Καπί, εκτελέστηκε την ίδια μέρα.

Τι άλλο βρίσκουμε; Υπάρχει στα αρχεία η καταγραφή της περιουσίας του εκτελεσμένου, στην οποία περιλαμβάνονται «σκόρπια χαρτιά» (να ήταν άραγε σημειώσεις δικές του;) και βιβλία, μερικά γραμμένα «με γράμματα των απίστων» –κάτι που κάνει ένα σπουδαίο ιστορικό, τον Αχμέτ Γιασάρ Οτζάκ, να υποθέσει πως ίσως ήταν εξισλαμισμένος.[3]

Το πιο σημαντικό, ίσως, είναι πως ο Λαρί Μεχμέτ Εφέντης δεν ήταν και τόσο μεμονωμένη περίπτωση –και όχι μόνο επειδή το λέει ο Ρικώ. Εξήντα χρόνια πριν, για την ακρίβεια το 1602, είχε εκτελεστεί κάποιος Νανταζλί Αμπντουραχμάν, ούτε λίγο ούτε πολύ καθηγητής σε ιεροδιδασκαλείο της Κωνσταντινούπολης, με την κατηγορία ότι αρνιόταν την ύπαρξη παράδεισου και κόλασης, όπως και τη Δευτέρα Παρουσία. Δεν πίστευε λέει ούτε στο Ισλάμ ούτε στον χριστιανισμό, παρόλο που σύμφωνα με μια επιστολή του καζασκέρη που τον ανέκρινε φαίνεται να μην αρνείται το ίδιο το Κοράνι.[4] Και αν πηδήξουμε μισό αιώνα μετά τον Λαρί, θα συναντήσουμε κάποιον ανώνυμο χαμηλόβαθμο ιεροκήρυκα, που σύμφωνα με ένα φετβά του σεϊχουλισλάμη (του ανώτατου μουφτή) Αμπντουραχίμ Εφέντη,[5] το 1715 ή 1716, δήλωνε πως «δεν υπάρχει ούτε ουρανός ούτε κόλαση» και πως «ο άνθρωπος μεγαλώνει σαν ένα φυτό και μαραίνεται σαν ένα φυτό». Ακριβώς όπως οι μουσιρίν του Ρικώ δηλαδή.

Σημειώσεις:

[1] Sir Paul Ricaut, The History of the Present State of the Ottoman Empire, containing the Maxims of the Turkish Polity, the most Material Points of the Mahometan Religion, their Sects and Heresies, their Convents and Religious Votaries, Λονδίνο 1686, σελ. 245-246.

[2] Fındıklılı Silahdâr Mehmet Ağa, Silahdar tarihi, Κωνσταντινούπολη 1928, τ. 1, σελ. 378.

[3] Ahmet Yaşar Ocak, Osmanlı toplumunda zındıklar ve mülhidler (15.-17. yüzyıllar), Κων/πολη 1998, σελ. 243-248. 

[4] Στο ίδιο.

[5] Ekin Tuşalp, “Treating Outlaws and Registering Miscreants in Early Modern Ottoman Society: A Study on the Legal Diagnosis of Deviance in Şeyhülislam Fatwas”, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, πανεπιστήμιο Sabancı, Κωνσταντινούπολη 2005, σελ. 70.

Read Full Post »

Αυτή είναι η βιογραφία του ποιητή Χασμπί, που έζησε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, όπως τη διηγείται ο ιστορικός (και όχι μόνο) Μουσταφά Άλη από την Καλλίπολη:

Κατάγεται από την πόλη Γκεντούς [κοντά στην Κιουτάχεια] του βιλαετιού της Ανατολής. Αδελφός του Κεσφί, από τους παλιούς· καθώς ανήκε στους μέθυσους και αλιτήριους του καιρού του, μπλέχτηκε σε κάτι ταραχές, στις αρχές της βεζιρείας του μακαρίτη [μεγάλου βεζίρη, Πάργαλη] Ιμπραήμ Πασά και παραδόθηκε στον σούμπαση [αρχιαστυνόμο] της Πόλης για να ριχτεί στη φυλακή και μάλιστα με την οδηγία να βασανιστεί. Την ίδια νύχτα τον έδεσαν και τον κρέμασαν από τα χέρια, για να βασανιστεί σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Ο Χασμπί αυτοσχεδίασε τους παρακάτω στίχους, και ο σούμπασης, όντας λίγο πολύ μαλακός απ’ τη φύση του, τον συμπόνεσε. Να οι στίχοι:

Τον πόνο του βουνού της αγάπης, που δεν αντέχει ούτε το Καφ* / αυτή η ανήμπορη καρδιά μου τον αντέχει, λυπήσου την

Κατά σύμπτωση, το ίδιο βράδυ μια κόρη του σούμπαση πέθανε ξαφνικά· αυτό του φάνηκε σαν σημάδι για την αθωότητα του Χασμπί. Την άλλη μέρα εμφανίστηκε στο συμβούλιο του βεζίρη και τον προστάτευσε, λέγοντας ότι όσα βασανιστήρια και αν του έκανε εκείνος δεν ομολόγησε την ενοχή του. Κατά τύχη, την ώρα που τον έφερναν, το μάτι του Χασμπί χτυπήθηκε σε ένα κλαδί και τραυματίστηκε. Ο Πασάς το πρόσεξε και τον ρώτησε:

«Ε, μολλά Χασμπί, τι έπαθε το μάτι σου;»

Εκείνος απάντησε:

«Δεν του άρεσε η θέση του και θέλει να φύγει, πασά μου»**.

Του σκληρόκαρδου βεζίρη του κακοφάνηκε να αστειεύεται σε τέτοια θέση, και είπε:

«Έχει να δει πολλά ακόμα το μάτι σου».

Τον έστειλε και πάλι φυλακισμένο σε ένα μικρό κάστρο, ανάμεσα στην Πόλη και το Σκούταρι, το λεγόμενο Κεταγιούν Σαράι [τον πύργο του Λέανδρου;]· δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε εκεί, και το προσωνύμι του από Χασμπί έγινε Χαμπσί [«της φυλακής», θυμηθείτε το τραγούδι του Λοΐζου: κι όλους τους ρίχνω μες στη χάψη]. […] Από τους παλιούς ποιητές, ο Μπασιρί, ο Ζατί, ο [αδελφός του Χ.] Κεσφί και ο Καντί*** πήγαν στον βεζίρη και παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει· κι ενώ εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται, κάποιοι του βάλαν λόγια, ότι τάχα μου οι ποιητές θέλουν να δείξουν ότι με τη σάτιρα σε αποδυναμώνουν, και έτσι ο Χασμπί έμεινε Χαμπσί: του έμεινε μόνο να λέει, «Για μένα αρκεί μόνο ο Θεός». Μόνο την ημέρα της εκτέλεσης του Πασά ελευθερώθηκε ο ποιητής από [τη φυλακή και το αντίστοιχο] προσωνύμι του. Με λίγα λόγια, ήταν λαϊκός τύπος, ελαφρόμυαλος και αγαπούσε το κρασί· δεν πρόσεχε και έλεγε ό,τι του ερχόταν στη γλώσσα. Μάλιστα, ενόσω ήταν φυλακισμένος έβγαλε το παρακάτω τετράστιχο, που εντυπωσίασε κάποιους από τους κοινούς ανθρώπους και συζητήθηκε:

Πάλι αχ πείτε, ας κλάψουν οι ουρανοί που γυρνάνε / ο θρήνος μου ας βγει στο στερέωμα, η ουράνια σφαίρα ας κλάψει

Ας δει τα δάκρυα των ματιών μου ο ωκεανός κι ας κλάψει / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

Το ποτήρι μόλις μου έδωσε του χωρισμού ο πικρός κεραστής / το χιόνι σκέπασε τον κόσμο, βλέποντάς με η νύχτα ας κλάψει

Αχ, οι μέρες του αποχωρισμού πώς με σκότωσαν τον άμοιρο / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

 

Δεν ξέρω ποιον ενδιαφέρει σήμερα μια ιστορία σαν αυτή. Ωστόσο, κάποιος πρέπει να θυμάται τους φυλακισμένους, ποιητές ή όχι.

*

* Το μυθικό βουνό στην άκρη του κόσμου (για το οποίο ελπίζω να γράψω κάτι εκτενέστερο σύντομα).

**Βρήκα εδώ μια ερμηνεία της φράσης που δίνει μια αμφισημία, σα να έλεγε «δεν του άρεσε αυτό που βλέπει». Αυτό εξηγεί ακόμα περισσότερο το θυμό του Πάργαλη.

*** Αυτοί όλοι ήταν ο λεγόμενος κύκλος του Ζατί, ενός ποιητή παλιότερης γενιάς που στο μαγαζάκι του (ήτανε γεωμάντης) μαζεύονταν, γράφανε, κρίνανε, αλληλοκλέβονταν και κουτσομπολεύανε όλοι οι ποιητές της εποχής. Στον Κεσφί, τον αδερφό του φίλου μας, αποδίδεται το εξής δίστιχο προς τον Ζατί: δεν δέχτηκαν να τον κάνουν ιμάμη / Ω Ζατί, γαμώ την κοινωνία τους. Αναρωτιέμαι αν μεταφράζω σωστά βέβαια (sikeyin Zâtîyâ cemâ’atini), συν τοις άλλοις ίσως χάνω το λογοπαίγνιο, μια και «κοινωνία» (cema’at) σημαίνει, βλέπω, και έναν όρο στη γεωμαντεία. 

Πηγή: Mustafa İsen (επιμ.), Künhü’l-ahbâr’ın tezkire kısmı, Άγκυρα 1994, σελ. 207-8 (για τον Χασμπί) και 264-5 (για τον αδερφό του).

Read Full Post »

Older Posts »