Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Μικρές εξυπνάδες’ Category

Το παραμυθάκι που ακολουθεί το κατέγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο Γ. Δρέττας σ’ ένα χωριό κοντά στην Αριδαία, στην τοπική (σλαβομακεδόνικη) διάλεκτο: G. Drettas, “Questions de vampirisme”, Etudes rurales 97-98 (1985), σελ. 215· το βρήκα μεταφρασμένο από την Αριάδνη Γερούκη, «Οι μεταφυσικοί φόβοι και η διαχείρισή τους: αφορισμένοι – βρυκόλακες», στο Σ. Ασδραχάς επιμ., Οι συλλογικοί φόβοι στην Ιστορία, Αθήνα: ΕΙΕ 2000, σελ. 29-30.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΟΤΑΝ

Ένα νεαρό αγόρι, που είχε πατέρα και μητέρα, δεν γνώριζε το φόβο. Συζήτησε με τη μητέρα του και αποφάσισε να ταξιδέψει. Η μητέρα δεν ξέρει τι να του δώσει να φάει και του βάζει, σαν προμήθεια για το ταξίδι, ένα περιστέρι μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί. Το αγόρι φεύγει και φτάνει το βράδυ σ’ ένα χωριό. Βλέπει ότι όλοι οι κάτοικοι φεύγουν τρέχοντας. Σταματάει τον παπά στο δρόμο και τον ρωτάει. Αυτός του λέει ότι κάθε βράδυ, το χωριό γεμίζει βρυκόλακες. Το άφοβο αγόρι αποφασίζει να μείνει. Ο παπάς του δίνει το ωμοφόρι του και τα κλειδιά του σπιτιού του και του λέει να φάει ό,τι θέλει. Το αγόρι εγκαταστάθηκε στο σπίτι του παπά και βάζει να ψήσει μια κότα.

Οι βρυκόλακες έρχονται, προσπαθούν να τον τρομάξουν πετώντας του διάφορα κομμάτια από ανθρώπινο σώμα: ένα χέρι, ένα κεφάλι. Αυτός, ενοχλημένος, γυρνάει και αρπάζει με το ωμοφόριο τον αρχηγό των βρυκολάκων: τότε αυτοί φοβούνται. Και τότε ο νεαρός κάνει μαζί τους μια συμφωνία: θ’ απελευθερώσει τον αρχηγό τους, αλλά αυτοί δεν θα ξαναπατήσουν στο χωριό. Οι χωρικοί τον γεμίζουν δώρα και το αγόρι ξαναφεύγει. Μόλις ξεκινάει, το περιστέρι κουνιέται μέσα στο κουτί. Το αγόρι ξαφνικά τινάζεται με τρόμο: έτσι έμαθε το φόβο.

Read Full Post »

Στην υπέροχη ανθολογία με Σύντομες και παράξενες ιστορίες, ο Μπόρχες και ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες παραθέτουν μια ιστοριούλα του Μάρτιν Μπούμπερ, παλιού μας γνώριμου μια και μας είχε προμηθεύσει με την εβραϊκή-εσκεναζίμ εκδοχή της ιστορίας των δύο που ονειρεύτηκαν. Είναι η εξής:

Μια φορά κι έναν καιρό, στη Βιέννη, ο αυτοκράτορας έβγαλε ένα διάταγμα, που χειροτέρευε ακόμα πιο πολύ την ήδη άθλια κατάσταση των Εβραίων στη Γαλικία. Για κάμποσα χρόνια, ένας σοβαρός και σπουδαγμένος άνθρωπος, που τον έλεγαν Φάιβελ, ζούσε στο Σπουδαστήριο του Ραβίνου Ελιμελέκ. Μια νύχτα σηκώθηκε, μπήκε στο δωμάτιο του ραβίνου και του είπε:

«Δάσκαλε, θέλω να υποβάλω μήνυση στον Θεό».

Δεν πρόλαβε να το πει, και τα ίδια του τα λόγια τού ‘φεραν τρόμο.

«Εντάξει», του είπε ο ραβίνος, «αλλά το δικαστήριο δεν συνεδριάζει απόψε».

Την άλλη μέρα, κατέφθασαν στο Λιζένσκ δύο δάσκαλοι, ο Ισραήλ από το Κόζνιτς και ο Ιάκωβος Γιτζάκ απ’ το Λουμπλίν, που κατέλυσαν στο σπίτι του Ελιμελέκ. Το απογευματάκι, ο ραβίνος κάλεσε τον άνθρωπο που τού ‘χε μιλήσει και του είπε:

«Εξήγησέ μας τώρα το αίτημά σου».

«Τώρα δεν έχω τη δύναμη να το κάνω», ψέλλισε ο Φάιβελ.

«Σου δίνω εγώ τη δύναμη», είπε ο ραβίνος.

Τότε ο Φάιβελ άρχισε να μιλά:

«Γιατί μας έχουν σκλάβους σ’ αυτό τον τόπο; Δεν λέει ο Θεός στην Πεντάτευχο: Οι υιοί του Ισραήλ είναι οι υπηρέτες μου; Μας ξαπόστειλε σε ξένους τόπους, αλλά πρέπει να μας ελευθερώσει, αν θέλει να τον υπηρετούμε».

Και ο ραβίνος του απάντησε:

«Τώρα ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος πρέπει να βγουν απ’ την αίθουσα του δικαστηρίου, όπως ορίζει ο Νόμος, για να μην επηρεάζονται οι κριτές. Αποσυρθείτε λοιπόν, ραβίνε Φάιβελ. Όσο για σένα, Κύριε, δεν μπορούμε να Σου ζητήσουμε να βγεις, γιατί η δόξα Σου τη γη γεμίζει, και χωρίς την παρουσία Σου δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε ούτε μια στιγμή. Ωστόσο, Κύριε, δεν θα Σ’ αφήσουμε να μας επηρεάσεις».

Οι τρεις τους συσκέφθηκαν σιωπηλοί, με κλειστά τα μάτια. Το σούρουπο κάλεσαν τον Φάιβελ και του ανακοίνωσαν την ετυμηγορία τους: η μήνυσή του ήταν δίκαιη. Την ίδια στιγμή, ο αυτοκράτορας ανακάλεσε το διάταγμα.

Δεν ξέρω αν αυτή η παράτολμη απόγνωση είναι ίδιον του κεντροευρωπαϊκού εβραϊσμού ή της Μεσευρώπης γενικότερα. Διότι ανοίγω το βιβλιαράκι για να αντιγράψω εδώ την ιστορία (μετάφραση του διδύμου Καλοκύρη-Κυριακίδη, αγορασμένο κάπου γύρω στο ’91), και πέφτει στα γόνατά μου ένα μικρό χαρτάκι· ένα απόκομμα εφημερίδας, Ελευθεροτυπία της 19ης Οκτωβρίου 2005. Λέει τα εξής:

ΠΑΒΕΛ Μ., Ρουμάνος κρατούμενος, που εκτίει ποινή φυλάκισης 20 χρόνων στην πόλη Τιμισοάρα για ληστείες με απόπειρα φόνου, βγήκε τώρα στην αντεπίθεση και κατέθεσε μήνυση εναντίον του Θεού, «κατοίκου του Παραδείσου και εκπροσωπούμενου από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας», επειδή, όπως αναφέρει στη μηνυτήρια αναφορά του ο 17χρονος κρατούμενος δεν τον προστάτευσε από τις κακές πράξεις. «Όταν βαφτίστηκα -γράφει- συνήψα ένα συμβόλαιο με το Θεό και εκείνος υποσχέθηκε να με προστατεύει από τις κακές πράξεις. Έλαβε από μένα διάφορα αγαθά και προσευχές , με αντάλλαγμα τη συγχώρεση και την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Με απογοήτευσε!». Ο δικαστής, ως όφειλε, ανέγνωσε όλη την αναφορά στο δικαστήριο και ανακοίνωσε μετά από λίγη σκέψη ότι η μήνυση απορρίπτεται, καθώς «η προσαγωγή του Θεού ενώπιον της Δικαιοσύνης είναι πρακτικώς αδύνατη»!

Λιγότερο τολμηρός λοιπόν ο Ρουμάνος δικαστής -ή, ίσως, λιγότερο απεγνωσμένος: δεν καιγόταν το δικό του τομάρι, όπως των σοφών ραβίνων. Είναι πολλές πάντως αυτές οι ιστορίες –εδώ θα βρείτε και τον Ρουμάνο, και άλλους. Ένα θεατρικό έργο του Έλι Βίζελ, μάλιστα, μοιάζει εξαιρετικά με την ιστορία του Μπούμπερ, κι ας μην την αναφέρει.

Αξιοσημείωτο είναι, θα έλεγα, ότι πολύ λιγότεροι μήνυσαν τον Διάβολο, για την ακρίβεια ένας, όπως φαίνεται. Ο Διάβολος προστατεύει τον εαυτό του, μπορεί να πει κανείς.

Read Full Post »

Το ηφαίστειο Πελέ, στη νήσο Μαρτινίκα των Δυτικών Ινδιών, εξερράγη το 1902, ύστερα από πενήντα χρόνια ηρεμίας […] Από το άνοιγμα […] ξεπήδησε ένα γιγάντιο, διάπυρο νέφος από σποδό, άμμο και υδρατμούς. Κατάφωτο από τις αστραπές, που το αυλάκωναν, το νέφος αυτό απλώθηκε στα περίχωρα με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων την ώρα. Η πόλη Σαιν-Πιερ, πρωτεύουσα της Μαρτινίκας, θάφτηκε κάτω από την τρομερή αυτή βροχή και όλοι οι κάτοικοί της -κάπου 28.000- εκτός από έναν πέθαναν από ασφυξία ή κάηκαν. (Αξίζει να σημειωθή, πως ο ένας αυτός ήταν κατάδικος σε θάνατο και σώθηκε μόνον, επειδή το κελλί του βρισκόταν κάτω από τη γη).

Jerome Wyckoff, Τα θαύματα της Γης, μετάφρ. Ζ. Ράλλη-Τζελέπη, Αθήνα 1972, σελ. 40-41.

(η μικρή αυτή παραβολή -που ερμηνεύετε όπως προαιρείσθε- αφιερώνεται δικαιωματικά στον φίλο Μπουκανιέρο)

Read Full Post »

Τρία χρόνια μετά λοιπόν την πρώτη κατάδυση στον ιντερνετικό νιπτήρα, τρία χρόνια στρογγυλά όσο και αιχμηρά, και αυτή τη φορά δεν έχω τι να γράψω. Φταίει που όλες οι ιδέες μου έρχονται άσχετες ώρες και ίντερνετ στο σπίτι πια γιοκ, φταίει που μου είναι πια (πρακτικά) πολύ πιο εύκολο να τις κουβεντιάσω δια ζώσης μια και ο τρόπος ζωής μου άλλαξε ριζικά (προς το καλύτερο) και η οθόνη δεν είναι πια ο μόνιμός μου σύντροφος εν όπλοις, φταίει ενδεχομένως που ίσως να μην έχω τίποτα τόσο έξυπνο να πω πια, ή… ή… Θάπρεπε να απαντήσω στο ράμμα αγάπης του Ολντμπόη (γράμμα είχα γράψει, καταλάθος σβήστηκε το γάμα, ας μένει, κι έτσι ωραίο είναι, ράμματα για τη γούνα μου δεδομένων των προηγούμενων που έγραψα), ξεκίνησα να ψάξω τι έλεγε ο Φελίνι για τον Καζανόβα του, δε βαριέσαι. Αφήνω αυτό το ποστ (διακοσιοστό τεσσαρακοστό τρίτο τον αριθμό) μόνο σαν ένα φανάρι στο πέλαγος που λέει, εδώ είμαι ακόμα, μην ανησυχείτε, θα συνεχίσουμε μαζί, μόνο με πιο αργά τις μηχανές.

Άλλωστε: Ίσως όλα να γίνονται για να τα θυμόμαστε κάποτε (Και αυτή η φράση αποδίδεται στον Γκόρκι -έγραφε κάποτε ο Σαραντάκος την εποχή του έντυπου λόγου-, ίσως μπορείτε να το επιβεβαιώσετε όπως κάνατε για την άλλη, εκείνη περί ηθικής και αισθητικής.)

Θα αφήσω όμως κι ένα δωράκι, ω κοινά αυτάδελφα αναγνωστών κάραι, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με πολλούς, πάρα πολλούς τρόπους. Γράφει ο Τζεμάλ Καφαντάρ (Ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η κατασκευή του οθωμανικού κράτους, μετάφρ. Α. Αναστασόπουλος, Αθήνα: ΜΙΕΤ 2008, σελ. 197, 203· εν προκειμένω μιλά για την πρώιμη οθωμανική ιστοριογραφία, αλλά δεν έχει σημασία):

Η εικόνα που επιλέγει [ένας άλλος μελετητής, ο Λίντνερ] μοιάζει με κρεμμύδι. Η καρδιά του κρεμμυδιού στην αφήγησή του είναι [Χ]. Πάνω της έχουν συσσωρευτεί αλλεπάλληλα στρώματα και την κρύβουν […] Διατηρώντας τη γαστριμαργική εικονοποιία […], το σκόρδο είναι μεταφορά καταλληλότερη από το κρεμμύδι […] επειδή αναγνωρίζει μια πολυφωνία χωρίς να αποδίδει σε καμία φωνή […] το μονοπώλιο στο να εκφράζει «την καρδιά του κρεμμυδιού», δηλαδή την πραγματικότητα. Ίσως πάλι, όπως συμβαίνει με πολλά μεσογειακά πιάτα, […] ταιριάζουν και το σκόρδο και το κρεμμύδι.

Θέλω να πω, η σκορδότης, η ουσία του σκόρδου, δεν κρύβεται σε κάποια κρυμμένη καρδιά αλλά σε κάθε σκελίδα και σε όλες μαζί. Καλύτερη αλληγορία από εκείνη του κρεμμυδιού για τους ανθρώπους, δεν βρίσκετε;

Άντε, νάμαστε καλά και θα συνεχίσουμε να συναντιόμαστε.

Read Full Post »

Τι δουλειά έχει ένας Δύτης σαν κι εμένα, με τις ανατολίτικες επιρροές του, με τον καπιταλισμό του ύστερου 19ου αιώνα; Ε, καμία δουλειά, αλλά δεν μπορεί ν’ αγιάσει. Διαβάζω τελευταία κάπου για την αδυναμία ορισμού της εκμετάλλευσης, για τη σχετικότητα της ηθικής (σε αντίθεση με τις οικονομικές παραμέτρους που δεν είναι, λέει, διόλου σχετικές), διαβάζω διάφορα που τον φέρνουν στο μυαλό μου. Ο παροντικός καθρέφτης, πρέπει να πω, είναι κάπως ξεγυμνωμένος. Η πολλή επιστήμη δεν τον αφήνει καν να κρατάει τα προσχήματα, και έτσι στη θέση του παλιού καλού αποικιοκρατισμού βλέπει κανείς έναν μεταμοντέρνο σχετικισμό, ας τον πούμε έτσι: δεν εκμεταλλεύεται κανείς τους Κινέζους εργάτες, διότι αυτοί μπορεί να θέλουν να δουλεύουν δεκάξι ώρες για να βγάλουν κανά φράγκο, και ποιος είσαι συ που θα επιβάλεις τα ευρωπαϊκά σου οχτάωρα, για παράδειγμα. Να λοιπόν αυτή η δεύτερη ακμή της, ας πούμε, καπιταλιστικής νοοτροπίας -μόνο που την πρώτη ακμή την εξύμνησε ένας Κίπλινγκ ή (έστω) ένας Βερν, ενώ αυτή, άντε να έχει να παρουσιάσει μια Άιν Ραντ, παναγία μου. Ας μη φλυαρήσω όμως άλλο, όλα αυτά είναι προσχήματα για να σας δείξω το υλικό που σκάναρα στην τελευταία μου επίσκεψη στας Αθήνας.

Πουθενά αλλού δεν ήταν τόσο φανερή η αυτοεικόνα του ακμάζοντος αστικού πολιτισμού όσο στις Διεθνείς Εκθέσεις του. Ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα στο Λονδίνο, μια ολόκληρη σειρά εκθέσεων πρόβαλε εκείνο που τότε θεωρούνταν κορυφή του πολιτισμού: την τεχνολογία, ένα, και την πολιτισμική ανωτερότητα, δύο. Από όλο αυτό το νταβαντούρι έχουν μείνει λίγα πράγματα, όπως ο πύργος του Άιφελ ή τα βραβεία που διαβάζει κανείς στο μπουκάλι της Χάινεκεν ή τη σοκολάτα υγείας Παυλίδη. Ή αυτή την επετειακή, μνημειώδη έκδοση που κάπως έπεσε στα χέρια μου:

Ναι, η έκθεση του Παρισιού του 1889 -ένα θαύμα του πολιτισμού (χαζέψτε κι εδώ). Χτιζόταν επί χρόνια, από σίδερο κι ατσάλι, τα υλικά του μέλλοντος (προσέξτε ωστόσο ότι η έκδοση απαξιεί να χρησιμοποιήσει τη φωτογραφία, αντ’ αυτής βλέπουμε λεπτομερείς γκραβούρες), σε έκταση σχεδόν ενός τετραγωνικού χιλιομέτρου,με δικό της τραινάκι, που πήγαινε τους ευτυχείς περιπατητές πέρα-δώθε από τον πύργο ως το παλάτι των μηχανών, την αποθέωση της προόδου:

Η έκδοση που ξεφύλλισα, προσέξτε, έχει πλήρη στοιχεία για όλες τις μηχανές που χρησιμοποιήθηκαν, χωρίς να παραλείπει τα στοιχεία των εργοστασίων που παρήγαν αυτά τα θαύματα της τεχνικής. Όχι μόνο αυτό, καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια πόσες λάμπες τοποθετήθηκαν, τι αποχετευτικά έργα κατασκευάστηκαν,  ακόμα-ακόμα και τις πατέντες που οι ευφυείς μηχανικοί κατοχύρωσαν για να συμβάλουν στο υπέροχο θέαμα.  Εντάξει, δεν ήταν όλα τόσο τέλεια: η προηγούμενη έκθεση, διαβάζω, είχε έλλειμμα στον απολογισμό της· όχι όμως η συγκεκριμένη, ίσως γιατί τελικά και παρά τις εξαγγελίες αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί στις κατασκευές σίδερο κι όχι ατσάλι, καθώς το πρώτο στοίχιζε το εν τρίτο του δεύτερου (και σε λιγότερο χρόνο). Ωστόσο δείτε με τι λεπτομέρεια σχεδιάστηκε ο πύργος του Άιφελ (στην έκδοση αναφέρεται συνήθως ως «Πύργος των 300 μέτρων»), δείτε με τι χαρά ανεβαίνει να τον καμαρώσει η κυρία με το ομπρελίνο.

Εμένα που έχω ανθρωπιστική παιδεία, πάλι, ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν τα σπιτάκια όπου παρουσιαζόταν η ιστορία της κατοίκησης, λέει. Παρατηρείστε τα ομπρελίνα και τα καπέλα γύρω από σπιτάκια ασσυριακού ή ελληνικού τύπου, αν και στο τελευταίο δεν έκαναν καν τον κόπο να βάλουν μια επιγραφή με κάποιο τέλος πάντων νόημα:

Και φυσικά από τη Γαλλία που κρατούσε πλέον ολόκληρη σχεδόν τη Βόρεια και Δυτική Αφρική δεν θα μπορούσε να λείπει το «νέγρικο χωριό» με τετρακόσιους ιθαγενείς. Συνηθισμένη ατραξιόν στην αποικιακή Ευρώπη (εδώ μια ανάλυση στα γαλλικά), από την οποία ωστόσο δεν βρήκα τίποτα στην έκδοσή μου. Μόνον ένα εντυπωσιακό άγαλμα, το οποίο ωστόσο ήταν καλλιτεχνικό και όχι, πώς να το πούμε, εθνολογικό έκθεμα:

Προσέξτε ότι ο γορίλας αρπάζει γυναίκα και όχι, ας πούμε, κυνηγό όπως στις μεταγενέστερες ταινίες του Ταρζάν (ή δικαστή όπως στο γνωστό τραγούδι του Μπρασένς).

Κάποιοι άλλοι γορίλες, πάντως, είχαν ήδη εκτελεστεί μαζικά λίγο πριν από μια προηγούμενη Έκθεση (πρωτοφανούς μεγέθους), σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα:

 

Read Full Post »

Διαβάζω στο περίφημο εγχειρίδιο σαβουάρ βιβρ της βαρόνης Σταφ (που, λέει, δεν ήταν καν βαρόνη), για τα αρμόζοντα θέματα συζήτησης στις κοινωνικές συναναστροφές:

Οι αμφιτρύωνες προσπαθούσι να ομιλώσι περί θεμάτων ουδετέρων, αλλ’ ευαρέστων και ευθύμων. Αι καλαί τέχναι, η φιλολογία, τα ταξείδια κλπ. θα τοις παράσχωσιν ύλην δια συνομιλίαν. Θα προσπαθήσωσι να μη ομιλώσι περί πολιτικών, θέματος ανιαρού δια τας κυρίας και πολλάκις παρέχοντος κακήν χώνευσιν εις τους κυρίους.*

Σε μια νεότερη εκδοχή του είδους,** ανάμεσα σε άλλες χαριτωμένες συμβουλές,*** υπάρχει ένα αντίστοιχο κεφάλαιο με τον υπότιτλο «Θέματα καθιερωμένα στις συζητήσεις». Τέτοια είναι, διαβάζουμε: Η πολιτική, η αμοιβαία εμπιστοσύνη, η αξία των διαφόρων μεγάλων στόλων, ο στρατός, οι ξένοι, διάφορες ευχάριστες ιστορίες, ανέκδοτα. Αυτά πια το 1970 πάνω-κάτω.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ωστόσο ότι λίγο αργότερα, σε ένα υπόδειγμα μενού (για την ακρίβεια, μενύ) επισήμου γεύματος υπάρχει η σημείωση: Η πολιτική συζήτηση χαλά την όρεξη της δεσποινίδος Φανής.

Για του λόγου το αληθές, αν δεν με πιστεύετε:

 ***

* Οδηγός της καλής συμπεριφοράς παρά τη νεωτέρα κοινωνία, υπό της Βαρώνης Σταφ· μετάφρασις εκ της ΙΖ΄. Γαλλικής εκδόσεως υπό της Κυρίας ***. Έκδοσις νεωτάτη, Οίκος Μιχ. Ι. Σαλιβέρου Α.Ε. χ.χ., σελ. 81. Το πρωτότυπο εκδόθηκε το 1889, η μετάφραση υπολογίζω ότι χρονολογείται στις αρχές του 20ού αιώνα ή ίσως και στα τέλη του 19ου. Η πληρέστερη βιογραφία της που μπόρεσα να βρω είναι αυτή, δεν μπόρεσα ωστόσο να εντοπίσω ποια απ’ όλες αυτές είναι η 17η γαλλική έκδοση. Πρέπει να είναι πάντως μια από τις πρώτες, καθώς εδώ φαίνεται η 24η έκδοση να βγήκε το 1891, μέσα σε μόλις δύο χρόνια! Ορίστε και το αντίστοιχο χωρίο περί δυσπεψίας στα γαλλικά: εδώ.

** Οδηγός καλής συμπεριφοράς (savoir-vivre) (τσέπης), Editions «Elite», Génève-Suisse [στην πραγματικότητα: Εκδοτικός οίκος Χάρη Πάτση Ε.Π.Ε., Αθήναι – Θεσσαλονίκη], χ.χ. (περ. 1970). Υποθέτω στη σειρά Βιβλιοθήκη της Σύγχρονης Γυναίκας, που μοιάζει να σταμάτησε το ’71.

***  Για παράδειγμα: [στις διαλέξεις] μην κάθεσθε στην πρώτη σειρά όταν η φωνή του άλλου σας αποκοιμίζει, ή αυτό που θυμίζει γελοιογραφία σε περιοδικό με σταυρόλεξα:  αν δήτε ότι οι καλεσμένοι σας δεν έχουν τη διακριτικότητα να αποσυρθούν, δηλ. να φύγουν, επικαλεσθήτε με χάρη το περασμένο της ώρας λέγοντας π.χ. «αχ, αυτός ο άνδρας μου, έχει τόση ανάγκη από ύπνο» ή «οι ενοικιαστές του κάτω πατώματος είναι τρομεροί. Με τον ελάχιστο θόρυβο μετά τις 12 μας στέλνουν ένα σημείωμα γεμάτο παράπονα».

Read Full Post »

Ίσως όχι τυχαία ήταν ο φίλος μου ο Σταμάτης που βρήκε πεταμένο αυτό το φωτογραφικό άλμπουμ στα σκουπίδια, στο Παγκράτι -για την ακρίβεια, τρία άλμπουμ, το πρώτο εκ των οποίων γράφει όπως βλέπετε στο εξώφυλλο ένα ρουμάνικο όνομα. Είναι η ιστορία της Σάντα Μπαντουλέσκου που εκτυλίσσεται εδώ, και που θα προσπαθήσω εν συντομία να διηγηθώ.

Οι πρώτες φωτογραφίες στο άλμπουμ είναι του 1924: βλέπουμε ένα κοριτσάκι ίσαμε πέντε χρονώ, ευτυχισμένες μέρες σε κάποια αυλή ή κήπο, ένα ερωτευμένο ζευγάρι (οι γονείς της;) μας κοιτάζει από το πίσω κάθισμα ενός λαντώ ενώ ο αμαξάς (αν κοιτάξετε πολύ προσεκτικά) στρέφει το καπελοφορεμένο κεφάλι του μπας και κερδίσει κι αυτός τρουά καρ αθανασίας.

 Κάπου δέκα χρόνια αργότερα, ξανά κάποιες χαρούμενες διακοπές σε γρασίδια, μια εφηβική παρέα παίζει με ένα βαρέλι, το αγόρι φορά ένα περίεργο καπέλο και τα κορίτσια αρχίζουν να δείχνουν μια πρώιμη φιλαρέσκεια. Θυμίζει λίγο παλιά μυθιστορήματα, αυτά που έλεγε ο Αναγνωστάκης (στο ΥΓ.) ή η Πλάτωνος με τις μακρές προπολεμικές διακοπές σε σπίτια με άπειρα μακρινά ξαδέλφια.

Στο μεταξύ; Στο μεταξύ η Ρουμανία κυλούσε σταθερά προς τη δικτατορία κι αυτή, με την εθνικιστική και αντισημιτική Σιδηρά Φρουρά να βγαίνει τρίτη δύναμη στις εκλογές του ’37 -την ίδια περίπου εποχή, το άλμπουμ περιέχει, ανάμεσα σε άλλες συνεστιάσεις, διακοπές και εκδηλώσεις, μια φωτογραφία παρέλασης δεν ξέρω ποιας νεολαίας ή οργάνωσης: προσέξτε τον φασιστικό χαιρετισμό, πάνω αριστερά.Ακολουθούν διάφορες -πολλές- άλλες φωτογραφίες. Η Σάντα Μπαντουλέσκου βολτάρει σε κάποια πλατεία με φίλες· κάνει (ξανά) διακοπές σε παραλίες και γρασίδια· ίσως έχει και ένα ειδύλλιο, πλησιάζει άλλωστε τα είκοσι. Διακρίνει κανείς ήδη μια ωραιοπάθεια, της αριστοκράτισσας που μεγάλωσε μέσα στα πούπουλα και όλα της πάνε πρίμα.

 Η ωραιοπάθεια, μια κάποια υπεροψία και μέθη κιόλας, φαίνεται ακόμα καθαρότερα όσο περνά ο καιρός. Η Ευρώπη βυθίζεται στο σκοτάδι, η Σάντα όμως φωτογραφίζεται σαν μοντέλο μόδας, σε πόζες σχεδόν υπερβολικές για προπολεμικές, θα έλεγα με τις φτωχές μου γνώσεις:

 Φτάσαμε ήδη στο Γενάρη του ’44. Ο Κόκκινος Στρατός προελαύνει, αλλά στη Ρουμανία ακόμα κυβερνά ο φασίστας Αντονέσκου: κάπου 280 με 380.000 Εβραίοι της Ρουμανίας έχουν εξολοθρευτεί, χώρια τους Τσιγγάνους που δεν ξέρω αν έχουν μετρηθεί ακόμη. Η Σάντα είναι πια εικοσιπέντε χρονώ και χτενίζεται σαν σταρ του σινεμά, σε κάποιο χειμερινό θέρετρο:

 Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μια σκιά μελαγχολίας λίγους μήνες αργότερα σχετίζεται πια με τη μεταπήδηση της Ρουμανίας στο συμμαχικό στρατόπεδο, αλλά ίσως και όχι. Η ζωή της μοιάζει να έχει αλλάξει ριζικά· Δεκέμβριος του ’45, φωτογραφίες σε κάτι που δεν μοιάζει καθόλου με τα γνωστά θέρετρα και επαύλεις. Μάλλον με διαμερίσματα, ή -ίσως- νοσοκομείο.

Χιόνια πάλι, αλλά μάλλον όχι σε σκι κλαμπ αυτή τη φορά. Η αριστοκρατική αλαζονεία μοιάζει να έχει ραγίσει, η Σάντα φαίνεται σχεδόν άλλος άνθρωπος, ψυχή τε (ποιος ξέρει;) και σώματι:

Στις τελευταίες φωτογραφίες του άλμπουμ, Δεκέμβριος του ’45 (η Γερμανία έχει παραδοθεί, σε μας έχει αρχίσει ο εμφύλιος, ο σοβιετικός στρατός έχει καταλάβει τη Ρουμανία), δεν υπάρχει πια καμία πόζα. Παραίτηση ίσως.

Ναι, αυτή είναι η τελευταία φωτογραφία της Σάντα Μπαντουλέσκου:

Γιατί, κάπου εδώ, το τρίτο και τελευταίο άλμπουμ τελειώνει. Αυτές είναι οι δυο τελευταίες σελίδες του:

 Εικοσιέξι χρονών, πέρασε αβρόχοις ποσί τον Δεύτερο Παγκόσμιο, τη γενοκτονία, το φασισμό, τις σφαγές, τους βομβαρδισμούς και τις μάχες, χωρίς να καταλάβει καταπώς φαίνεται τίποτα, χωρίς να την αγγίξει τίποτα-

-τίποτα, εξόν από αυτό που όλους αγγίζει κάποτε.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »