Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιστορίες πιο σοβαρές’ Category

Όπως μάθαμε πρόσφατα, η Βαρκελώνη «είναι γνωστή για την εκεί δράση ανάλογων τρομοκρατικών οργανώσεων” και ως εκ τούτου μια επίσκεψη εκεί αποτελεί  πειστήριο τρομοκρατικής δράσης:

Επειδή ο Δύτης είναι γνωστός για τη φιλαλήθειά του, οφείλει να ενημερώσει το σεβαστό δικαστήριο ότι πλέον οι προτεραιότητες της διεθνούς τρομοκρατίας έχουν αλλάξει. Αυτή η φωτογραφία είναι από την Κε Μπρανλί των Παρισίων και τραβήχτηκε τον περασμένο Μάιο:

Αν δεν πιστεύετε, να και ο πύργος του Άιφελ (και δεύτερη επιγραφή!):

Παρακαλώ να ενημερωθεί το δικαστήριο. Εγώ πάντως, κύριε Πρόεδρε, βρέθηκα εκεί δικαιολογημένα αν και όχι εντελώς για αναψυχή. Πρέπει να παραδεχτώ ωστόσο ότι ίσως ακούμπησα τα κάγκελα της γέφυρας και ως εκ τούτου μπορεί και να έχει από το DNA μου.

Μα πώς έμπλεξα έτσι!

Read Full Post »

Ή αλλιώς «η μανία με τα έιτιζ», για να παραφράσω ένα παλιό (εκείνης της εποχής δηλαδή πάνω-κάτω) αστυνομικό που έχει κάποια σχέση με αυτό που θέλω να γράψω: cui bono, ποιον ωφελεί ή τέλος πάντων τι έχουν πάθει όλοι και ασχολούνται με αυτή τη δεκαετία. Υπάρχουν  λοιπόν αυτοί που νοσταλγούν την παιδική τους ηλικία, από τη μια, η οποία (όπως συνέβη και στην περίπτωσή μου) συνέπεσε με το ’80: αν το σκεφτεί κανείς και μόνο με όρους σινεμά, η δεκαετία του ’80 νοσταλγούσε εκείνη του ’50 (βλ. π.χ. το Νικολαΐδη), εκείνη του ’90 το ’60 (Τέλος εποχήςΠέπερμιντ και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι), του 2000 το ’70 (οι αποχρωματισμένες σκηνές στη Χώρα προέλευσης), ε, τώρα ήρθε η σειρά του ’80. Κολακεύομαι να σκέφτομαι ότι το συμπέρασμα είναι πως οι σαραντάρηδες ή σαρανταφεύγα είμαστε η πιο δημιουργική ηλικία, αλλά στο θέμα μας η ουσία είναι ότι υπάρχει αυτή η νοσταλγική αναδρομή σε μια ηλικία της αθωότητας και μας αρέσει να κοιτάμε τις παλιές φωτογραφίες με τις αλάνες, τα κοντά παντελονάκια και τα ποδήλατα, τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις και τις τώρα γερασμένες θείες και θείους εν πλήρη ακμή. Να θυμόμαστε τη ντίσκο και τις βιντεοταινίες (αλλά όχι την Πλάτωνος, ούτε καν τους Κατσιμιχαίους), λες και η αθωότητα κάθε παιδικής ηλικίας έχει δεκαετία (είναι τυχαία η μανία με τα ρετρό κινούμενα σχέδια ή τις διαφημίσεις του ’80, ενώ κανείς δεν θυμάται πόσες ωραίες ταινίες προλόγιζε ο Μπακογιαννόπουλος τα Σάββατα;). Να ξεχνάμε αντίστοιχα διάφορα μη-αθώα πράγματα που ίσως θυμούνται οι μεγαλύτεροι: τι μπορεί να σήμαινε η Αθήνα του ’80, πόσο μπορεί να ήταν (έγραφα παλιά) μια εχθρική Αθήνα, γεμάτη ψυχιατρεία φυλακές και ζόμπι, γουρούνια του σαμπουάν και το τραίνο, το λένε χάπιεντ εξπρές για καμουφλάζ Όσο για την επαρχία της ίδιας εποχής, από παρόμοιες απόψεις άσε καλύτερα. (Και κανέναν (σχεδόν) δεν είδα να νοσταλγεί την μαθητική πολιτικοποίηση που εγώ θυμάμαι τόσο ευχάριστα).

Εδώ λοιπόν παρεμβαίνουν οι φωτογραφίες με τις τρυφερές πόζες σε μπαλκόνια με σημαίες του ΠΑΣΟΚ, και εδώ πάμε στη δεύτερη ομάδα που μας ζαλίζει με τη δεκαετία του ’80. Υποτίθεται λοιπόν ότι είναι η δεκαετία όπου ξεκίνησε η κατρακύλα: οι σχολιαστές αυτοί φρίττουν με τα δασύτριχα ανοιχτά πουκάμισα, τους μουστακαλήδες τσιφτετέλληνες, τα σκυλάδικα και όλα όσα σηματοδοτούν μια εποχή που αρχίσαμε να καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε. Γνωστά πράγματα, δηλαδή, που έχουμε φάει με το κουτάλι τα τελευταία χρόνια. Αυτό που ξεχνάνε τέτοιοι κατήγοροι μέσα σε κάτι σαν σουσουδισμό χωρίς καμία αθωότητα είναι δύο πράγματα: το πρώτο, ότι σε οποιοδήποτε τομέα της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής η δεκαετία του ’80 ήταν δραματικά καλύτερη από εκείνη που προηγήθηκε (προκαλώ οποιονδήποτε να αποδείξει ή έστω να υποδείξει το αντίθετο): ο Καραμανλής τους μπορεί να έπινε καφέ με τον Χατζιδάκι, μετρά όμως και δυο νεκρούς σε διαδήλωση. Και το δεύτερο, ότι οι εικόνες συλλογικού πλούτου και ανέμελης ευμάρειας που τα κακομαθημένα αυτά παιδιά ταυτίζουν με τη δεκαετία του ’80 ανήκουν, στην πραγματικότητα, στην επόμενη και μεθεπόμενη δεκαετία, στον διαβόητο εκσυγχρονισμό που μας τα έπρηξε με τους (και καλά όχι νεόπλουτους αλλά) νεοαστούς, δυναμικούς και μορφωμένους αλλά και ακομπλεξάριστους (μια και τα σπάγανε στη Βίσση και όχι στη Σακελλαρίου), και με το ευρωπαϊκό όραμα που ταυτίστηκε (για να χρησιμοποιήσω την αφελέστατη διατύπωση ενός γνωστού, ας πούμε, διανοητή) με το Σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη για ψώνια — άσχετα αν κανείς μας δεν γνώρισε αυτούς τους μυθικούς τύπους.

Συμφέρει όμως να αποδίδεις την ανέμελη ευμάρεια όχι στην εποχή της επιχειρηματικότητας, του εκσυγχρονισμού και του ευρωπαϊσμού αλλά σε εκείνη που έκανε την πλέμπα να πιστέψει ότι έχει δικαίωμα στην καλοπέραση (και λόγο στις αποφάσεις). Αν η νοσταλγική εξιδανίκευση της παιδικής ηλικίας από τους σημερινούς σαραντάρηδες έχει κάποιο άλλοθι, το κατηγορώ των πολιτισμένων μη-μου-άπτου δεν έχει κανένα. Απ’ την άλλη, τα δυο άκρα κάπως συναντιώνται, μια και το ηθικό δίδαγμα από την πτωχή πλην τιμία δεκαετία είναι τελικά ότι η Ελλάς πρέπει να παραμείνει πτωχή για να είναι τιμία. (Κάτι που ενδεχομένως ισχύει, αλλά τότε ισχύει για όλους: η πλουσία Ευρώπη έχει τόσο λερωμένη τη φωλιά της που μόνο τίμια δεν θα την πεις).

Read Full Post »

Είπα να αυτονομήσω εδώ μια μεγάλη συζήτηση που έγινε σε δύο μέρη με διαφορά πενταετίας (εδώ και εδώ), την οποία για διάφορους λόγους θεωρώ  ενδιαφέρουσα — μια και τουλάχιστον οι συμμετέχοντες φαίνεται να ενδιαφέρονται εξίσου, την παραθέτω εδώ (αφού έβγαλα κάποιες άσχετες παρεκβάσεις) ώστε να υπάρξει συνέχεια στα σχόλια. Για την οικονομία της συζήτησης (pun intended) δηλώνω ότι το κέντρο της κουβέντας καλό θα είναι να παραμείνει στο φιλοσοφικό-ανθρωπολογικό-ιστορικό πεδίο, αν και παραδείγματα (και) από το παρόν είναι φυσικά ευπρόσδεκτα. Α, να πω επίσης ότι και αυτό ίσως είναι βραδυφλεγές νήμα, τουλάχιστον από τη μεριά μου αυτό τον καιρό.

  • Ηλεφούφουτος

    Μήπως αδικούμε την οικονομία όταν μιλάμε για «οικονομοκρατία»; Επειδή οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι όσα γίνονται επιβάλλονται από την οικονομία (όπως οι πατεράδες τους έλεγαν ότι το θέλει η πατρίς, ο Θεός κλπ.) δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τους πιστεύουμε.

  • Cadmian

    Ο Ηλεφούφουτος έχει δίκιο, η οικονομοκρατία στη βάση της δεν έχει να κάνει με την οικονομία, αλλά με τη θεολογία και την θρησκειοποίηση των αγορών. Σαν την νεοφιλελευθεροποίηση της βιολογίας και της γενετικής ένα πράγμα.

  • Μπουκανιέρος

    Ωραία τα λες, Cadmian, πού ήσουνα τόσο καιρό;
    Με μια μικρή αντίρρηση στην πρώτη φράση (επομένως και στον Ηλεφού): η λογική της «οικονομίας» ήταν πάντα η οικονομοκρατία. Εξηγούμαι: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Με τον παραπάνω βαρύγδουπο τίτλο θέλω απλώς να κάνω αυτό που λέμε ρεμπλόγκιν. Σε ένα από τα λημέρια του Δύτη θα ήταν κανονικά η θέση του, αλλά στο συγκεκριμένο λημέρι έχουμε μείνει τρεις κι ο κούκος να επανερχόμαστε συνέχεια στα ίδια και στα ίδια χωρίς ελπίδα συμφωνίας και να πρήζουμε αλλήλους με τις ίδιες και ίδιες γνωστές γνώμες· αποτέλεσμα, όπως το βλέπω, ασυνεννοησία, τονισμός της λεπτομέρειας σε βαθμό καλοπροαίρετης κακοπιστίας (ας μην παρεξηγηθώ) και πλήρης έλλειψη νοήματος. Εν ολίγοις, διάβασα πρόσφατα φίλους και φίλες να έχουν ενδιαφέροντα πράγματα να πουν σχετικά με αυτά, τα ίδια και τα ίδια τα έρμα: την αποικιοκρατία, τη διαμόρφωση του δυτικού καπιταλισμού, πράγματα που εμένα ξέρετε όλοι πως με ενδιαφέρουν (ενώ μπορεί να μην ενδιαφέρουν άλλους). Οπότε προτιμώ να τα διαφημίσω από δω, πόσο μάλλον που δεν έχω κάτι ενδιαφέρον να πω από μόνος μου αυτό τον καιρό.

Λοιπόν, σημερινό: Τέταρτος Κόσμος, Σκεπάζοντας και ξεσκεπάζοντας γυναίκες

(Και δυο παλιότερα):

Σύνδεση με Κάιρο, Η σύγχρονη αναπαραγωγή του ιστορικού ρατσισμού

Τέταρτος Κόσμος, Μαράνοι, Μαρόν και μπλε μαρέν

Αν θέλετε, το βλέπετε σαν διαφήμιση· ίσως και σαν μια προσωπική σημείωση. Θα βάζω στα σχόλια και άλλα σχετικά άμα βρίσκω. Καλή ανάγνωση!

Read Full Post »

Να τι διαβάζουμε σε μια αναφορά του υπουργού του Δικαίου Ιωάννη Θεοτόκη προς το Εκτελεστικό σώμα, γραμμένη στο Ναύπλιο στις 2 Οκτωμβρίου 1824:

Κάποιος Μεχμέτ δερβίς εφέντης, καταγόμενος εκ μιας των εν Τριπολιτζά οικογενειών, ανήρ έμπειρος εις την οθωμανικήν γλώσσαν, και επομένως από τους κατά πολλά χρησίμους και αναγκαίους εις το υπουργείον τούτο, δια τα καθημέραν παρεμπίπτοντα έγγραφα, τεμεσούκια και χοτζέτια. Ευχαριστείται να προσκοληθή εις το υπουργείον με εκατόν γρόσια μηνιαίον προς εξοικονόμησιν της οικογενείας του.

Περιττόν το υπουργείον να τον συστήση ήδη προς την Διοίκησιν, ως άνθρωπον καίτοι τούρκον όντα, φιλέλληνα όμως και φιλόκαλον, ως πολλάκις το απέδειξεν ο ίδιος πραγματικώς.

Εμφανίζεται και σ’ άλλα έγγραφα αυτός ο φιλέλληνας και φιλόκαλος Τούρκος. Τα ελληνικά του, βέβαια, δεν ήταν τόσο καλά όσο (υποθέτουμε) τα οθωμανικά του. Γράφει τον Απρίλιο του 1825:

Προς το σηβαστόν εκτελεστικόν σώμα

αφού αποφάσισα να αποθάνο εις τηγήν εις στην οπίαν εγενίθιν να δουλέψο τιν ελινικιν διοίκησιν εις ότι δήνομεν με σταθερότιτα και επιμέλιαν κατίντισα να ηστεριθό όλα τα μέσα τα οποία δήναντε να μου φιλάξουν ειςτινιγίαν και τιν επιμέλιαν του να εκπλιρό το χρέος, εις στο οπίον ήμε διορισμένος το να εξιγίσο τα μέσα, οπου μου λίπουν είνε περιτόν διότι η σεβαστί διοίκησις τα γνορίζι βλέπει ότι ήμε γυμνός ηξεύρι ότι ηστερούμε τον καθιμερινόν έξοδόν μου…

δούλος σας δερβής μεχμέτ εφένδης

Τα ελληνικά του δερβίση είχαν πάντως βελτιωθεί μέχρι τον Φλεβάρη του ’28, οπότε γράφει προς τον Καποδίστρια ότι η μετά των Ελλήνων σχέσις μου μεταξύ του τοσαετούς διαστήματος της διαγωγής μου εστάθη ανεπίληπτος ως προς τας οθωμανικάς προλήψεις… η πείρα με απέδειξε πρόθυμον εις το να συμπάσχω, και να συνδυστυχώ μετά των ελευθέρων Ελλήνων, προτιμήσας την ελευθέραν ζωήν μάλλον, ή την μετ’ ευκλείας υπόζυγον μετά των ομοφύλων μου διαγωγήν… τούτο μετηρχόμην ουχί ως προδίδων το ομογενές μου, αλλ’ ως ζηλωτής υπέρμαχος της ελευθερίας εξ υπαρχής.

Παράξενη περίπτωση· δεν είναι ο μόνος, ωστόσο: τα αρχεία της Επανάστασης έχουν και διάφορους άλλους αυτόμολους. Ένας Χουσεΐν Βελή από την Πέργαμο, βεβαρυμένος από την ακαταστασίαν του στρατιωτικού μας ήλθε αυτόμολος στην επαναστατημένη επικράτεια αλλά τον λήστεψε ο φύλακας στο πέραμα της Σαλαμίνας, και ζητά άδεια να πάει στη Σύρα να δουλέψει βυρσοδέψης ή στην καπνοσυρειγγοποιΐαν. Μαζί του και άλλοι έχουν αυτομολήσει κατά την πολιορκία της Αθήνας: άντε βρες άκρη για τους πραγματικούς λόγους, που μάλλον δεν θα ήταν τα ιδεώδη του Ντερβίς Εφέντη. Όμως τι να πεις για τον Εμίν Ισμαήλ ογλού, ο οποίος δηλώνει ότι όντας μουσουλμάνος θεσσαλονικεύς μη υποφέρων την τυραννίαν, αποφάσισα να ζητήσω μίαν ευνομουμένην διοίκησιν, οποίαν χαίρει η Ελλάς Σήμερον [1828] διό και καβαλικεύσας το μικρόν μου πλοιάριον ψαράδικον εμίσευσα από την θεσσαλονίκην δια τα παράλια του ολύμπου; Ένας άλλος πάντως, ο Σεΐζης, οθωμανός τη θρησκεία και έλλην τη πατρίδι και τω φρονήματι επικαλείται και του αειμνήστου αρχηγού καραϊσκάκη το στρατόπεδον για τις εκδουλεύσεις του. Ο δε Βρεμπής Καλαβρυτινός (Βεχμπής, υποψιάζομαι) δεν θέλησε να αφήσει την γεναιθλίαν γην μας αλλά έτρεξε εις τα στρατόπεδα, εναντίον των ομοθρήσκων [τ]ου (κηδόμενος μάλλον του εθνισμού παρά της διαφοράς της θρησκείας) παρακολουθήσας τον αείμνηστον στρατηγόν αθανάσιον μπότζαρην ντούσιαν. Λέει αργότερα ο ίδιος: το πώς είμεθα τούρκη ναι μεν αμή πρέπει να είσται βέβαιοι δεν εφρονούσαμεν τουρκικά αλλά εφρονούσαμεν και φρονούμεν τόσον ελληνηκά όστε από καθε έλληνα καλήτερα και μαχόμεθα εναντίαν της θρησκείας μας. Οι πιο πολλοί, πράγματι, είναι ντόπιοι που επιλέγουν τον τόπο και όχι την θρησκεία: όπως ένας Οσμάν Τζερετόπουλος, του οποίου ο γιος φυλάττων την προπατορικήν του θρησκείαν, ηγωνίσθη μετά των Ελλήνων, καθ’ όλον το διάστημα της ελλ. επαναστάσεως διατελών εισέτι εις την φρουράν της επιτροπείας (γράφει ο έκτακτος επίτροπος Ανατολικής Ελλάδας Κ. Μεταξάς, το 1831).

Και αν νομίζουμε ότι πρόκειται μόνο για μεμονωμένες περιπτώσεις αυτομόλων, να και ένα κατάστιχο με την οθωμανική εκατονταρχία του Μουστάφα διατελούσα παρά χιλιάρχω νικολάω Κριεζώτη, εν έτει 1828 πάλι. Βλέπει κανείς στον κατάλογο ανάκατα τον Μουστάφα Γκέκα (45 ετών, εκατόνταρχο), τον Γεώργη Μυτιληναίο, τον Βεΐζη Αράπη (Αλβανό, 27 ετών), τον Σουλεϋμάν Γκέκα και τον αλβανό τζαφάρη, τον Μεχμέτη από το Αϊβαλί και τον Μήτρο Καλόγερο (από τον Εύρυπο), τον Παναγιώτη απ’ τη Θήβα και τον Μεχμέτη από την Τριπολιτζά. Είναι παράξενο ότι δεν μοιάζει να ξέρουμε τίποτα άλλο για αυτή την «Οθωμανική εκατονταρχία» πέρα από το συγκεκριμένο έγγραφο! Παρομοίως, την ίδια χρονιά, οι υποφαινόμενοι οθωμανοί Αχμέτης Λοφτζαλής, Αχμέτης Βιδηνλής και Ισμαήλ Ανδριανοπολίτης αναφέρουν ότι αφ’ ου καιρού εσύστησεν ο Κ. Αθανάσης Παπάζογλους το πρώτον ιππικόν εμβήκαμεν υπό την οδηγίαν του.

Πολλά μπορεί να σχολιάσει κανείς, από τη σύγχυση εθνικού-θρησκευτικού στην ορολογία μέχρι τα κίνητρα και το ποιον των αυτόμολων, και από το τι θεωρούσαν οι επαναστάτες ιθαγένεια μέχρι το πόση σημασία είχε και η πολιτειακή μεταβολή με την Επανάσταση· δείτε και τη βιβλιογραφία από κάτω. Αντίθετα με εμένα όμως, ο Δύτης δεν καμώνεται τον ιστορικό. Ασφαλώς πολλά από όσα διαβάζουμε είναι τυπικές φόρμουλες, κάποια όμως μοιάζουν ειλικρινής έκφραση πίστης. Και γιατί όχι; Ο οθωμανός ιστορικός της εποχής, ο Σανιζαντέ —τον θυμάστε;– γράφει πως λίγο πριν τον Μάρτη του ’21 κάποιος καθολικός Αρμένιος είχε πει σε ένα μουσουλμάνο φίλο του ότι η επερχόμενη χριστιανική επανάσταση θα γίνει «για να είμαστε κι εσείς κι εμείς ελεύθεροι και ίσοι· και θάναι καλύτερα για όλους».

Ναι, ξέρουμε ότι τελικά δεν ήταν πάντα καλύτερα για όλους. Αλλά, δεν θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρόθεση;

Βασική πηγή: Spyros D. Loucatos, «Les arabes et les turcs philhellènes pendant l’insurrection pour l’indépendance de la Grèce«, Balkan Studies 1980, σελ. 233-273. Υπάρχει και προγενέστερη ελληνική βερσιόν: Σπυρ. Λουκάτος, «Τουρκο-αλβανικού φιλελληνισμού εράνισμα κατά την ελληνικήν Εθνεγερσίαν», Αθηνά, τ. ΟΓ΄-ΟΔ΄ (1972-1973), σ. 43-63. Και ένα-δυο άλλα κείμενα, όπως του Παναγιώτη Στάθη για τους Mουσουλμάνους στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, (και άλλο ένα εδώ), του Κώστα Καψάλη για τρεις οθωμανούς αγωνιστές από το Λιδωρίκι, και μερικά ακόμα, που όλα σχεδόν βασίζονται στο άρθρο του Λουκάτου. Για τον Σανιζαντέ: Z. Yılmazer επιμ., Şâni-zâde Mehmed ‘Atâ’ullah Efendi: Şânî-zâde târîhi [Osmanlı tarihi (1223-1237 / 1808-1821)], Κων/πολη 2008, σελ. 1065.

Read Full Post »

Ποτέ δεν συμμερίστηκα τον απέραντο θαυμασμό που γενικώς κυκλοφορεί για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, αν και κατά καιρούς διασταυρώθηκα με τις σκέψεις του και (πρέπει να πω) τον διάβασα ευχάριστα. Βλέπω τώρα να κυκλοφορεί πολύ ένα δοκιμιακό κείμενό του σε σχέση με τους Άραβες και τα, ξερωγώ, παράπονά τους, και να διαφημίζεται ως «Ο καλύτερος αντίλογος στο εκτεταμένο ‘αυτομαστίγωμα’ των Ελλήνων/Ευρωπαίων» (παρεμπιπτόντως, νόμιζα ότι οι Έλληνες φημίζονται για το ότι τα ρίχνουν όλα στους ξένους, όχι για αυτομαστίγωμα, αλλά τέλος πάντων). Αναρωτιέμαι αν κατάλαβε κανείς ότι ο τίτλος (Το βαρύ προνόμιο της Δύσης) είναι συνειδητή (υποθέτω) παραλλαγή του περίφημου ποιήματος του Κίπλινγκ: The White Man’s Burden. Και όσο και να λατρεύω τον Κίπλινγκ, δεν μπορώ να μην απορήσω με την επιλογή του Καστοριάδη* να επιλέξει τον απόλυτο ύμνο της αποικιοκρατίας του 19ου αιώνα σε ένα κείμενο που ισχυρίζεται ότι η Δύση (επειδή -υποθέτω, μια και ο Στοχαστής δεν μπαίνει στον κόπο να δώσει κανενός είδους εξήγηση ή ερμηνεία- είναι κατευθείαν απόγονος της αρχαίας Ελλάδας και του προτάγματος για ελευθερία) έχει κάποια εγγενή ανωτερότητα που δεν έχουν οι Άραβες.

*[Εδώ, ο Δύτης κάνει τη μικρή έρευνά του και βλέπει (μια και δεν έχει τυπωμένη την ελληνική μετάφραση (είναι του Κώστα Κουρεμένου και είναι από δω) ότι το πρωτότυπο δεν είναι δοκίμιο, αλλά μια συνέντευξη του ’94, όπου φυσικά δεν υπάρχει τίτλος. Αναρωτιέμαι αν ο τίτλος ανήκει στον Κλεάνθη Γρίβα (απ’ εδώ δηλαδή), ωστόσο το ότι ανερυθρίαστα υιοθετείται και επαναλαμβάνεται στις μέρες μας (ας πούμε εδώ) έχει μια κάποια σημασία].

Εν πάση περιπτώσει, ας πούμε ότι τώρα με ενδιαφέρει το κείμενο όπως κυκλοφορεί και διατίθεμαι να σβήσω ό,τι έχω ειρωνικό εναντίον του Κορνήλιου, μιας και δεν πρόκειται για δοκίμιο αλλά για προφορικό λόγο. Ωστόσο θα επιμείνω· γιατί βέβαια, όλα αυτά που θα διαβάσουμε είναι μια άποψη της μόδας, αλλά το όνομα του Στοχαστή την κάνει τώρα να ακούγεται σαν ιερό κείμενο. Ας το δούμε:

Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής.

Τι θα έλεγε ο Καστοριάδης αν διάβαζε ότι περίπου την εποχή που ο Μαρσίλιος της Πάδοβας, ένα από τα πιο φωτισμένα μυαλά του ύστερου Μεσαίωνα, ίσα που τολμούσε να πρωτοπεί πως η εκκλησία πρέπει να κυβερνάται συνοδικά (και όχι με την αρχή του Πάπα), (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αντιγράφω από μια συνέντευξη του Χούλιο Κορτάσαρ, του 1982 (μετάφραση Ελένης Χαρατσή, από το σημείωμα στο τέλος των Ιστοριών των Κρονόπιο και των Φάμα, Αθήνα 1983):

Λένε πως υπήρχαν πράγματα που σας ενοχλούσαν στην Αργεντινή όταν φύγατε…

Ναι. Τότε χωρίς να έχω ακόμα καμία πολιτική συμμετοχή κάπου, το κίνημα των περονιστών με ενοχλούσε βαθύτατα. Εγώ αισθάνομαι πολέμιός του για αισθητικούς λόγους. Έχω κάνει γι’ αυτό μια σκληρή αυτοκριτική και δεν έχω κανένα πρόβλημα στο να την επαναλάβω. Ήμουν ένας μικροαστός ευρωπαΐζων νέος που το κύμα του περονισμού εκείνης της εποχής τον ενοχλούσε ιδιαίτερα και το θεωρούσε βαθύτατα χυδαίο, κύμα που εισέβαλε στο Μπουένος Άιρες όταν ο κόσμος που ζούσε στο εσωτερικό της χώρας, ξεσηκωμένος απ’ το κίνημα που προκάλεσε ο Περόν, κατέκλυσε την πόλη. […] Έχω ένα διήγημα εκείνης της εποχής […] όπου κάνω μια πολύ μειωτική περιγραφή για τους αγρότες, πράγμα που ποτέ δεν θα έκανα σήμερα, γιατί πια τους γνωρίζω και έμαθα να είμαι κοντά τους […] Έτσι, αν συνδέσεις τις αιτίες αυτές της εχθρότητας, που σου είπα, με την επιθυμία μου να πάω στην Ευρώπη για ό,τι αυτή μπορούσε να μου προσφέρει θα καταλάβεις ότι το να φύγω ήταν πολύ εύκολο: αρκούσε μόνο να πουλήσω ό,τι είχα, που ήταν ελάχιστο, και να πηδήξω στο καράβι.

Το περίεργο είναι ότι αυτό το πήδημα […] πέρασε σιγά σιγά σε αντίθετες ιδεολογικές θέσεις.

– Όχι πολύ σιγά. Εγώ θα έλεγα, παρόλο που ίσως φανεί λογοτέχνημα ή ναρκισσισμός ότι με τον τρόπο μου, με τον δικό μου ταπεινό τρόπο, διένυα την πορεία μου προς τη Δαμασκό. Δεν θυμάμαι πολύ καλά τι έγινε σ’ αυτήν την πορεία, νομίζω πως ο Σαούλ έπεσε απ’ το άλογο κι έγινε Παύλος, δεν είν’ έτσι; Λοιπόν, κι εγώ έπεσα απ’ το άλογο, κι αυτό συνέβη με την κουβανέζικη επανάσταση. […] Γιατί, για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις των περονιστών στο Μπουένος Άιρες με αηδίαζαν. Κλεινόμουνα στο σπίτι κι άκουγα μια σονάτα του Μότσαρτ ενώ έξω φώναζαν: «Περόν, Περόν, Εβίτα, Εβίτα!». Όμως, ξαφνικά, στην Αβάνα, παραβρέθηκα σε μια τεράστια διαδήλωση – κι όταν λέω τεράστια είναι φανερό ότι εννοώ τεράστια – όπου ο Φιντέλ έβγαζε ένα λόγο, κι εκεί ένιωσα βαθύτατα ευτυχισμένος σ’ εκείνη την -ας πούμε- θεία κοινωνία. Κι είπα στον εαυτό μου: η κατάσταση στο Μπουένος Άιρες σου προκαλούσε αηδία, αυτή η συγκέντρωση των ανθρώπων απ’ τα χωριά σε κάνει να ταυτίζεσαι μαζί τους. Απ’ αυτό το σημείο και μετά η αυτοκριτική μου συνεχίστηκε αμείωτη.

Read Full Post »

Older Posts »