Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιστορίες για κυνοκέφαλους’ Category

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

Read Full Post »

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Read Full Post »

   Περνώντας (και) αυτό το Πάσχα σε ένα μεγάλο νησί του εξωτικού ανατολικού Αιγαίου, ο Δύτης μπήκε σε διάφορες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες (για ευνόητους ή όχι λόγους δεν θα σας πω ποιες, όμως), και φωτογράφησε μερικές εικόνες που θα μοιραστεί μαζί σας.

Αυτό, λέω εξαρχής, είναι ένα ποστ ελαττωματικό. Οι φωτογραφίες δεν είναι καλές: φταίει το χρυσό φόντο, που έκανε αδύνατο για έναν ερασιτέχνη σαν εμένα να γλιτώσει από την αντανάκλαση του φωτός, και επιπλέον τις ανέβασα εδώ με τρόπο τέτοιο που να μου είναι πολύ δύσκολο να τις κουμαντάρω σε σχέση με το κείμενο. Ε, ας στέκονται λοιπόν εδώ καμαρωτά, και ας γράψω δυο λόγια με τη σειρά, θα καταλάβετε ποιο πάει πού (κλικ στις εικόνες για να μεγαλώσουν, ε;).

Αρχίζουμε με τις παλιότερες, που (μυρίζω τα νύχια μου και λέω ότι) πρέπει να χρονολογούνται στον 17ο ή τον 18ο αιώνα. Δείτε αυτήν εδώ τη Ζωοδόχο Πηγή, και προσέξτε τις λεπτομέρειες που ακολουθούν παρακάτω: τις λαϊκές μορφές που σκύβουν μπροστά στο σωρό –μεταξύ τους και ένας στρατιώτης με ωραίο μουστάκι– και, προπάντων, το παιδάκι που πίνει νερό από τη δεξαμενή. Ενδιαφέρον έχουν και οι πύργοι στην απεικόνιση της πόλης, που μοιάζουν με μιναρέδες.

Τι να πει όμως κανείς για την επόμενη, τον ένθρονο Χριστό με το στέμμα και τα κάπως μπαρόκ στολίδια στην πλάτη του θρόνου; Χάζευα το πρόσωπό του λίγο πριν το άρατε πύλας και μου φαινόταν πως αυτός ο βασιλεύς της δόξης είχε τα μούσια και το πρόσωπο ενός μπακάλη. Δεν έχω καμία πρόθεση να φανώ ασεβής, ωστόσο: ενός μπακάλη απ’ αυτούς που περιγράφει ο Κόντογλου, ή κάποιου σαν τον φουκαρά τον καφετζή που για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο. Και αναρωτιέμαι, αν το έκανε επίτηδες ο αγιογράφος, να δείξει δηλαδή τόσο ταπεινή την ενανθρώπιση –παρά το χρυσό φόντο και τις φιγούρες στον διάκοσμο του θρόνου.

Ταπεινοί Χριστοί, από τη μια –ταπεινοί και ταλαίπωροι αγιογράφοι (αν και το επίθετο μπορεί να είναι του δωρητή) από την άλλη. Αυτές οι τελευταίες εικόνες είναι πολύ πρόσφατες, ούτε δεκαπέντε χρονώ, και η τεχνοτροπία τους ξεφεύγει σε μεγάλο (γοητευτικό θα έλεγε κανείς) βαθμό από την κλασική βυζαντινή. Ναΐφ, θα έλεγε ένας ιστορικός της τέχνης με μια κάποια -ίσως- αφέλεια. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ κρατά στο χέρι του την ψυχή του νεκρού, φασκιωμένη σα μωρό –και ποδοπατάει το σώμα του, παρεκτός αν ο σταχτής γαμψομύτης είναι ο διάολος.

Καμαρώστε και την αγία Φωτεινή με τις μακριές, ξανθές κοτσίδες.

Ξέρω ότι κάτι θα έπρεπε να προσθέσω τώρα στο τέλος: κάτι βαθυστόχαστο, ξερωγώ, ή ποιητικό. Ε, δεν έχω –παρεκτός μια κάποια γαλήνη, να το πω έτσι, που αναβλύζει, και που (πώς να το κάνουμε) προσιδιάζει σε κάτι τέτοια.

Read Full Post »

Στον φίλο Μπουκανιέρο είναι που χρωστώ τη γνωριμία μου με τον όρο καφροποίηση ή εκκαφρισμός (Verkafferung). Τον θυμήθηκα ξαναβλέποντας το Χορεύοντας με τους λύκους.

Διαβάζει κανείς στο Deutsches Kolonial-Lexikon (1920), τ. 3, σελ. 606:*

Καφροποίηση: ονομάζεται έτσι, στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική, η κατάπτωση ενός Ευρωπαίου στο πολιτισμικό επίπεδο των ιθαγενών, φαινόμενο που μπορεί να ονομαστεί για άλλες αποικίες εκνεγρισμός (Vernegern) ή εκκανακισμός (Verkanakern). Η μοναχική ζωή στις αγροικίες, οι συνεχείς συνδιαλλαγές με μη-λευκούς, ιδιαίτερα όμως οι επιγαμίες με αυτούς προκαλούν στους λευκούς αποίκους αυτό τον ατυχή εκφυλισμό. Ο καφροποιημένος Ευρωπαίος, παρότι μπορεί ενίοτε να έχει προσωπική εξυπνάδα, χάνεται ωστόσο για τον λευκό πληθυσμό, καθώς χάνει την κουλτούρα της πατρίδας του, την ενεργητική θέληση και την στοχοπροσήλωση. Τέτοιοι άτυχοι άνθρωποι είναι συνήθως λιγότερο χρήσιμοι και από έναν έξυπνο ιθαγενή, ακόμα και ως εργάτες. Μόνο με νομοθετικά (απαγόρευση μικτών γάμων) και κοινωνικά μέτρα μπορεί να ελεγχθεί σταθερά το φαινόμενο. Ο πιο σίγουρος τρόπος να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος είναι η διευκόλυνση των σχέσεων με λευκές γυναίκες. Επιπλέον, η δημιουργία ευκαιριών πλουτισμού. Η απουσία οικονομικής επιτυχίας, σε συνδυασμό με ορισμένες κλιματικές και γεωγραφικές επιρροές (έλλειψη δυνατότητας επαφών με άλλους Ευρωπαίους, απουσία πνευματικών ερεθισμάτων, κλπ) οδηγούν εύκολα σε μια χαλάρωση της εσωτερικής ενέργειας και μια αίσθηση παραίτησης, όπως δείχνουν πολλά παραδείγματα στην κοινωνική ιστορία των πρώτων μπόερ. Κατά συνέπεια, η δημιουργία πνευματικών σχέσεων με την πατρίδα, με σχολεία, ιεραποστολές, βιβλιοθήκες και εφημερίδες, μπορεί να βοηθήσει να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος που απειλεί τους νέους κυρίως αποίκους.

Δεν είναι ακριβώς κάτι καινούριο: μεταπηδήσεις από τον ένα πολιτισμό στον άλλο ήταν ένα αρκετά συχνό φαινόμενο, ας θυμηθούμε τον Λέοντα τον Αφρικανό ή τον Ιμπραήμ Μουτεφερικά. Ακόμα και ο Κιμ του Κίπλινγκ είναι ίσως ένα παράδειγμα, ή η κατά κάποιο τρόπο παραβολή του Κιμ, ο Μόγλης (υπάρχει και ένα ακόμα διήγημα τέτοιου είδους, αλλά λιγότερο αισιόδοξο). Εκείνο που είναι διαφορετικό είναι η κατάπτωση. Κάπως έτσι θα έγραφε κανείς σήμερα, πιθανότατα σε γνωστά πρωταγωνιστικά έντυπα, όχι βέβαια για αυτόν που γίνεται Ευρωπαίος, αλλά για κάποιον που αποφασίζει να τσιγγανοποιηθεί, ξέρω γω. (Α, ναι: υπάρχει και η βερσιόν της κοινωνικής καφροποίησης).*

***

Βέβαια, για να είμαστε ακριβείς, οι Γερμανοί είχαν φροντίσει και για άλλους τρόπους αποφυγής του κινδύνου.

***

*Έχει ενδιαφέρον ότι όταν τυπώθηκε αυτό το «Αποικιακό λεξικό», η Γερμανία είχε ήδη χάσει (με τη συνθήκη των Βερσαλλιών) όλες τις αποικίες της.

**Η ίδια λέξη, στα γερμανικά (αλλά και στα αγγλικά), δηλώνει τον κίνδυνο να χάσει ένας ερευνητής (ανθρωπολόγος, ας πούμε, ή κοινωνικός επιστήμονας) τον εαυτό του, την αντικειμενικότητά του και την επιστημοσύνη του, από την πολλή συμμετοχική παρατήρηση. Εδώ είναι η επιστήμη η ανώτερη κουλτούρα.

Read Full Post »

Θα θυμάστε ότι η οθωμανική πλευρά αυτού εδώ του Δύτη έχει ιδιαίτερη αδυναμία σε φαντάσματα και βρυκόλακες. Δεν είναι όμως βαλκανική αποκλειστικότητα οι βρυκόλακες στην οθωμανική γραμματεία. Υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιγραφή από τον μεγάλο οθωμανό περιηγητή, τον Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1684), για ένα είδος «Βαλπούργειας νύχτας», ενός «Σαββάτου των μαγισσών» στα «βουνά Ομπούρ», ανάμεσα στην Κιρκασία, τη χώρα των Τσερκέζων, και την Αμπχαζία του Καυκάσου.

Ο Εβλιγιά ισχυρίζεται ότι στις 24 Απριλίου 1666 είδε με τα μάτια του μια εναέρια μάχη ανάμεσα στους ομπούρ των Τσερκέζων και σε εκείνους των Αμπχάζιων. Ομπούρ, εξηγεί, είναι οι μάγοι αυτών των φυλών. Στην περιγραφή του Εβλιγιά, οι Αμπχάζιοι ομπούρ ξεκίνησαν τη μάχη:

εμφανίστηκαν πίσω από τα βουνά Ομπούρ πετώντας στον αέρα πάνω σε μεγάλα δέντρα ξεριζωμένα, κιούπια, σκούπες, ρόδες αμαξιών, και ό,τι σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς.  Οι Τσερκέζοι ομπούρ, πάλι, πετούσαν πάνω σε κατάρτια καραβιών, ψόφια άλογα, καμήλες και βουβάλια, οπλισμένοι με φίδια, σχοινιά και κεφάλια, ανθρώπων και ζώων, βγάζοντας φλόγες. Ξεκουφαθήκαμε από το θόρυβο καθώς η άγρια μάχη κράτησε έξι ώρες, ενώ πάνω μας πέφτανε κομμάτια από ζώα και πτώματα, φουρνόξυλα και σκούπες και ρόδες και ξύλα… Εφτά Τσερκέζοι και εφτά Αμπχάζιοι ομπούρ πιάστηκαν σώμα με σώμα και πέσανε στο έδαφος· ένας Αμπχάζιος ήπιε το αίμα από το λαιμό ενός Τσερκέζου, οι υπόλοιποι ξαναπέταξαν στον αέρα… Έγινε φοβερή μάχη μέχρι να λαλήσουν οι πετεινοί.

Την επόμενη μέρα, ο Εβλιγιά επισκέφτηκε με τους συντρόφους του το πεδίο της μάχης και το βρήκε γεμάτο από ό,τι οικιακό σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς, πτώματα ζώων, ανθρώπινα πτώματα ξεθαμμένα από τάφους, και ούτω καθεξής. Του είπανε οι Τσερκέζοι, λέει, πως τέτοια μάχη δεν είχε γίνει εδώ και σαράντα πενήντα χρόνια: συνήθως πάλευαν πέντε με δέκα ομπούρ, στη γη και στον αέρα.

Για να κάνουμε μια παρέκβαση, η περιγραφή αυτή ίσως δεν είναι παρά μια διασκεδαστική ιστορία· ίσως όμως αντανακλά πραγματικές σαμανιστικές δοξασίες, ενισχύοντας έτσι την πολυσυζητημένη υπόθεση του Κάρλο Γκίντζμπουργκ για το σαμανιστικό υπόβαθρο των «συνάξεων των μαγισσών». Το 1966 ο Γκίντζμπουργκ μελέτησε μια σειρά πρακτικών από ανακρίσεις και δίκες της Ιεράς Εξέτασης σχετικά με τους benandanti, μια ομάδα «καλών μάγων» στο Φριούλι, στη βορειοδυτική Ιταλία, οι οποίοι πολεμούσαν τους «κακούς μάγους» για τη γονιμότητα της σοδειάς κάθε χρόνου. Σύμφωνα με τον Γκίντζμπουργκ, αν και οι ιεροεξεταστές προσπάθησαν να επιβάλουν τις δικές τους ιδέες στους ανακρινόμενους χωρικούς, ούτως ώστε οι καταθέσεις τους να ταιριάξουν με το καθιερωμένο μοντέλο του διαβολικού «Σαββάτου των μαγισσών», ωστόσο από τις καταθέσεις αυτές αναδεικνύεται μια κάποια αυθεντική, λαϊκή πίστη σε τέτοιες παραδόσεις. Πρόσφατα μάλιστα ο Γκίντζμπουργκ επανήλθε στο θέμα με ένα βιβλίο που σαν ακροβάτης σε πάγο φτάνει στην όχθη αφήνοντας πίσω του συντρίμμια (εύθραυστα επιχειρήματα, εύλογα συμπεράσματα), διατρέχοντας (αυτός που δοξάστηκε ως μικροϊστορικός) δύο ηπείρους και δυόμισυ χιλιετίες, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές μυθολογίες και λαϊκές παραδόσεις, από την Ιταλία μέχρι τη Βαλτική και τη Σιβηρία, μοιράζονται ένα κοινό σαμανιστικό υπόβαθρο, στο οποίο ιπτάμενες μάγισσες δίνουν μάχες για τη γονιμότητα των χωραφιών. Όσο και αν η θέση του Γκίντζμπουργκ εξακολουθεί να αμφισβητείται (η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι καταθέσεις στις δίκες των μαγισσών αντανακλούσαν πολύ περισσότερο τις ιδέες των διωκτών τους παρά πραγματικές λαϊκές τελετές), ωστόσο δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως η περιγραφή του Εβλιγιά κάπως τον δικαιώνει.

Για να επιστρέψουμε όμως στους βρυκόλακες, να πως συνεχίζει ο Εβλιγιά την αφήγησή του για τους ομπούρ:

Στα μέρη αυτά δεν υπάρχει πανούκλα. Όποτε κάποιος αρρωστήσει, ή και να μην αρρωστήσει, τις νύχτες του καρακόντζολος (χα! τι’ ν’ πάλι τούτο; Θα σας πω μετά) οι ομπούρ πίνουν το αίμα του και έτσι τον σκοτώνουν. Έτσι, οι ομπούρ μπορεί να γίνουν φυσιολογικοί, αν και τα σημάδια της ιδιότητάς τους παραμένουν στα μάτια τους.

Σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν γέροι σοφοί Τσερκέζοι που μπορούν να διακρίνουν έναν ομπούρ, δηλαδή να καταλάβουν έναν μάγο. Οι συγγενείς των νεκρών τους δίνουν χρήματα, κι εκείνοι πηγαίνουν στους τάφους πρόσφατα πεθαμένων ομπούρ για να ελέγξουν μπας και υπάρχουν σημάδια ότι οι ομπούρ βγήκαν από τον τάφο τους. Και πράγματι, τότε, όταν οι άνθρωποι μαζεύονται και σκάβουν τον τάφο, βλέπουν ότι τα μάτια του ομπούρ έχουν γίνει σαν κούπες γεμάτες με αίμα, και ότι το πρόσωπό τους έχει γίνει κατακόκκινο από το ανθρώπινο αίμα που έχουν πιει. Τότε, βγάζουν το βρωμερό πτώμα του καταραμένου ομπούρ από τον τάφο, και καρφώνουν ένα ξύλινο παλούκι στον αφαλό του· με τη βοήθεια του Θεού, τα μάγια λύνονται, και ο άνθρωπος του οποίου το αίμα έπινε ο ομπούρ, σώζεται… Κάποιοι άνθρωποι όμως, ακόμα και αφού ο ομπούρ βρεθεί στον τάφο του και καρφωθεί, παίρνουν το βρωμερό πτώμα, με το παλούκι ακόμα καρφωμένο στον αφαλό του, και το καίνε, ώστε να μη μπει στο πτώμα άλλος ζωντανός ομπούρ.

Άλλη μια παρέκβαση: η αναφορά στην πανούκλα (και ο Εβλιγιά προσθέτει μετά ότι «δεν υπάρχει λοιπόν πανούκλα στη χώρα των Τσερκέζων, αλλά ο μπελάς των ομπούρ είναι πράγματι χειρότερος κι απ’ τη χειρότερη πανούκλα») θυμίζει άλλη μια περιγραφή του: ο πατέρας του, διηγείται, είχε δει τον «στρατό της πανούκλας», που αποτελούνταν και από «καλές» και από «κακές ψυχές», έτοιμο να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη την παραμονή ενός ξεσπάσματος της επιδημίας. Οι καλές ψυχές ήταν ντυμένες στα άσπρα, και οι κακές στα μαύρα· όποιον χτυπούσαν οι πρώτες επρόκειτο να σωθεί, ενώ τα θύματα των δεύτερων θα πέθαιναν.

Πίσω όμως τώρα στον Καύκασο: ο Εβλιγιά εξηγεί ότι όποτε κάποιος υποπτεύεται ότι ένας ομπούρ του πίνει το αίμα, αυτοί οι σοφοί «ανιχνευτές ομπούρ» εξετάζουν τα μάτια του υπόπτου. Αν είναι γεμάτα αίμα, τον δένουν με αλυσίδες μέχρι να ομολογήσει:

«Ναι, εγώ ήμουν που ήπια το αίμα του Τάδε… Όταν θάφτηκα δίπλα στον ομπούρ πατέρα μου και στον ομπούρ παππού μου, το σώμα μου δεν σάπισε· και ήταν φορές που πέταξα στον ουρανό για να δώσω μάχη· και όλα αυτά τα έκανα για ζήσω παραπάνω».

Ο Εβλιγιά προσθέτει ότι αυτοί οι ομπούρ είναι ξεχωριστό σόι, και ότι αρνούνται να συνάψουν γάμους με τους υπόλοιπους Τσερκέζους. Οι περισσότεροι, λέει, ζουν στις χώρες της Μοσχοβίας, των Κοζάκων, των Πολωνών και των Τσέχων· όμως «είναι βέβαιο πως είναι οι καρακόντζολος του Ρουμ (των οθωμανικών περιοχών)». Η λέξη ομπούρ επανεμφανίζεται μια φορά ακόμα στο έργο του Εβλιγιά, αυτή τη φορά σε βαλκανικά συμφραζόμενα. Όταν αναφέρει το Ομπούρτσα, ένα μικρό χωριό κοντά στη Σίπκα, στη σημερινή κεντρική Βουλγαρία, ο Εβλιγιά σημειώνει ότι «στα τατάρικα ομπούρ σημαίνει μάγος, μάγισσα, ή κάποιον που σηκώνεται απ’ τον τάφο». Σας θυμίζει κάτι η λέξη; Ναι, για να δούμε: η λέξη βαμπίρ, λέει, προέρχεται από μια σλάβικη λέξη (βουλγάρικα και σερβοκροάτικα вампир, τσέχικα upír, ουκρανικά упир, ρώσικα упырь, όλα τους ανάγονται μάλλον στο παλαιό ανατολικοσλαβικό упирь, upir’), αν και ο πολύς Φραντς Μίκλοσιτς πρότεινε πρώτος ότι η απώτερη ετυμολογία είναι τουρκογενής, παραπέμποντας στο ταταρικό ubyr, «μυθολογικό πλάσμα» ή το σιβηριανό (Τσουβάς) văpăr, «κακό φάντασμα, μάγος». Να είχε δίκιο, ή είναι πιθανότερο η λέξη να έφτασε στον Καύκασο από τις ρώσικες στέπες στις παρυφές του; Ποιος ξέρει· όχι εγώ πάντως.

Όσο για τον μυστηριώδη καρακόντζολος και τις διαβόητες νύχτες του, πρόκειται για τις πραγματικές νύχτες ή και μέρες του καλικάντζαρου, τις οποίες συχνά ο Εβλιγιά αναφέρει σε χριστιανικά συμφραζόμενα· βρίσκουμε μια δόση του κιρκασιανού τρόμου στην περιγραφή του για μια σπηλιά σε κάποιο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης, από όπου «οι μάγοι που τους λένε καρακόντζολος» βγαίνουν κάθε βράδυ και γυρνάν όλη νύχτα σε άμαξες τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες. Τώρα που πλησιάζει λοιπόν το Δωδεκάμερο, προσέξτε τους καλικάντζαρους, μπορεί να είναι πιο επικίνδυνοι απ’ όσο δείχνουν.

Read Full Post »

Σκαλίζοντας ως συνήθως έπεσα σε μια οθωμανική συλλογή ιστοριών, ανεκδότων και αξιοπερίεργων με το όνομα «Θαυμαστά έργα», γραμμένη από τον ποιητή Τζινανί που πέθανε το 1595 [Osman Ünlü επιμ., Cinânî: Bedâyiü’l-âsâr, 2 τόμοι, Χάρβαρντ 2009 (Sources of Oriental Languages and Literatures 93)]. Τέτοιος θησαυρός είναι φτιαγμένος για τον Δύτη και τους αναγνώστες του, σκέφτηκα αμέσως: από παραμύθια στυλ Χιλίων και Μιας Νυχτών μέχρι διηγήματα και νουβέλες, ενώ δεν λείπει στο τέλος και ένας κατάλογος «παράξενων» που θυμίζουν αντίστοιχα της μεσαιωνικής Δύσης. Λοιπόν, ελπίζω στο μέλλον να καταπιαστώ σοβαρά και να σας φιλοδωρήσω με μερικά τέτοια παραμυθάκια· για την ώρα είναι πιο εύκολο (είναι πιο σύντομα!) να ανθολογήσω κάποια από τα παράξενα, τα mirabilia τέλος πάντων, που μοιάζουν με τις ιστοριούλες του Μάντεβιλ (βλέπε προηγούμενο). Του στυλ, δέντρα που πέφτουν ή καίγονται και ξαναστήνονται μόνα τους θαυματουργώ τω τρόπω· μια πηγή που όταν, λέει, δεν έβγαζε νερό (τρεις μήνες, κάθε καλοκαίρι) έβγαζε ήχους από νταούλια και ζουρνάδες (στη Λόφτσα ή Λόβετς, στη Βουλγαρία)· μια άλλη πηγή, που βγάζει άσπρο νερό, το οποίο όμως βάφει τα υφάσματα μαύρα (στις Θείρες της Μικρασίας)· ένας θόλος με δύο στρογγυλές εισόδους σα μάτια, στην Ταυρίδα, που ήταν κάποτε ανθρώπινο κρανίο (λέγεται)· και λίγες ιστορίες φαντασμάτων, από τις οποίες διαλέγω δύο, αρκούντως ανατριχιαστικές νομίζω. Ως εξής:

17. Κάποιος Αχμέτ Τσαούς διηγείται ότι: στο κάστρο Ντιράτς [Δυρράχιο] του βιλαετιού της Αλβανίας, όταν κάποιος -μουσουλμάνος ή άπιστος- είναι σοβαρά άρρωστος χάνει το μυαλό του, και χωρίς να το καταλαβαίνει (και με διαταγή του Θεού) η ψυχή κάποιου πούχει πεθάνει μπαίνει στο σώμα του και αρχίζει να μιλά. Για παράδειγμα λέει «Ε, τύραννοι, γιατί δεν ψάχνετε την υπόθεσή μου; Είμαι ο Τάδε γιος του Δείνα και με βασανίζουν στον άλλο κόσμο. Εγώ έκανα τις τάδε αμαρτίες, τώρα με βασανίζουν υπέρμετρα γιατί κάθεστε σπίτι μου, φοράτε τα ρούχα μου και ξοδεύετε τους παράδες μου· γιατί δεν λέτε προσευχές και δεν κάνετε ελεημοσύνες για την ψυχούλα μου;» -αυτά διηγούνται όσοι ξέρουν. Μια φορά μάλιστα ένας άρρωστος ψυχορραγούσε δίπλα μου· στο σώμα του μπήκε ένας νεκρός και άρχισε να μιλά: «Εγώ είμαι η γυναίκα του Τάδε τσαούση. Όσο ζούσα μοιχευόμουν με κάποιον. Τώρα εκεί πέρα που είμαι όλο με βασανίζουν. Έχω καταστραφεί. Τόσα ρούχα και χρήματά μου τρώνε, γιατί οι κληρονόμοι μου δεν με καταλαβαίνουν;» -κι έτσι θρηνούσε. Λίγο αργότερα το μυαλό του αρρώστου ήρθε στο κεφάλι του. Ρωτήσαμε, δεν θυμόταν ούτε ήξερε τίποτα. (…) Αν [ο άρρωστος] είναι μουσουλμάνος, φέρνουν κάποιον ουλεμά, που διαβάζει λίγο από το Κοράνι και εμποδίζει το πνεύμα [του νεκρού]· αν είναι άπιστος, φέρνουν έναν παπά και διαβάζει το Ευαγγέλιο. (…)

19. Κάποιος Μεβλανά Σεγίτ Μουχιντίν, που είναι τώρα καδής στο Μοριά, διηγείται τα εξής: Κάποτε πέθανε κάποιος στο βιλαέτι του Μοριά. Όπως συνηθίζεται εκεί, είχε μια δούλα (orfana). Τρεις-τέσσερις μήνες αφότου πέθανε αυτός, μια μέρα η δούλα του άρχισε να φωνάζει: «Ο αφέντης μου ήρθε, όπως έκανε όσο ζούσε ήρθε στο κρεβάτι μου και μ’ έκανε δική του». Όσοι το άκουσαν γέλασαν και δεν την πίστεψαν. Η καημένη η δούλα έλεγε «Ο αφέντης μου κάθε βράδυ έρχεται και σμίγει μαζί μου, σκίζει το άνθος μου. Μα δεν με πιστεύετε…» Τέλος έφυγε από το σπίτι, πήγε σε ένα άλλο και κοιμόταν δίπλα σε μερικούς ανθρώπους [για ασφάλεια]. Αλλά μόλις έμενε μόνη της [ο νεκρός] ερχόταν και πάλι και την έκανε δικιά του, δεν μπορούσε να βρει σωτηρία. Υπήρχε εκεί ένας ουλεμάς, ο Πιρί Ντεντέ με τ’ όνομα. Η γυναίκα πήγε και τον βρήκε και του εξιστόρησε το χάλι της. Ο αφηγητής λέει: Αυτός ο Πιρί Ντεντέ μου είπε τα εξής, «όταν ήρθε η γυναίκα δεν την πίστεψα, έκανε όμως φοβερούς όρκους, έτσι σκέφτηκα να πάω επί τόπου και να παραμονέψω. (…) Ήρθε ο σπιτονοικοκύρης και πήγαμε μαζί στο σπίτι. Περιμέναμε και οι δυο έξω, σε έναν σοφά· στείλαμε τη γυναίκα μέσα. Ήταν απόγευμα, κι ήταν ακόμα μέρα· η γυναίκα άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια, ήρθε ο αφέντης μου!» Σηκωθήκαμε και τρέξαμε μέσα. Μα την αλήθεια του Θεού που δημιούργησε με τη δύναμή Του τον κόσμο, είδα τον άνθρωπο όπως τον ήξερα εν ζωή -είχε μπει ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας, έσμιγε μαζί της, όπως έκανε όσο ήταν ζωντανός. Μόλις τον είδαμε εμείς ορμήσαμε πάνω του· είπαμε να τον χτυπήσουμε με κάποιο σπαθί ή μαχαίρι, μα δεν είχαμε πρόχειρο. Ψάξαμε πίσω απ’ την πόρτα, βρήκαμε μια σούβλα, αλλά μόλις την αρπάξαμε και ορμήσαμε εκείνος εξαφανίστηκε: δεν βλέπαμε πια κανέναν. Αλλά ήταν φανερό τι είχε πάθει η γυναίκα. Δέκα μέρες μετά πέθανε κι αυτή. Την έθαψαν δίπλα στον άντρα της. Αλήθεια τούτη την ιστορία την είδα με τα μάτια μου.» Ποια είναι η αλήθεια, δεν ξέρει κανείς παρά ο Θεός, διηγήθηκε [ο καδής].

Προσθέστε τις ιστορίες με τους οθωμανούς βρυκόλακες, και μπορούμε πια να φανταστούμε μια οθωμανική ταινία τρόμου. Εγώ βρήκα τον Ανατολίτη Πόε μου, πάντως.

Read Full Post »

Συνειδητοποιώ ότι κάθε πέντε χρόνια περίπου ξαναδιαβάζω τα ίδια βιβλία. Έτσι ξανάπιασα στα χέρια μου τη μετάφραση των Ταξιδιών του Τζον Μάντεβιλ (Σερ Τζον Μάντεβιλ, Τα ταξίδια, με μια εισαγωγή από τον C. W. R. D. Moseley, μετάφρ. Μάρω Φιλίππου, Αθήνα: Κέδρος 2005), μια επιτομή των τερατολογιών του Μεσαίωνα, μπορεί να πει κανείς, που είχα υποσχεθεί να παρουσιάσω στο ξεκίνημα των καταδύσεων το Μάρτη του ’09. Για να μην αδικούμε τον Μεσαίωνα και παρεξηγηθεί κάποια ψυχή 🙂 πρόκειται για ένα κατ’ ουσία λογοτεχνικό κείμενο, που όμως το είχε μαζί του μέχρι και ο Κολόμβος όταν έψαχνε την Αμερική τις Ινδίες. Για τον μυστηριώδη συγγραφέα του, που δεν ήταν Άγγλος παρά Γάλλος ή Φλαμανδός, μπορείτε να διαβάσετε π.χ. εδώ· μια μετάφραση ονλάιν στα αγγλικά μπορείτε να βρείτε εδώ· και, το καλύτερο, εδώ μπορείτε να δείτε μια υπέροχη εικονογραφημένη γερμανική μετάφραση του 15ου αιώνα και να χαζεύετε τις μινιατούρες ώρες και ώρες.

Εν συντομία, ο Μάντεβιλ (ή όποιος ήταν τέλος πάντων) ξεκινάει να γράψει το δρόμο για το προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ, και καταλήγει να γράψει ό,τι κυκλοφορούσε στην Ευρώπη, μετά και τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο (και άλλων), για τη μακρινή Ανατολή. Διότι, όπως λέει, Σας μίλησα για τον μακρύτερο και απώτερο δρόμο που οδηγεί στην Ιερουσαλήμ δια μέσου της Βαβυλώνας και του όρους Σινά… Θα σας μιλήσω τώρα για τον πιο σύντομο και γρήγορο δρόμο προς την Ιερουσαλήμ. Διότι ορισμένοι δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τον άλλο δρόμο –είτε επειδή δεν έχουν αρκετά χρήματα, είτε επειδή δεν βρίσκουν αρκετούς να πάνε μαζί τους, είτε επειδή δεν αντέχουν τα μακρινά ταξίδια, είτε επειδή φοβούνται τους κινδύνους των ερημικών εκτάσεων, είτε επειδή θέλουν να επιστρέψουν γρήγορα στα σπίτια τους για να δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, είτε και για κάποια άλλη λογική αιτία για την οποία πρέπει να γυρίσουν σύντομα πίσω (κεφ. 14).  Όπως θα περίμενε κανείς, τα πράγματα παραξενεύουν όλο και περισσότερο όσο προχωρά κανείς ανατολικά. Πράγμα φυσικό, άλλωστε, αφού ο άνθρωπος θα έπρεπε να έχει ένα διαμάντι στην αριστερή πλευρά του∙ γιατί έτσι η αξία του είναι μεγαλύτερη από το να το έχει στα δεξιά, αφού η φυσική κλίση της ανάπτυξής του είναι προς τον Βορρά, που είναι η αριστερή μεριά του κόσμου και η αριστερή μεριά του ανθρώπου όταν στρέφει για ν’ αντικρύσει την Ανατολή (κεφ. 17).

Μερικές ιστορίες είναι πραγματικά τρομακτικές, σαν πρόδρομοι του γοτθικού φανταστικού διηγήματος στυλ Βαθέκ (και ελληνικά): …μια ωραία πολιτεία, την οποία ονόμαζαν Αττάλεια. Και όλη εκείνη η χώρα χάθηκε από την τρέλα ενός νεαρού άνδρα. Γιατί εκεί ζούσε μια όμορφη κοπέλα την οποία αγαπούσε πολύ∙ αυτή όμως πέθανε ξαφνικά και την έβαλαν σ’ ένα μαρμάρινο τάφο. Από τον μεγάλο του έρωτα για κείνην, πήγε μια νύχτα στο μνήμα της, το άνοιξε, ξάπλωσε μαζί της κι ύστερα έφυγε. Όταν πέρασαν εννέα μήνες, μια φωνή ακούστηκε που του είπε μέσα στη νύχτα: «Πήγαινε στο μνήμα εκείνης της γυναίκας και άνοιξέ το, και πάρε αυτό που απέκτησες μαζί της. Αν δεν το κάνεις, θα γνωρίσεις μεγάλο κακό και θα υποφέρεις πολύ». Έτσι λοιπόν πήγε και άνοιξε το μνήμα απ’ όπου πετάχτηκε ένα τρομερό κεφάλι, αποκρουστικό στην όψη, που πέταξε πάνω από την πόλη∙ και αμέσως όλη η πόλη βούλιαξε και μαζί της όλος ο τόπος τριγύρω (κεφ. 5).

Άλλες περιγραφές πάλι είναι εφιαλτικές χωρίς να το επιδιώκουν: Αυτός ο άρχοντας περνά θαυμάσια ζωή. Διότι διαθέτει πενήντα κοπέλες που τον υπηρετούν καθημερινά στα γεύματα και στο κρεβάτι του και κάνουν ό,τι αυτός επιθυμεί. Και όταν καθίσει να φάει, του φέρνουν πάντα πέντε πιάτα μονομιάς∙ και ενώ του τα φέρνουν, του τραγουδούν ένα όμορφο τραγούδι. Κόβουν δε το κρέας μπροστά του και το βάζουν στο στόμα του σαν να είναι παιδί∙ γιατί εκείνος ούτε κόβει ούτε αγγίζει με τα χέρια του τα οποία έχει πάντα μπροστά του πάνω στο τραπέζι. Έχει άλλωστε τόσο μακριά νύχια στα δάχτυλά του που του είναι αδύνατον να κρατήσει οτιδήποτε. (…) Μόλις φάει αρκετά από το πρώτο φαγητό, του φέρνουν μπροστά του άλλα πέντε πιάτα ενώ τραγουδούν συνεχώς∙ πράγμα που κάνουν ως το τέλος του γεύματος (κεφ. 34).

Οι πιο πολλές σελίδες όμως είναι απλά απολαυστικές, χωρίς τρόμο ή εφιάλτη, σαν χρωματιστές μικρογραφίες. Όπως ο ποταμός Σαμπατορί, ο οποίος τα Σάββατα κυλά γρήγορα, αλλά τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας είτε μένει ακίνητος και δεν κυλά καθόλου είτε κυλά πολύ αργά (κεφ. 14), ή, βέβαια, οι άντρες και οι γυναίκες αυτού του νησιού [που] έχουν κεφάλια σαν σκυλιά και ονομάζονται Κυνοκέφαλοι. Αυτοί οι άνθρωποι, παρά την εμφάνισή τους, είναι απόλυτα λογικοί και έξυπνοι. Λατρεύουν σαν θεό τους ένα βόδι (κεφ. 21). Να μια χαρίεσσα περιγραφή ενός κινεζικού νανοβασιλείου: Αυτός ο ποταμός, ο Γιανγκτσέ, διασχίζει το κέντρο της χώρας των Πυγμαίων που έχουν μικρό ανάστημα, μόλις τρεις σπιθαμές. Είναι όμως πολύ ωραίοι και με καλές αναλγίες. Παντρεύονται όταν φτάσουν στην ηλικία του ενάμιση χρόνου και αποκτούν παιδιά∙ συνήθως ζουν εφτά ή οχτώ χρόνια. Αν ζήσουν ως τα εννιά, θεωρούνται εξαιρετικά γέροι. Αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι κάνουν θαυμάσια δουλειά με το μετάξι και το βαμβάκι, αλλά και άλλες τέτοιες λεπτές εργασίες, πολύ λεπτότερες από εκείνες που κάνουν άλλοι άνθρωποι. Παλεύουν συχνά με γερανούς με τους οποίους βρίσκονται πάντα σε πόλεμο∙ και όταν καταφέρουν να σκοτώσουν ένα γερανό, τον τρώνε. Δεν οργώνουν τη γη, ούτε κάνουν άλλες βαριές δουλειές∙ έχουν ανάμεσά τους ανθρώπους με το δικό μας ανάστημα που οργώνουν τη γη και καλλιεργούν αμπέλια και κάνουν όλες τις απαραίτητες βαριές δουλειές. Και αυτοί οι μικροσκοπικοί άνθρωποι περιφρονούν τους ψηλούς και τους βρίσκουν παράδοξους όπως βρίσκουμε εμείς τους γίγαντες (κεφ. 22). Κοιτάξτε και εδώ, πώς ένα θεϊκό προϊόν καταλήγει να έχει πολύ πεζές χρήσεις: Μάννα ονομάζεται το ψωμί των αγγέλων∙ είναι πολύ άσπρο και με γλυκιά γεύση… Έρχεται από τη δροσιά του Ουρανού που πέφτει στο χορτάρι, πήζει και γίνεται κατάλευκο. Οι άνθρωποι το χρησιμοποιούν σε φάρμακα για τους πλούσιους, για τη δυσκοιλιότητα και τον καθαρισμό του πολύ πηχτού αίματος (κεφ. 17).

Με ξετρελαίνει, επίσης, το απαράμιλλο στυλ του συγγραφέα, που με κάνει μερικές φορές να αναρωτιέμαι μπας και με δουλεύει συνειδητά. Γράφει, για παράδειγμα, για τους γρύπες: Ορισμένοι διατείνονται ότι το μπροστινό μέρος του σώματός τους έχει την όψη αετού ενώ το πίσω λιονταριού∙ και έτσι είναι στην πραγματικότητα (κεφ. 29). Ή, δείτε πώς τελειώνει αυτή την κάπως ανησυχαστική περιγραφή: …μια μεγάλη πεδιάδα όλο άμμο και χαλίκια όπου, απ’ ό,τι φαίνεται, υπάρχουν δέντρα που όταν ανατείλει ο ήλιος αρχίζουν να μεγαλώνουν και βγάζουν έναν καρπό∙ μεγαλώνουν ως το μεσημέρι και ύστερα αρχίζουν να μικραίνουν και ξαναγυρνούν στο χώμα έτσι που, ως τη δύση, να μην φαίνεται πια τίποτα∙ αυτό γίνεται καθημερινά. Κανείς δεν τολμά να φάει από τον καρπό ή να τον πλησιάσει, γιατί μοιάζει με απατηλό φάντασμα. Αυτό συγκαταλέγεται στα θαυμαστά πράγματα και πιθανόν έτσι να είναι (κεφ. 30). Αυτή δε η αναφορά είναι ίσως η κορυφαία: Για τον Παράδεισο μου είναι δύσκολο να μιλήσω γιατί δεν έχω πάει∙ και πραγματικά λυπάμαι γι’ αυτό (κεφ. 33).

Ας τελειώνουμε, καθώς και κάθε ταξίδι πρέπει να τελειώνει (όπως προσφυώς εξήγησε ο Μάντεβιλ στο πρώτο απόσπασμα που παρέθεσα). Υπάρχει πάντα ένα όριο στα ταξίδια, εξάλλου: Ανάμεσα σε άλλα, υπάρχει μια απέραντη θάλασσα από χαλίκι και άμμο χωρίς στάλα νερό. Αυτή αποτραβιέται και πάλι ξανάρχεται, όπως γίνεται με την άμπωτη και την πλημμυρίδα στον ωκεανό άλλων χωρών, και σηκώνει μάλιστα τεράστια κύματα∙ ποτέ δεν παραμένει γαλήνια και ατάραχη. Κανείς δεν μπορεί να διασχίσει αυτή τη θάλασσα με καράβι ή άλλο μέσο∙ και έτσι, είναι άγνωστο τι είδους τόπος ή χώρα είναι από την άλλη μακρινή μεριά (κεφ. 30). Και όμως, τέτοιους τόπους περιγράφει ο φίλος.

Σαν τον ωραίο χάρτη του Φρα Μάουρο, που μπορείτε να μελετήσετε με λεπτομέρεια εδώ. Α, πόσο θα ήθελες να χαθείς ταξιδεύοντας ανάμεσα στις μικρογραφημένες πόλεις του Κατάι και των Ινδιών -ε, υποκριτή αναγνώστη, mon semblable, mon frère, έτσι δεν είναι;

Read Full Post »

Older Posts »