Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιστορίες για κυνοκέφαλους’ Category

Μια από τις πρώτες καθαρά λογοτεχνικές ιστορίες φαντασμάτων είναι γραμμένη το 1727 από τον πολυπράγμονα Ντάνιελ Ντεφόου, τον συγγραφέα του Ροβινσώνα Κρούσου και (μεταξύ άλλων) κατάσκοπο. Μιλά για κάποιον που δικαζόταν για φόνο, αλλά για τον οποίο δεν βρέθηκε σίγουρη μαρτυρία για να αποδειχθεί η ενοχή του. Και εκεί που όλα έδειχναν ότι θα αθωωθεί,

κοιτάζει στα έδρανα, σαν να είχε τρομοκρατηθεί· ανακτώντας κάπως το κουράγιο του, απλώνει το χέρι του προς το εδώλιο όπου συνήθως καταθέτουν στις δίκες οι μάρτυρες, και δείχνοντας με το χέρι του, Εντιμότατε, λέει δυνατά, αυτό δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σύμφωνο με το νόμο, αυτός δεν είναι νόμιμος μάρτυρας.

Το εδώλιο είναι κενό, φυσικά, και μαντεύετε ποιανού ήταν το φάντασμα.

(Susan Owens, The Ghost: A Cultural History, Λονδίνο 2017, σελ. 99)

Advertisements

Read Full Post »

Διαβάζοντας έπεσα σε αυτό το ωραίο, μέχρι και συγκινητικό ξόρκι, γραμμένο σε μεσαιωνικά αγγλικά γύρω στα μέσα του 10ου αιώνα:

Κύστη, κύστη, μικρή κύστη

Εδώ ούτε θα χτίσεις ούτε θα διαλέξεις κατοικία

θα πας προς τον βορρά, προς το επόμενο βουνό

εκεί, κακομοίρα, έχεις έναν αδελφό.

Θα σου βάλει ένα φύλλο πάνω στο κεφάλι

κάτω απ’ το πόδι του λύκου, κάτω απ’ το φτερό του αετού,

κάτω απ’ το νύχι του αετού, για να ξεραθείς για πάντα.

Είθε να διαλυθείς σαν κάρβουνο στο τζάκι

να ξεραθείς σαν βρομιά στον τοίχο

να στεγνώσεις σαν το νερό σ’ ένα κουβά

να μικρύνεις ίσαμε ένα κόκκο λινάρι

μικρότερη απ’το γοφό ενός ψύλλου

να γίνεις τέλος τόσο μικρή, που πια δεν θα είσαι τίποτα.

Σχεδόν τη λυπάσαι τη μικρή κύστη. Όχι μόνο: έχεις την αίσθηση ότι κι ο μάγος, ο εξορκιστής τέλος πάντων, τη λυπάται· τι να κάνει όμως.

(J.-P. Boudet, Entre science et nigromance. Astrologie, divination et magie dans l’Occident médiéval (ΧΙΙe-ΧVe siècle), Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 2006, σ. 120-121)

Read Full Post »

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

Read Full Post »

Σήμερα θα σας μιλήσω (πολύ πρωτότυπο) για το οριενταλιστικό αρχέτυπο, άλλως πως την παλιά σπεσιαλιτέ του Δύτη: τις ανατολίτικες παράξενες ιστορίες. Αυτές τις γεωγραφίες που είναι σαν παραμύθια, ή, αν προτιμάτε, σαν φαντασίες του Μπόρχες: με το όρος Καφ (που οι ρίζες του ενώνονται με όλα τα βουνά και προκαλούν τους σεισμούς, χώρια που είναι από ζαφείρι), τα παράξενα ψάρια σαν φίδια, όλα αυτά τα χαλιμάδικα δηλαδή που (ξέρω) σας αρέσουν. Θα σας μιλήσω για ουρές, για γένια, για αυτιά. Θα σας πω για έναν γεωγράφο του 16ου αιώνα, κληρονόμο των ομορφότερων παραδόσεων των μεσαιωνικών παραδοξολόγων (αλλά και συγχρόνως… ας μην προτρέχω όμως), τον Ασίκ Μεχμέτ· ίσως θυμάστε τον αντίστοιχο Ευρωπαίο, τον Μάντεβιλ.

Γιος ενός απλού δασκάλου του Κορανίου, ο φίλος μας μεγάλωσε στην Τραπεζούντα –εξού και ήξερε ελληνικά, ενώ είχε μάθει και αραβικά και περσικά στο ιεροδιδασκαλείο της πόλης. Είκοσι χρονώ, γύρω στο 1576, έφυγε από την πόλη του και άρχισε να ταξιδεύει: πρώτα στη Μικρασία και τη Θράκη, ύστερα στον Καύκασο και τις ρωσικές στέπες το 1581-84 (συμμετέχοντας σε μια εκστρατεία)·  κατόπιν πέρασε πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Το 1593 πήγε στην Αίγυπτο, τον επόμενο χρόνο συνόδεψε τον Κοτζά Σινάν Πασά στην Ουγγαρία, και λίγο μετά μετακόμισε στη Δαμασκό, όπου (μάλλον) και πέθανε.

Εκεί, το 1598, ολοκλήρωσε το (πιθανότατα) μοναδικό του έργο: τις «Απόψεις του κόσμου» ή, αν θέλετε την οθωμανική βερσιόν, Menâzırü’l-avâlim.* Εν πολλοίς πρόκειται για ένα συμπίλημα των παλιότερων αραβικών και περσικών κοσμογραφιών, υπάρχει όμως και δικό του υλικό, ιδίως στα σημεία για τα οποία είχε προσωπική εμπειρία, στα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Όπως οι προκάτοχοί του (όχι όμως οι συνεχιστές του),  χώρισε το έργο του σε δύο μέρη: το πρώτο περιγράφει τη δημιουργία του κόσμου, τον ουρανό με τα άστρα και τους πλανήτες του, τον παράδεισο και την κόλαση (καθως και τους κατοίκους τους)· το δεύτερο αφορά τη γη, με ειδικά κεφάλαια για τα βουνά, τα ποτάμια, τις λίμνες, τις πόλεις, και ούτω καθεξής, όλα τακτοποιημένα σύμφωνα με την πτολεμαϊκή διαίρεση του κόσμου σε κλίματα. Το βιβλίο, χαρακτηριστικά, αφού πρώτα περιγράφει συστηματικά τα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα της γης, τελειώνει με μια παρέκβαση για τον άνθρωπο, τα μέλη του σώματός του και τις ψυχικές του ιδιότητες.

Ε, σ’ αυτή την παρέκβαση λοιπόν υπάρχουν και διάφορες, ας πούμε, παρεκκλίσεις του ανθρώπινου είδους. Τις ονομάζει «ανθρώπους με ανόμοια εμφάνιση και κίνηση, και με άσχημη φύση»:

Υπάρχουν κάποιες μορφές του ανθρώπινου είδους που μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά στερούνται είτε τις άξιες αρετές της ανθρωπότητας είτε την τέλεια ανθρώπινη μορφή. Για αυτό το λόγο, κάποιοι μελετητές δεν τις υπολογίζουν για ανθρώπινες· αφού όμως έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στον οργανισμό, την κατανόηση και την ομιλία τους, και αφού αποτελούν επίσης απογόνους του Αδάμ… θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην τέλεια μορφή της ανθρωπότητας.

Εντάξει, τα τέρατα αυτά (διότι περί αυτού πρόκειται) προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (Φυσική ιστορία, IV, 27· VII, 2 κ.α.). Περιλαμβάνουν οχτώ ομάδες, ή αν προτιμάτε φυλές: τους «αγριάνθρωπους» (âdemî-i vahşî) και τους ακέφαλους (bî-ser) της θάλασσας της Κίνας· τους σκιάποδες ή μονόποδες (düvâl-pây) της θάλασσας της Αιθιοπίας· τους πυγμαίους (kûtâh-pâlâ) και τους ανθρωποφάγους (merdüm-hâr) των δύο προηγούμενων θαλασσών·  τους «μισούς ανθρώπους» (nîm-ten) της θάλασσας της Κίνας. Υπάρχουν επίσης οι Γωγ και Μαγώγ (παλιοί μας γνωστοί), απομονωμένοι στο μακρινό βορρά με το τείχος του Αλεξάνδρου, και τέλος οι πανώτιοι ή οι «άνθρωποι με τα μεγάλα αυτιά» (kelîm-gûş). Αυτοί οι τελευταίοι λέγεται πως σχετίζονται με τους Μογγόλους –ο Ασίκ Μεχμέτ όμως βιάζεται να προσθέσει, πολύ ορθολογικά (δεν ειρωνεύομαι), ότι οι Μογγόλοι -αντίθετα με τους πανώτιους- κατοικούν τις γνωστές περιοχές της γης, έχουν γίνει μουσουλμάνοι και έχουν κυβερνήσει με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια:

Στα Παράξενα της δημιουργίας [του Καζβινί] είναι γραμμένο ότι η φυλή των πανωτίων είναι απόγονοι του Μενσέκ, ότι ο τόπος και τα σπίτια τους είναι κοντά σ’ εκείνα των Γωγ και Μαγώγ, και ότι τ’ αυτιά τους είναι τόσο μεγάλα που κοιμούνται με το ένα για στρώμα και το άλλο για κουβέρτα… Τώρα, ωστόσο, σύμφωνα με έγκριτα βιβλία, ο Μενσέκ ήταν γιος του Γιαφές [Ιάφεθ], του γιου του Νώε, και πρόγονος των Μογγόλων· αυτοί οι τελευταίοι κατοικούν στην κοιλάδα Εργκενεκόν στα σύνορα των Γωγ και Μαγώγ, και έχουν όντως κάπως μεγάλα αυτιά. Ωστόσο: τα αυτιά τους δεν είναι και τόσο μεγάλα ώστε να πάρουν το όνομά τους εξαιτίας τους. Έχοντας μάθει ότι οι πανώτιοι ζουν σ’ αυτές τις περιοχές, δίχως όμως να εξακριβώσει την αλήθεια αυτής της γνώσης, ο συγγραφέας των Παράξενων της δημιουργίας υπέθεσε ότι «κατάγονται από τον Μενσέκ». Στη συνέχεια όμως οι Μογγόλοι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος του κατοικημένου τετάρτου [της Γης]· οι περισσότεροι απ’ αυτούς τιμήθηκαν με τη μουσουλμανική θρησκεία, και επιπλέον έβγαλαν ισχυρούς βασιλιάδες και ηγεμόνες που κυβέρνησαν με δικαιοσύνη και φροντίδα… Ενώ, αντίθετα, οι πανώτιοι είναι όντως ένα ξεχωριστό είδος ανθρώπων, όπως περιγράφεται στα Παράξενα της δημιουργίας: κατάγονται από τον Καμπίλ [Κάιν], γιο του Αδάμ, δεν ξέρουν από θρησκεία ή λατρεία, και τα σπίτια τους είναι στην Ανατολή.

Iranischer_Meister_001Ανθρωποειδή, απ’ την άλλη, περιγράφονται και στο τμήμα Περί ζώων. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος του νερού:

είναι γραμμένο στη Ζωή των ζώων ότι αυτό το ζώο μοιάζει με άνθρωπο, εκτός από το ότι έχει ουρά. Ο Καζβινί λέει ότι, «στον καιρό μας* κάποιος έφερε τον σκελετό ενός ανθρώπου του νερού», και προσθέτει πως αυτό το ζώο εμφανίζεται από καιρό σε καιρό στη θάλασσα της Συρίας. Το σχήμα του είναι σχήμα ανθρώπου, έχει και άσπρη γενειάδα. Το ονομάζουν γέρο της θάλασσας, και όταν το βλέπουν οι ανθρώποι το θεωρούν σημάδι αφθονίας. Διηγούνται ότι σε κάποιο βασιλιά έφεραν έναν άνθρωπο του νερού, και ο βασιλιάς θέλησε να μάθει την κατάστασή του· τον πάντρεψε λοιπόν με μια γυναίκα. Γεννήθηκε ένα παιδί που καταλάβαινε τα λόγια και του πατέρα του και της μητέρας του. Είπαν στο παιδί: «Άντε πες μας, τι λέει ο πατέρας σου». Το παιδί είπε: «Ο πατέρας μου λέει, οι ουρές των ζώων είναι στα πισινά τους. Αυτωνών οι ουρές γιατί είναι στα πρόσωπά τους;»

*M. Ak (ed.), Âşık Mehmed: Menâzırü’l-avâlim, 3 τ. (Άγκυρα 2007).

**διορθώνω το zebânımuzda του εκδότη («στη γλώσσα μας») σε zemânımuzda.

Read Full Post »

   Περνώντας (και) αυτό το Πάσχα σε ένα μεγάλο νησί του εξωτικού ανατολικού Αιγαίου, ο Δύτης μπήκε σε διάφορες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες (για ευνόητους ή όχι λόγους δεν θα σας πω ποιες, όμως), και φωτογράφησε μερικές εικόνες που θα μοιραστεί μαζί σας.

Αυτό, λέω εξαρχής, είναι ένα ποστ ελαττωματικό. Οι φωτογραφίες δεν είναι καλές: φταίει το χρυσό φόντο, που έκανε αδύνατο για έναν ερασιτέχνη σαν εμένα να γλιτώσει από την αντανάκλαση του φωτός, και επιπλέον τις ανέβασα εδώ με τρόπο τέτοιο που να μου είναι πολύ δύσκολο να τις κουμαντάρω σε σχέση με το κείμενο. Ε, ας στέκονται λοιπόν εδώ καμαρωτά, και ας γράψω δυο λόγια με τη σειρά, θα καταλάβετε ποιο πάει πού (κλικ στις εικόνες για να μεγαλώσουν, ε;).

Αρχίζουμε με τις παλιότερες, που (μυρίζω τα νύχια μου και λέω ότι) πρέπει να χρονολογούνται στον 17ο ή τον 18ο αιώνα. Δείτε αυτήν εδώ τη Ζωοδόχο Πηγή, και προσέξτε τις λεπτομέρειες που ακολουθούν παρακάτω: τις λαϊκές μορφές που σκύβουν μπροστά στο σωρό –μεταξύ τους και ένας στρατιώτης με ωραίο μουστάκι– και, προπάντων, το παιδάκι που πίνει νερό από τη δεξαμενή. Ενδιαφέρον έχουν και οι πύργοι στην απεικόνιση της πόλης, που μοιάζουν με μιναρέδες.

Τι να πει όμως κανείς για την επόμενη, τον ένθρονο Χριστό με το στέμμα και τα κάπως μπαρόκ στολίδια στην πλάτη του θρόνου; Χάζευα το πρόσωπό του λίγο πριν το άρατε πύλας και μου φαινόταν πως αυτός ο βασιλεύς της δόξης είχε τα μούσια και το πρόσωπο ενός μπακάλη. Δεν έχω καμία πρόθεση να φανώ ασεβής, ωστόσο: ενός μπακάλη απ’ αυτούς που περιγράφει ο Κόντογλου, ή κάποιου σαν τον φουκαρά τον καφετζή που για να μην παγώσει, έκανε σουλάτσο. Και αναρωτιέμαι, αν το έκανε επίτηδες ο αγιογράφος, να δείξει δηλαδή τόσο ταπεινή την ενανθρώπιση –παρά το χρυσό φόντο και τις φιγούρες στον διάκοσμο του θρόνου.

Ταπεινοί Χριστοί, από τη μια –ταπεινοί και ταλαίπωροι αγιογράφοι (αν και το επίθετο μπορεί να είναι του δωρητή) από την άλλη. Αυτές οι τελευταίες εικόνες είναι πολύ πρόσφατες, ούτε δεκαπέντε χρονώ, και η τεχνοτροπία τους ξεφεύγει σε μεγάλο (γοητευτικό θα έλεγε κανείς) βαθμό από την κλασική βυζαντινή. Ναΐφ, θα έλεγε ένας ιστορικός της τέχνης με μια κάποια -ίσως- αφέλεια. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ κρατά στο χέρι του την ψυχή του νεκρού, φασκιωμένη σα μωρό –και ποδοπατάει το σώμα του, παρεκτός αν ο σταχτής γαμψομύτης είναι ο διάολος.

Καμαρώστε και την αγία Φωτεινή με τις μακριές, ξανθές κοτσίδες.

Ξέρω ότι κάτι θα έπρεπε να προσθέσω τώρα στο τέλος: κάτι βαθυστόχαστο, ξερωγώ, ή ποιητικό. Ε, δεν έχω –παρεκτός μια κάποια γαλήνη, να το πω έτσι, που αναβλύζει, και που (πώς να το κάνουμε) προσιδιάζει σε κάτι τέτοια.

Read Full Post »

Στον φίλο Μπουκανιέρο είναι που χρωστώ τη γνωριμία μου με τον όρο καφροποίηση ή εκκαφρισμός (Verkafferung). Τον θυμήθηκα ξαναβλέποντας το Χορεύοντας με τους λύκους.

Διαβάζει κανείς στο Deutsches Kolonial-Lexikon (1920), τ. 3, σελ. 606:*

Καφροποίηση: ονομάζεται έτσι, στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική, η κατάπτωση ενός Ευρωπαίου στο πολιτισμικό επίπεδο των ιθαγενών, φαινόμενο που μπορεί να ονομαστεί για άλλες αποικίες εκνεγρισμός (Vernegern) ή εκκανακισμός (Verkanakern). Η μοναχική ζωή στις αγροικίες, οι συνεχείς συνδιαλλαγές με μη-λευκούς, ιδιαίτερα όμως οι επιγαμίες με αυτούς προκαλούν στους λευκούς αποίκους αυτό τον ατυχή εκφυλισμό. Ο καφροποιημένος Ευρωπαίος, παρότι μπορεί ενίοτε να έχει προσωπική εξυπνάδα, χάνεται ωστόσο για τον λευκό πληθυσμό, καθώς χάνει την κουλτούρα της πατρίδας του, την ενεργητική θέληση και την στοχοπροσήλωση. Τέτοιοι άτυχοι άνθρωποι είναι συνήθως λιγότερο χρήσιμοι και από έναν έξυπνο ιθαγενή, ακόμα και ως εργάτες. Μόνο με νομοθετικά (απαγόρευση μικτών γάμων) και κοινωνικά μέτρα μπορεί να ελεγχθεί σταθερά το φαινόμενο. Ο πιο σίγουρος τρόπος να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος είναι η διευκόλυνση των σχέσεων με λευκές γυναίκες. Επιπλέον, η δημιουργία ευκαιριών πλουτισμού. Η απουσία οικονομικής επιτυχίας, σε συνδυασμό με ορισμένες κλιματικές και γεωγραφικές επιρροές (έλλειψη δυνατότητας επαφών με άλλους Ευρωπαίους, απουσία πνευματικών ερεθισμάτων, κλπ) οδηγούν εύκολα σε μια χαλάρωση της εσωτερικής ενέργειας και μια αίσθηση παραίτησης, όπως δείχνουν πολλά παραδείγματα στην κοινωνική ιστορία των πρώτων μπόερ. Κατά συνέπεια, η δημιουργία πνευματικών σχέσεων με την πατρίδα, με σχολεία, ιεραποστολές, βιβλιοθήκες και εφημερίδες, μπορεί να βοηθήσει να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος που απειλεί τους νέους κυρίως αποίκους.

Δεν είναι ακριβώς κάτι καινούριο: μεταπηδήσεις από τον ένα πολιτισμό στον άλλο ήταν ένα αρκετά συχνό φαινόμενο, ας θυμηθούμε τον Λέοντα τον Αφρικανό ή τον Ιμπραήμ Μουτεφερικά. Ακόμα και ο Κιμ του Κίπλινγκ είναι ίσως ένα παράδειγμα, ή η κατά κάποιο τρόπο παραβολή του Κιμ, ο Μόγλης (υπάρχει και ένα ακόμα διήγημα τέτοιου είδους, αλλά λιγότερο αισιόδοξο). Εκείνο που είναι διαφορετικό είναι η κατάπτωση. Κάπως έτσι θα έγραφε κανείς σήμερα, πιθανότατα σε γνωστά πρωταγωνιστικά έντυπα, όχι βέβαια για αυτόν που γίνεται Ευρωπαίος, αλλά για κάποιον που αποφασίζει να τσιγγανοποιηθεί, ξέρω γω. (Α, ναι: υπάρχει και η βερσιόν της κοινωνικής καφροποίησης).*

***

Βέβαια, για να είμαστε ακριβείς, οι Γερμανοί είχαν φροντίσει και για άλλους τρόπους αποφυγής του κινδύνου.

***

*Έχει ενδιαφέρον ότι όταν τυπώθηκε αυτό το «Αποικιακό λεξικό», η Γερμανία είχε ήδη χάσει (με τη συνθήκη των Βερσαλλιών) όλες τις αποικίες της.

**Η ίδια λέξη, στα γερμανικά (αλλά και στα αγγλικά), δηλώνει τον κίνδυνο να χάσει ένας ερευνητής (ανθρωπολόγος, ας πούμε, ή κοινωνικός επιστήμονας) τον εαυτό του, την αντικειμενικότητά του και την επιστημοσύνη του, από την πολλή συμμετοχική παρατήρηση. Εδώ είναι η επιστήμη η ανώτερη κουλτούρα.

Read Full Post »

Θα θυμάστε ότι η οθωμανική πλευρά αυτού εδώ του Δύτη έχει ιδιαίτερη αδυναμία σε φαντάσματα και βρυκόλακες. Δεν είναι όμως βαλκανική αποκλειστικότητα οι βρυκόλακες στην οθωμανική γραμματεία. Υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιγραφή από τον μεγάλο οθωμανό περιηγητή, τον Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1684), για ένα είδος «Βαλπούργειας νύχτας», ενός «Σαββάτου των μαγισσών» στα «βουνά Ομπούρ», ανάμεσα στην Κιρκασία, τη χώρα των Τσερκέζων, και την Αμπχαζία του Καυκάσου.

Ο Εβλιγιά ισχυρίζεται ότι στις 24 Απριλίου 1666 είδε με τα μάτια του μια εναέρια μάχη ανάμεσα στους ομπούρ των Τσερκέζων και σε εκείνους των Αμπχάζιων. Ομπούρ, εξηγεί, είναι οι μάγοι αυτών των φυλών. Στην περιγραφή του Εβλιγιά, οι Αμπχάζιοι ομπούρ ξεκίνησαν τη μάχη:

εμφανίστηκαν πίσω από τα βουνά Ομπούρ πετώντας στον αέρα πάνω σε μεγάλα δέντρα ξεριζωμένα, κιούπια, σκούπες, ρόδες αμαξιών, και ό,τι σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς.  Οι Τσερκέζοι ομπούρ, πάλι, πετούσαν πάνω σε κατάρτια καραβιών, ψόφια άλογα, καμήλες και βουβάλια, οπλισμένοι με φίδια, σχοινιά και κεφάλια, ανθρώπων και ζώων, βγάζοντας φλόγες. Ξεκουφαθήκαμε από το θόρυβο καθώς η άγρια μάχη κράτησε έξι ώρες, ενώ πάνω μας πέφτανε κομμάτια από ζώα και πτώματα, φουρνόξυλα και σκούπες και ρόδες και ξύλα… Εφτά Τσερκέζοι και εφτά Αμπχάζιοι ομπούρ πιάστηκαν σώμα με σώμα και πέσανε στο έδαφος· ένας Αμπχάζιος ήπιε το αίμα από το λαιμό ενός Τσερκέζου, οι υπόλοιποι ξαναπέταξαν στον αέρα… Έγινε φοβερή μάχη μέχρι να λαλήσουν οι πετεινοί.

Την επόμενη μέρα, ο Εβλιγιά επισκέφτηκε με τους συντρόφους του το πεδίο της μάχης και το βρήκε γεμάτο από ό,τι οικιακό σκεύος μπορεί να φανταστεί κανείς, πτώματα ζώων, ανθρώπινα πτώματα ξεθαμμένα από τάφους, και ούτω καθεξής. Του είπανε οι Τσερκέζοι, λέει, πως τέτοια μάχη δεν είχε γίνει εδώ και σαράντα πενήντα χρόνια: συνήθως πάλευαν πέντε με δέκα ομπούρ, στη γη και στον αέρα.

Για να κάνουμε μια παρέκβαση, η περιγραφή αυτή ίσως δεν είναι παρά μια διασκεδαστική ιστορία· ίσως όμως αντανακλά πραγματικές σαμανιστικές δοξασίες, ενισχύοντας έτσι την πολυσυζητημένη υπόθεση του Κάρλο Γκίντζμπουργκ για το σαμανιστικό υπόβαθρο των «συνάξεων των μαγισσών». Το 1966 ο Γκίντζμπουργκ μελέτησε μια σειρά πρακτικών από ανακρίσεις και δίκες της Ιεράς Εξέτασης σχετικά με τους benandanti, μια ομάδα «καλών μάγων» στο Φριούλι, στη βορειοδυτική Ιταλία, οι οποίοι πολεμούσαν τους «κακούς μάγους» για τη γονιμότητα της σοδειάς κάθε χρόνου. Σύμφωνα με τον Γκίντζμπουργκ, αν και οι ιεροεξεταστές προσπάθησαν να επιβάλουν τις δικές τους ιδέες στους ανακρινόμενους χωρικούς, ούτως ώστε οι καταθέσεις τους να ταιριάξουν με το καθιερωμένο μοντέλο του διαβολικού «Σαββάτου των μαγισσών», ωστόσο από τις καταθέσεις αυτές αναδεικνύεται μια κάποια αυθεντική, λαϊκή πίστη σε τέτοιες παραδόσεις. Πρόσφατα μάλιστα ο Γκίντζμπουργκ επανήλθε στο θέμα με ένα βιβλίο που σαν ακροβάτης σε πάγο φτάνει στην όχθη αφήνοντας πίσω του συντρίμμια (εύθραυστα επιχειρήματα, εύλογα συμπεράσματα), διατρέχοντας (αυτός που δοξάστηκε ως μικροϊστορικός) δύο ηπείρους και δυόμισυ χιλιετίες, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές μυθολογίες και λαϊκές παραδόσεις, από την Ιταλία μέχρι τη Βαλτική και τη Σιβηρία, μοιράζονται ένα κοινό σαμανιστικό υπόβαθρο, στο οποίο ιπτάμενες μάγισσες δίνουν μάχες για τη γονιμότητα των χωραφιών. Όσο και αν η θέση του Γκίντζμπουργκ εξακολουθεί να αμφισβητείται (η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι καταθέσεις στις δίκες των μαγισσών αντανακλούσαν πολύ περισσότερο τις ιδέες των διωκτών τους παρά πραγματικές λαϊκές τελετές), ωστόσο δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως η περιγραφή του Εβλιγιά κάπως τον δικαιώνει.

Για να επιστρέψουμε όμως στους βρυκόλακες, να πως συνεχίζει ο Εβλιγιά την αφήγησή του για τους ομπούρ:

Στα μέρη αυτά δεν υπάρχει πανούκλα. Όποτε κάποιος αρρωστήσει, ή και να μην αρρωστήσει, τις νύχτες του καρακόντζολος (χα! τι’ ν’ πάλι τούτο; Θα σας πω μετά) οι ομπούρ πίνουν το αίμα του και έτσι τον σκοτώνουν. Έτσι, οι ομπούρ μπορεί να γίνουν φυσιολογικοί, αν και τα σημάδια της ιδιότητάς τους παραμένουν στα μάτια τους.

Σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν γέροι σοφοί Τσερκέζοι που μπορούν να διακρίνουν έναν ομπούρ, δηλαδή να καταλάβουν έναν μάγο. Οι συγγενείς των νεκρών τους δίνουν χρήματα, κι εκείνοι πηγαίνουν στους τάφους πρόσφατα πεθαμένων ομπούρ για να ελέγξουν μπας και υπάρχουν σημάδια ότι οι ομπούρ βγήκαν από τον τάφο τους. Και πράγματι, τότε, όταν οι άνθρωποι μαζεύονται και σκάβουν τον τάφο, βλέπουν ότι τα μάτια του ομπούρ έχουν γίνει σαν κούπες γεμάτες με αίμα, και ότι το πρόσωπό τους έχει γίνει κατακόκκινο από το ανθρώπινο αίμα που έχουν πιει. Τότε, βγάζουν το βρωμερό πτώμα του καταραμένου ομπούρ από τον τάφο, και καρφώνουν ένα ξύλινο παλούκι στον αφαλό του· με τη βοήθεια του Θεού, τα μάγια λύνονται, και ο άνθρωπος του οποίου το αίμα έπινε ο ομπούρ, σώζεται… Κάποιοι άνθρωποι όμως, ακόμα και αφού ο ομπούρ βρεθεί στον τάφο του και καρφωθεί, παίρνουν το βρωμερό πτώμα, με το παλούκι ακόμα καρφωμένο στον αφαλό του, και το καίνε, ώστε να μη μπει στο πτώμα άλλος ζωντανός ομπούρ.

Άλλη μια παρέκβαση: η αναφορά στην πανούκλα (και ο Εβλιγιά προσθέτει μετά ότι «δεν υπάρχει λοιπόν πανούκλα στη χώρα των Τσερκέζων, αλλά ο μπελάς των ομπούρ είναι πράγματι χειρότερος κι απ’ τη χειρότερη πανούκλα») θυμίζει άλλη μια περιγραφή του: ο πατέρας του, διηγείται, είχε δει τον «στρατό της πανούκλας», που αποτελούνταν και από «καλές» και από «κακές ψυχές», έτοιμο να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη την παραμονή ενός ξεσπάσματος της επιδημίας. Οι καλές ψυχές ήταν ντυμένες στα άσπρα, και οι κακές στα μαύρα· όποιον χτυπούσαν οι πρώτες επρόκειτο να σωθεί, ενώ τα θύματα των δεύτερων θα πέθαιναν.

Πίσω όμως τώρα στον Καύκασο: ο Εβλιγιά εξηγεί ότι όποτε κάποιος υποπτεύεται ότι ένας ομπούρ του πίνει το αίμα, αυτοί οι σοφοί «ανιχνευτές ομπούρ» εξετάζουν τα μάτια του υπόπτου. Αν είναι γεμάτα αίμα, τον δένουν με αλυσίδες μέχρι να ομολογήσει:

«Ναι, εγώ ήμουν που ήπια το αίμα του Τάδε… Όταν θάφτηκα δίπλα στον ομπούρ πατέρα μου και στον ομπούρ παππού μου, το σώμα μου δεν σάπισε· και ήταν φορές που πέταξα στον ουρανό για να δώσω μάχη· και όλα αυτά τα έκανα για ζήσω παραπάνω».

Ο Εβλιγιά προσθέτει ότι αυτοί οι ομπούρ είναι ξεχωριστό σόι, και ότι αρνούνται να συνάψουν γάμους με τους υπόλοιπους Τσερκέζους. Οι περισσότεροι, λέει, ζουν στις χώρες της Μοσχοβίας, των Κοζάκων, των Πολωνών και των Τσέχων· όμως «είναι βέβαιο πως είναι οι καρακόντζολος του Ρουμ (των οθωμανικών περιοχών)». Η λέξη ομπούρ επανεμφανίζεται μια φορά ακόμα στο έργο του Εβλιγιά, αυτή τη φορά σε βαλκανικά συμφραζόμενα. Όταν αναφέρει το Ομπούρτσα, ένα μικρό χωριό κοντά στη Σίπκα, στη σημερινή κεντρική Βουλγαρία, ο Εβλιγιά σημειώνει ότι «στα τατάρικα ομπούρ σημαίνει μάγος, μάγισσα, ή κάποιον που σηκώνεται απ’ τον τάφο». Σας θυμίζει κάτι η λέξη; Ναι, για να δούμε: η λέξη βαμπίρ, λέει, προέρχεται από μια σλάβικη λέξη (βουλγάρικα και σερβοκροάτικα вампир, τσέχικα upír, ουκρανικά упир, ρώσικα упырь, όλα τους ανάγονται μάλλον στο παλαιό ανατολικοσλαβικό упирь, upir’), αν και ο πολύς Φραντς Μίκλοσιτς πρότεινε πρώτος ότι η απώτερη ετυμολογία είναι τουρκογενής, παραπέμποντας στο ταταρικό ubyr, «μυθολογικό πλάσμα» ή το σιβηριανό (Τσουβάς) văpăr, «κακό φάντασμα, μάγος». Να είχε δίκιο, ή είναι πιθανότερο η λέξη να έφτασε στον Καύκασο από τις ρώσικες στέπες στις παρυφές του; Ποιος ξέρει· όχι εγώ πάντως.

Όσο για τον μυστηριώδη καρακόντζολος και τις διαβόητες νύχτες του, πρόκειται για τις πραγματικές νύχτες ή και μέρες του καλικάντζαρου, τις οποίες συχνά ο Εβλιγιά αναφέρει σε χριστιανικά συμφραζόμενα· βρίσκουμε μια δόση του κιρκασιανού τρόμου στην περιγραφή του για μια σπηλιά σε κάποιο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης, από όπου «οι μάγοι που τους λένε καρακόντζολος» βγαίνουν κάθε βράδυ και γυρνάν όλη νύχτα σε άμαξες τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες. Τώρα που πλησιάζει λοιπόν το Δωδεκάμερο, προσέξτε τους καλικάντζαρους, μπορεί να είναι πιο επικίνδυνοι απ’ όσο δείχνουν.

Read Full Post »

Older Posts »