Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Η τέχνη του λόγου’ Category

Μια από τις πρώτες καθαρά λογοτεχνικές ιστορίες φαντασμάτων είναι γραμμένη το 1727 από τον πολυπράγμονα Ντάνιελ Ντεφόου, τον συγγραφέα του Ροβινσώνα Κρούσου και (μεταξύ άλλων) κατάσκοπο. Μιλά για κάποιον που δικαζόταν για φόνο, αλλά για τον οποίο δεν βρέθηκε σίγουρη μαρτυρία για να αποδειχθεί η ενοχή του. Και εκεί που όλα έδειχναν ότι θα αθωωθεί,

κοιτάζει στα έδρανα, σαν να είχε τρομοκρατηθεί· ανακτώντας κάπως το κουράγιο του, απλώνει το χέρι του προς το εδώλιο όπου συνήθως καταθέτουν στις δίκες οι μάρτυρες, και δείχνοντας με το χέρι του, Εντιμότατε, λέει δυνατά, αυτό δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σύμφωνο με το νόμο, αυτός δεν είναι νόμιμος μάρτυρας.

Το εδώλιο είναι κενό, φυσικά, και μαντεύετε ποιανού ήταν το φάντασμα.

(Susan Owens, The Ghost: A Cultural History, Λονδίνο 2017, σελ. 99)

Advertisements

Read Full Post »

Διαβάζοντας έπεσα σε αυτό το ωραίο, μέχρι και συγκινητικό ξόρκι, γραμμένο σε μεσαιωνικά αγγλικά γύρω στα μέσα του 10ου αιώνα:

Κύστη, κύστη, μικρή κύστη

Εδώ ούτε θα χτίσεις ούτε θα διαλέξεις κατοικία

θα πας προς τον βορρά, προς το επόμενο βουνό

εκεί, κακομοίρα, έχεις έναν αδελφό.

Θα σου βάλει ένα φύλλο πάνω στο κεφάλι

κάτω απ’ το πόδι του λύκου, κάτω απ’ το φτερό του αετού,

κάτω απ’ το νύχι του αετού, για να ξεραθείς για πάντα.

Είθε να διαλυθείς σαν κάρβουνο στο τζάκι

να ξεραθείς σαν βρομιά στον τοίχο

να στεγνώσεις σαν το νερό σ’ ένα κουβά

να μικρύνεις ίσαμε ένα κόκκο λινάρι

μικρότερη απ’το γοφό ενός ψύλλου

να γίνεις τέλος τόσο μικρή, που πια δεν θα είσαι τίποτα.

Σχεδόν τη λυπάσαι τη μικρή κύστη. Όχι μόνο: έχεις την αίσθηση ότι κι ο μάγος, ο εξορκιστής τέλος πάντων, τη λυπάται· τι να κάνει όμως.

(J.-P. Boudet, Entre science et nigromance. Astrologie, divination et magie dans l’Occident médiéval (ΧΙΙe-ΧVe siècle), Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 2006, σ. 120-121)

Read Full Post »

Όχι το τραγούδι του Μαχαιρίτσα — αλλά ένα ωραίο αίνιγμα για όποιον έχει χρόνο για σκότωμα και γνώσεις μεσαιωνικής γαλλικής.

Διαβάζω την Παναγία των Παρισίων του Ουγκό (δεν το είχα διαβάσει! είχα δει μόνο την ταινία του Ντίσνεϊ) και πέφτω πάνω στην εξής περικοπή (10, Ι):

Gringoire lui dit: «Mon maître, je vous répondrai: Il padelt, ce qui veut dire en turc: Dieu est notre espérance. (Ο Γκρενγκουάρ του είπε: «Κύριέ μου, θα σας απαντήσω: Il padelt, που στα τούρκικα σημαίνει: ελπίζω στον Θεό).

Φυσικά δεν υπάρχει τέτοια τούρκικη φράση. Ωστόσο, ο Ουγκό δεν το είχε βγάλει από την κοιλιά του· αν και ούτε η γαλλική έκδοση που έχω, ούτε καμία από τις μεταφράσεις που ξέρω έχει κάποια σημείωση, στην εποχή του διαδικτύου έχει γίνει η θάλασσα γιαούρτι και, όταν μας ρωτάνε, μπορούμε να πούμε κάτι καλύτερο από την απάντηση του Γκρενγκουάρ. Η φρασούλα λοιπόν, ανακαλύπτουμε, είναι μια μυστηριώδης λέξη γραμμένη (κάποτε) στο Chateau de Marcoussis, δηλαδή σε αυτό. Και νάτη:

Ούτε όμως η «τούρκικη» ερμηνεία είναι επινόηση του Ουγκό. Αντίθετα, ήταν ήδη γνωστή το 18ο αιώνα (αντιγράφω από αυτό το βιβλίο του 1757, σελ. 275-276):

Το έμβλημα του ιδρυτή [μαρκησίου Μονταιγκύ] που είναι ILPADELT είναι ζωγραφισμένο παντού και συχνά χωρισμένο σε δύο λέξεις, IL PADELT. Ο Du Breul αναφέρει ότι ένας Τούρκος στην ακολουθία του Φραγκίσκου Α΄ επισκέφτηκε το Μαρκουσί και αποφάνθηκε ότι πρόκειται για συριακά, και πως σημαίνει «ελπίζω στο Θεό». Μάλιστα στη βιβλιοθήκη υπάρχει ένα χειρόγραφο, στο οποίο διαβάζουμε, στο φύλλο 194, Il Padelt est nomen compositum graeco scilicet et hebraïco, et signifient Spes mea Deus, ut a quodam Turco in lingua hebrea, graeca et latinca docto cognovimus, qui baptizatus fuit et in servition Regis Francisci receptus anno 1523. Ως επιβεβαίωση, λένε ότι αυτές οι τρεις λέξεις, Spes mea Deus, υπάρχουν ακόμα σε κάποια μέρη του πύργου. Άλλοι πιστεύουν ότι η λέξη είναι αρκτικόλεξο. Μιλά δηλαδή ο Μονταιγκύ και λέει: Je l‘ai promis à Dieu, et le tiens («το υποσχέθηκα στο Θεό, και κρατάω [την υπόσχεσή μου]»)… Κάποιος από τη Βρετάνη έγραψε στο Mercure de France (Ιανουάριος 1743, σελ. 78) μια επιστολή, όπου αμφισβητεί αυτή την εξήγηση. Ισχυρίζεται ότι η φράση σημαίνει «θα διαρκέσει», καθώς padet είναι στα βρετόνικα ο μέλλοντας του «διαρκώ».

Η υπόθεση του αρκτικόλεξου υποτίθεται ότι παραπέμπει σε ένα είδος τάματος του μαρκησίου Μονταιγκύ να χτίσει ένα μοναστήρι στο Μαρκουσί αν ο άρρωστος βασιλιάς γινόταν καλά. Κάπως παρόμοια, η ίδια ιστορία παρατίθεται εδώ όπου διαβάζουμε επίσης ότι ο Perron de Langres, συγγραφέας κάποιου βιβλίου τοπικής ιστορίας του 18ου αιώνα, πάλι, ονόματι Anastase de Marcoussis, αμφισβητεί την τούρκικη ερμηνεία (προς όφελος του αρκτικόλεξου, γραμμένου πιο αρχαιοπρεπώς: Je l’ay promis à Dieu et le tiendray) ως εξής:

Η υπερβολή αυτής της πλαστογραφίας φτάνει να θέλει να πείσει την πιο λόγια και ευγενή αυλή εκείνης της εποχής ότι μια λέξη επινοημένη μόνο και μόνο για να χρησιμέψει ως έμβλημα δεν ανήκει σε καμία γλώσσα γνωστή στην Ευρώπη. Δημιουργός αυτού του μύθου είναι ένας φτωχός και αδαής καλόγερος, που θέλει να μας δείξει έναν Τούρκο να μιλά ως άνθρωπος επιτήδειος, αντίθετα με το πνεύμα αυτού του βάρβαρου έθνους που συνήθως νιώθει πιο άνετα με τις ασκήσεις του σώματος παρά μ’ εκείνες του πνεύματος, καθώς σχεδόν κανένας ανάμεσα σε αυτούς τους απίστους δεν φτάνει ούτε στην επιφάνεια των επιστημών που ξέρουμε εμείς. Δεν ξέρω τι να θαυμάσω περισσότερο, την ξεδιαντροπιά εκείνου που σκάρωσε αυτό το παραμύθι, ή την αφέλεια του αδελφού Jacques du Breüil που το τύπωσε στο τέταρτο βιβλίο του των Antiquitez de Paris, σελ. 1290.

Δεν ξέρω τι δουλειά είχε κάποιος καλόγερος να εξυψώσει ένα βάρβαρο σε άνθρωπο επιτήδειο, αλλά η υπόθεση της βρετονικής καταγωγής φαίνεται τελικά να είναι η πιο πιθανή. Στα βρετονικά, πράγματι, βρίσκουμε σε διάφορα λεξικά ότι padus σημαίνει διαρκής, ανθεκτικός, επίμονος και padusted η επιμονή, η αντοχή, η διάρκεια (εδώ)· ότι padel σημαίνει ανθεκτικός και επίμονος (εδώ ή εδώ). Ρώτησα και τον κελτολόγο υπηρεσίας, που μου απάντησε:

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Αντιγράφω από μια συνέντευξη του Χούλιο Κορτάσαρ, του 1982 (μετάφραση Ελένης Χαρατσή, από το σημείωμα στο τέλος των Ιστοριών των Κρονόπιο και των Φάμα, Αθήνα 1983):

Λένε πως υπήρχαν πράγματα που σας ενοχλούσαν στην Αργεντινή όταν φύγατε…

Ναι. Τότε χωρίς να έχω ακόμα καμία πολιτική συμμετοχή κάπου, το κίνημα των περονιστών με ενοχλούσε βαθύτατα. Εγώ αισθάνομαι πολέμιός του για αισθητικούς λόγους. Έχω κάνει γι’ αυτό μια σκληρή αυτοκριτική και δεν έχω κανένα πρόβλημα στο να την επαναλάβω. Ήμουν ένας μικροαστός ευρωπαΐζων νέος που το κύμα του περονισμού εκείνης της εποχής τον ενοχλούσε ιδιαίτερα και το θεωρούσε βαθύτατα χυδαίο, κύμα που εισέβαλε στο Μπουένος Άιρες όταν ο κόσμος που ζούσε στο εσωτερικό της χώρας, ξεσηκωμένος απ’ το κίνημα που προκάλεσε ο Περόν, κατέκλυσε την πόλη. […] Έχω ένα διήγημα εκείνης της εποχής […] όπου κάνω μια πολύ μειωτική περιγραφή για τους αγρότες, πράγμα που ποτέ δεν θα έκανα σήμερα, γιατί πια τους γνωρίζω και έμαθα να είμαι κοντά τους […] Έτσι, αν συνδέσεις τις αιτίες αυτές της εχθρότητας, που σου είπα, με την επιθυμία μου να πάω στην Ευρώπη για ό,τι αυτή μπορούσε να μου προσφέρει θα καταλάβεις ότι το να φύγω ήταν πολύ εύκολο: αρκούσε μόνο να πουλήσω ό,τι είχα, που ήταν ελάχιστο, και να πηδήξω στο καράβι.

Το περίεργο είναι ότι αυτό το πήδημα […] πέρασε σιγά σιγά σε αντίθετες ιδεολογικές θέσεις.

– Όχι πολύ σιγά. Εγώ θα έλεγα, παρόλο που ίσως φανεί λογοτέχνημα ή ναρκισσισμός ότι με τον τρόπο μου, με τον δικό μου ταπεινό τρόπο, διένυα την πορεία μου προς τη Δαμασκό. Δεν θυμάμαι πολύ καλά τι έγινε σ’ αυτήν την πορεία, νομίζω πως ο Σαούλ έπεσε απ’ το άλογο κι έγινε Παύλος, δεν είν’ έτσι; Λοιπόν, κι εγώ έπεσα απ’ το άλογο, κι αυτό συνέβη με την κουβανέζικη επανάσταση. […] Γιατί, για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις των περονιστών στο Μπουένος Άιρες με αηδίαζαν. Κλεινόμουνα στο σπίτι κι άκουγα μια σονάτα του Μότσαρτ ενώ έξω φώναζαν: «Περόν, Περόν, Εβίτα, Εβίτα!». Όμως, ξαφνικά, στην Αβάνα, παραβρέθηκα σε μια τεράστια διαδήλωση – κι όταν λέω τεράστια είναι φανερό ότι εννοώ τεράστια – όπου ο Φιντέλ έβγαζε ένα λόγο, κι εκεί ένιωσα βαθύτατα ευτυχισμένος σ’ εκείνη την -ας πούμε- θεία κοινωνία. Κι είπα στον εαυτό μου: η κατάσταση στο Μπουένος Άιρες σου προκαλούσε αηδία, αυτή η συγκέντρωση των ανθρώπων απ’ τα χωριά σε κάνει να ταυτίζεσαι μαζί τους. Απ’ αυτό το σημείο και μετά η αυτοκριτική μου συνεχίστηκε αμείωτη.

Read Full Post »

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

Read Full Post »

Η διαφορά τώρα που υπάρχει το ίντερνετ είναι ότι διαβάζουμε σε μια τυχαία σελίδα του Πύντσον (V., μετάφρ. Πρ. Προκοπίδη, Αθήνα 2007, σελ. 337) ότι μια κοπέλα περπατάει καμαρωτή καμαρωτή προς την πόρτα, τραγουδώντας το Auf dem Zippel-Zappel-Zeppelin, μια δημοφιλή μελωδία των αρχών του αιώνα, και δεν αρκούμαστε σ’ αυτό, όπως ο αναγνώστης του Πύντσον το 1961, όπως πιθανότατα ο ίδιος ο Πύντσον που το διάβασε λίγο πριν το 1961 κάπου (όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το γράφει λάθος, ενώ το σωστό είναι mit dem Zippel mit dem Zappel mit dem Zeppelin). Όχι, δεν αρκούμαστε σ’ αυτό, ψάχνουμε και το γκουγκλάρουμε και το βρίσκουμε στον γιουτούμπη, και το ακούμε κι εμείς ενώ διαβάζουμε τα σχόλια (Pynchon brought me here, λέει ο ένας, cited in Thomas Pynchon’s novel «V.» (pg.232), ο άλλος). Και γράφουμε κι ένα ποστ. Αυτό εδώ.

***

(Αυτό θα έγραφα αν είχα φέισμπουκ, δηλαδή, ενώ τώρα εδώ δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ αν αξίζει τον κόπο να δημοσιευτεί τούτη δω η εξυπνάδα και να μένει φόρα παρτίδα μέχρι να σκαρφιστώ την επόμενη. Νιώθω λοιπόν την ανάγκη να συμπληρώσω με κάτι πιο χρήσιμο, απ’ το ίδιο βιβλίο (σελ. 325) –ως εξής:)

«Μα να είστε από το Μόναχο και να μην έχετε ακούσει ποτέ για τον Χίτλερ! […] Τι στην ευχή τρέχει μ’ εσάς τους νέους;» […]

«Είμαι μηχανικός, βλέπετε. Η πολιτική δεν είναι ο τομέας μου».

«Κάποια μέρα θα σας χρειαστούμε», του είπε ο Βάισμαν. «Δεν ξέρω σε τι ακριβώς, αλλά είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Άνθρωποι σαν κι εσάς, με την εξειδίκευση και τα περιορισμένα ενδιαφέροντά σας, θα μας φανούν πολύτιμοι. Συγχωρήστε με που θύμωσα».

Read Full Post »

Αυτή είναι η βιογραφία του ποιητή Χασμπί, που έζησε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν, όπως τη διηγείται ο ιστορικός (και όχι μόνο) Μουσταφά Άλη από την Καλλίπολη:

Κατάγεται από την πόλη Γκεντούς [κοντά στην Κιουτάχεια] του βιλαετιού της Ανατολής. Αδελφός του Κεσφί, από τους παλιούς· καθώς ανήκε στους μέθυσους και αλιτήριους του καιρού του, μπλέχτηκε σε κάτι ταραχές, στις αρχές της βεζιρείας του μακαρίτη [μεγάλου βεζίρη, Πάργαλη] Ιμπραήμ Πασά και παραδόθηκε στον σούμπαση [αρχιαστυνόμο] της Πόλης για να ριχτεί στη φυλακή και μάλιστα με την οδηγία να βασανιστεί. Την ίδια νύχτα τον έδεσαν και τον κρέμασαν από τα χέρια, για να βασανιστεί σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Ο Χασμπί αυτοσχεδίασε τους παρακάτω στίχους, και ο σούμπασης, όντας λίγο πολύ μαλακός απ’ τη φύση του, τον συμπόνεσε. Να οι στίχοι:

Τον πόνο του βουνού της αγάπης, που δεν αντέχει ούτε το Καφ* / αυτή η ανήμπορη καρδιά μου τον αντέχει, λυπήσου την

Κατά σύμπτωση, το ίδιο βράδυ μια κόρη του σούμπαση πέθανε ξαφνικά· αυτό του φάνηκε σαν σημάδι για την αθωότητα του Χασμπί. Την άλλη μέρα εμφανίστηκε στο συμβούλιο του βεζίρη και τον προστάτευσε, λέγοντας ότι όσα βασανιστήρια και αν του έκανε εκείνος δεν ομολόγησε την ενοχή του. Κατά τύχη, την ώρα που τον έφερναν, το μάτι του Χασμπί χτυπήθηκε σε ένα κλαδί και τραυματίστηκε. Ο Πασάς το πρόσεξε και τον ρώτησε:

«Ε, μολλά Χασμπί, τι έπαθε το μάτι σου;»

Εκείνος απάντησε:

«Δεν του άρεσε η θέση του και θέλει να φύγει, πασά μου»**.

Του σκληρόκαρδου βεζίρη του κακοφάνηκε να αστειεύεται σε τέτοια θέση, και είπε:

«Έχει να δει πολλά ακόμα το μάτι σου».

Τον έστειλε και πάλι φυλακισμένο σε ένα μικρό κάστρο, ανάμεσα στην Πόλη και το Σκούταρι, το λεγόμενο Κεταγιούν Σαράι [τον πύργο του Λέανδρου;]· δέκα ολόκληρα χρόνια έμεινε εκεί, και το προσωνύμι του από Χασμπί έγινε Χαμπσί [«της φυλακής», θυμηθείτε το τραγούδι του Λοΐζου: κι όλους τους ρίχνω μες στη χάψη]. […] Από τους παλιούς ποιητές, ο Μπασιρί, ο Ζατί, ο [αδελφός του Χ.] Κεσφί και ο Καντί*** πήγαν στον βεζίρη και παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει· κι ενώ εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται, κάποιοι του βάλαν λόγια, ότι τάχα μου οι ποιητές θέλουν να δείξουν ότι με τη σάτιρα σε αποδυναμώνουν, και έτσι ο Χασμπί έμεινε Χαμπσί: του έμεινε μόνο να λέει, «Για μένα αρκεί μόνο ο Θεός». Μόνο την ημέρα της εκτέλεσης του Πασά ελευθερώθηκε ο ποιητής από [τη φυλακή και το αντίστοιχο] προσωνύμι του. Με λίγα λόγια, ήταν λαϊκός τύπος, ελαφρόμυαλος και αγαπούσε το κρασί· δεν πρόσεχε και έλεγε ό,τι του ερχόταν στη γλώσσα. Μάλιστα, ενόσω ήταν φυλακισμένος έβγαλε το παρακάτω τετράστιχο, που εντυπωσίασε κάποιους από τους κοινούς ανθρώπους και συζητήθηκε:

Πάλι αχ πείτε, ας κλάψουν οι ουρανοί που γυρνάνε / ο θρήνος μου ας βγει στο στερέωμα, η ουράνια σφαίρα ας κλάψει

Ας δει τα δάκρυα των ματιών μου ο ωκεανός κι ας κλάψει / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

Το ποτήρι μόλις μου έδωσε του χωρισμού ο πικρός κεραστής / το χιόνι σκέπασε τον κόσμο, βλέποντάς με η νύχτα ας κλάψει

Αχ, οι μέρες του αποχωρισμού πώς με σκότωσαν τον άμοιρο / ας με λυπηθεί ο άπιστος, ο μουσουλμάνος ας κλάψει

 

Δεν ξέρω ποιον ενδιαφέρει σήμερα μια ιστορία σαν αυτή. Ωστόσο, κάποιος πρέπει να θυμάται τους φυλακισμένους, ποιητές ή όχι.

*

* Το μυθικό βουνό στην άκρη του κόσμου (για το οποίο ελπίζω να γράψω κάτι εκτενέστερο σύντομα).

**Βρήκα εδώ μια ερμηνεία της φράσης που δίνει μια αμφισημία, σα να έλεγε «δεν του άρεσε αυτό που βλέπει». Αυτό εξηγεί ακόμα περισσότερο το θυμό του Πάργαλη.

*** Αυτοί όλοι ήταν ο λεγόμενος κύκλος του Ζατί, ενός ποιητή παλιότερης γενιάς που στο μαγαζάκι του (ήτανε γεωμάντης) μαζεύονταν, γράφανε, κρίνανε, αλληλοκλέβονταν και κουτσομπολεύανε όλοι οι ποιητές της εποχής. Στον Κεσφί, τον αδερφό του φίλου μας, αποδίδεται το εξής δίστιχο προς τον Ζατί: δεν δέχτηκαν να τον κάνουν ιμάμη / Ω Ζατί, γαμώ την κοινωνία τους. Αναρωτιέμαι αν μεταφράζω σωστά βέβαια (sikeyin Zâtîyâ cemâ’atini), συν τοις άλλοις ίσως χάνω το λογοπαίγνιο, μια και «κοινωνία» (cema’at) σημαίνει, βλέπω, και έναν όρο στη γεωμαντεία. 

Πηγή: Mustafa İsen (επιμ.), Künhü’l-ahbâr’ın tezkire kısmı, Άγκυρα 1994, σελ. 207-8 (για τον Χασμπί) και 264-5 (για τον αδερφό του).

Read Full Post »

Older Posts »