Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Η τέχνη του λόγου’ Category

(Ι, ΙΙ)

Ο ιστορικός που θα θελήσει να κατανοήσει το παρελθόν χωρίς να γίνει θύμα των μύθων, οφείλει να μάθει να το παρατηρεί σαν να ήταν παρόν. Αν θέλει να αντισταθεί στον υποκειμενισμό, πρέπει να παρατηρεί το παρόν σαν να ήταν κιόλας παρελθόν.

(Μανές Σπέρμπερ, Η καμένη βάτος, μετάφρ. Έμη Βαϊκούση, Αθήνα 2013, σελ. 159)

Read Full Post »

Πάνω από μια φορά έχω εξηγήσει τι κάνω εδώ, πάντα με λόγια άλλων. Γράφει ο Μπόρχες μιλώντας για τη μετάφραση των Χιλίων και Μιας Νυχτών από τον πολύ Ρίτσαρντ Μπέρτον:

Τα σχόλιά του είναι εγκυκλοπαιδικά και άτακτα, και το ενδιαφέρον τους είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την αναγκαιότητά τους… Στα πενήντα του, κάθε άνθρωπος έχει συσσωρεύσει μέσα του τρυφερότητες, ειρωνείες, σαρκασμούς και φαντασιώσεις: ο Μπέρτον τα ξεφορτώθηκε όλ’ αυτά με τις Σημειώσεις του.

Καταλαβαίνετε πού το πάω. Δέκα χρόνια τώρα, σα να μου φαίνεται πως ό,τι ήταν να ξεφορτωθώ το ξεφορτώθηκα. Πάλι, ποιος ξέρει; Τα πενήντα, άλλωστε, ακόμα δεν τα έχω κλείσει.

Read Full Post »

Μια από τις πρώτες καθαρά λογοτεχνικές ιστορίες φαντασμάτων είναι γραμμένη το 1727 από τον πολυπράγμονα Ντάνιελ Ντεφόου, τον συγγραφέα του Ροβινσώνα Κρούσου και (μεταξύ άλλων) κατάσκοπο. Μιλά για κάποιον που δικαζόταν για φόνο, αλλά για τον οποίο δεν βρέθηκε σίγουρη μαρτυρία για να αποδειχθεί η ενοχή του. Και εκεί που όλα έδειχναν ότι θα αθωωθεί,

κοιτάζει στα έδρανα, σαν να είχε τρομοκρατηθεί· ανακτώντας κάπως το κουράγιο του, απλώνει το χέρι του προς το εδώλιο όπου συνήθως καταθέτουν στις δίκες οι μάρτυρες, και δείχνοντας με το χέρι του, Εντιμότατε, λέει δυνατά, αυτό δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σύμφωνο με το νόμο, αυτός δεν είναι νόμιμος μάρτυρας.

Το εδώλιο είναι κενό, φυσικά, και μαντεύετε ποιανού ήταν το φάντασμα.

(Susan Owens, The Ghost: A Cultural History, Λονδίνο 2017, σελ. 99)

Read Full Post »

Διαβάζοντας έπεσα σε αυτό το ωραίο, μέχρι και συγκινητικό ξόρκι, γραμμένο σε μεσαιωνικά αγγλικά γύρω στα μέσα του 10ου αιώνα:

Κύστη, κύστη, μικρή κύστη

Εδώ ούτε θα χτίσεις ούτε θα διαλέξεις κατοικία

θα πας προς τον βορρά, προς το επόμενο βουνό

εκεί, κακομοίρα, έχεις έναν αδελφό.

Θα σου βάλει ένα φύλλο πάνω στο κεφάλι

κάτω απ’ το πόδι του λύκου, κάτω απ’ το φτερό του αετού,

κάτω απ’ το νύχι του αετού, για να ξεραθείς για πάντα.

Είθε να διαλυθείς σαν κάρβουνο στο τζάκι

να ξεραθείς σαν βρομιά στον τοίχο

να στεγνώσεις σαν το νερό σ’ ένα κουβά

να μικρύνεις ίσαμε ένα κόκκο λινάρι

μικρότερη απ’το γοφό ενός ψύλλου

να γίνεις τέλος τόσο μικρή, που πια δεν θα είσαι τίποτα.

Σχεδόν τη λυπάσαι τη μικρή κύστη. Όχι μόνο: έχεις την αίσθηση ότι κι ο μάγος, ο εξορκιστής τέλος πάντων, τη λυπάται· τι να κάνει όμως.

(J.-P. Boudet, Entre science et nigromance. Astrologie, divination et magie dans l’Occident médiéval (ΧΙΙe-ΧVe siècle), Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 2006, σ. 120-121)

Read Full Post »

Όχι το τραγούδι του Μαχαιρίτσα — αλλά ένα ωραίο αίνιγμα για όποιον έχει χρόνο για σκότωμα και γνώσεις μεσαιωνικής γαλλικής.

Διαβάζω την Παναγία των Παρισίων του Ουγκό (δεν το είχα διαβάσει! είχα δει μόνο την ταινία του Ντίσνεϊ) και πέφτω πάνω στην εξής περικοπή (10, Ι):

Gringoire lui dit: «Mon maître, je vous répondrai: Il padelt, ce qui veut dire en turc: Dieu est notre espérance. (Ο Γκρενγκουάρ του είπε: «Κύριέ μου, θα σας απαντήσω: Il padelt, που στα τούρκικα σημαίνει: ελπίζω στον Θεό).

Φυσικά δεν υπάρχει τέτοια τούρκικη φράση. Ωστόσο, ο Ουγκό δεν το είχε βγάλει από την κοιλιά του· αν και ούτε η γαλλική έκδοση που έχω, ούτε καμία από τις μεταφράσεις που ξέρω έχει κάποια σημείωση, στην εποχή του διαδικτύου έχει γίνει η θάλασσα γιαούρτι και, όταν μας ρωτάνε, μπορούμε να πούμε κάτι καλύτερο από την απάντηση του Γκρενγκουάρ. Η φρασούλα λοιπόν, ανακαλύπτουμε, είναι μια μυστηριώδης λέξη γραμμένη (κάποτε) στο Chateau de Marcoussis, δηλαδή σε αυτό. Και νάτη:

Ούτε όμως η «τούρκικη» ερμηνεία είναι επινόηση του Ουγκό. Αντίθετα, ήταν ήδη γνωστή το 18ο αιώνα (αντιγράφω από αυτό το βιβλίο του 1757, σελ. 275-276):

Το έμβλημα του ιδρυτή [μαρκησίου Μονταιγκύ] που είναι ILPADELT είναι ζωγραφισμένο παντού και συχνά χωρισμένο σε δύο λέξεις, IL PADELT. Ο Du Breul αναφέρει ότι ένας Τούρκος στην ακολουθία του Φραγκίσκου Α΄ επισκέφτηκε το Μαρκουσί και αποφάνθηκε ότι πρόκειται για συριακά, και πως σημαίνει «ελπίζω στο Θεό». Μάλιστα στη βιβλιοθήκη υπάρχει ένα χειρόγραφο, στο οποίο διαβάζουμε, στο φύλλο 194, Il Padelt est nomen compositum graeco scilicet et hebraïco, et signifient Spes mea Deus, ut a quodam Turco in lingua hebrea, graeca et latinca docto cognovimus, qui baptizatus fuit et in servition Regis Francisci receptus anno 1523. Ως επιβεβαίωση, λένε ότι αυτές οι τρεις λέξεις, Spes mea Deus, υπάρχουν ακόμα σε κάποια μέρη του πύργου. Άλλοι πιστεύουν ότι η λέξη είναι αρκτικόλεξο. Μιλά δηλαδή ο Μονταιγκύ και λέει: Je l‘ai promis à Dieu, et le tiens («το υποσχέθηκα στο Θεό, και κρατάω [την υπόσχεσή μου]»)… Κάποιος από τη Βρετάνη έγραψε στο Mercure de France (Ιανουάριος 1743, σελ. 78) μια επιστολή, όπου αμφισβητεί αυτή την εξήγηση. Ισχυρίζεται ότι η φράση σημαίνει «θα διαρκέσει», καθώς padet είναι στα βρετόνικα ο μέλλοντας του «διαρκώ».

Η υπόθεση του αρκτικόλεξου υποτίθεται ότι παραπέμπει σε ένα είδος τάματος του μαρκησίου Μονταιγκύ να χτίσει ένα μοναστήρι στο Μαρκουσί αν ο άρρωστος βασιλιάς γινόταν καλά. Κάπως παρόμοια, η ίδια ιστορία παρατίθεται εδώ όπου διαβάζουμε επίσης ότι ο Perron de Langres, συγγραφέας κάποιου βιβλίου τοπικής ιστορίας του 18ου αιώνα, πάλι, ονόματι Anastase de Marcoussis, αμφισβητεί την τούρκικη ερμηνεία (προς όφελος του αρκτικόλεξου, γραμμένου πιο αρχαιοπρεπώς: Je l’ay promis à Dieu et le tiendray) ως εξής:

Η υπερβολή αυτής της πλαστογραφίας φτάνει να θέλει να πείσει την πιο λόγια και ευγενή αυλή εκείνης της εποχής ότι μια λέξη επινοημένη μόνο και μόνο για να χρησιμέψει ως έμβλημα δεν ανήκει σε καμία γλώσσα γνωστή στην Ευρώπη. Δημιουργός αυτού του μύθου είναι ένας φτωχός και αδαής καλόγερος, που θέλει να μας δείξει έναν Τούρκο να μιλά ως άνθρωπος επιτήδειος, αντίθετα με το πνεύμα αυτού του βάρβαρου έθνους που συνήθως νιώθει πιο άνετα με τις ασκήσεις του σώματος παρά μ’ εκείνες του πνεύματος, καθώς σχεδόν κανένας ανάμεσα σε αυτούς τους απίστους δεν φτάνει ούτε στην επιφάνεια των επιστημών που ξέρουμε εμείς. Δεν ξέρω τι να θαυμάσω περισσότερο, την ξεδιαντροπιά εκείνου που σκάρωσε αυτό το παραμύθι, ή την αφέλεια του αδελφού Jacques du Breüil που το τύπωσε στο τέταρτο βιβλίο του των Antiquitez de Paris, σελ. 1290.

Δεν ξέρω τι δουλειά είχε κάποιος καλόγερος να εξυψώσει ένα βάρβαρο σε άνθρωπο επιτήδειο, αλλά η υπόθεση της βρετονικής καταγωγής φαίνεται τελικά να είναι η πιο πιθανή. Στα βρετονικά, πράγματι, βρίσκουμε σε διάφορα λεξικά ότι padus σημαίνει διαρκής, ανθεκτικός, επίμονος και padusted η επιμονή, η αντοχή, η διάρκεια (εδώ)· ότι padel σημαίνει ανθεκτικός και επίμονος (εδώ ή εδώ). Ρώτησα και τον κελτολόγο υπηρεσίας, που μου απάντησε:

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Αντιγράφω από μια συνέντευξη του Χούλιο Κορτάσαρ, του 1982 (μετάφραση Ελένης Χαρατσή, από το σημείωμα στο τέλος των Ιστοριών των Κρονόπιο και των Φάμα, Αθήνα 1983):

Λένε πως υπήρχαν πράγματα που σας ενοχλούσαν στην Αργεντινή όταν φύγατε…

Ναι. Τότε χωρίς να έχω ακόμα καμία πολιτική συμμετοχή κάπου, το κίνημα των περονιστών με ενοχλούσε βαθύτατα. Εγώ αισθάνομαι πολέμιός του για αισθητικούς λόγους. Έχω κάνει γι’ αυτό μια σκληρή αυτοκριτική και δεν έχω κανένα πρόβλημα στο να την επαναλάβω. Ήμουν ένας μικροαστός ευρωπαΐζων νέος που το κύμα του περονισμού εκείνης της εποχής τον ενοχλούσε ιδιαίτερα και το θεωρούσε βαθύτατα χυδαίο, κύμα που εισέβαλε στο Μπουένος Άιρες όταν ο κόσμος που ζούσε στο εσωτερικό της χώρας, ξεσηκωμένος απ’ το κίνημα που προκάλεσε ο Περόν, κατέκλυσε την πόλη. […] Έχω ένα διήγημα εκείνης της εποχής […] όπου κάνω μια πολύ μειωτική περιγραφή για τους αγρότες, πράγμα που ποτέ δεν θα έκανα σήμερα, γιατί πια τους γνωρίζω και έμαθα να είμαι κοντά τους […] Έτσι, αν συνδέσεις τις αιτίες αυτές της εχθρότητας, που σου είπα, με την επιθυμία μου να πάω στην Ευρώπη για ό,τι αυτή μπορούσε να μου προσφέρει θα καταλάβεις ότι το να φύγω ήταν πολύ εύκολο: αρκούσε μόνο να πουλήσω ό,τι είχα, που ήταν ελάχιστο, και να πηδήξω στο καράβι.

Το περίεργο είναι ότι αυτό το πήδημα […] πέρασε σιγά σιγά σε αντίθετες ιδεολογικές θέσεις.

– Όχι πολύ σιγά. Εγώ θα έλεγα, παρόλο που ίσως φανεί λογοτέχνημα ή ναρκισσισμός ότι με τον τρόπο μου, με τον δικό μου ταπεινό τρόπο, διένυα την πορεία μου προς τη Δαμασκό. Δεν θυμάμαι πολύ καλά τι έγινε σ’ αυτήν την πορεία, νομίζω πως ο Σαούλ έπεσε απ’ το άλογο κι έγινε Παύλος, δεν είν’ έτσι; Λοιπόν, κι εγώ έπεσα απ’ το άλογο, κι αυτό συνέβη με την κουβανέζικη επανάσταση. […] Γιατί, για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις των περονιστών στο Μπουένος Άιρες με αηδίαζαν. Κλεινόμουνα στο σπίτι κι άκουγα μια σονάτα του Μότσαρτ ενώ έξω φώναζαν: «Περόν, Περόν, Εβίτα, Εβίτα!». Όμως, ξαφνικά, στην Αβάνα, παραβρέθηκα σε μια τεράστια διαδήλωση – κι όταν λέω τεράστια είναι φανερό ότι εννοώ τεράστια – όπου ο Φιντέλ έβγαζε ένα λόγο, κι εκεί ένιωσα βαθύτατα ευτυχισμένος σ’ εκείνη την -ας πούμε- θεία κοινωνία. Κι είπα στον εαυτό μου: η κατάσταση στο Μπουένος Άιρες σου προκαλούσε αηδία, αυτή η συγκέντρωση των ανθρώπων απ’ τα χωριά σε κάνει να ταυτίζεσαι μαζί τους. Απ’ αυτό το σημείο και μετά η αυτοκριτική μου συνεχίστηκε αμείωτη.

Read Full Post »

Έτυχε τα χριστούγεννα να δίνει μια εφημερίδα τα Ελληνικά παραμύθια του Γ. Α. Μέγα, σειρά πρώτη, σειρά δευτέρα, εικονογράφηση του Κόντογλου και του Ράλλη Κοψίδη. Παλιά και σχεδόν ξεχασμένα αναγνώσματα των παιδικών χρόνων –τι καλύτερο για τις περίφημες μακριές νύχτες του χειμώνα.

Μερικές φορές υπάρχει μια ελαφριά φρίκη, σαν τις παλιές ταινίες τρόμου: όταν η κακομοίρα καθόταν να κεντήση, εκατέβαιναν τα κάδρα με τις φιγούρες από τον τοίχο και της άρπαζαν το μαργαριτάρι και την εβασάνιζαν. Άλλες φορές απλά γελάς, όπως για παράδειγμα όταν αφού μαθευτεί πώς η όμορφη και καλή ηρωίδα έφτιαξε από σιμιγδάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο και του έδωσε ζωή με προσευχές, η βασίλισσα προσπαθεί να τη μιμηθεί: Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, κι απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν. Άλλοι κακοί, βέβαια, έχουν πιο τραγικό τέλος: χύμηξαν όλοι οι δαιμόνοι καταπάνω του, τον κατέβασαν απ’ τη γκορτσιά και τον καταξέσχισαν. Αυτό ήταν το τέλος του και μη χειρότερα.

Εκείνο όμως που πιο πολύ μ’ αρέσει, είναι κάτι μυστικά τοπία, έξω από τον κόσμο, πέρα από κι εγώ δεν ξέρω τι βουνά και ρουμάνια. Πήγε, πήγε… Ένα πρωί έφτασε στην άκρα του κόσμου. Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου βλέπει τ’ άλογο κάτι και γυάλιζε στον ήλιο […] Βγαίνουν απ’ τον κόσμο τούτο, πάνε κοντά. Και μετά από πολλές τραγικές περιπέτειες, που προφανώς κλονίζουν την πίστη του ήρωα στους ανθρώπους: Η έμορφη του κόσμου με τις μαγείες που ήξερε, τραβάει πάλι τον πύργο με τα χρυσά κλαδιά, τον παίρνει, μακραίνει από τον κόσμο, τον πάει στον τόπο που ήταν πρώτα. Και άλλη μια ηρωίδα, από κείνες που λιώνουν τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ απ’ τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα.

Τα περισσότερα όμως συμβαίνουν κάτω από τη γη. Από το πολύ απλό και σχεδόν κωμικό: εκεί που μάζευε τα χόρτα, είδε μια μεγάλη βρούβα κ’ έτρεξε με χαρά να τη βγάλη. Την τράβηξε, αλλά δεν έβγαινε κ’ έβαλε όλη τη δύναμή του να την ξεριζώση. Εκεί όμως που την τραβούσε, παρουσιάζεται άξαφνα απομέσα από τη γη ένας αράπης και του φωνάζει άγρια: «ε, γέροντα, γιατί τραβάς τα μαλλιά μου;» Μέχρι μια ολόκληρη σειρά παραμυθιών, όπου τραβάς ένα χαλκά και ανοίγει ένα πηγάδι και μέσα έχει σκάλες και κατεβαίνεις. Κατεβαίνεις, και υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος, με δάση, βασίλεια, πηγές και δράκους· και αυτός ο κόσμος δεν είναι ακριβώς υπόγειος, δηλαδή ξερωγώ σκεπασμένος σαν σπηλιά: όχι, διότι ο μόνος τρόπος για να φύγεις –θυμάστε;– είναι να εφοδιαστείς με τις κατάλληλες προμήθειες (που ποτέ δεν φτάνουν) και να καβαλήσεις έναν αετό, ο οποίος θα σε πάρει ψηλά κι όλο ψηλότερα μέχρι να βγεις στον απάνω, τον δικό μας κόσμο. Μα να είναι άραγε ο ίδιος δικός μας κόσμος; Ή, σαν το τραγούδι, λείπει απάνω ο ουρανός, και ο ήρωας έχει ήδη πεθάνει;

(Αξίζει, θαρρώ, να το αφιερώσω στον dpant, που ψάχνει εδώ γλυκειά θαλπωρή, ξύλα που τρίζουν στο τζάκι και τέτοια)

Read Full Post »

Older Posts »