Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 12 Φεβρουαρίου 2011

O Silezukuk επισήμανε ότι σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του Χούλιο Κορτάσαρ.

Για να μη γράψω πολλά (κλικ στο tag Κορτάσαρ από κάτω, έχω γράψει περισσότερα), αντιγράφω κάποιες αναμνήσεις του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου, αντί εισαγωγής στον Κυνηγό, εκδ. Απόπειρα 1988):

 Η τελευταία φορά που πήγα στην Πράγα ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια με τον Κάρλος Φουέντες και τον Χούλιο Κορτάσαρ. Ταξιδεύαμε με τρένο από το Παρίσι -εξαιτίας του κοινού μας φόβου για τα αεροπλάνα- και μιλήσαμε για τα πάντα καθώς διασχίσαμε τη διαιρεμένη νύχτα των δύο Γερμανιών, προσπερνώντας ωκεανούς χωραφιών με ζακχαρότευτλα, βιομηχανίες κάθε είδους, τα ρημάγματα φρικτών πολέμων και βίαιων ερώτων.

Ακριβώς όταν σκεφτόμασταν να κοιμηθούμε, ήρθε του Κάρλος Φουέντες να ρωτήσει τον Κορτάσαρ πώς, πότε και με τίνος την πρωτοβουλία μπήκε το πιάνο στην jazz band. Ήταν μια τυχαία ερώτηση που σκόπευε ν’ αποσπάσει το πολύ πολύ μια ημερομηνία και ένα όνομα, αλλά η απάντηση ήταν μια λαμπρή παράσταση, μια διάλεξη, ανάμεσα σε χοτ-ντογκς και τσιπς και τεράστια ποτήρια μπίρας, που κράτησε ως τα χαράματα. Ο Κορτάσαρ, που ήξερε να ζυγίζει τα λόγια του, μας έδωσε, εύγλωττα και απλά μια αισθητική και ιστορική αναπαράσταση της τζαζ, που κορυφώθηκε, με την ανατολή του ήλιου, σαν μία ομηρική απολογία για τον Thelonious Monk. Δε μίλησε μόνο με τη βαθιά του και ηχηρή φωνή, με τα τραβηγμένα ρ, αλλά και με τα χοντροκόκαλα χέρια του, πιο εκφραστικά απ’ όλα τα χέρια που μπορώ να θυμηθώ. Ούτε ο Κάρλος Φουέντες ούτε εγώ θα ξεχάσουμε ποτέ τις εκπλήξεις εκείνης της ανεπανάληπτης νύχτας.

(…)

Περί τα τέλη του θλιβερού φθινοπώρου στα 1956, συνήθιζε να πηγαίνει καμιά φορά σ’ ένα παρισινό καφενείο, που είχε ένα αγγλικό όνομα [Old Navy], και να γράφει σε μια γωνιά (…) σ’ ένα σχολικό τετράδιο, χρησιμοποιώντας ένα στυλό που του λέκιαζε τα δάχτυλα. (…) τον παρακολουθούσα καθώς έγραφε για περισσότερο από μία ώρα δίχως να σταματάει για να σκεφτεί, πίνοντας μόνο μισό ποτήρι μεταλλικό νερό ώσπου πύκνωσε το σκοτάδι έξω στο δρόμο κι έβαλε την πένα του στην τσέπη του κι έφυγε με το τετράδιό του κάτω απ’ την αμασχάλη, μοιάζοντας με το ψηλότερο και το πιο κοκαλιάρικο σχολιαρόπαιδο του κόσμου.

Read Full Post »