Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 24 Μαρτίου 2009

Όπου ακούς ανάδειξη (ή ανάπλαση), ανθρώπινο κρέας μυρίζει. Σήμερα διάβασα αυτό εδώ. Εν ολίγοις, ο Δήμος και η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της Θεσσαλονίκης θέλουν να αναδείξουν τα βυζαντινά τείχη, και για το λόγο αυτό να κατεδαφίσουν ορισμένα από τα προσφυγικά σπιτάκια που εφάπτονται με το τείχος (τα γνωστά ως «καστρόπληκτα»), αφήνοντας τα υπόλοιπα να «αξιοποιηθούν για πολιτιστικές χρήσεις, ενώ θα δημιουργηθεί εκτεταμένη ζώνη πρασίνου, πλάτους περίπου είκοσι μέτρων, δίπλα στα βυζαντινά τείχη». Μάλιστα. Δυστυχώς δεν έχω φωτογραφίες αυτών των σπιτιών, σε ένα από τα οποία είχα φιλοξενηθεί κιόλας κάποτε. Μικρά προσφυγικά σπιτάκια, με αυλίτσες, σκάλες, μια χαρά ταιριαστά με το τείχος· επιπλέον, ας σημειώσω ότι τα βυζαντινά τείχη έχουν ήδη αναδειχθεί μια χαρά, υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια ζώνες πρασίνου όπως οι νέες που προγραμματίζονται. Αναρωτιέμαι ποιος θα θελήσει να τριγυρίσει τα τείχη και θα ενοχληθεί επειδή σε ένα σημείο τους θα δει εφαπτόμενα σπιτάκια από τη μια πλευρά· εκείνος πάλι που θέλει να τριγυρίσει στην Άνω Πόλη, τα Κάστρα όπως λέγαμε αλλιώς, μάλλον θα τα εκτιμήσει όπως και τα άλλα γύρω κτίσματα (όσα έχουν μείνει). Αλλά έτσι, πρέπει να μην μείνει κολυμπηθρόξυλο· πρέπει να προβάλλουμε παντού το βυζαντινό παρελθόν της πόλης, να το φωτίσουμε, να το αναδείξουμε. Όπως αναδεικνύουμε στις άλλες πόλεις, της Αθήνας συμπεριλαμβανομένης, τις πλατείες: χωρίς χαμόδεντρα και χώματα (για όνομα!), με πλάκες παντού έτσι για να λάμπουν στο μεσημεριανό ήλιο.

Έχω πολύ καιρό να ανέβω Θεσσαλονίκη, και ακόμα περισσότερο να πάω στα Κάστρα. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει ακόμα ένας παππούς που είχε σκαρώσει μια παράγκα από τσίγκο και λαμαρίνα· ανέβαινες με μια σκάλα, και σε όλο το μήκος της είχε φτιάξει τσίγκινες πινακίδες όπου έγραφε τα διατάγματά του προς το λαό. Βλέπετε, θεωρούσε τον εαυτό του μεγαλοφυή βασιλιά· τα διατάγματα, απ’ όσο θυμάμαι, είχαν κυρίως να κάνουν με συμβουλές ηθικού και πρακτικού περιεχομένου, αλλά και προγνώσεις για το μέλλον του Ελληνισμού. Υπήρχε μάλιστα και ένα ταινιάκι μικρού μήκους (που στην εποχή του είχε κάνει αίσθηση επειδή ήταν γυρισμένο κατευθείαν σε βίντεο), ονόματι «Σπιτάκια ελαφρού τύπου», όπου ο παππούς-βασιλιάς εξηγούσε μεταξύ άλλων την πρωτοποριακή ιδέα του για αντισεισμικά σπίτια, προφανώς στο πρότυπο του δικού του.

Ε ναι, καλύτερα μια πόλη ελαφρού τύπου, έστω και από τσίγκο (σαν αυτή, ας πούμε), από τους μεγαλόπνοους αναμορφωτές του παρελθόντος μας.

Ονειρεύομαι τον παππού-βασιλιά να επελαύνει, καβάλα σε μηχανικό άλογο δικής του κατασκευής, εκτοξεύοντας στα κεφάλια των ξιπασμένων κατακτητών της Άνω Πόλης τις κεραίες τηλεόρασης που δεκαετίες πρέπει να μάζευε.

Αργοναύτη μέσα στα σκοτάδια / με όπλα ηλεκτρικά, και ιπτάμενα καράβια

α ου βι, προς τ’ άστρα της αβύσσου / προς τους ουρανούς φωταγωγήσου

Read Full Post »

Το κείμενο που δημοσιεύω σήμερα είναι κομμάτι από μια ανέκδοτη ακόμα μετάφραση που είχα κάνει πριν από χρόνια. Πρόκειται για κάποια αποσπάσματα από τις επιστολές της Ασιγέ Χατούν (Κυρίας Ασιγέ), η οποία έζησε στα Σκόπια κατά τα μέσα του 17ου αιώνα. Η Ασιγέ διάλεξε το δρόμο του σουφισμού, καθώς όμως ο σεΐχης της βρισκόταν σε άλλη πόλη, αναγκάστηκε να του στέλνει τα όνειρά της γραπτώς. Φύλαγε τα προσχέδια αυτών των γραμμάτων στο σπίτι της. Μετά το θάνατό της τα προσχέδια αυτά, γραμμένα από το χέρι της, καθώς και κάποιες απαντήσεις στις επιστολές της, βρέθηκαν στο κομοδίνο της (που χρησιμοποιούσε ως γραφείο;) και ο αντιγραφέας έκανε από αυτές τις σημειώσεις το αντίγραφο που διαθέτουμε.

Το κείμενο, το οποίο έχει μεταγράψει στη σύγχρονη τουρκική γραφή ο γνωστός οθωμανολόγος Τζεμάλ Καφαντάρ (Asiye Hatun: Rüya mektupları, επιμ. Cemal Kafadar, Κων/πολη 1994), παρουσιάζει εξαιρετικές ιδιαιτερότητες από πολλές πλευρές: είναι μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, σε μια εποχή κατά την οποία τέτοιες αφηγήσεις φαίνονται να σπανίζουν· είναι γραμμένη από χέρι γυναίκας, σε μια εποχή και μια κοινωνία όπου η γυναίκα πολύ σπάνια αρθρώνει το δικό της λόγο· η γυναίκα αυτή ανήκει σε μια δερβισική αδελφότητα, τους Χαλβετήδες· τέλος, στο κείμενο καταγράφονται όνειρα, κάτι που το καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μια ιστορία των νοοτροπιών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τους έλληνες αναγνώστες, επιπλέον, η ιστορία της Ασιγέ Χατούν υπενθυμίζει ότι στο βαλκανικό χώρο δε ζούσαν μόνον έλληνες και σλάβοι χριστιανοί ορθόδοξοι, αλλά και τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι, ο πολιτισμός των οποίων μοιάζει σήμερα να έχει ξεχαστεί εντελώς.

 

 

Κείμενο (αποσπάσματα)

Αντίγραφο επιστολής: Ενδοξότατε, μακάριε κύριέ μου, φιλώ τα ευλογημένα χέρια της αγιότητάς σας, σας στέλνω με πολύ σέβας τις προσευχές μου. Κύριέ μου, ξέρετε ότι εδώ και μερικά χρόνια εισήλθαμε αίφνης και χωρίς να το ζητήσουμε στην οδό του Θεού.

Προσπάθησα και εγώ όσο ήταν δυνατόν και έδειξα πολλή αφοσίωση στο σεΐχη. Σύμφωνα με τους κανόνες του τάγματος υποτασσόμουν στη διαταγή του. Ό,τι πρόσταζε το δεχόμουν με την ψυχή μου. Του είχα πολλή αγάπη και εμπιστοσύνη. (…) Εν συντομία, το μάτι της ψυχής μου άρχισε να ανοίγει λίγο. Όντας σ’ αυτή την κατάσταση, -έτσι το ζήτησε η σοφία του Θεού-, χωρίς λόγο η αγάπη μου προς το σεΐχη μου μειώθηκε. Καθώς δεν υπήρχε τίποτα σε εκείνον που να με ενοχλεί ούτε ανοικτά ούτε εσωτερικά, η αγάπη μου θα αδυνάτισε από τα λάθη των δικών μου παθών. Και κατά τα άλλα η κατάστασή μου χειροτέρευσε: σάμπως να είχα μείνει στο σκοτάδι· όσο και αν προσπάθησα να βάλω τάξη στο χαρακτήρα μου, δεν μπόρεσα. Όντας έτσι σε ανησυχία και σε θλίψη, ήρθε στην καρδιά μου η αγάπη για τον αγιότατο σεΐχη Μουσλιχουντίν Εφέντη στο Ούζιτσε. Και άρχισε να αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Πρόσφατα μίλησα για το ζήτημα με τον πατέρα μου και με κάποια δικαιολογία στείλαμε άνθρωπο, για να υπάρχει μια γνωριμία. Μετά τη γνωριμία, η σοφία του Θεού αύξησε την αγάπη, έτσι ώστε αυτή τώρα πια τόσο πολύ κατέλαβε τον εαυτό μου, που η καρδιά μου δεν μπορεί να κάνει χωρίς εκείνον ούτε μια ώρα, ούτε μια στιγμή. Η αγάπη εγκαταστάθηκε στο θρόνο της ψυχής. Σε τέτοιο βαθμό που νιώθω υποχρεωμένη να θυσιάσω την ψυχή μου, αν είναι δυνατό, στο χώμα που πατούν τα πόδια του. Όσο όμως εδραιώνεται η αγάπη εκείνου, τόσο αδυνατίζει η αγάπη του προηγούμενου. Μολονότι, ωστόσο, ο βρόχος της καινούργιας αγάπης δένεται στο λαιμό μου, πάλι σάμπως να επιστρέφω λίγο-λίγο στην προηγούμενη κατάσταση (…) Τώρα, κύριέ μου, ζητώ να γίνετε αδελφός μου σ’ αυτόν και τον άλλο κόσμο. Σας έχω πιο αγαπητό και από τους ίδιους τους αδελφούς μου. Κύριέ μου, σεις είστε σοφός. Με τη δύναμη της γνώσης και του νου, τι βρίσκετε συνετό και τι προτείνετε; Είναι πρέπον να γνωστοποιήσω στον αγιότατο σεΐχη την κατάστασή μου, ή μήπως είναι καλύτερη η σιωπή; Εάν είναι πρέπον να το γνωστοποιήσουμε κρυφά, με τη δική σας μεσολάβηση, ας το γνωστοποιήσουμε. Ας μείνει όμως μυστικό. Ας μην κακοκαρδίσει με εμένα ο σεΐχης μου, γιατί στ’ αλήθεια μου έδωσε πολλά πράγματα. Αλλά δεν είναι στο χέρι μου, τι να κάνω; Να του γράψω κρυφά και να του το πω; Κύριέ μου, στο όνομα του Υψίστου, βρείτε μια λύση για τον πόνο μου με τη δύναμη της γνώσης και του νου. Υποφέρω πολύ. Δεν ξέρω, αυτή η κατάσταση είναι σημείο χάρης ή ένα παιχνίδι των παθών μου; Δεν είναι μια κατάσταση που τη ζήτησα, [μόνη της] εμφανίστηκε. Κύριέ μου, τι προστάζετε;

*

  (περισσότερα…)

Read Full Post »