Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 20 Μαρτίου 2009

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μέσα στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τους παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τούς σημαδεύει

μια άλλη δήλωση περί ελευθερίας, μίλτος σαχτούρης, εκτοπλάσματα, κέδρος, αθήνα 1986

(το αντιγράφω από το http://nonlegitur.blogspot.com/ γιατί δεν το έχω πρόχειρο· υπάρχει και εξαιρετική μελοποίηση από το Σιγανίδη (τι σύμπτωσις!), νομίζω στο Basse classe.)

Μόλις διάβαζα ένα ποστ για την Κατερίνα Γκουλιώνη (αν δεν ξέρετε την υπόθεση, ρίξτε μια ματιά εδώ, εδώ και εδώ, π.χ.). Και ξαφνικά θυμήθηκα όλους εκείνους που μιλάν για «εποχές χωρίς ήρωες»· εκείνους των οποίων οι ήρωες είναι «ο κάθε απλός καθημερινός άνθρωπος που αγωνίζεται να βγάλει το ψωμί του»· εκείνους για τους οποίους οι σημερινοί ήρωες είναι οι «Έλληνες που διαπρέπουν στο εξωτερικό». Όχι. Όχι όμως. Ποτέ δεν μιλούσα για ήρωες, πάει καιρός που δεν έχω, αλλά τώρα μου φαίνεται ότι ναι, υπάρχουν, και δεν ξέρω τι μπορούμε ούτε τι πρέπει να κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι γι’ αυτό.

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά, έγραφε ο Σεφέρης· στα σκοτεινά, και εκεί το βιτριόλι, οι βασανισμοί και οι ταπεινώσεις. Ήρωες, όσο και αν ακούγεται μεγαλόστομο· διότι, ε όχι, δεν ήμαστε τόσο εύκολα ήρωες όταν παλεύουμε να βγάλουμε το ψωμί μας ή διαπρέπουμε στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. Αλλά ξέχασα, υπάρχει και αυτό που λέμε επιτυχία (γκραν σουξέ· ακόμα πληρώνω). Υπάρχει και αυτό που λέμε προβολή (του εαυτού μας; της χώρας μας; αυτό που κάνω εγώ τώρα;). Υπάρχει… Υπάρχει… Για φυλακισμένους ή Βουλγάρες να μιλάμε τώρα;

 

Επιτρέψτε μου να το αφιερώσω στη μνήμη του αδελφού μου, του Σαλίγκαρου όπως τον ήξεραν οι φίλοι του. Εκείνος ναι. Εσύ ναι, Γιάννη.

Read Full Post »

Είναι όμοια και όμως διαφέρουν

Θυμάμαι ακόμα τη θολή τη βροχερήν ημέρα που ανέβαινες την Πλάτωνος μα σου’ λειπεν ο τόνος της παλαιάς εκστατικής κι ηρωικής εξόδου που αυθόρμητα επεχείρησες μεσ’ από το κουρείο του Τάσου -λένε- εραστού τότε της Ασπασίας και τώρα στην Αμερική νομίζω μετανάστου·

σειρήνα όταν άκουσες της Πυροσβεστικής πετάχτηκες μισός γουλί «μισός διαδρομή» με μπέρτα που ανέμιζε σαν το ζουρλομανδύα του Τάσου την πετσέτα.

Εγώ οδηγούσα φορτηγό σαν κάποιος βιοτέχνης που διανέμει το κενό στην πόλης το συνωστισμό κι όταν σε είδα απέσυρα το κάλεσμα του βλέμματος, έτσι παρακολούθησα όπως μικρός, αθέατος: τις περιπτύξεις, τα πουλιά «στου πάρκου την πλατεία» που Αχειροποίητη τραβά την ίδια πελατεία (σκυλιά και Ρωσσοπόντιοι, μια φωτισμένη αλάνα, αυτή είναι τώρα η αγκαλιά που ανοίγει η φτωχομάνα).

Όχι όπως τότε που ‘παιρνες χωνάκι απ’ το Βασδέκη με ένα φράγκο παγωτό κι οι υπηρέτριες πιο κει παίζανε με το Ναυτικό, μα εσύ δεν καταλάβαινες χαμένος μεσ’ τους θησαυρούς της πατριδογνωσίας και πάντα ταυτιζόμενος ωσάν τον Γκουρντουλού -ήρωα του Καλβίνο- με όλα τα επιστητά, θαυμάζοντας κι αφήνοντας να ρέουν σαν τον οίνο που αργότερα εσυνήθισες κατά την εφηβεία και νόμισες πως ξέφευγες από την εποπτεία μίας μητρός ελεγκτικής κι ενός πατρός φυτού μέλη ντουέτου ιστορικού, κωμικοτραγικού (Un soir Μιχαλάκης ήτο μόνος à sept heures et Marie του υπεσχέθη πως θα έρθει à neuf heures. Αι neuf heures είχον παρέλθει και Marie ne pas venue, oûvre la fenêtre Μιχαλάκης et regarde à la rue).

Νύχτες της Πόλυς, λευκός Σεΐχης το Zastava έγινε μετεωρίτης στην Ουρανούπολη, στο Αρσακλί όλοι αγαπήσανε το μερακλή: είναι ο Κούσουλας κι ο Τομανάς και στα πατάρια μας ψάχνει ο Θωμάς μεσ’ την κουζίνα μας είναι ο Ακύλας, ο Ζήσης έφυγε σα Φαντομάς. Μέρες ευφρόσυνες αυτής της βίλλας, των υποσχέσεων της κατρακύλας, στιγμές αιώνιες, ίδια η φωνή στου τηλεφώνου τη συσκευή.

……………………………..       …………………………….

Αυτοί είναι οι στίχοι από ένα κομμάτι του Μιχάλη Σιγανίδη από τις «Μικρές Αγγελίες» (1999). Το έκοψα σε παραγράφους για να φαίνεται κάπως καλύτερα η τραγουδιστική δομή του, αλλά είπα να μην το διαλύσω παραπέρα. Δεν ξέρω για σας, εγώ όμως πολύ θα ήθελα να μπορούσα να υπογράψω ένα τέτοιο κείμενο. Προσπαθώ να θυμηθώ πότε πρωτάκουσα το Σιγανίδη, εννοώ εκτός Χειμερινών Κολυμβητών· νομίζω ήταν μια φορά στο Πεδίο του Άρεως πριν από δέκα χρόνια και βάλε, μαζί με τον Φλώρο Φλωρίδη, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Θυμάμαι πάντως πολύ καλά την τελευταία, το περασμένο Πάσχα στην Αθήνα: μαζί με εκείνη της Πλάτωνος, ανάμεσα στις καλύτερες που έχω πάει πρόσφατα. Κράτησε από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις ή τεσσεράμισυ το πρωί και περιείχε κάτι λιγότερο από τα άπαντά του. Ήθελα να πάω να του μιλήσω, τελικά ντράπηκα όπως συνήθως, και έτσι τώρα στέλνω ένα μήνυμα θαυμασμού και εκτίμησης που μάλλον δεν θα διαβάσει ποτέ. Οι δίσκοι του Σιγανίδη με κάνουν να θέλω να ήμουν κι εγώ ένας από τους μουσικούς ή έστω αυτούς που εν αγνοία τους ή όχι συνεισφέρουν με φράσεις που συνεχώς ακούμε αλλά ποτέ δεν προσέχουμε. Και επειδή δεν είμαι μουσικός, δεν μπορώ να πω πολλά για τη μουσική, πέρα από το ότι μοιάζει δύσκολη ή τυχαία αλλά είναι λεπτομερέστατα δομημένη με πολλή προσοχή (μου φαίνεται), ούτως ώστε ακόμα και ένα κολάζ ήχων, φράσεων και θορύβων να καταλήγει μουσική. Όσο για τους στίχους, ή το υλικό λόγου να το πω έτσι (γιατί δεν μιλάμε πάντα για στίχους), αυτό που παρέθεσα παραπάνω δείχνει ίσως με τι οξυδέρκεια ο Σιγανίδης χειρίζεται τις λέξεις, τις απλές λέξεις που κολλάνε μεταξύ τους τυχαία φαινομενικά, βάσει παρήχησης ή ομοιότητας ή απλής ρίμας, αλλά όταν βλέπουμε το αποτέλεσμα καταλαβαίνουμε ότι κάθε άλλο παρά του λείπει η συνοχή. Ο μόνος στιχουργός με τον οποίο μπορώ αυτή τη στιγμή να συγκρίνω το Σιγανίδη, από αυτή την άποψη, είναι η Λένα Πλάτωνος, και ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (Μάσκες Ηλίου ή Λεπιδόπτερα, ας πούμε).

Και βέβαια ξαναδιαβάζω όσα έγραψα και μου μοιάζουν ήδη νεκρά· κανονικά θα έπρεπε να τα διαγράψω και να κρατήσω μόνο τους στίχους. Σκέφτομαι όμως ότι κάτι δικό μου τέλος πάντων πρέπει να υπάρχει στο ιστολόγιο, αλλιώς θα ήταν ανθολόγιο. Μπορείτε λοιπόν απλά να τα αγνοήσετε, και να μείνετε στους στίχους, ή ακόμα καλύτερα να ακούσετε τους δίσκους. Και όπως λέει πάλι ο Σιγανίδης,

αν δεν υπήρχε ο θεριστής θα ‘μουνα παραθεριστής

ή

θέλω να είμαι κωλόπαιδο / όσο και να μ’ αγαπάς (σε ρυθμό κλασικού δωδεκάμετρου).

Read Full Post »

Απαντώντας σε ένα χτεσινό σχόλιο υποσχέθηκα να ψάξω στον Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη για τους βυζαντινούς Κυνοκέφαλους. Δεν βρήκα κάτι, νομίζω όμως ότι τα παρακάτω αποσπάσματα προσφέρονται για ένα ευχάριστο ξεκίνημα της μέρας.

Η Χριστιανική τοπογραφία του Κοσμά είναι ένα κείμενο των μέσων του 6ου αιώνα, γραμμένο από έναν αλεξανδρινό χριστιανό με κύριο σκοπό να αποδείξει ότι το σύμπαν είναι κυβόσχημο (στο πρότυπο της Κιβωτού της Διαθήκης) και όχι σφαιροειδές· παρεμπιπτόντως, ο συγγραφέας, έμπορος μεγάλων αποστάσεων, ενσωματώνει περιγραφές των ακτών του Ινδικού Ωκεανού, στις οποίες είχε ταξιδέψει. Τα αποσπάσματα προέρχονται από τη μετάφραση του Φάνη Καλαϊτζάκη (Αθήνα 2007). Δυστυχώς δεν μπορώ να αναπαραγάγω τα σχεδιάκια που συνοδεύουν το κείμενο:

 

Και πάλι όμως μπορεί κάποιος να ρωτήσει: Γιατί έπρεπε ο Θεός να δημιουργήσει το σύμπαν στη διάρκεια έξι ημερών και όχι μέσα σε μια ή δυο ή τρεις ή τέσσερεις ή πέντε ημέρες; Θα του απαντήσω ξεκάθαρα και θα του πω ότι εάν δημιουργούσε ο Θεός το σύμπαν μέσα σε μια ημέρα, δεν θα ήταν αρκετή αυτή η ημέρα για να διαπαιδαγωγηθούν οι άγγελοι, γιατί είναι πλάσματα με λογική και υποκείμενα στη μεταβολή. Εάν συνέβαινε διαφορετικά, θα εθεωρούντο πλάσματα κοινά, που δημιουργήθηκαν απρογραμμάτιστα, σαν φαντάσματα. Αλλά ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν με προγραμματισμό, αφιερώνοντας μια ξεχωριστή ημέρα για κάθε συγκεκριμένο έργο, έτσι ώστε οι άγγελοι να μπορέσουν να το κατανοήσουν και να διαπαιδαγωγηθούν ανάλογα.

…………………………………………………………………………………………..

Στην άλλη αυτή γη, εκείνη που περιβάλλει τον Ωκεανό απ’όλες τις πλευρές του, επικάθηται κολλημένος με τα άκρα του πάνω στα άκρα της ο καμαροειδής ουρανός. Η ανατολική και η δυτική πλευρά του είναι όπως ένας τοίχος, κάθετος προς τα πάνω, ενώ στη νότια και βόρεια πλευρά του είναι πάλι ένα είδος τοίχου αλλά μέχρι το σημείο που αρχίζει η μετατροπή του σε καμάρα. Καθώς δηλαδή οι πλευρές αυτές προεκτείνονται, λυγίζουν και σχηματίζουν το θολωτό σχήμα, όπως συμβαίνει στις θολωτές αίθουσες των λουτρών, με δάπεδο κάτω την ίδια τη γη. Οι τοίχοι αυτοί, δηλαδή, είναι ταυτόχρονα και καμάρα (…) Το μέρος εκείνο της γης που βρίσκεται πέραν του βορρά είναι ένα μέρος ακατοίκητο από ανθρώπους. Εκεί τα άστρα πραγματοποιούν πορεία από το βορρά προς την ανατολή. Καθώς, δε, παρεμβάλλεται ένα είδος κάθετου τοίχου, ο ήλιος, όταν βρεθεί εκεί, προκαλεί νύχτα στην αντίθετη μεριά της γης, σ’αυτή που κατοικείται.

……………………………………………………………………………………………

Το ζώο αυτό ονομάζεται μονόκερως. Δεν το έχω δει εγώ προσωπικά. Έχω δει μόνο τέσσερα χάλκινα αγάλματά του στημένα σε τετράπυργο βασιλικό παλάτι στην Αιθιοπία. Από κει το είδα και το περιγράφω. Λένε γι’ αυτό ότι είναι τρομερό και φοβερό, καθώς συγκεντρώνει όλη του τη δύναμη στο κέρατο. Κι αν κάποιοι αποφασίσουν να το κυνηγήσουν για να το συλλάβουν, αυτό προτιμά, όταν κινδυνεύει, να πηδήξει στο πιο μεγάλο βάραθρο από το ύψος που βρίσκεται. Στη διάρκεια της πτώσης του αναποδογυρίζει και πέφτει με το κέρατο, το οποίο δέχεται όλη την πίεση της πτώσης, κι έτσι το ίδιο δεν παθαίνει τίποτε.

…………………………………………………………………………………………..

Στα βόρεια της Ινδίας, σε μεγάλη απόσταση, βρίσκεται ο λαός των Λευκών Ούννων, με βασιλιά τους κάποιον Γολλά, όπως τον αποκαλούν οι ίδιοι. Αυτός, λοιπόν, λένε ότι εκστρατεύει παίρνοντας πάντα μαζί του πάνω από δυο χιλιάδες ελέφαντες και πάρα πολύ ιππικό. Κάποτε, μάλιστα, λένε ότι, θέλοντας να κυριεύσει μια μεσογειακή [Σ.τ.Δύτη: μεσόγεια, θα έλεγα εγώ] πόλη των Ινδιών που περιβαλλόταν από μια τεράστια τάφρο νερού, την περικύκλωσε και έμεινε εκεί γύρω για όσο χρόνο χρειάστηκε να καταναλώσουν το νερό αυτό οι ελέφαντες, τα άλογά του και ο στρατός, κι ύστερα πέρασε από ασφαλές έδαφος και την έκανε δική του.

Read Full Post »