Είχα παλιά υποσχεθεί να γράψω κάτι για την Κέρκυρα. Σας προειδοποιώ ότι στο τέλος γίνεται πολύ φιλοσοφικό, κάτι έχει το νησί και το κάνει αυτό, όπως θα καταλάβετε.
Έμεινα στην Κέρκυρα γύρω στα τέσσερα χρόνια, και πηγαινοερχόμουν για άλλα δύο πριν. Έφυγα πριν από άλλα τέσσερα, και δεν μπορώ να πω ότι δεν μου λείπει. Πέρα από λόγους εντελώς προσωπικούς, δεν μπορώ να αρνηθώ ότι πρόκειται για κάτι σαν επίγειο παράδεισο. Αρχίζω από την πόλη, για την οποία έχει μιλήσει πολύ καλύτερα από μένα ο Αρανίτσης σε ένα κείμενο που δεν μπορώ να βρω τώρα (πρέπει να είναι κάπου εδώ), και όπου μιλούσε για την αίσθηση του μυστικού μεσημβρινού του κόσμου που σε περιμένει πίσω από κάποια συγκεκριμένα καντούνια. Κρατώ επίσης τη γειτονιά με τα τυπογραφεία, κάπου στο Καμπιέλο όπου έμενα, και η οποία επίσης είχε κάτι το μυστικιστικό. Κρατώ τις πλατείες και κυρίως την πλακάδα του Αγίου (πιο πολύ από το μπουχτισμένο Λιστόν), κάτι που λείπει από τις περισσότερες μικρές πόλεις που έχω δει -εξαιρώ ίσως τα αγαπημένα μου Τρίκαλα. Δεν είχα σε εκτίμηση τους περισσότερους Κερκυραίους της γειτονιάς (με εξαίρεση έναν-δύο, μεταξύ των οποίων την υπέργηρη και σχεδόν τυφλή σπιτονοικοκυρά μου, που τραγουδούσε -και τραγουδά, ελπίζω- Βέρντι στην δημοτική χορωδία και μισούσε τους “αρχόντους” σχεδόν αταβιστικά). Πολύ κουτσομπολιό, κακίες και τα άλλα γνωστά, και επίσης λίγο παραπάνω φλυαρία απ’ όσο μπορώ να αντέξω. Αγαπούσα πολύ τους Αλβανούς γειτόνους μου, το Στέφανο, την Αναστασία και τα παιδιά τους. Αν υπάρχει κάτι που μπορούσα να κάνω στην Κέρκυρα και μετανιώνω πικρά που δεν το έκανα, είναι που πολύ εύκολα μπορείς να πεταχτείς στους Αγίους Σαράντα και το Βουθρωτό.
Κρατώ επίσης την επιβλητική θέα του Παντοκράτορα και της Μουργκάνας, απέναντι, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με τα φώτα της Ηγουμενίτσας όταν βραδυάζει. Το Φαληράκι, ή “Εν πλω”, δίπλα στη θάλασσα, μισοπλημμυρισμένο μια μέρα κατακλυσμού. Την αγαπημένη μου τσιτσιμπύρα που πολύ μου λείπει αυτές τις ζεστές μέρες. Αλλά, άλλο θέλω να πω:
Ως γνωστόν, η Κέρκυρα είναι ένα νησί παραδεισένιο. Παρότι, όπως έγραφε κάποτε ο Αρανίτσης (πάλι), οι Κερκυραίοι θα τιμωρηθούν επειδή είχαν τον παράδεισο και έχτισαν πισίνες, παρόλο που μέρη όπως η Αχαράβη ή ο Κάβος δεν βλέπονται, παρότι φόρτωσαν στον αδιανόητο Αη-Γόρδη (μια παραλία εξωπραγματικής ομορφιάς) ένα (άλλης τάξης αδιανόητο) ροζ έκτρωμα, ωστόσο καταλαβαίνεις εύκολα τη μαγεία που τύλιξε τον Ντάρελ με το που πάτησε το πόδι του. Εντάξει, μέρη όπως η γραφική (καταπώς λέει η κλασική λεζάντα) Λευκίμμη τα βρίσκεις και αλλού, και η λίγο μυστηριακή αγριάδα του οροπέδιου του Παντοκράτορα δεν κολλάει πολύ με το νησί. Αλλά το κεντρικό μέρος της Κέρκυρας, τα πέτρινα χωριά, το λιβάδι του Ρόπα, και κυρίως κάτι κατάφυτα μέρη όπως ο δρόμος προς την Κασσιώπη ή προς τον Άγιο Ματθαίο (ελπίζω να τα γράφω σωστά από μνήμης) έχουν κάτι το τόσο ήμερο, γλυκό και όμορφο που ενίοτε κόβει την ανάσα.
Και όμως. Εδώ ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Η Κέρκυρα είναι εξωπραγματικά όμορφο νησί. Είναι σαν μια καρτ ποστάλ, από αυτές που τις βλέπεις και είσαι σίγουρος ότι τις έχουν ρετουσάρει για να φαίνονται πιο γραφικές. Είναι σαν τα ειδυλλιακά τοπία που ζωγραφίζει στην τηλεόραση ο Μπομπ Ρος (χαχα) από τη φαντασία του. Είναι σαν σκηνικό για ρομαντική ταινία. Είναι σαν την Τοσκάνη (υποθέτω), ένα μέρος για να αποσυρθεί κάποιος Τομ Ρίπλεϋ (όχι λαθος, αυτός ήταν στο Φονταινεμπλώ) και να απολαύσει τη ράθυμη αργία του. Είναι, εν τέλει, κάπως υπερβολικά όμορφη.
Αυτή η υπερβολική ομορφιά λοιπόν ένιωθα να με πνίγει κάπου-κάπου. Είχε, πώς να το πω, κάτι το απάνθρωπο. Το μάτι μου χρειαζόταν λίγη δόση αγριάδας. Ως γνωστόν, ο άνθρωπος εκδιώχθηκε από τον παράδεισο, και αυτό -μπορεί να πει κανείς- συνιστά μια υπαρξιακή συνθήκη: θέλω να πω, ζούμε όπως ζούμε -με τις επιθυμίες μας, το ανικανοποίητό μας, τη βαρυθυμία μας, τις μικρές ή μεγάλες χαρές μας- επειδή δεν υπάρχει παράδεισος, επειδή νιώθουμε διαρκώς ότι κάποτε εκδιωχθήκαμε από κει -θέλετε πείτε από τον θεϊκό Παράδεισο, θέλετε από τα παιδικά μας χρόνια [αν σας άρεσε αυτό, μπορείτε να το νιώσετε διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Ναμπόκοφ]. Το να ζεις λοιπόν σε ένα παράδεισο έχει κάτι το ψευδές· ο άνθρωπος χρειάζεται την ασχήμια, τη θλίψη, όσα τον θυμώνουν και όσα νοσταλγεί, χρειάζεται επίσης μια δόση του Άγριου, του μη-εξημερωμένου, της φοβερής φύσης που αν δεν προσέξεις θα σε καταπιεί. Χρειάζεται αυτό που περιγράφει ο Χένρυ Μίλλερ στον “Κολοσσό του Μαρουσιού” όταν αντιπαραβάλλει το ήμερο, παραδεισένιο τοπίο της Νορμανδίας, με τους κισσούς και τα δέντρα, με το λιοπύρι της Αργολίδας.
Δεν ζούμε στον παράδεισο (φίλε μου Η.), ζούμε στο Καθαρτήριο. Ξέρουμε πώς περίπου είναι ο παράδεισος (γιατί έχουμε υπάρξει παιδιά), ξέρουμε πώς περίπου είναι η κόλαση (γιατί ερχόμαστε καθημερινά σχεδόν σε επαφή μαζί της)· κανείς όμως δεν θέλει ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ να γυρίσει στον παράδεισο. Θέλουμε τη νοσταλγία της παιδικότητας, δεν θέλουμε πίσω την παιδικότητα την ίδια.
Έτσι κι εγώ, ένιωθα τον παράδεισο της Κέρκυρας να με βαραίνει σαν να θέλει να με ξεγελάσει. Δεν θέλω τον παράδεισο. Δεν διαλέγω την κόλαση, όπως ο Πρόξενος. Το καθαρτήριο, μου κάνει· είναι η φυσική κατάσταση για τον άνθρωπο, και εκείνη στην οποία μπορεί να δημιουργήσει και να ζήσει.
.
.
.
Και μήπως όλα αυτά είναι το άλλοθι του Δύτη για να δικαιώσει την επιλογή του να φύγει από την Κέρκυρα, που πάντα νοσταλγεί; Ο Δύτης δεν ξέρει, βουτά στο παρελθόν όπως κάθε πρωί στο νιπτήρα, και έτσι περνά ο χρόνος. Καθαρτήριο. Ίσως βρει τον παράδεισο τη στιγμή του θανάτου, όταν αναλογιστεί τη ζωή του και του φανεί, όχι ευχάριστη ή καν ικανοποιητική, αλλά κάπως -γεμάτη, ας πούμε; Όχι με εμπειρίες τόσο -με σκέψεις· όπως αυτές.
Υ.Γ. Ο τίτλος του ποστ, είναι πάλι από το “Κάτω από το ηφαίστειο”, για το οποίο μιλούσα δυο-τρία ποστ πιο πριν. Αντιγράφω το αντίστοιχο απόσπασμα:
Ο Πρόξενος κοίταξε τα μαύρα γράμματα στην πινακίδα χωρίς να κινηθεί. ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΚΗΠΟΣ; ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΑΣ; ΔΙΩΧΝΟΥΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ! Απλές λέξεις, απλές και τρομερές λέξεις, λέξεις που φτάνουν ως τα βάθη της ύπαρξής μας, λέξεις που ενώ είναι ίσως τελεσίδικη κρίση πάνω μας δεν προκαλούν ωστόσο καμιά συγκίνηση, εκτός ίσως από ένα είδος παγερής, λευκής αγωνίας, μια κρυάδα αγωνίας σαν το παγωμένο μεσκάλ που ήπιε στο Ξενοδοχείο Κάναντα τη μέρα που έφυγε η Υβόν.
Μου αρέσει τόσο πολύ η Κέρκυρα. Και συμπληρώνω πως γράφεις και πολύ καλά!
Αμάν! πότε πρόλαβες και το διάβασες;
Ευχαριστώ!
Καλέ μου, Δύτη… Δεν ξέρω τι να γράψω. Με κόλλησες νοσταλγία δεν ξέρω για τι πράγμα. Σκεφτόμουν ένα χωριό που έμενα στην Κρήτη όσο διάβαζα το ποστ σου. Είναι το μόνο μέρος μέχρι τώρα που έχω περιγράψει ως Παράδεισο. Η δύση του ήλιου φώτιζε ένα βραχώδες βουνό που ήταν δίπλα του κι έκανε ουρανό και θάλασσα ένα χρώμα. Ήμουν σίγουροι ότι οι άνθρωποι που έμεναν σ’ αυτό το χωριό ήταν όμορφοι όσο και ο τόπος τους. Λάθεψα και καταβαραθρώθηκε ο Παράδεισος που θυμήθηκα από το ποστ σου με νοσταλγία. Δεν ξανασκέφτηκα τόπο ως παράδεισο. Έχει μια παιδικότητα η επιθυμία του παραδείσουμε, που φεύγει όταν τον χάνουμε για οποιοδήποτε λόγο. Γίνεται Ιθάκη που δεν θα βρούμε, ακόμη κι όταν επιστρέψουμε στον τόπο του παραδείσου.
Παραβάρυνε αυτό το σχόλιο… Δεν το ξαναδιαβάσω γιατί θα το σβήσω…
Εμείς λέγαμε “είναι σαν παραμύθι”. Μια βόλτα απ’ το Παλιό Λιμάνι μέχρι τον κόλπο της Γαρίτσας (και μια βουτιά στα γρήγορα, όταν ο καιρός ήταν καλός, στο Μον Ρεπό). Και μπίρες στα σκαλάκια. Κι εκδρομές με τα μηχανάκια. Και διανυχτερεύσεις στη Μυρτιώτισσα. Ηλιοβασίλεμα στον Πέλεκα (όλα τα κλισε
). Και βουτιές στην παγωμένη Αδριατική το Φεβρουάριο, μετά τις λευκές κόλλες. Βόλτα στην έρημη Λιμνοθάλασσα Κορρισίων.
Γενικότερα δεν με αρέσει καθόλου η νύχτα και δεν πολύκυκλοφορώ μόλις νυχτώνει, μόνο στην Κέρκυρα ένιωθα άνετα τη νύχτα, τριγυρνώντας στα έρημα καντούνια κάτι χειμώνες με βροχή.
Α ρε Δύτη, δεν έπρεπε να το διαβάσω αυτό το ποστ σου.
Α, ναι, πώς το ξέχασα: και αραλίκι σαν τα βλαμμένα κάτω απ’ την Κολώνα του Ντούγκλα.
ΠάνωΚ, ο Σαλαντίν μου είπε ότι έρχεσαι από τα μέρη μου. Αν δε βαριέσαι, μπορούμε ίσως να βρεθούμε.
Δύτη, καθόλου δεν βαριέμαι. Αντιθέτως θα χαρώ πολύ.
Μένει μόνο να διευκρινιστεί το πού και πότε.
Και δεν βρίσκω το μέηλ σου να σου στείλω ένα.
Καλά, θα το πάρω, απ’ τον κοινό μας φίλο και θα σου στείλω εντός των ημερων.
Δύτη,
η Κέρκυρα δεν είναι παράδεισος. Παράδεισος είναι το Λουξεμβούργο, οι Πρέσπες και άλλα πανέμορφα και βαρετά. Παράδεισος είναι η αθωωότητα, ενώ η Κέρκυρα είναι τόσο αθώα όσο οι ήρωες του Τσιμεντόκηπου του Μακγιούαν. Παρόλη τη διαφωνία μου βέβαια, θα πιω ένα ούζο στο Ζήσιμο στην υγειά σου.
(Αν φοβάσαι μήπως ξανακολλήσεις, δεν πρέπει να έρθεις χειμώνα εδώ…)
Herr K., ευχαριστώ για την πρόποση. Μ’άρεσε ο Ζήσιμος, παρεμπιπτόντως, επειδή ήταν ότι πιο κοντινό έχω βρει στον παλιό Ζώναρς του ‘90. Ωστόσο, δεν λέω ακριβώς ότι η Κέρκυρα είναι παράδεισος. Λέω μάλλον ότι παράδεισος δεν υπάρχει, και είναι απάνθρωπο ένα μέρος να τον μιμείται.
Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
.
Όχι χειμώνα, η αλήθεια είναι ότι δεν ε΄χω ξανάρθει καθόλου από τότε που έφυγα. Αλλά εννοείται ότι ο χειμώνας είναι η καλύτερη εποχή, πόσο μάλλον τώρα που ζω σε θερμά, ξηρά κλίματα και μου λείπουν οι βροχές.
Δύτη, πήρα μια τσιτσιμπύρα απ’ το ψυγείο και την άνοιξα για πάρτη σου. Δεν ξέρω όμως αν η δροσιά μεταβιβάζεται πνευματικά.
Δε μου είναι εύκολο να σχολιάσω το (ωραίο) κείμενό σου, καταλαβαίνεις.
Η όποια ομορφιά είναι αυτονόητη άμα έχεις πιει το νερό του Άρνου πριν βγάλεις δόντια. Και η όποια ρυτίδα (ή μαλακία) πονάει διαφορετικά.
Ας γίνω αντικειμενικός όμως: παράδεισο και κόλαση και καθαρτήριο βρίσκεις παντού. Ή τουλάχιστον έτσι πρέπει νάναι.
Μπουκανιέρε, ευχαριστώ για την τσιτσιμπύρα… Βρίσκεις λες παράδεισο; Σ’αυτή τη ζωή, την ενήλικη; Εμένα με τρομάζει, λίγο.
ΠάνωΚ, σου έστειλα μέιλ στο panokatos, δεν ξέρω αν το κοιτάζεις.
η απάντηση θα σου ήρθε από ένα μέηλ χάνι ντάηβερ.
Άργησα να γνωρίσω τις ομορφιές της Κέρκυρας. Σαν παιδί κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε με τους γονείς μου -τα Γιάννενα είναι πολύ κοντά- και κάθε χρόνο την μισούσα περισσότερο: Η αγένεια των ντόπιων και η ικανότητά τους να βγάζουν από την μύγα ξίγκι μου αποτυπώθηκαν βαθιά στην καρδιά μου.
Χάρη όμως στον φίλο Η.Γ., που εγκαταστάθηκε στο νησί εξαιτίας της δουλειάς του, την ανακάλυψα πριν από 3-4 χρόνια. Αγάπησα ιδιαίτερα την Κέρκυρα τον χειμώνα, που τα τουριστικά μαγαζιά είναι κλειστά, που βρέχει, σκοτεινιάζει νωρίς, τα καντούνια είναι κακοφωτισμένα κι έρημα, κάνει κρύο και η υγρασία μουλιάζει τα κόκκαλά σου. Μου άρεσε και τον Απρίλιο, τότε που πλακώνουν τα σχολεία με τις πενθήμερες και τις τριήμερες εκδρομές. Τα μαγαζιά ανοίγουν εκτάκτως και υπάρχει μια άγουρη αναμπουμπούλα στην πόλη. Το καλοκαίρι είναι πηγμένη – δεν μπορώ όλον αυτό τον κόσμο.
Οφείλω να πω ότι παρότι οι παιδικές μνήμες παραμένουν ακόμα ζωντανές, γνώρισα και 1-2 Κερκυραίους που με υπενθύμισαν πόσο λαθεμένα είναι τα συμπεράσματα και οι γενικεύσεις.
Δεν γράφω τίποτα για την “Κέρκυρα” του Αρανίτση. Μόνο ότι το εκτίμησα αυτό το βιβλίο όταν κυκλοφόρησε.
(Βρήκα χώρο κι άπλωσα το σεντόνι μου και συγγνώμη…)
Όπως την περιγράφεις είναι, ναι. Κατά το κοινώς λεγόμενο (υποτίθεται από έναν πασά που μετά από χρόνια έγραψε σε ένα φίλο του στην Άρτα:), “ακόμα βρέχει εκεί;”.
Πρέπει να πω εδώ ότι αυτή η ιστορία με τον παράδεισο που δεν πρέπει να υπάρχει, μου τριβέλιζε το μυαλό από μια συζήτηση σε δικό σου ποστ: http://fvasileiou.wordpress.com/2009/05/17/venice_ii/#comments
Α, τα σεντόνια μ’αρέσουν!
Πολύ ωραίο κείμενο.
Ομορφιά γήινη έχει το νησί, εσύ χρειαζόσουν λίγη περισσότερη άγρια ομορφιά, τίποτα άλλο. Τέτοια ομορφιά μπορεί κανείς επίσης να τη βρει σε επιλεγμένα μέρη, δε χαρακτηρίζει όμως και τον τόπο.
Συμφωνώ σχεδόν σε όλα.
(μέσα σε παρένθεση: εκτός από την τσιτσιμπύρα κυκλοφορούν εφέτο και 2 κερκυραϊκές μπύρες! κι η μία τουλάχιστον που δοκίμασα είναι καλή!)
Ευχαριστώ -καλώς ήρθες!
οπως καταλαβαινεις αγαπητε δυτη, με ενα μακροβουτι, αρχιζοντας απο τα προσφατα ποστ σου εφτασα ως εδω, εβγαλα εξω το κεφαλι για μιαν ανασα και ξανα…καταδυομαι
καλο φθινοπωρο
Ανταποδίδω, καλό φθινόπωρο!